Αριθμός 1421/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α3′ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Σιμιτσή-Βετούλα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Κατσιάνη-Εισηγητή, Χρυσούλα Πλατιά, Ηλία Γιαρένη και Αικατερίνη Πατσιαρά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Μ. Σ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Ζ. του Ι., κατοίκου … Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Γιώρα με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Ζ. του Ι., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Μίγγο, ο οποίος ανακάλεσε την από 14.01.2025 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12.12.2019, α)αγωγή και β)προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα που κατατέθηκαν και συνεκδικάσθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 66/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25.09.2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 25.09.2023 και με αριθμό κατάθεσης 48/02.10.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 66/05.07.2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 158, 159, 160, 164, 180, 184, 185, 189 και 192 ΑΚ ορίζονται τα εξής: Άρθρο 158 Τύπος δικαιοπραξίας “Η τήρηση τύπου για τη δικαιοπραξία απαιτείται μόνο όπου το ορίζει ο νόμος.”. Άρθρο 159 “Δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτεί ο νόμος, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη. Σε περίπτωση αμφιβολίας είναι επίσης άκυρη η δικαιοπραξία, αν δεν τηρήθηκε ο τύπος που είχαν καθορίσει τα μέρη. Αλλά η εκπλήρωση της δικαιοπραξίας με επίγνωση της έλλειψης του τύπου, θεραπεύει την έλλειψη αυτή.”. Άρθρο 160 Έγγραφος τύπος “Αν ο νόμος ή τα μέρη όρισαν για τη δικαιοπραξία έγγραφο τύπο, το έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη. Αν πρόκειται για σύμβαση, η υπογραφή των συμβαλλομένων πρέπει να τεθεί στο ίδιο έγγραφο. Αν συνταχθούν για τη σύμβαση περισσότερα πρωτότυπα, αρκεί η υπογραφή του κάθε μέρους στο έγγραφο που προορίζεται για το άλλο.”. Άρθρο 164 Τροποποίηση τυπικής δικαιοπραξίας “Ο τύπος που ο νόμος ορίζει για τη δικαιοπραξία απαιτείται και για τις τροποποιήσεις της.”. Άρθρο 180 Έννοια της ακυρότητας “Η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε.”. Άρθρο 184 Ενέργεια ακύρωσης “Η ακυρώσιμη δικαιοπραξία μετά την ακύρωσή της εξομοιώνεται με την εξαρχής άκυρη, με την επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα που τρίτος απέκτησε από σύμβαση που ακυρώθηκε.”. Άρθρο 185 Πρόταση για σύμβαση ” Όποιος προτείνει τη σύναψη μιας σύμβασης δεσμεύεται όλο το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο μπορεί να την αποδεχτεί εκείνος στον οποίο έγινε η πρόταση.”. Άρθρο 189 Αποδοχή της πρότασης “Η αποδοχή της πρότασης για τη σύναψη σύμβασης απαιτείται να περιέλθει σ αυτόν που πρότεινε μέσα στην προθεσμία που είχε τάξει. Αν δεν είχε τάξει προθεσμία, η αποδοχή πρέπει να περιέλθει σ’ αυτόν έως τη στιγμή που κατά τις περιστάσεις ήταν υποχρεωμένος να την περιμένει.”. Άρθρο 192 Κατάρτιση της σύμβασης “Η σύμβαση συντελείται μόλις περιέλθει σε αυτόν που πρότεινε η δήλωση αποδοχής της πρότασής του.”. Επίσης, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 200 ΑΚ, υπό τον τίτλο “Ερμηνεία συμβάσεων”, ορίζεται ότι “Οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.”, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 361ΑΚ ορίζεται ότι “Για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά.”. Κατά τις διατάξεις δε του Π/Δ/τος 150/2001 “Προσαρμογή στην Οδηγία 99/93/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το κοινοτικό πλαίσιο για ηλεκτρονικές υπογραφές”, όπως τούτο ίσχυε, πριν την κατάργησή του με το άρθρο 108 Ν.4727/2020, ορίζονται τα εξής: Άρθρο 1 παρ.2 “Οι διατάξεις του παρόντος Διατάγματος δεν θίγουν διατάξεις που, αναφορικά με τη σύναψη και την ισχύ συμβάσεων ή εν γένει τη σύσταση νομικών υποχρεώσεων, επιβάλλουν τη χρήση ορισμένου τύπου, ούτε διατάξεις για την αποδεικτική ή άλλη χρήση εγγράφων ή διατάξεις με τις οποίες απαγορεύεται να διακινούνται και να καθίστανται γνωστά έγγραφα ορισμένων κατηγοριών και δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.”. Άρθρο 3 Έννομες συνέπειες των ηλεκτρονικών υπογραφών “1.Η προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή που βασίζεται σε αναγνωρισμένο πιστοποιητικό και δημιουργείται από ασφαλή διάταξη δημιουργίας υπογραφής επέχει θέση ιδιόχειρης υπογραφής τόσο στο ουσιαστικό όσο και στο δικονομικό δίκαιο. 2. Η ισχύς της ηλεκτρονικής υπογραφής ή το παραδεκτό της ως αποδεικτικού στοιχείου δεν αποκλείεται από μόνο τον λόγο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου.”.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 εδ. α` και β` του Ν. 5638/1932 “περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό”, όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ` στοιχ. α` του ΝΔ 118/1973, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΝΔ 17-7/13-8-1923 “περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών”, 117 ΕισΝΑΚ και 19 παρ. 4 του Ν. 1969/1991, συνδυασμένες με εκείνες των άρθρων 489, 491, 822 και 830 ΑΚ, συνάγεται ότι η σύμβαση καταθέσεως χρημάτων σε τράπεζα, ανεξάρτητα αν γίνεται υπέρ του καταθέτη ή τρίτου ή σε κοινό λογαριασμό, ενόψει του ότι αποσκοπεί στην ασφαλή φύλαξη των χρημάτων, προς την οποία και δεν αντιτίθεται η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τραπεζικές εργασίες τόκου, καταρτίζεται με την εκ μέρους του καταθέτη μεταβίβαση της κυριότητάς του, κατά τη σύναψή της καταβαλλόμενου από αυτόν χρηματικού ποσού, ως πρώτης τμηματικής παροχής του, προς την τράπεζα, ατύπως (re), η οποία έκτοτε με την παράδοση γίνεται κυρία των χρημάτων (άρθρο 1034 ΑΚ), πλην όμως έχει ευθεία υποχρέωση να τα καταβάλει στο δικαιούχο όταν της ζητηθεί, ο δε τρίτος καθίσταται κύριος των κατατεθέντων χρημάτων, αμέσως μετά την κατάθεσή τους, και δεν επηρεάζεται από τον μεταγενέστερο θάνατο του καταθέτη (ΑΠ 1081/2017, ΑΠ 1691/2014, ΑΠ 467/1990, ΑΠ 432/1990). Η λειτουργία ωστόσο της συμβάσεως αυτής καθιδρύει συνήθως μία σχέση διαρκούς και πολλές φορές καθημερινής συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων. Η εκτέλεσή της δηλαδή γίνεται συνήθως όχι με μία καταβολή και ανάληψη του ποσού αυτής, αλλά με πολυάριθμες τμηματικές τέτοιες, που προσδιορίζονται εκάστοτε από την βούληση του καταθέτη.
Εξάλλου, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα και σε κοινό λογαριασμό είναι εκείνη που γίνεται στο όνομα δύο ή περισσοτέρων και περιέχει τον όρο ότι του λογαριασμού αυτού μπορεί να κάνει χρήση ολικώς ή μερικώς, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί, είτε όλοι μαζί οι δικαιούχοι (ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 1122/2005). Για την εγκυρότητα της καταθέσεως δεν απαιτείται να γίνει αυτή από κοινού από όλους τους δικαιούχους, αλλά μπορεί να καταρτισθεί από μερικούς ή και από έναν δικαιούχο, ακόμη και από τρίτο πρόσωπο μη δικαιούχο. Και τούτο διότι από τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων, αλλά και την τελολογική ερμηνεία τους, την τραπεζική πρακτική και την ταχύτητα των συναλλαγών, δεν απαιτείται κοινή εμφάνιση και δήλωση των καταθετών και δικαιούχων, δηλαδή σύμπραξή τους ενώπιον της τράπεζας.
Εξάλλου, χαρακτηριστική είναι η αναφορά του όρου “δικαιούχοι” και όχι “καταθέτες” στην διατύπωση των παραπάνω διατάξεων. Παράλληλα, η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό αποτελεί και μια ιδιόμορφη σύμβαση υπέρ τρίτου και μάλιστα γνήσια. Από την πιο πάνω σύμβαση τρίτος μη συμβαλλόμενος αποκτά ευθεία ενοχική αξίωση κατά του δότη της υπόσχεσης (άρθρο 411 ΑΚ), αλλά ταυτόχρονα και ο συμβαλλόμενος καταθέτης έχει δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από τον δότη της υπόσχεσης (τράπεζα) για τον εαυτό του. Δημιουργείται δηλαδή ένας συνδυασμός ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής και γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, μία sui generis συμβατική ενοχή, επιτρεπτή σύμφωνα με την ελευθερία των συναλλαγών και την αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης. Παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της καταθέσεως νομικού προσώπου αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή, υπό την έννοια των άρθρων 489 έως 493 του ΑΚ, συνάγεται δε σαφώς από την διάταξη του άρθρου 493 του ΑΚ, κατά το οποίο, μεταξύ τους οι περισσότεροι δανειστές έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση, συνδυαζόμενο με το άρθρο 491 παρ. 1 εδ. α` του ίδιου Κώδικα, ότι σε περίπτωση αναλήψεως ολόκληρου του ποσού της χρηματικής καταθέσεως από τον ένα μόνο δικαιούχο, αποσβέννυται μεν έναντι του δέκτη της καταθέσεως η απαίτηση και ως προς τον άλλο, μη αναλαβόντα δανειστή, αποκτά όμως ο δανειστής αυτός απαίτηση εκ του νόμου, έναντι του αναλαβόντος, για καταβολή σε αυτόν ποσού ίσου προς το μισό του αναληφθέντος ισόποσου της καταθέσεως, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα στο σύνολο του ποσού της καταθέσεως ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, εξαίρεση της οποίας το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως έχει ο διάδικος, ο οποίος προβάλλει περιστατικά που θεμελιώνουν το ως άνω εξαιρετικό δικαίωμα (ΑΠ 1128/2017,ΑΠ 877/2008, ΑΠ 1031/2003, ΑΠ 855/2002, ΑΠ 1563/2000). Εκείνος, όμως, από τους δικαιούχους που απέσυρε τα χρήματα μιας τέτοιας καταθέσεως καθίσταται κύριος αυτών και δεν διαπράττει υπεξαίρεση σε βάρος των λοιπών, και κατ` επέκταση αδικοπραξία, γιατί τα χρήματα δεν είναι ξένα προς αυτόν που τα απέσυρε. Είναι δε αδιάφορο αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους ή σε μερικούς μόνο από τους δικαιούχους (ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 529/2015).
Περαιτέρω, η εσωτερική σχέση μεταξύ περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού αποτελεί το λόγο, για τον οποίο συνάπτεται η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό. Η εσωτερική αυτή σχέση όμως δεν επηρεάζει το κύρος της εξωτερικής σχέσης μεταξύ της τράπεζας και των συνδικαιούχων. Η σχέση μεταξύ των περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού μπορεί να είναι επαχθής ή χαριστική. Η εσωτερική σχέση είναι επαχθής, όταν οι συνδικαιούχοι συνδέονται μεταξύ τους με εταιρεία ή με σύμβαση δανείου ή εντολής, βάσει της οποίας ο εντολέας ορίζει άλλον ως συνδικαιούχο, αναθέτοντάς του, απλώς προς διευκόλυνσή του, να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού, και τα χρήματα, τα οποία έχει καταθέσει σ` αυτόν. Κατ` αντιδιαστολή, η εσωτερική σχέση είναι χαριστική όταν μεταξύ τους οι συνδικαιούχοι συνδέονται με σύμβαση δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου, με κληροδοσία ή άλλη χαριστική επίδοση εν ζωή ή αιτία θανάτου. Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων καθορίζει και το μεταξύ τους δικαίωμα αναγωγής (ΑΠ 539/1992). Δικαίωμα υπάρχει κατά συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, ο οποίος έλαβε ολόκληρο ή μέρος του υπολοίπου της κατάθεσης μεγαλύτερο της αναλογίας που του αντιστοιχούσε με βάση την εσωτερική σχέση. Δεν αποκλείεται η εσωτερική σχέση να προβλέπει ότι δεν υπάρχει δικαίωμα αναγωγής μεταξύ των συνδικαιούχων (ΑΠ 540/1998).
Στην περίπτωση, κατά την οποία μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ιδιαίτερη εσωτερική σχέση αναφορικά με το δικαίωμα αναγωγής, πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, η οποία θεμελιώνει μια εκ του νόμου εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέση, ως εκ των έσω αντανάκλαση της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση, που η εσωτερική σχέση δεν προβλέπει τα μερίδια μεταξύ των συνδικαιούχων. Στις περιπτώσεις αυτές οι συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη (ΑΠ 1001/2012).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 Ν. 5638/1932, τα οποία επίσης διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ` στοιχ. α` ΝΔ 118/1973, ορίζεται, αντιστοίχως, ότι “επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθή προσθέτως ο όρος, ότι, άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας, μέχρι του τελευταίου τούτων”. Και ότι “διάθεσις της καταθέσεως διά πράξεως, είτε εν ζωή, είτε αιτία θανάτου, δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ της διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων … ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως”. Από τις διατάξεις αυτές, η πρώτη από τις οποίες αναφέρεται στις εσωτερικές μεταξύ των περισσότερων καταθετών σχέσεις, ενώ η δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της τράπεζας, στην οποία έχει γίνει η κατάθεση, και των περισσότερων καταθετών, συνδυαζόμενες και με τις προαναφερόμενες, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, δε χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της τράπεζας, κατά της οποίας και δεν μπορούν να στραφούν, επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι, διαφορετικά, θα επερχόταν μεταβολή του προσώπου του καταθέτη χωρίς τη συγκατάθεση της τράπεζας. Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τράπεζας, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν απ` αυτόν το τμήμα εκείνο της κατάθεσης που αναλογεί στον δικαιοπάροχό τους, με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών. Εάν, όμως, έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 Ν. 5638/1932, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως (“ιδίω ονόματι” και “εξ ιδίου δικαίου”) η κατάθεση και ο απ` αυτήν λογαριασμός στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης, που αναλογούσε σε εκείνον, όπως θα μπορούσαν αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια (ΑΠ 902/2019, ΑΠ 351/2018, ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 1782/2007). Οι ως άνω διατάξεις είναι προφανές ότι καθιερώνουν κανόνες εξαιρετικού δικαίου και για το λόγο αυτό το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως των προϋποθέσεών τους φέρει ο επικαλούμενος την εξαίρεση και ωφελούμενος από αυτήν (ΑΠ 1128/2017). Ωστόσο, και αν ακόμη δεν έχει τεθεί ο άνω όρος, οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν υπεισέρχονται ως προς την κατάθεση στην έναντι της Τράπεζας θέση του κληρονομηθέντος, και επομένως η ανάληψη του ποσού αυτού από τον επιζώντα καταθέτη, και στην περίπτωση που αυτός είναι συγχρόνως και κληρονόμος του αποθανόντος γίνεται έναντι της Τράπεζας ιδίω ονόματι και όχι με την ιδιότητα του κληρονόμου (ΑΠ 351/2018, ΑΠ 1691/2014, ΑΠ 380/2006). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 του Ν.2251/1994, όπως τροποποιήθηκε και ίσχυε, κατά τον επίδικο χρόνο, “παρ.1. Όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών), δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, εάν κατά την κατάρτιση της σύμβασης τους αγνοούσε ανυπαιτίως, όπως, ιδίως, όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξή τους ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους. παρ.2. Οι γενικοί όροι συμβάσεων και παρεπόμενων συμφωνιών που καταρτίζονται στην Ελλάδα διατυπώνονται γραπτώς στην ελληνική γλώσσα, κατά τρόπο σαφή, συγκεκριμένο και εύληπτο, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να αντιληφθεί πλήρως το νόημά τους και εκτυπώνονται με ευανάγνωστους χαρακτήρες σε εμφανές μέρος του εγγράφου της σύμβασης. Οι γενικοί όροι των διεθνών συναλλαγών που εφαρμόζονται στην ελληνική αγορά αποτυπώνονται υποχρεωτικά και στην ελληνική γλώσσα. παρ.3. Όροι που συμφωνήθηκαν μετά από ατομική διαπραγμάτευση μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών (ειδικοί όροι) υπερισχύουν των αντίστοιχων γενικών όρων.παρ.4. Κατά την ερμηνεία των γενικών όρων συναλλαγών λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη προστασίας των καταναλωτών. Γενικοί όροι συναλλαγών που διατυπώθηκαν μονομερώς από τον προμηθευτή ή από τρίτον για λογαριασμό του, σε περίπτωση αμφιβολίας ερμηνεύονται υπέρ του καταναλωτή. παρ.5. Ειδικώς, όταν ελέγχεται το περιεχόμενο γενικού όρου συναλλαγών κατά την εφαρμογή των παραγράφων 16α και 2 και 3 των άρθρων 10 και 13α αντίστοιχα, επιλέγεται η δυσμενέστερη για τον καταναλωτή ερμηνευτική εκδοχή, εφόσον οδηγεί σε απαγόρευση διατύπωσης και χρήσης του σχετικού όρου. παρ.6. Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. παρ.7. Σε κάθε περίπτωση καταχρηστικοί είναι ιδίως οι όροι που: … παρ.8. Ο προμηθευτής δεν μπορεί να επικαλεσθεί την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης, για το λόγο ότι ένας ή περισσότεροι γενικοί όροι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί…”. Στα δε άρθρα 6 και 7 του ίδιου ως άνω Ν.2251/1994, ορίζονται η ευθύνη του παραγωγού για ελαττωματικά προϊόντα και τα περί υγείας και ασφάλειας των καταναλωτών, αντίστοιχα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 2/2021, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1648/2014).
Παράλληλα, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 2267/2013, ΑΠ 26/2004).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 355/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: “…Οι διάδικοι και η μη διάδικος στη συγκεκριμένη δίκη, Δ. Ζ.-Μ., είναι αδέλφια μεταξύ τους, τέκνα του Ι. Ζ. και της Ε. Ζ. Ο πατέρας των διαδίκων, ο οποίος απεβίωσε στις 29.12.2014, ασχολούνταν εν ζωή αρχικά με την εμπορία υαλικών, μαγειρικών σκευών και σκευών εστίασης και ακολούθως με την ανέγερση οικοδομών. Ένεκα της επαγγελματικής του αυτής δραστηριότητας, είχε αποκτήσει μεγάλη ακίνητη περιουσία, μέρος της οποίας μεταβίβασε στα τέκνα του και στα εγγόνια του, ενώ διατηρούσε πλήθος τραπεζικών λογαριασμών, στους οποίους είχε θέσει συνδικαιούχους και τους ανωτέρω. Στις 20-07-2010, ανοίχθηκε, κατ’ εντολή του πατέρα των διαδίκων, με επιμέλεια του ενάγοντος (και ήδη αναιρεσείοντος), στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία ¨ATTICA BANK Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία¨ και στο κατάστημα 360 της τελευταίας στην Δράμα, ο υπ’ αριθμ. … κοινός λογαριασμός ταμιευτηρίου, με IBAN …, που διέπονταν από τις διατάξεις του ν. 5638/1932 και του ν.δ. 951/1971. Συνδικαιούχοι του λογαριασμού ορίσθηκαν ο ενάγων Δ. Ζ., ως κύριος δικαιούχος εφόσον προέβη προσωπικά στο άνοιγμα του λογαριασμού, ο πατέρας των διαδίκων Ι. Ζ., ο εναγόμενος (και ήδη αναιρεσίβλητος) Γ. Ζ., η μητέρα των διαδίκων Ε. Ζ. και η αδελφή των διαδίκων Δ. Ζ. – Μ. Ο ακριβής αριθμός των συνδικαιούχων προκύπτει από: 1) την υπ’ αριθμ. πρωτ. ….2020 βεβαίωση της Τράπεζας ¨ATTICA BANK Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία¨ 2) το αντίγραφο της πρώτης σελίδας του βιβλιαρίου ταμιευτηρίου του λογαριασμού 3) την υπ’ αριθμόν πρωτ. ….2021 έγγραφη απάντηση της ανωτέρω Τράπεζας προς τον εναγόμενο που υπογράφεται από τους υπαλλήλους Ν. Τ. και Κ. Σ., όπου βεβαιώνονται τα ονόματα των ως άνω 5 συνδικαιούχων, με την αναφορά ότι “έκτοτε (20.7.2010 όπου ανοίχθηκε ο λογαριασμός) και μέχρι σήμερα, όπως προκύπτει από το μηχανογραφικό σύστημα της Τράπεζας, οι συνδικαιούχοι αυτοί δεν έχουν διαφοροποιηθεί. Επισημαίνουμε ότι κατά την εκτύπωση της κίνησης του λογαριασμού και του σχετικού καρτελιδίου, εμφαίνονται μόνο οι τέσσερις πρώτοι συνδικαιούχοι, λόγω περιορισμού που θέτει το μηχανογραφικό σύστημα της Τράπεζας.
Περαιτέρω, οι προθεσμιακές καταθέσεις που ανοίγονται είναι υποχρεωτικά (συστημικά) συνδεδεμένες με λογαριασμό ταμιευτηρίου και έχουν υποχρεωτικά τους αυτούς συνδικαιούχους με το λογαριασμό ταμιευτηρίου. Επομένως, εν προκειμένω, το σύνολο των προθεσμιακών καταθέσεων που ανοίχθηκαν, με βάση τον … λογαριασμό ταμιευτηρίου, έχουν συνδικαιούχους τα πέντε (5) πρόσωπα που ανωτέρω στην παρούσα μας αναφέρονται”. 4) την υπ’ αριθμ. πρωτ. …2021 βεβαίωση της Τράπεζας, που υπογράφουν οι υπάλληλοι Ν. Τ. και Κ. Σ., όπου επιβεβαιώνεται εκ νέου το περιεχόμενο της ανωτέρω προγενέστερης επιστολής 5) την υπ’ αριθμόν πρωτ. …/2015 βεβαίωση των υπαλλήλων της Τράπεζας, Χ. Κ. και Κ. Σ., όπου αναφέρεται ομοίως, ότι συνδικαιούχοι του λογαριασμού είναι οι διάδικοι, ο πατέρας τους Ι. Ζ., η μητέρα τους Ε. Ζ. και η αδελφή τους Δ. Ζ.-Μ. 6) έγγραφο της Τράπεζας, υπό τίτλο ¨Τροποποίηση/Εμφάνιση λογαριασμού¨ υπογεγραμμένο από τους υπαλλήλους Δ. Ε. και Τ. Ν., όπου αναγράφονται όλοι οι ως άνω συνδικαιούχοι 7) αντίγραφα των υπ’ αριθμ. …-2011, …-2014, …-2014, …-2014, …-2014, …-2014 και …-2014 αποδείξεων κατάθεσης με προθεσμία. Ο ενάγων-εφεσίβλητος, διατείνεται ότι οι συνδικαιούχοι του επίδικου λογαριασμού, είναι τέσσερις (4) και όχι πέντε (5) και συγκεκριμένα οι διάδικοι, ο πατέρας τους και η αδελφή τους και όχι η μητέρα τους. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του επικαλείται την από 20-07-2010 καρτέλα ανοίγματος λογαριασμού και δήλωση αποδοχής όρων του επίμαχου λογαριασμού, περί ανοίγματος του τελευταίου, και τα από 19-01-2015 και από 29-11-2019 αντίγραφα κίνησης του λογαριασμού αυτού. Τα ανωτέρω ωστόσο έγγραφα αναιρούνται από τα προαναφερόμενα και δη τις επιστολές της Τράπεζας, όπου γίνεται σαφής μνεία των δικαιούχων του λογαριασμού, οι οποίοι δεν διαφοροποιήθηκαν από το άνοιγμα του λογαριασμού και μέχρι το χρόνο σύνταξης των επιστολών και ο λόγος για τον οποίο αποτυπώνονται μόνο οι τέσσερις πρώτοι συνδικαιούχοι. Τούτο διότι, κατά την εκτύπωση της κίνησης του λογαριασμού και του σχετικού καρτελιδίου, υπάρχει περιορισμός που θέτει το μηχανογραφικό σύστημα της Τράπεζας, για το λόγο δε αυτό και δεν αποτυπώνεται στα προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα έγγραφα, το όνομα της πέμπτης συνδικαιούχου Ε. Ζ. Ο δε ισχυρισμός του ενάγοντος ότι οι επιστολές αυτές συντάχθηκαν από τους αρμοδίους υπαλλήλους της Τράπεζας κατ’ εντολή του εναγομένου και σε συμπαιγνία αυτού με τους υπαλλήλους, πέρα της αοριστίας του εφόσον δεν αναφέρονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και ονόματα υπαλλήλων, ουδόλως αποδείχθηκε από κάποιο βάσιμο αποδεικτικό στοιχείο.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι συνδικαιούχοι του λογαριασμού είναι τέσσερις (4) και όχι πέντε (5), έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το σημείο αυτό, όπως βάσιμα διατείνεται ο εκκαλών με σχετικό λόγο εφέσεώς του, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στη σύμβαση ανοίγματος του ως άνω λογαριασμού, είχε τεθεί ο προβλεπόμενος στο άρθρο 2 ν. 5638/1932 όρος, σύμφωνα με τον οποίο ¨σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεση και ο λογαριασμός που δημιουργήθηκε από αυτήν θα περιερχόταν στους επιζώντες συνδικαιούχους μέχρι του τελευταίου¨. Στις …-2014 απεβίωσε ο πατέρας των διαδίκων Ι. Ζ. Ο θανών, δυνάμει της υπ’ αριθμόν …/2011 δημόσιας διαθήκης που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Μ. Δ., η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ’ αριθμόν 345/2015 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Δράμας, διέθεσε μέρος της περιουσίας του στους κληρονόμους που όρισε, δίχως ωστόσο να περιέχεται στη διαθήκη κάποια διάταξη ως προς τα χρήματα που υπήρχαν στους τραπεζικούς λογαριασμούς και κατά τα λοιπά επήλθε η εξ αδιαθέτου διαδοχή. Επομένως, σε εκτέλεση του ως άνω όρου, οποιοδήποτε υπόλοιπο παρουσίαζε ο λογαριασμός αυτός, περιέρχονταν, κατά ίσα μέρη, στους λοιπούς επιζώντες συνδικαιούχους. Στις 19-01-2015, ο λογαριασμός είχε κατάλοιπο, ύψους 1.050.028,57 ευρώ. Την ίδια ημέρα, ο εναγόμενος, από κοινού με την αδερφή των διαδίκων, Δ. Ζ.-Μ., μετέβησαν στο κατάστημα της ως άνω τραπεζικής εταιρίας, στην Δράμα και προέβησαν σε ανάληψη του συνόλου του καταλοίπου του σχετικού λογαριασμού, δυνάμει τριών ισόποσων επιταγών, οι οποίες εμφανίστηκαν αυθημερόν και εξοφλήθηκαν. Συγκεκριμένα, κατά την εμφάνιση του εναγομένου και της αδερφής του, ως συνδικαιούχων στο ως άνω κατάστημα της εν λόγω τράπεζας και κατόπιν αιτήματός τους, περί ανάληψης του συνόλου των εναπομείναντος κεφαλαίου, εκδόθηκαν οι υπ’ αριθμ. …-2015, …-2015 και …-2015 ισόποσες τραπεζικές επιταγές, ποσού 350.009,52 ευρώ έκαστη, με αριθμούς πράξεων …, … και … και ταυτότητα πράξεων …, … και …, αντίστοιχα. Εκ των ανωτέρω επιταγών, η πρώτη και η τρίτη εκδόθηκε στο όνομα και για λογαριασμό του εναγομένου και εισπράχθηκαν από τον τελευταίο, η δε δεύτερη στο όνομα και για λογαριασμό της συνδικαιούχου αδερφής των διαδίκων και εισπράχθηκε από την τελευταία, ενώ ο ενάγων, καίτοι ήταν και αυτός συνδικαιούχος του λογαριασμού, δεν έλαβε κάποιο ποσό.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα στον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό ήταν του πατέρα των διαδίκων, ο οποίος τα απέκτησε κατά την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας και βούλησή του ήταν να καταστήσει συνδικαιούχους την οικογένειά του. Σημειωτέον ότι ο θανών διέθετε και πολλή μεγάλη ακίνητη περιουσία (διαμερίσματα, καταστήματα, ξενοδοχείο, οικόπεδα)στη Δράμα και στη Θεσσαλονίκη. Ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα, αποτελούσαν δικά του εισοδήματα από την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας ως πολιτικός μηχανικός-εργολάβος οικοδομών. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας αποκτήθηκε τις δεκαετίες 1960 -1970, ήτοι σε χρονική περίοδο, που ο ενάγων, γεννηθείς το έτος 1954, ήταν ακόμη ανήλικος. Εξάλλου, λαμβανομένων υπ’ όψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την αποταμίευση και διαχείριση τραπεζικών λογαριασμών, δεν κρίνεται πειστικό, ο ενάγων να καθιστούσε συνδικαιούχους των υπέρογκων χρηματικών ποσών που βρίσκονταν κατατεθειμένα στον επίδικο τραπεζικό λογαριασμό (όπως και στους λοιπούς), ύψους 1.050.028,57 στις 19.1.2015, τους γονείς και τα αδέλφια του και όχι τη δική του οικογένεια, ήτοι τη σύζυγο και τα τέκνα του. Επιπλέον, με την υπό κρίση αγωγή ο ενάγων αιτείται την απόδοση του ποσού που του αναλογεί ποσοστιαία, σε σχέση με τον ισχυριζόμενο από τον ίδιο αριθμό των συνδικαιούχων του λογαριασμού αυτού, και όχι το σύνολο των αναληφθέντων από τους αδερφούς του χρηματικών ποσών, όπως θα ποιούσε, αν πράγματι τα συγκεκριμένα κατατεθέντα χρηματικά ποσά ανήκαν στον ίδιο, πολλώ δε μάλλον ενόψει της έντονης αντιδικίας που έχει ανακύψει μεταξύ των διαδίκων. Το γεγονός ότι ο πατέρας των διαδίκων συνταξιοδοτήθηκε στις 1.2.1983, δεν αναιρεί τη σχηματισθείσα κρίση, διότι όπως προαναφέρθηκε, το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του αποκτήθηκε, προ της συνταξιοδότησής του. Το ότι ο ενάγων προέβαινε πράγματι σε καταθέσεις μετρητών στον επίδικο λογαριασμό, τούτο γινόταν σε συνεννόηση με τον πατέρα του και ενόψει της κοινής επαγγελματικής δραστηριότητας αυτών. Τ’ ανωτέρω δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ο εναγόμενος με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρίσθηκε αρχικά, ότι ο ενάγων ανέλαβε, λόγω δανείου, από διάφορους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς με συνδικαιούχους την πατρική του οικογένεια, συνολικά, το ποσό των 642.000 ευρώ και επέστρεψε το ποσό των 110.200 ευρώ, όπως τούτο προέκυπτε από ένα πρόχειρο σημείωμα του πατέρα τους, το οποίο βρέθηκε μετά το θάνατό του.
Συνεπώς, ότι το μερίδιό του, υπολογιζόμενο κατά το 1/3, αφού συνδικαιούχοι ήταν ο ίδιος, ο ενάγων και η αδελφή τους, ανερχόταν στο ποσό των 177.266,66 ευρώ και μαζί με της αδελφής του σε 354.433 ευρώ. Ότι από την Τράπεζα και τον επίδικο λογαριασμό, ο ίδιος πραγματοποίησε στις 19.1.2015 ανάληψη ύψους 350.009,52 ευρώ και δήλωσε στον ενάγοντα προφορικά ότι συμψηφίζει την απαίτηση του ενάγοντος από την ανωτέρω ανάληψη, με τη δική του από τις αναλήψεις ύψους 531.800 ευρώ (642.000-110.200) που πραγματοποίησε ο τελευταίος. Ακολούθως ισχυρίσθηκε, ότι όπως διαπίστωσε αργότερα, ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα 2012- 2013 πραγματοποίησε, από διάφορους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς, αναλήψεις συνολικού ποσού 749.411 ευρώ, όπως ειδικότερα προσδιόρισε τους λογαριασμούς, το χρόνο αναλήψεων και τα ποσά. Ότι από τις αναλήψεις αυτές, ο ίδιος έχει απαίτηση ως συνδικαιούχος, ύψους 170.065,95 ευρώ, η αδελφή του Δ. Ζ.-Μ. 88.070,95 ευρώ, η ανεψιά του Μ. Ε. 78.805,75 ευρώ και ο θανών πατέρας είχε απαίτηση ύψους 170.065,95 ευρώ, μετά δε το θάνατο του τελευταίου, ένεκα της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής που επήλθε ως προς τα χρηματικά ποσά που βρίσκονταν κατατεθειμένα σε κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς, προσδιόρισε την απαίτησή του, σε 212.582,44 ευρώ, της αδελφής του σε 130.587,44 ευρώ και της ανεψιάς του σε 78.805,75 ευρώ, τις απαιτήσεις δε αυτές, όπως δήλωσαν οι ως άνω δικαιούχοι στον ενάγοντα, συμψηφίζουν με αυτήν του ενάγοντος από το μερίδιό του στον επίδικο κοινό λογαριασμό.
Ότι περαιτέρω η αδελφή του και η ανεψιά του, του εκχώρησαν μέρος της απαίτησής τους, συνολικού ποσού 175.004,76 ευρώ, γεγονός το οποίο ανήγγειλαν εξώδικα στον ενάγοντα. Με βάση τους υπολογισμούς αυτούς, ισχυρίσθηκε, όπως εκτιμάται, ότι έχει απαίτηση ύψους 387.587,20 ευρώ με βάση α) το ίδιο δικαίωμα αναγωγής (ως συνδικαιούχος) β) εκχώρησης του μεριδίου της αδελφής του και της ανεψιάς του και γ) κληρονομίας (του δικαιώματος του πατέρα ως συνδικαιούχου), άλλως 362.357,51 ευρώ: α) ως κληρονόμος της απαίτησης του θανόντος πατέρα από την εσωτερική σχέση του δανείου και β) εκχώρησης. Για τις απαιτήσεις αυτές, προέβαλλε ένσταση εξόφλησης με εξώδικο συμψηφισμό και ένσταση συμψηφισμού. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε ότι η εξώδικη δήλωση συμψηφισμού ήταν αόριστη και επομένως δεν αποδείχθηκε ότι επήλθε εξώδικος συμψηφισμός και εξόφληση της απαίτησης, και περαιτέρω ότι δεν αποδείχθηκε η προτεινόμενη ένσταση συμψηφισμού. Με βάση τις σκέψεις αυτές απέρριψε τις ενστάσεις του εναγομένου, ως ουσία αβάσιμες. Τους ισχυρισμούς του αυτούς, επαναφέρει νόμιμα ο εναγόμενος-εκκαλών ως λόγους εφέσεως … Ωστόσο οι ενστάσεις αυτές τυγχάνουν απορριπτέες ως απαράδεκτες λόγω αοριστίας. Και τούτο διότι, τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο εναγόμενος προς θεμελίωσή τους τυγχάνουν αόριστα και αντιφατικά μεταξύ τους. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο ενάγων έλαβε δάνειο από τον πατέρα τους, ύψους 600.000 περίπου, το οποίο ακολούθως προσδιορίζει σε 642.000 ευρώ και εν τέλει σε 531.800 ευρώ λόγω επιστροφής από μέρος του ενάγοντος ποσού 110.200 ευρώ, με βάση ένα χειρόγραφο σημείωμα του πατέρα τους, χωρίς ωστόσο να αναφέρει από ποιον κοινό τραπεζικό λογαριασμό αναλήφθηκε αυτό το ποσό (αριθμό, τράπεζα), το χρόνο ανάληψης, τον αριθμό των συνδικαιούχων αυτού, αν υπήρχε σχετικός όρος για την τύχη του καταλοίπου μετά το θάνατο συνδικαιούχου. Ακολούθως, αντιφατικά, προσδιορίζει εν τέλει το αναληφθέν ποσό σε 745.000 ευρώ, δίχως ωστόσο να υπολογίζει το ποσό που ο ίδιος ισχυρίζεται ανωτέρω, ότι επέστρεψε ο ενάγων. Για τις αναλήψεις αυτές, προσδιορίζει μεν τους κοινούς λογαριασμούς, τα επιμέρους ποσά, τους συνδικαιούχους, δεν προσδιορίζει όμως, για έκαστο τραπεζικό λογαριασμό, αν είχε τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν.5368/1932 για την τύχη των κατατεθειμένων χρημάτων σε περίπτωση θανάτου κάποιου από τους συνδικαιούχους, προκειμένου να ελεγχθεί αν είναι υποστατή η απαίτησή του, η οποία στηρίζεται εν μέρει στην κληρονομική διαδοχή. Η ύπαρξη ή μη του σχετικού όρου είναι απαραίτητη, διότι … εάν έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 Ν. 5638/1932, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως (¨ιδίω ονόματι¨ και ¨εξ ιδίου δικαίου¨) η κατάθεση και ο απ’ αυτήν λογαριασμός στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης, που αναλογούσε σε εκείνον, όπως θα μπορούσαν αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια. Επιπλέον, ο εναγόμενος, δεν προσδιορίζει το χρόνο γέννησης κάθε σχετικής αξίωσής του προς συμψηφισμό, δεδομένου ότι οι αναλήψεις φέρονται το χρονικό διάστημα 2012-2013 και η απαίτηση του ενάγοντος γεννήθηκε το έτος 2015, μετά το θάνατο του συνδικαιούχου πατέρα των διαδίκων, προκειμένου να ελεγχθεί η παράλληλη συνύπαρξη των απαιτήσεων σε κατάσταση ώριμη προς συμψηφισμό … Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, θα πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος … ο πρώτος λόγος εφέσεως που αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων κατά το σημείο που η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι ο αριθμός των συνδικαιούχων του επίδικου λογαριασμού ήταν τέσσερις (4), και η έφεση στο σύνολό της και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και αναγκαίως και ως προς τη διάταξή της, περί δικαστικών εξόδων (καθόσον όταν εξαφανίζεται ολικώς ή μερικώς η εκκαλουμένη απόφαση, εξαφανίζεται ολικώς και το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων λόγω της αναγκαιότητας ενιαίου καθορισμού αυτών), να κρατηθεί η υπόθεση κατ’ ουσία, να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα, με βάση το ποσοστό των συνδικαιούχων, το 1/4 του εναπομείναντος υπολοίπου του 1.050.028,57 ευρώ, ήτοι το ποσό των διακοσίων εξήντα δύο χιλιάδων πεντακοσίων επτά ευρώ και δέκα τεσσάρων λεπτών (262.507,14), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως …”. Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, αφού δέχτηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την υπ’ αριθμ. 4/2021 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας, που είχε δεχτεί εν μέρει, ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, την αγωγή του αναιρεσείοντος, και, κρίνοντας ότι ο αριθμός των συνδικαιούχων του επίδικου κοινού λογαριασμού ήταν τέσσερις (4), είχε υποχρεώσει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στον αναιρεσείοντα, που θεμελίωνε αναγωγικό δικαίωμα από την κατάθεση στον επίδικο κοινό τραπεζικό τους λογαριασμό, το ποσό των 350.009,52 ευρώ, και, κρατώντας την υπόθεση και επαναδικάζοντας επί της ουσίας την αγωγή, έκρινε μεν αυτήν, εν μέρει, ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη, αλλά, δεχόμενο ότι οι συνδικαιούχοι του ως άνω επίδικου κοινού λογαριασμού ήταν πέντε (5) και όχι τέσσερις (4), επαναπροσδιόρισε την οφειλή του αναιρεσίβλητου προς τον αντίδικό του συνδικαιούχο αναιρεσείοντα, εκ της ίδιας ως άνω αιτίας, περιορίζοντας αυτήν στο ποσό των 262.507,14 ευρώ. Έτσι δε που έκρινε το Εφετείο θεμελιώνοντας το αποδεικτικό του πόρισμα, με βάση τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, στο ότι ο αναιρεσείων, ως συνδικαιούχος του επίδικου κοινού τραπεζικού λογαριασμού με πέντε(5)άλλους συνδικαιούχους, με βάση το αναγωγικό του δικαίωμα και τον προβλεπόμενο στο άρθρο 2 Ν. 5638/1932 όρο, που είχε τεθεί στη σύμβαση ανοίγματος του ως άνω λογαριασμού, εδικαιούτο το ως άνω επιδικασθέν ποσό, που αντιστοιχούσε στο οφειλόμενο σ’ αυτόν ποσό, εκ του εμφανισθέντος καταλοίπου που παρουσίαζε ο εν λόγω λογαριασμός, κατά το κλείσιμό του, και την ανάληψη του συνόλου του ποσού αυτού του υπολοίπου από τον αναιρεσίβλητο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 411, 493 ΑΚ και 1 παρ.1, 2 και 3 παρ.1 του Ν.5632/1932 “περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό”, καθόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ήταν εφαρμοστέες και τις οποίες (το Εφετείο) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αλλ’ ούτε (παραβίασε) και εκείνες (τις διατάξεις) των άρθρων 158,159,160 ΑΚ, περί του έγγραφου τύπου της δικαιοπραξίας, 164, 180, 184 ΑΚ, περί τροποποίησης τυπικής δικαιοπραξίας, ακυρότητας δικαιοπραξίας και ενέργειας της ακύρωσης, 185, 189, 192, 200 ΑΚ, περί πρότασης για σύμβαση, αποδοχής της πρότασης, κατάρτισης της σύμβασης και ερμηνείας των συμβάσεων, καθώς, επίσης, και τις διατάξεις του ΠΔ/τος 150/2001 για τις ηλεκτρονικές υπογραφές, και των άρθρων 2 παρ.1,2, 6 και 7 του Ν.2252/1994, περί προστασίας καταναλωτών, που δεν ήταν εφαρμοστέες και για τις οποίες, ορθά το Εφετείο έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και δεν τις εφάρμοσε. Συνακόλουθα οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και έβδομος αναιρετικοί λόγοι, κατά τα αντίστοιχα συναφή σκέλη τους, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, με τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε επαρκείς, μη απαιτουμένης της παραθέσεως και άλλων, αλλά και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 361, 411 493 ΑΚ και 1 παρ.1, 2 και 3 παρ.1 του Ν.5632/1932 “περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό”, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο αναιρεσείων, κρίνονται αβάσιμα. Ειδικότερα την κρίση του Εφετείου για τη διατύπωση του προαναφερθέντος πορίσματός του στηρίζουν επαρκώς οι παρακάτω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι: α)ότι στις 20-07-2010, ανοίχθηκε, κατ’ εντολή του πατέρα των διαδίκων, με επιμέλεια του ενάγοντος- αναιρεσείοντος, στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία “ATTICA BANK Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία” ο υπ’ αριθμ. … κοινός λογαριασμός ταμιευτηρίου, με IBAN …, που διέπονταν από τις διατάξεις του ν. 5638/1932 και του ν.δ. 951/1971, β) ότι συνδικαιούχοι του λογαριασμού ορίσθηκαν ο αναιρεσείων Δ. Ζ., ως κύριος δικαιούχος εφόσον προέβη προσωπικά στο άνοιγμα του λογαριασμού, ο πατέρας των διαδίκων Ι. Ζ., ο εναγόμενος- αναιρεσίβλητος Γ. Ζ., η αδελφή των διαδίκων Δ. Ζ. – Μ. και η μητέρα των διαδίκων Ε. Ζ., γ)ότι κατά την εκτύπωση της κίνησης του λογαριασμού και του σχετικού καρτελιδίου, εμφαίνονται μόνο οι τέσσερις πρώτοι συνδικαιούχοι, λόγω περιορισμού που θέτει το μηχανογραφικό σύστημα της Τράπεζας, δ) ότι οι προθεσμιακές καταθέσεις που ανοίχθηκαν είναι υποχρεωτικά (συστημικά) συνδεδεμένες με λογαριασμό ταμιευτηρίου και έχουν υποχρεωτικά τους αυτούς συνδικαιούχους με το λογαριασμό ταμιευτηρίου, ε)ότι στη σύμβαση ανοίγματος του ως άνω λογαριασμού, είχε τεθεί ο προβλεπόμενος στο άρθρο 2 ν. 5638/1932 όρος, σύμφωνα με τον οποίο “σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεση και ο λογαριασμός που δημιουργήθηκε από αυτήν θα περιερχόταν στους επιζώντες συνδικαιούχους μέχρι του τελευταίου”, στ)ότι στις …-2014 απεβίωσε ο πατέρας των διαδίκων Ι. Ζ., ζ)ότι σε εκτέλεση του ως άνω όρου, οποιοδήποτε υπόλοιπο παρουσίαζε ο λογαριασμός αυτός, περιέρχονταν, κατά ίσα μέρη, στους λοιπούς επιζώντες συνδικαιούχους, η)ότι στις 19-01-2015, ο λογαριασμός είχε κατάλοιπο, ύψους 1.050.028,57 ευρώ και την ίδια ημέρα, ο εναγόμενος, από κοινού με την αδερφή των διαδίκων, Δ. Ζ.-Μ., μετέβησαν στο κατάστημα της ως άνω τραπεζικής εταιρίας, στην Δράμα και προέβησαν σε ανάληψη του συνόλου του καταλοίπου του σχετικού λογαριασμού, ενώ ο ενάγων, καίτοι ήταν και αυτός συνδικαιούχος του λογαριασμού, δεν έλαβε κάποιο ποσό, θ)ότι τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα στον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό ήταν του πατέρα των διαδίκων, ο οποίος τα απέκτησε κατά την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας και βούλησή του ήταν να καταστήσει συνδικαιούχους την οικογένειά του, και ι) ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει στον αναιρεσείοντα, με βάση το ποσοστό των συνδικαιούχων, το 1/4 του εναπομείναντος υπολοίπου του 1.050.028,57 ευρώ, ήτοι το ποσό των διακοσίων εξήντα δύο χιλιάδων πεντακοσίων επτά ευρώ και δέκα τεσσάρων λεπτών (262.507,14), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως.
Συνεπώς, οι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έβδομος, όγδοος, ένατος και ενδέκατος λόγοι της αναίρεσης, κατά τα αντίστοιχα συναφή σκέλη τους, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης και εκ πλαγίου παράβαση των παραπάνω διατάξεων, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι ως άνω λόγοι (και κατά τα ανωτέρω σκέλη τους), καθό μέρος με αυτούς, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτοι.
Η διάταξη του άρθρου 176 ΚΠολΔ βασίζει την καταδίκη στα δικαστικά έξοδα στην αρχή της ήττας και όχι στην αρχή της υπαιτιότητας και θεωρεί νικημένο το διάδικο, του οποίου η αίτηση απορρίφθηκε ή σε βάρος του οποίου γίνεται δεκτή η αίτηση του αντιδίκου του. Επομένως, η εν λόγω διάταξη για την καταψήφιση στα δικαστικά έξοδα του διαδίκου που νικήθηκε, είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται αναιρετικώς από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 321/2025, ΑΠ 957/2018, ΑΠ 366/2017, ΑΠ 77/2014), ενώ δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού η ρύθμιση των δικαστικών εξόδων ανατέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο(άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 457/2025, ΑΠ 1459/2024, ΑΠ 700/2019, ΑΠ 192/2016, ΑΠ 1180/2012). Επίσης, η κατανομή των δικαστικών εξόδων ανάλογα με το μέγεθος της νίκης ή της ήττας κάθε διαδίκου, κατά το άρθρ. 178 παρ.1 ΚΠολΔ, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, αφού αφορά εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και δεν ελέγχεται συνεπώς αναιρετικά (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), εφόσον στην απόφαση βεβαιώνεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ως άνω άρθρων (ΑΠ 321/2025, ΑΠ 959/2022, ΑΠ 192/2016). Επομένως, ο λόγος που βασίζεται στην αιτίαση, ότι το επιδικασθέν ποσό είναι υπερβολικό, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 457/2025, ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 652/2022, ΑΠ 453/2020, ΑΠ 1195/2018, ΑΠ 192/2016).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 189, 190 και 191 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι αποδίδονται στο νικήσαντα διάδικο μόνο τα έξοδα που ήταν απαραίτητα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης και ότι ο αιτών τα έξοδα πρέπει να υποβάλλει κατάλογο των εξόδων και αν δεν υποβληθεί τέτοιος κατάλογος, αρκεί και μόνη η υποβολή του αιτήματος για να προβεί το δικαστήριο στην επιβολή των εξόδων (ΑΠ 1286/2022, ΑΠ 936/2019, ΑΠ 961/2017).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β’ του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ` αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 931/2019).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 2146/2014, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 737/2008, ΑΠ 1300/2006, ΑΠ 1207/2005, ΑΠ 320/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τα αντίστοιχα σκέλη του δέκατου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για τις πλημμέλειες εκ των αριθμών 1 περ.α, 19 και 1 περ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο, με τη διάταξη της απόφασής του περί δικαστικών εξόδων, αφενός κατά εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 176, 178 παρ.1, 183 και 191 του ΚΠολΔ, αλλά και με ανεπαρκή αιτιολογία, επιδίκασε στον αντίδικό του αναιρεσίβλητο δικαστική δαπάνη ύψους 10.500 ευρώ, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, καίτοι συνέτρεξε μερική παραδοχή της αγωγής αυτού (αναιρεσείοντος), στα δικαστήρια της ουσίας, οπότε έπρεπε να θεωρηθεί και ως εν μέρει νικήσας διάδικος και να γίνει κατανομή των εξόδων ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας του κάθε διαδίκου, αφετέρου, για τον καθορισμό του ύψους της δικαστικής δαπάνης, δεν έλαβε υπόψη του τα διδάγματα της κοινής πείρας, και δη αναφέροντας, επί λέξει, στο αναιρετήριο ότι το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες της κοινής λογικής και των διδαγμάτων της κοινής πείρας που “…διδάσκουν ότι με τη συνολική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας βαρύνεται μόνο εκείνος ο διάδικος, ο οποίος νικάται παντελώς στη δίκη και όχι εκείνος ο οποίος νικά μόνο εν μέρει…”. Ο λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης, ελεγχόμενος μόνο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι και από τον αριθμό 19 που επικαλείται επικουρικά, ο αναιρεσείων, είναι πρωτίστως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον σ` αυτόν ουδεμία γίνεται μνεία της δικαστικής δαπάνης που, κατά τον αναιρεσείοντα έπρεπε να του επιβληθεί, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 176,178 παρ.1, 183 και 191 ΚΠολΔ. Ανεξαρτήτως της αοριστίας του, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος κατά το σκέλος του με το οποίο οι αναιρεσείων παραπονείται για τον προσδιορισμό της δικαστικής δαπάνης από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων και χωρίς αυτή να αιτιολογείται, διότι, το Εφετείο, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι: “… με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές … ο πρώτος λόγος εφέσεως που αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων κατά το σημείο που η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι ο αριθμός των συνδικαιούχων του επίδικου λογαριασμού ήταν τέσσερις (4), και η έφεση στο σύνολό της και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και αναγκαίως και ως προς τη διάταξή της, περί δικαστικών εξόδων (καθόσον όταν εξαφανίζεται ολικώς ή μερικώς η εκκαλουμένη απόφαση, εξαφανίζεται ολικώς και το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων λόγω της αναγκαιότητας ενιαίου καθορισμού αυτών), να κρατηθεί η υπόθεση κατ’ ουσία, να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα, με βάση το ποσοστό των συνδικαιούχων, το 1/4 του εναπομείναντος υπολοίπου του 1.050.028,57 ευρώ, ήτοι το ποσό των διακοσίων εξήντα δύο χιλιάδων πεντακοσίων επτά ευρώ και δέκα τεσσάρων λεπτών (262.507,14), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως…Τέλος, η δικαστική δαπάνη του εκκαλούντος, κατόπιν νομίμου αιτήματός του (άρθρα 176, 191 παρ.2 ΚΠολΔ),για αμφότερους του βαθμούς δικαιοδοσίας, θα πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του εφεσίβλητου …”, δηλαδή, βασίζοντας την καταδίκη του εφεσίβλητου-αναιρεσείοντος, στην απορρέουσα από τη διάταξη του άρθρου 176 ΚΠολΔ αρχή της ήττας, και επιδικάζοντας, στη συνέχεια, σε βάρος του τη δικαστική δαπάνη του εκκαλούντος-αναιρεσίβλητου, ορίζοντας αυτήν, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, στο ποσό των 10.500 ευρώ, κρίση για την οποία, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες στην αρχή νομικές σκέψεις, δεν ελέγχεται αναιρετικά η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 ΚΠολΔ, που ήταν εφαρμοστέες και τη μη εφαρμογή της εκείνη (τη διάταξη) του άρθρου 178 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, που δεν ήταν εφαρμοστέα. Τέλος, ο παραπάνω λόγος, και κατά το τρίτο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.1 εδάφ. β’ του ΚΠολΔ πλημμέλεια για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, τα επικαλούμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας από τον αναιρεσείοντα, ιδρύουν τον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη αναιρετικό λόγο, μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς, προϋποθέσεις, ωστόσο, οι οποίες δεν προέκυψε ότι συνέτρεξαν στην υπό κρίση περίπτωση. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως “πράγματα”, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1411/2007), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμίας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών(ΑΠ 1120/2007), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λ.π., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008). Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421-425/2009).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον ένατο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το αντίστοιχο σκέλος του, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (κατά την ορθή νοηματική του εκτίμηση και όχι εκείνη εκ του αριθμού 14 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ), η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από τον ήδη αναιρεσείοντα και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα τους ισχυρισμούς του, που προέβαλε πρωτοδίκως, αλλά και στην κατ’ έφεση δίκη, περί αντιφατικής συμπεριφοράς του αντιδίκου του αναιρεσίβλητου, τους οποίους απέρριψε σιγή, και συγκεκριμένα επειδή ο τελευταίος, αν και στα δικόγραφά του ισχυρίζεται ότι συνδικαιούχος του επίδικου κοινού λογαριασμού ήταν και η μητέρα των διαδίκων Ε. Ζ., εν τούτοις, φέρεται ότι ανέλαβε για τον εαυτό του το 1/3 της συνολικής κατάθεσης του λογαριασμού αυτού, ποσού (1.050.028,57 Χ 1/3 =) 350.009,52 ευρώ, και όχι το 1/4 αυτής, αν αλήθευε ο ισχυρισμός του ότι συνδικαιούχος ήταν και η μητέρα τους. Επίσης τους αντιφατικούς ισχυρισμούς του αντιδίκου του: α)ότι στην κληρονομία δεν περιλαμβάνονταν οι καταθέσεις σε κοινούς λογαριασμούς, ενώ φέρεται ότι ασκεί δήθεν αξιώσεις του από κληρονομική διαδοχή σε κοινούς λογαριασμούς, β)ότι οι δήθεν καταθέσεις του πατέρα τους αποτελούσαν δωρεά αιτία θανάτου, γ)ότι ο αναιρεσείων, κατά τις συναλλαγές του για τους κοινούς λογαριασμούς, ενεργούσε ως εντολοδόχος του πατέρα τους, χωρίς, ωστόσο, να επικαλείται οποιαδήποτε παρέκκλισή του από τα όρια της εντολής, ούτε οποιαδήποτε διαμαρτυρία του πατέρα τους, δ)για τον υπολογισμό από τον αντίδικό του των δήθεν απαιτήσεών του, με βάση τα έτη 2012/2013, και όχι κατά τον κρίσιμο χρόνοι κλεισίματος των κοινών λογαριασμών, το έτος 2015 και ε)για εσφαλμένο υπολογισμό εκ μέρους του αντιδίκου του αναιρεσίβλητου των προβαλλόμενων αξιώσεών του επί των κοινών λογαριασμών τους. Όλοι, όμως, οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνονται στο αντίστοιχο σκέλος του παραπάνω λόγου αναίρεσης και αναφέρονται στους επικαλούμενους από τον αντίδικό του ισχυρισμούς, που περιλαμβάνονται, αποσπασματικά στα δικόγραφα του τελευταίου, και για τους οποίους υποστηρίζει, ότι καίτοι προταθέντες από αυτόν (αναιρεσείοντα), δεν ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο, αλλά απορρίφθηκαν “σιγή”, συνιστούν επιχειρήματα και συμπεράσματα του ίδιου του αναιρεσείοντος, που πλήττουν το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, εκτιμώντας τις αποδείξεις και το περιεχόμενο αυτών, και, συνεπώς, δεν αποτελούν “πράγματα”, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, και ως εκ τούτου, δεν θεμελιώνουν τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, έστω και αν είχαν προταθεί ως λόγοι έφεσης.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη όλους τους επικαλούμενους με το αντίστοιχο τμήμα του υπό κρίση ένατου λόγου αναίρεσης, ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τους απέρριψε κατ’ ουσίαν, δοθέντος ότι, όπως προέκυψε από το επισκοπηθέν παραδεκτά και προεκτεθέν περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η απόφαση αυτή περιέχει σαφείς και πλήρεις παραδοχές, αντίθετες με τους ανωτέρω ισχυρισμούς και μη διαλαμβάνοντας αντιφάσεις στο αιτιολογικό της, ενώ, καθό μέρος με τον παραπάνω λόγο, υπό την επίκληση των ανωτέρω παραβιάσεων, πλήττεται η ουσιαστική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), ο λόγος αυτός και εξ αυτής της αιτίας τυγχάνει απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α’ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 340 παρ.1 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στις υποθέσεις οι οποίες εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα τα οποία πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία εκάστου, όσο και αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου και τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνον εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα. Έτσι, στην τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ’ αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, διότι δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τον νόμο διαδικασία (ΑΠ 124/2023, ΑΠ 150/2022, ΑΠ 1721/2014, ΑΠ 1423/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης και κατά το αντίστοιχο πρώτο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.11 περ. α’ ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι αυτό έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, που ο νόμος δεν επιτρέπει, και ειδικότερα έγγραφο της Τράπεζας (ATTICA BANK), υπό τον τίτλο “Τροποποίηση/Εμφάνιση λογαριασμού” υπογεγραμμένο από τους υπαλλήλους Δ. Ε. και Τ. Ν., όπου αναγράφονται όλοι οι συνδικαιούχοι του επίδικου κοινού λογαριασμού, το οποίο δεν έχει ημερομηνία έκδοσης και το οποίο δεν του είχε κοινοποιηθεί. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, κατά το ανωτέρω σκέλος του, είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προεκτέθηκε, και στις υποθέσεις οι οποίες εκδικάζονται ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά την τακτική διαδικασία, νομίμως λαμβάνονται υπόψη και έγγραφα αχρονολόγητα, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα, εφόσον, όπως προκύπτει και στην προκειμένη περίπτωση, δεν πρόκειται για πλαστό ή μη γνήσιο έγγραφο και δεν αποκλείστηκε η εμμάρτυρη απόδειξη, ενώ το Εφετείο, πράγματι, εκτίμησε και αξιολόγησε το επίμαχο ως άνω έγγραφο ελεύθερα, παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου λοιπά αποδεικτικά μέσα, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του (βλ. εμπρόσθια σελίδα του 9ου φύλλου της προσβαλλομένης) ότι για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη του και “… όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, και… συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς… ορισμένα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων…”.
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 498/2018, ΑΠ 757/2015, ΑΠ 156/2012).
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).
Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους πρώτο και ενδέκατο, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, λόγους αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 66/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης αναιρετικές πλημμέλειες εκ της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ’ ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο ουδόλως έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε, τα προσκομισθέντα, μετ’ επικλήσεως έγγραφά του, τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσο και κατά την κατ’ έφεση δίκη, και συγκεκριμένα: α)την από 20.7.2010 καρτέλα ανοίγματος του υπ’αριθμ. … κοινού λογαριασμού των διαδίκων, β)το έντυπο των από 20.7.2010 Γενικών Όρων Καταθέσεων της Τράπεζας “ATTICA BANK”, γ)την από 20.7.2010 Δήλωση Αποδοχής των Γενικών Όρων της ίδιας ως άνω Τράπεζας, δ)τα υπ’ αριθμ. ….2010 και ….2011 Γραμμάτια Είσπραξης της Τράπεζας “ATTICA BANK”, για ποσά 470.000 και 502.294,27 ευρώ, αντίστοιχα, ε)τα από 29.11.2019 (δύο) Αντίγραφα Κίνησης του επίδικου κοινού λογαριασμού … για τις συναλλαγές από 01/01/2010 έως 29/11/2019 και της 19ης/1/2015, αντίστοιχα, στ)την από 7.12.2021 (ΑΒΝΑΕ …) Έγκλησή του κατά του αντιδίκου του αναιρεσίβλητου και των υπαλλήλων της Τράπεζας “ATTICA BANK Α.Τ.Ε.”, ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Δράμας, ζ)την από 7.12.2021 Εξώδικη Πρόσκλησή του προς την Τράπεζα “ATTICA BANK Α.Τ.Ε.”, η)τις Δηλώσεις Φόρου Εισοδήματός του ετών 2003-2013, θ)ενδεικτικούς πίνακες χρηματιστηριακών συναλλαγών του, ι)πίνακα οικοδομών και οικοδομικών συγκροτημάτων κατασκευής του και ια)πίνακα των δημόσιων έργων, επίσης, κατασκευής του. Καθώς και ότι, αν είχαν ληφθεί υπόψη από το Εφετείο και τα έγγραφα αυτά, θα οδηγούσαν σε διαφορετικό διατακτικό της απόφασής του, αναφορικά με το δικαίωμα του αναιρεσείοντος επί του επίμαχου λογαριασμού. Οι λόγοι, όμως, αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του, έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ήτοι τόσον τα προσκομισθέντα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσον και τα παραδεκτώς προσκομισθέντα ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, με ειδική, μάλιστα, μνεία, των υπό στοιχ. α’, β’, γ’, ε’ (βλ. οπίσθια σελίδα 10ου φύλλου της προσβαλλομένης απόφασης), καταλήγοντας στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι, τελικά, ο αριθμός των αρχικών συνδικαιούχων του επίδικου κοινού λογαριασμού των διαδίκων, επί της Τράπεζας “ATTICA BANK Α.Τ.Ε.”, ήταν πέντε(5),συμπεριλαμβανομένης και της μητέρας των διαδίκων Ε. Ζ., μετά δε το θάνατο του συνδικαιούχου πατρός των Ι. Ζ. και την ανάληψη ολόκληρου του εναπομείναντος υπολοίπου του ως άνω λογαριασμού, ποσού 1.050.028,57 ευρώ από τον αναιρεσίβλητο, ο αναιρεσείων, ασκώντας το εξ αναγωγής δικαίωμά του, ως συνδικαιούχος, και με βάση το ποσοστό των λοιπών συνδικαιούχων, εδικαιούτο το 1/4 του ως άνω υπολοίπου, ήτοι το ποσό των 262.507,14 ευρώ και όχι το αιτηθέν δια της αγωγής του ποσό των 350.009,52 ευρώ, απορρίπτοντας όλους τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, ως κατ’ ουσίαν αβασίμους, μεταξύ των οποίων και τον ισχυρισμό του ότι το όνομα της πέμπτης συνδικαιούχου μητέρας τους Ε. Ζ., προστέθηκε εκ των υστέρων στον επίδικο κοινό λογαριασμό, εν αγνοία του, κατ’ εντολή του αντιδίκου του αναιρεσίβλητου και σε συμπαιγνία αυτού με τους υπαλλήλους της Τράπεζας “ATTICA BANK Α.Τ.Ε.”, συμπεριφορά την οποία κατήγγειλε έχοντας υποβάλει, εκ των προμνησθέντων εγγράφων, την υπό στοιχ. (στ) από 7.12.2021 (ΑΒΝΑΕ …) έγκλησή του κατά του αντιδίκου του αναιρεσίβλητου και των υπαλλήλων της Τράπεζας “ATTICA BANK Α.Τ.Ε.”, ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Δράμας και την υπό στοιχ. (ζ) συναφή από 7.12.2021 εξώδικη πρόσκλησή του προς την ίδια Τράπεζα. Επίσης, όσον αφορά μεν τα υπό στοιχ. δ’ φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, διέλαβε σχετικώς τις παραδοχές ότι “…ο ενάγων (και ήδη αναιρεσείων)προέβαινε πράγματι σε καταθέσεις μετρητών στον επίδικο λογαριασμό… “, καθώς και ότι “…. τούτο γινόταν σε συνεννόηση με τον πατέρα του και ενόψει της κοινής επαγγελματικής δραστηριότητας αυτών…”, ενώ, όσον αφορά τα υπό στοιχ. (η) έως και (ια) φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, διέλαβε σχετικώς τις παραδοχές ότι “…Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα στον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό ήταν του πατέρα των διαδίκων, ο οποίος τα απέκτησε κατά την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας και βούλησή του ήταν να καταστήσει συνδικαιούχους την οικογένειά του. Σημειωτέον ότι ο θανών διέθετε και πολλή μεγάλη ακίνητη περιουσία (διαμερίσματα, καταστήματα, ξενοδοχείο, οικόπεδα)στη Δράμα και στη Θεσσαλονίκη. Ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα, αποτελούσαν δικά του εισοδήματα από την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας ως πολιτικός μηχανικός-εργολάβος οικοδομών. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας αποκτήθηκε τις δεκαετίες 1960 -1970, ήτοι σε χρονική περίοδο, που ο ενάγων, γεννηθείς το έτος 1954, ήταν ακόμη ανήλικος. Εξάλλου, λαμβανομένων υπ’ όψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την αποταμίευση και διαχείριση τραπεζικών λογαριασμών, δεν κρίνεται πειστικό, ο ενάγων να καθιστούσε συνδικαιούχους των υπέρογκων χρηματικών ποσών που βρίσκονταν κατατεθειμένα στον επίδικο τραπεζικό λογαριασμό (όπως και στους λοιπούς), ύψους 1.050.028,57 στις 19.1.2015, τους γονείς και τα αδέλφια του και όχι τη δική του οικογένεια, ήτοι τη σύζυγο και τα τέκνα του…”. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, η επίκληση από τον αναιρεσείοντα ότι η διαφορετική εκτίμηση των προεκτεθέντων εγγράφων, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που ο νόμος καθορίζει δεσμευτικά γι` αυτό. Τέτοια παραβίαση υπάρχει όταν το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα αποδεικτικά μέσα, στα οποία ο νόμος προσδίδει αυξημένη και δεσμευτική γι` αυτό αποδεικτική δύναμη, όπως είναι η δικαστική ομολογία και τα έγγραφα για αποδεικτέα γεγονότα που παράγουν πλήρη απόδειξη και δεν στηρίζουν απλώς δικαστικά τεκμήρια (άρθρα 352, 438 επ. και 445 ΚΠολΔ), καθώς και όταν αποδίδει αυξημένη αποδεικτική δύναμη στα λοιπά αποδεικτικά μέσα του άρθρου 339 ΚΠολΔ (μάρτυρες, δικαστικά τεκμήρια κλπ), τα οποία κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, είναι ισοδύναμα μεταξύ τους και εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο. Αντίθετα, ο αναιρετικός λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο αποδίδει απλώς μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο από τα περισσότερα ισοδύναμα κατά τον νόμο αποδεικτικά μέσα, που εκτιμώνται ελεύθερα και κυριαρχικά από το δικαστήριο, το οποίο δεν οφείλει να αιτιολογήσει τη σχετική κρίση του (ΑΠ 479/2010, 75/2008, 907/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον έκτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, επειδή απέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στα εξής έγγραφα, ήτοι: α)την υπ’ αριθμ. πρωτ. ….2020 βεβαίωση της Τράπεζας “ATTICA BANK A.T.E.”, β)το αντίγραφο της πρώτης σελίδας του βιβλιαρίου ταμιευτηρίου του λογαριασμού, γ)την υπ’ αριθμ. πρωτ. ….2021 έγγραφη απάντηση της ανωτέρω Τράπεζας προς τον αντίδικό του αναιρεσίβλητο, που υπογράφεται από τους υπαλλήλους της Ν. Τ. και Κ. Σ., όπου βεβαιώνονται τα ονόματα των πέντε(5)συνδικαιούχων του παραπάνω λογαριασμού, δ)την υπ’ αριθμ. πρωτ. …2021 βεβαίωση της Τράπεζας, που υπογράφουν, επίσης, οι υπάλληλοι Ν. Τ. και Κ. Σ., ε) την υπ’ αριθμόν πρωτ. …/2015 βεβαίωση των υπαλλήλων της Τράπεζας, Χ. Κ. και Κ. Σ., όπου αναφέρεται ομοίως, ότι συνδικαιούχοι του λογαριασμού είναι οι διάδικοι, ο πατέρας τους Ι. Ζ., η μητέρα τους Ε. Ζ. και η αδελφή τους Δ. Ζ.-Μ. στ)έγγραφο της Τράπεζας, υπό τίτλο ¨Τροποποίηση/ Εμφάνιση λογαριασμού¨ υπογεγραμμένο από τους υπαλλήλους Δ. Ε. και Τ. Ν., όπου αναγράφονται όλοι οι ως άνω συνδικαιούχοι, και ζ) αντίγραφα των υπ’ αριθμ. …-2011, …-2014, …-2014, …-2014, …-2014, …-2014 και …-2014 αποδείξεων κατάθεσης με προθεσμία, ενώ δεν προσέδωσε πλήρη αποδεικτική δύναμη σε εκείνα τα έγγραφα, που συγκροτούν τη σύμβαση ανοίγματος του επίδικου κοινού λογαριασμού, και συγκεκριμένα στην από 20.7.2010 καρτέλα ανοίγματος του επίδικου υπ’ αριθμ. … κοινού λογαριασμού, στο από 20.7.2010 έντυπο των Γενικών Όρων της Τράπεζας “ATTICA BANK A.T.E.” και στην από 20.7.2010 με τον τίτλο “Δήλωση αποδοχής των Γενικών Όρων” της ίδιας ως άνω Τράπεζας. Από τις προεκτεθείσες, όμως, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο συνεκτίμησε και συναξιολόγησε όλα τα παραπάνω έγγραφα, σε σχέση και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, χωρίς να έχει παραβιάσει τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των ισοδύναμων αυτών αποδεικτικών μέσων, καταλήγοντας στο αποδεικτικό του πόρισμα, κρίνοντας ελεύθερα και με εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ότι οι αρχικοί συνδικαιούχοι του επίδικου κοινού λογαριασμού των διαδίκων επί της Τράπεζας “ATTICA BANK Α.Τ.Ε.”, ήταν πέντε (5), συμπεριλαμβανομένης και της μητέρας των διαδίκων Ε. Ζ., μετά δε το θάνατο του συνδικαιούχου πατρός των Ι. Ζ. και την ανάληψη ολόκληρου του εναπομείναντος υπολοίπου του ως άνω λογαριασμού, ποσού 1.050.028,57 ευρώ από τον αναιρεσίβλητο, ο αναιρεσείων, ασκώντας το εξ αναγωγής δικαίωμά του, ως συνδικαιούχος, και με βάση το ποσοστό των λοιπών συνδικαιούχων, εδικαιούτο το 1/4 του ως άνω υπολοίπου, ήτοι το ποσό των 262.507,14 ευρώ, το οποίο και του επιδικάστηκε, και αφού, προηγουμένως, ερεύνησε όλους τους περί του αντιθέτου προβληθέντες ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, τους οποίους απέρριψε κατ’ ουσίαν. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Αλλά σε κάθε περίπτωση, είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες με αυτόν αιτιάσεις, ότι από τα αναφερόμενα έγγραφα συνάγεται αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που έγινε δεκτό, πλήττουν την, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών αυτών μέσων. Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ.106,176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25.09.2023 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 66/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και του αρχαιότερου μέλους αποχωρησάντων, η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου
