Αριθμός 412/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Μ. Τ. του Χ. και της Γ., κατοίκου … , 2) Δ. Τ. του Χ. και της Γ., κατοίκου …, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Σκόπα, που ανακάλεσε την από 9-1-2024 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Γ. (G.) Μ. (B.) ή Μ. του Κ. (Q.) και της Μ. (B.), κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Μαυρόβα, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2015 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης Γ. συζ. Χ. Τ. του γένος Π. και Μ. Κ., κατοίκου …, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 124/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 100/2020 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 24-6-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 24-06-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 100/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε δεκτή η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφανίσθηκε η 124/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου και απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η από 12-10-2015 διεκδικητική αγωγή της ενάγουσας, Γ. Τ. (δικαιοπαρόχου των αναιρεσειουσών). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει κατά συνέπεια να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε την φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί αυτήν την εξουσία με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με την δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 980 παρ.1 ΑΚ, η νομή ασκείται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου. Κατά τη διάταξη αυτή αυτοπρόσωπη άσκηση της νομής υπάρχει όταν ο νομέας είναι συγχρόνως και κάτοχος, δεν έχει δηλαδή παραχωρήσει την κατοχή σε άλλον με βάση κάποια έννομη σχέση (μίσθωση, χρησιδάνειο κλπ). Ο τρίτος που ασκεί τη νομή, ως αντιπρόσωπος του νομέα, είναι εκείνος, προς τον οποίο ο νομέας έχει παραχωρήσει την κατοχή του πράγματος, οπότε ασκεί τη νομή διαμέσου του κατόχου (μισθωτή, χρησαμένου κλπ.). Αν ο αντιπρόσωπος του νομέα θελήσει να αντιποιηθεί τη νομή, αυτή δεν χάνεται για το νομέα, προτού λάβει γνώση της αντιποίησης (άρθρο 982 ΑΚ). Ως αντιποίηση της νομής νοείται η μεταστροφή της βούλησης του αντιπροσώπου στην άσκηση της νομής, ώστε να το εξουσιάζει ως κύριος. Η γνωστοποίηση δε της αντιποίησης από τον κάτοχο στο νομέα μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο.(ΑΠ923/2018, 695/2017, 647/2016). Επίσης, κατά το άρθρο 983 ΑΚ η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα, κατά δε το άρθρο 1051 ΑΚ εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή, μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι με το θάνατο του κληρονομουμένου η νομή ακινήτου που είχε αυτός μεταβιβάζεται στον κληρονόμο και χωρίς την αποδοχή της κληρονομιάς και μεταγραφή της σχετικής δήλωσης ή του κληρονομητηρίου (ΑΠ 1127/2008) , από δε τις διατάξεις των άρθρων 787, 974, 980-984, 994 και 1113 ΑΚ συνάγεται ότι ο κοινωνός, όπως και ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος ακινήτου, αν έχει στη νομή του ολόκληρο το κοινό λογίζεται ότι κατέχει το κοινό πράγμα στο όνομα και των λοιπών κοινωνών- συγκυρίων και, επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ’ αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία), πριν καταστήσει σ’ αυτούς γνωστό, ότι νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο της μερίδας του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά στο όνομά του, ως κύριος, για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό. Με την ανωτέρω προϋπόθεση, δύναται ο κατέχων ολόκληρο το κοινό πράγμα να αντιτάξει κατά των λοιπών συγκυρίων την κτήση με έκτακτη χρησικτησία, της οποίας αρχίζει τρέχουσα η προθεσμία από της ως άνω γνωστοποίησης. Τέτοια γνωστοποίηση προς τους συγκυρίους μπορεί να γίνει είτε ρητώς, είτε σιωπηρώς, με πράξεις που φανερώνουν την ως άνω απόφαση του κατέχοντος το πράγμα συγκυρίου, ενώ η για αντιποίηση της νομής γνώση των λοιπών συγκυρίων μπορεί να προέλθει είτε από δήλωση του αντιποιουμένου τη νομή του κοινού, είτε από οποιονδήποτε άλλον (αντιπρόσωπο τους) και αρκεί η γνώση του συγκυρίου για την αντιποίηση του κατέχοντος το κοινό από οποιονδήποτε και αν προέρχεται (ΑΠ 420/2020, ΑΠ 615/2014). Οι ως άνω διατάξεις εφαρμόζονται, για την ταυτότητα του λόγου, και επί κληρονομιαίων ακινήτων και, συνεπώς, ο συγκληρονόμος που κατέχει ολόκληρο το κοινό θεωρείται ότι κατέχει τούτο στο όνομα και των λοιπών συγκληρονόμων και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ’ αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, προτού τους καταστήσει γνωστό ότι νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό (ΑΠ 6/2019, 1597/2018, 1378/2014). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ολ ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: “Ο. Π. Κ., που γεννήθηκε το έτος 1903 και ήταν πατέρας του Θ. Κ. και της Γ. Κ., μέχρι του θανάτου του, επισυμβάντος αυτού στις 14-3-1977, είχε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του δύο ακίνητα, από πατρική κληρονομιά, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους και ειδικότερα: α) ένα οικόπεδο, εκτάσεως 2.378,66 τ.μ. που βρίσκεται στον οικισμό …, με τα εντός αυτού κτίσματα, ήτοι, ισόγεια οικία εμβαδού 81,42 τ.μ. και ισόγειο κατάστημα εμβαδού 45,09 τ.μ. με στέγαστρο λαμαρίνας 91,51 τ.μ. και αποθήκη 5,38 τ.μ., το οποίο συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Γ. Κ. και με την …, βόρεια με παιδική χαρά και με ιδιοκτησία αδελφών Γ. και νότια με ιδιοκτησία αδελφών Σ. και β) έναν αγρό εκτάσεως τριών στρεμμάτων περίπου, που βρίσκεται στη θέση “Κ.” της περιφέρειας Ρ. Ν.. Α. και συνορεύει ανατολικά και δυτικά με ιδιοκτησία Λ. Κ., βόρεια με ιδιοκτησία Κ. Σ.. και Ν. Σ.. και νότια με ιδιοκτησία Ι. Γ… Από το έτος 1977 και εντεύθεν, ο Θ. Κ., αδελφός της αρχικής ενάγουσας, εγκαταστάθηκε στη νομή και κατοχή των παραπάνω ακινήτων, τα οποία χρησιμοποιούσε για λογαριασμό του, τα μεν κτίσματα επί του οικοπέδου ως κατοικία του ίδιου και για συζυγική στέγη αυτού και της συζύγου του Ο. και για την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας, καθώς στο πρώτο ακίνητο διατηρούσε ισόγειο κατάστημα, που λειτουργούσε ως καφεπαντοπωλείο, το δε αγροτεμάχιο είτε για καλλιέργεια, είτε για εκμετάλλευση και εκμίσθωση. Ειδικότερα, ο Θ. Κ. κατοικούσε στην πατρική ισόγεια οικία από το έτος 1961 μαζί με τον πατέρα του και μετέπειτα μαζί με τη σύζυγό του έως το θάνατο της τελευταίας το 2004 και στη συνέχεια μόνος του μέχρι το θάνατό του, ενώ κατασκεύασε ορνιθώνα στον περιφραγμένο οικοπεδικό χώρο της οικίας, κατά δε τη χρονική περίοδο 1968-2014 λειτουργούσε στο έμπροσθεν της οικίας τμήμα του ισογείου καφενείο και παντοπωλείο Γ’ κατηγορίας, δυνάμει της υπ’ αριθ. 712/181 /6α/21 -3-1979 άδειας λειτουργίας του Α.Τ. Κατούνας. Επίσης, αυτός, από το έτος 1961 καλλιεργούσε και εκμεταλλεύονταν το επίδικο αγροτεμάχιο τριών περίπου στρεμμάτων, το οποίο περιέφραξε και εντός του οποίου κατασκεύασε δεξαμενή νερού για να ποτίζει τα καπνά και τα σιτάρια που καλλιεργούσε, ενώ κατά τα έτη 1990 έως 2003 εκμίσθωνε αυτό σε τρίτους για βοσκή ζώων, με αντάλλαγμα ένα τενεκέ τυρί και ένα πασχαλινό αρνί. Άλλωστε ο ίδιος, από το 1988 ήταν ασφαλισμένος στον Ο.Γ.Α. και κατέβαλλε συνεχώς ασφαλιστικές εισφορές μέχρι που έλαβε σύνταξη το έτος 2001. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο αδελφός της ενάγουσας απεβίωσε στις 25-12-2013 και μέχρι του θανάτου του κατέβαλε το σύνολο των δαπανών των παραπάνω ακινήτων, τους φόρους και τα τέλη, εξοφλούσε τους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας και προέβαινε σε δήλωση των ακινήτων στην εφορία και στην υποβολή περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ. Επιπλέον, ο Θ. Κ., συμπεριφέρονταν ως πραγματικός κύριος των εν λόγω ακινήτων, επιμελούνταν και φρόντιζε αυτά, μεριμνώντας και αναλαμβάνοντας όλες τις δαπάνες που απαιτούντο για τη συντήρησή τους.
Συνεπώς αυτός άσκησε συνεχώς και αδιαλείπτως όλες τις υλικές και εμφανείς πράξεις νομής και εκμετάλλευσης, που προσιδίαζαν στη φύση των ακινήτων με διάνοια κυρίου. Αντίθετα η ενάγουσα, όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής και εκμετάλλευσης στα επίδικα, η ίδια αποξενώθηκε από αυτά και κατοικούσε μόνιμα με την οικογένειά της στην Αμφιλοχία, χωρίς να αξιώνει κάποιο μίσθωμα ή αντάλλαγμα, ή να συμμετέχει στα κέρδη και στις ζημίες από την εκμετάλλευσή τους. Άλλωστε, η ενάγουσα γνώριζε την απόφαση του αδελφού της για αποκλειστική χρήση των παραπάνω ακινήτων, χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθεί, ούτε να αξιώσει κάποιο δικαίωμα, ο δε τελευταίος χρησιμοποιούσε τα επίδικα με βούληση κυρίου και όχι κατά παραχώρηση, ενώ οι οποιεσδήποτε διακατοχικές πράξεις του σ’ αυτά, διενεργούνταν για δικό του λογαριασμό αποκλειστικά και όχι αντιπροσωπεύοντας στη νομή και την ενάγουσα αδελφή του. Οι μάρτυρες ανταπόδειξης, ξένα προς τους διαδίκους πρόσωπα, έχοντες ιδία γνώση και αντίληψη, επιβεβαιώνουν τα παραπάνω αποδειχθέντα. Εξάλλου, ο Θ. Κ. με τις ανωτέρω πράξεις του, φανέρωσε την ως άνω απόφασή του να κατέχει τα ακίνητα ως αποκλειστικός κύριος, ενώ περιήλθε σε γνώση της ενάγουσας η αντιποίηση της νομής του κατέχοντος αδελφού της στην κληρονομιαία πατρική περιουσία τους. Επομένως, εφόσον αυτός άρχισε να χρησιδεσπόζει και στο έτερο ιδανικό μερίδιο της άλλης συγκληρονόμου και αδελφής του και να τρέχει ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων της τελευταίας, ώστε να συμπληρωθεί μέχρι το θάνατό του (1977-2013) χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας, κατέστη αποκλειστικός κύριος των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη, φρόντιζε και περιποιούνταν χωρίς κανένα αντάλλαγμα, τον Θ. Κ. μέχρι το θάνατό του και ο τελευταίος, από ηθική υποχρέωση και ευγνωμοσύνη για τις υπηρεσίες της, την άφησε μοναδική κληρονόμο του, δυνάμει της υπ’ αριθ. 6512/26-8-2013 δημόσιας διαθήκης που δημοσιεύτηκε νόμιμα με τα υπ’ αριθ. 13/7-2-2014 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Βάλτου. Σύμφωνα δε με την υπ’ αριθ. 3185/2008 προγενέστερη διαθήκη του, την οποία ανακάλεσε με τη νεότερη, ο ως άνω αποβιώσας εγκαθιστούσε κληρονόμους του στο πρώτο πιο πάνω ακίνητο την εναγόμενη στο δικαίωμα της επικαρπίας εφ’ όρου ζωής της και την ενάγουσα στο δικαίωμα της ψιλής κυριότητας. Ακολούθως η εναγόμενη, με την υπ’ αριθ. 6.637/31-3-2014 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Βάλτου Ειρήνης Φίλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Εχίνου στον τόμο 159 και με αριθμό 44, αποδέχθηκε την κληρονομιά του δικαιοπαρόχου της και ειδικότερα ένα οικόπεδο που βρίσκεται στον οικισμό Ρ. Ν.. Α., συνολικού εμβαδού 2.378,66 τ.μ. με τα εντός αυτού κτίσματα και ένα οικόπεδο με την εντός αυτού δεξαμενή ύδατος, έκτασης 2.723,55 τ.μ., που βρίσκεται στην ίδια περιοχή και εγκαταστάθηκε σ’ αυτά ως μοναδική κληρονόμος. Ακολούθως, η ενάγουσα, διαμαρτυρήθηκε εξωδίκως στην εναγόμενη και δυνάμει του υπ’ αριθ. 765/22-8-2014 συμβολαίου αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Βάλτου Θεοδώρας Κοντονίκα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Εχίνου στον τόμο 160 με αριθμό 19, προέβη σε αποδοχή της κληρονομιάς του πατέρα της Π. Κ. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του και ειδικότερα αποδέχθηκε τα επίδικα ακίνητα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, τα οποία όμως δεν ανήκαν πλέον στην κληρονομιαία περιουσία, αλλά είχαν ήδη περιέλθει κατά κυριότητα στον αδελφό της. Από όλα τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη δεν παρακρατεί παράνομα τα επίδικα, αλλά ως νόμιμη εκ διαθήκης κληρονόμος του αποβιώσαντα Θ. Κ., αποκλειστικού κυρίου των επιδίκων με πρωτότυπο τρόπο και συγκεκριμένα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον νεμήθηκε αυτά εν ζωή συνεχώς και αδιαλείπτως για χρονικό διάστημα υπέρτερο της εικοσαετίας και άσκησε επ’ αυτών τις αρμόζουσες στον κύριο διακατοχικές πράξεις νομής που προαναφέρθηκαν. Κατόπιν αυτών, η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε την αγωγή, έσφαλλε στην κρίση του και όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τους λόγους της έφεσης πρέπει να γίνουν δεκτά ως κατ’ ουσίαν βάσιμα. Kατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση για εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο και να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή…”. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε, μετά την παραδοχή της έφεσης της εκκαλούσας – αναιρεσίβλητης, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή της δικαιοπαρόχου των εφεσιβλήτων – αναιρεσειουσών. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την ένδικη αγωγή, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 787, 974, 976, 980 – 984, 994, 1113 ΑΚ και διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες περί ζητημάτων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθόσον αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, αφού δέχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, Θ. Κ., απέκτησε την κυριότητα των επίδικων, κληρονομιαίων ακινήτων, χρησιδεσπόζοντας επί αυτών, ήτοι νεμόμενος αυτά, συνεχώς και αδιατάρακτα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας, χωρίς, ωστόσο, να αναφέρει, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις, ότι αυτός αντιποιήθηκε την, αυτοδικαίως, περιελθούσα στη (συγ)κληρονόμο – (συν)νομέα αδελφή του, Γ. Τ. (ενάγουσα – δικαιοπάροχο των αναιρεσειουσών) νομή των επιδίκων, καθιστώντας γνωστό σ’αυτήν (πότε ακριβώς και με ποιο τρόπο) τη μεταστροφή της βούλησής του, ότι, δηλαδή, νέμεται τα κοινά κληρονομιαία ακίνητα για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό, ως αποκλειστικός κύριος. Επίσης δεν υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκής αιτιολογία ως προς το περιστατικό της γνώσης από την ενάγουσα, Γ. Τ. (δικαιοπάροχο των αναιρεσειουσών), από το έτος 1977 και εντεύθεν, της αντιποίησης της (συν)νομής της επί των επίδικων ακινήτων από τον δικαιοπάροχο της εναγομένης – αναιρεσίβλητης, Θ. Κ., (συγ)κληρονόμο του κοινού δικαιοπαρόχου τους, Π. Κ., χωρίς εναντίωσή της και την επιρροή που ασκεί αυτή στην έκβαση της δίκης. Τέλος, η προσβαλλομένη δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες ως προς την, δεχθείσα από αυτήν, ύπαρξη βούλησης της (συγ)κληρονόμου – (συν)νομέως, Γ. Τ., για την παραχώρηση από αυτήν της (συν)νομής της στον συγκληρονόμο αδελφό της (δεν αναφέρεται καμία συγκεκριμένη πράξη και κανένα συγκεκριμένο περιστατικό). Συνεπεία δε των ανεπαρκών αυτών αιτιολογιών δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση των εφαρμοσθεισών διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Κατ’ ακολουθίαν των προεκτιθεμένων πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγοι της αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η από 12-10-2015 ένδικη αγωγή της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειουσών. Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚπολΔ.), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στις αναιρεσείουσες του κατατεθέντος από αυτές παραβόλου (άρθρο 495 παρ 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 100/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο όμως από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στις αναιρεσείουσες του κατατεθέντος από αυτές παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πηγή :
