ΑΠΟΦΑΣΗ
N.S. κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 25.03.2025 (προσφ. αριθ. 38134/20)
Βλ. εδώ
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η προσφεύγουσα γεννήθηκε το 1969 και διαμένει στο Wolverhampton. Έχει ιστορικό αναγκών υποστήριξης ψυχικής υγείας. Τα τέκνα της, X και Y, γεννήθηκαν το 2002 και το 2011 αντίστοιχα. Ο πατέρας τους δολοφονήθηκε το 2012, γεγονός που επηρέασε σημαντικά την προσφεύγουσα και τα τέκνα της.
Τον Αύγουστο 2013, η προσφεύγουσα κρατήθηκε δυνάμει του Νόμου περί Ψυχικής Υγείας 1983 και τα τέκνα τέθηκαν υπό αστυνομική προστασία. Μετά την απελευθέρωσή της, οργανώθηκαν συνεδρίες επαφής και τον Μάιο 2014 τα τέκνα επέστρεψαν στη φροντίδα της βάσει διαταγής φροντίδας. Ωστόσο, τον Μάρτιο 2015, η προσφεύγουσα υπέστη υποτροπή της ψυχικής της κατάστασης και τα τέκνα απομακρύνθηκαν εκ νέου. Τον Αύγουστο 2015 διαγνώστηκε με διπολική συναισθηματική διαταραχή.
Τον Δεκέμβριο 2016, το Οικογενειακό Δικαστήριο διέταξε την επιστροφή του X στη φροντίδα της προσφεύγουσας, αλλά εξέδωσε διαταγή τοποθέτησης για υιοθεσία του Y, ο οποίος από τον Μάρτιο 2016 διαβιούσε με υποψήφια θετή μητέρα. Η προσφεύγουσα δεν προσέβαλε τη διαταγή τοποθέτησης ενώπιον του ΕΔΔΑ.
Τον Μάιο 2017, η υποψήφια θετή μητέρα υπέβαλε αίτηση για διαταγή υιοθεσίας. Η προσφεύγουσα έλαβε άδεια να αντιταχθεί βάσει μεταβολής συνθηκών. Νέες pragmatoγνωμοσύνες εξετάστηκαν, συμπεριλαμβανομένης ψυχιατρικής έκθεσης που διαπίστωσε ότι η ψυχική υγεία της προσφεύγουσας ήταν σταθερή από το 2015 και ότι είχε επίγνωση της κατάστασής της.
Τον Αύγουστο 2019, το Οικογενειακό Δικαστήριο εξέδωσε διαταγή υιοθεσίας. Έκρινε ότι ο Y δεν εμφάνιζε δεσμό με τη βιολογική του μητέρα, είχε ανάγκη σταθερότητας και ενός προσώπου που θα μπορούσε να τον «διεκδικήσει νομικά και συναισθηματικά». Απέρριψε το ενδεχόμενο έκδοσης διαταγής ειδικής κηδεμονίας (special guardianship order), η οποία θα διατηρούσε τους βιολογικούς δεσμούς, διότι δεν θα ικανοποιούσε τις ανάγκες του Y για μονιμότητα. Η άδεια έφεσης απορρίφθηκε.
Το ΕΔΔΑ εξέτασε την προσφυγή αποκλειστικά υπό το πρίσμα του άρθρου 8. Υπενθύμισε τις γενικές αρχές που τέθηκαν στην υπόθεση Strand Lobben κ.α. κατά Νορβηγίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης] της 10.09.2019 και τόνισε ότι οι οικογενειακοί δεσμοί μπορούν να διακοπούν μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις. Ωστόσο, διευκρίνισε ότι δεν καλείται να εξετάσει τη διαταγή τοποθέτησης του 2016, καθώς η προσφεύγουσα δεν την προσέβαλε, αλλά μόνο τη διαταγή υιοθεσίας του 2019.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι το συμφέρον του τέκνου να μην μεταβληθεί η de facto οικογενειακή του κατάσταση είχε ιδιαίτερη βαρύτητα υπέρ της υιοθεσίας. Διαπίστωσε ότι οι λόγοι που δόθηκαν τόσο για την υιοθεσία όσο και για την απόρριψη της διαταγής ειδικής κηδεμονίας ήταν συναφείς και επαρκείς. Η προσφεύγουσα συμμετείχε επαρκώς στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
Το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 8
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι ο σεβασμός της οικογενειακής ενότητας και η επανένωση σε περίπτωση διαχωρισμού αποτελούν εγγενείς παραμέτρους του δικαιώματος σεβασμού της οικογενειακής ζωής. Υφίσταται θετική υποχρέωση λήψης μέτρων για τη διευκόλυνση της επανένωσης. Ωστόσο, όταν έχει παρέλθει σημαντικό χρονικό διάστημα, το συμφέρον του τέκνου να μην μεταβληθεί η de facto οικογενειακή του κατάσταση μπορεί να υπερισχύσει.
Το Δικαστήριο τόνισε ότι η υπόθεση δεν αφορά την αρχική ανάληψη του τέκνου υπό κρατική φροντίδα αλλά την απόφαση έκδοσης οριστικής διαταγής υιοθεσίας. Σημείωσε ότι στο αγγλικό δίκαιο η υιοθεσία χωρίς συναίνεση γονέα είναι διαδικασία δύο σταδίων: πρώτα η διαταγή τοποθέτησης και έπειτα η διαταγή υιοθεσίας. Η διαταγή τοποθέτησης αντιπροσωπεύει τον προσδιορισμό του δικαστηρίου ότι το συμφέρον του τέκνου απαιτεί υιοθεσία. Η προσφεύγουσα δεν προσέβαλε τη διαταγή τοποθέτησης ενώπιον του ΕΔΔΑ.
Κατά τον χρόνο εξέτασης της αίτησης υιοθεσίας τον Ιούλιο-Αύγουστο 2019, ο Y ήταν οκτώ ετών και κατοικούσε με την υποψήφια θετή μητέρα για πάνω από τρία έτη. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το συμφέρον του Y να μην μεταβληθεί η de facto οικογενειακή του κατάσταση είχε ιδιαίτερη βαρύτητα υπέρ της υιοθεσίας.
Όσον αφορά τη δυνατότητα διαταγής ειδικής κηδεμονίας, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο δικαστής εξέτασε προσεκτικά αυτήν την επιλογή. Την απέρριψε για δύο λόγους: πρώτον, θα δημιουργούσε πρακτικές δυσκολίες λόγω της επιθυμίας της προσφεύγουσας για «σημαντική εμπλοκή» στη ζωή του Y, και δεύτερον, δεν θα ικανοποιούσε την ανάγκη του Y για σταθερότητα και πρόσωπο που θα μπορούσε να τον «διεκδικήσει νομικά και συναισθηματικά».
Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι λόγοι που δόθηκαν ήταν συναφείς και επαρκείς και ότι η έκδοση διαταγής υιοθεσίας ενέπιπτε στο περιθώριο εκτίμησης του Κράτους. Η προσφεύγουσα συμμετείχε επαρκώς στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
Το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.
ΣΧΟΛΙΟ
Η απόφαση αποτελεί σημαντική συμβολή στη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με τη μη συναινετική υιοθεσία και τη σχέση μεταξύ διαδοχικών σταδίων της διαδικασίας υιοθεσίας.
Η απόφαση επιβεβαιώνει τις γενικές αρχές που τέθηκαν στην υπόθεση Strand Lobben κ.α. κατά Νορβηγίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης] της 10.09.2019 με αριθμ. προσφ. 37283/13, ιδίως ότι οι οικογενειακοί δεσμοί μπορούν να διακοπούν μόνο σε πολύ εξαιρετικές περιστάσεις και ότι τα πάντα πρέπει να γίνονται για τη διατήρηση των προσωπικών σχέσεων και, όπου ενδείκνυται, την «ανοικοδόμηση» της οικογένειας. Παράλληλα, επαναλαμβάνει ότι όταν έχει παρέλθει σημαντικό χρονικό διάστημα, το συμφέρον του τέκνου να μην μεταβληθεί η de facto οικογενειακή του κατάσταση μπορεί να υπερισχύσει του συμφέροντος των γονέων για επανένωση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διάκριση που εισάγει το Δικαστήριο μεταξύ της διαταγής τοποθέτησης και της διαταγής υιοθεσίας στο αγγλικό δίκαιο. Τονίζει ότι μόλις η διαταγή τοποθέτησης καταστεί οριστική, η θετική υποχρέωση επανένωσης κατ’ αρχήν παύει, εκτός αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις. Αυτή η προσέγγιση δημιουργεί ένα χρονικό παράθυρο κρίσης. Εάν ο γονέας δεν προσβάλει εγκαίρως τη διαταγή τοποθέτησης ενώπιον του ΕΔΔΑ, η μεταγενέστερη προσβολή της διαταγής υιοθεσίας καθίσταται σημαντικά δυσχερέστερη.
Η υπόθεση συνδέεται με τη νομολογία περί δικαιωμάτων ατόμων με αναπηρίες. Η τρίτη παρεμβαίνουσα (Validity Foundation) επεσήμανε τις ανησυχίες της Επιτροπής του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες στα Καταληκτικά Συμπεράσματα του 2017 για το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου διαπιστώθηκε ότι οι γονείς με αναπηρίες δεν λαμβάνουν κατάλληλες υπηρεσίες και υποστήριξη. Το Δικαστήριο, ωστόσο, δεν εμβάθυνε σε αυτό το ζήτημα, περιοριζόμενο στην εξέταση της διαταγής υιοθεσίας αυτής καθαυτής.
Συγκριτική ανάλυση με νομολογία διεθνών δικαστηρίων
Η προσέγγιση του ΕΔΔΑ στην παρούσα υπόθεση παρουσιάζει ομοιότητες αλλά και διαφορές με τη νομολογία άλλων διεθνών οργάνων.
Το Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει αναπτύξει εκτενή νομολογία σχετικά με την προστασία της οικογένειας και τα δικαιώματα των τέκνων. Στην υπόθεση Fornerón και κόρη κατά Αργεντινής της 27.04.2012, το Δικαστήριο τόνισε ότι η απλή πάροδος του χρόνου δεν μπορεί να αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τη διατήρηση ή διακοπή των οικογενειακών δεσμών, ιδίως όταν οι καθυστερήσεις οφείλονται σε πράξεις ή παραλείψεις των κρατικών αρχών. Αυτή η προσέγγιση είναι αυστηρότερη από εκείνη του ΕΔΔΑ, το οποίο δέχεται ότι η πάροδος του χρόνου μπορεί να δικαιολογήσει τη διατήρηση της de facto οικογενειακής κατάστασης.
Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, στο πλαίσιο του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, έχει τονίσει τη σημασία της διασφάλισης δικαιώματος επανένωσης οικογένειας. Στο Γενικό Σχόλιο αριθ. 19 σχετικά με την προστασία της οικογένειας, υπογράμμισε ότι οποιαδήποτε επέμβαση στην οικογενειακή ζωή πρέπει να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του Συμφώνου. Η Επιτροπή τείνει να υιοθετεί πιο προστατευτική στάση έναντι των βιολογικών οικογενειακών δεσμών.
Αξιοσημείωτη είναι επίσης η αναφορά στην Έκθεση Borzova του 2015 της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης, η οποία επέκρινε το Ηνωμένο Βασίλειο για τον υψηλό αριθμό μη συναινετικών υιοθεσιών. Η προσφεύγουσα επικαλέστηκε αυτήν την έκθεση, ισχυριζόμενη ότι το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελεί «εξαίρεση» στον ευρωπαϊκό χώρο. Το Δικαστήριο ωστόσο έκρινε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία δεν επαρκούσαν για να καταλήξει σε συμπέρασμα επί του ζητήματος, παραπέμποντας στη μελέτη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του 2016 που υπογράμμισε τη σύνθετη εικόνα.
ΚΡΙΤΙΚΗ
Η απόφαση είναι δογματικά συνεπής με την πρόσφατη νομολογία του ΕΔΔΑ, ιδίως τις αποφάσεις Strand Lobben κ.α. κατά Νορβηγίας και Y.C. κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 13.03.2012 με αριθμ. προσφ. 4547/10. Ωστόσο, εγείρει ορισμένα ερωτηματικά.
Πρώτον, η διάκριση μεταξύ διαταγής τοποθέτησης και διαταγής υιοθεσίας, αν και νομικά ορθή, δημιουργεί κίνδυνο «κλειδώματος» της κατάστασης σε βάρος του γονέα. Μόλις εκδοθεί η διαταγή τοποθέτησης, η υποχρέωση επανένωσης παύει και το τέκνο αρχίζει να δημιουργεί δεσμούς με τη νέα οικογένεια. Η μετέπειτα προσβολή της διαταγής υιοθεσίας αντιμετωπίζει το τετελεσμένο γεγονός της de facto οικογενειακής ένταξης.
Δεύτερον, η απόφαση δεν εξετάζει επαρκώς το ζήτημα της υποστήριξης γονέων με ψυχικές ανάγκες, παρά τις ανησυχίες που εξέφρασε η τρίτη παρεμβαίνουσα και τα Καταληκτικά Συμπεράσματα της Επιτροπής CRPD. Η προσέγγιση «οργανωμένης υποχώρησης» (organised retreat) εγκυμονεί τον κίνδυνο η ΕΣΔΑ να καταστεί «κενή υπόσχεση» για ευάλωτες οικογένειες.
Τρίτον, η αποδοχή ότι η διαταγή ειδικής κηδεμονίας δεν ικανοποιούσε τις ανάγκες του τέκνου επειδή η μητέρα επιθυμούσε «σημαντική εμπλοκή» εγείρει ερωτήματα. Η επιθυμία ενός γονέα να ενημερώνεται για σημαντικά ζητήματα του τέκνου του δεν φαίνεται prima facie ασύμβατη με μια διαταγή ειδικής κηδεμονίας. Η ερμηνεία αυτή ενδέχεται να αποθαρρύνει γονείς από το να εκφράζουν οποιοδήποτε ενδιαφέρον για τη ζωή του τέκνου τους.
Συμπερασματικά, η N.S. κατά Ηνωμένου Βασιλείου αποτελεί χρήσιμο οδηγό για την κατανόηση της διαδικασίας υιοθεσίας δύο σταδίων στο αγγλικό δίκαιο υπό το πρίσμα της ΕΣΔΑ. Ωστόσο, η απόφαση καταδεικνύει την τάση του ΕΔΔΑ να επικεντρώνεται στη διαδικαστική ορθότητα παρά στην ουσιαστική εξέταση των αποφάσεων που οδήγησαν στη ρήξη των οικογενειακών δεσμών. Το ερώτημα παραμένει: εάν το Δικαστήριο αρνείται να εξετάσει τα ουσιαστικά ζητήματα που ανέκυψαν πριν από τη διαταγή υιοθεσίας, τι νόημα έχει τελικά η προσφυγή στο Στρασβούργο για οικογένειες που έχουν ήδη χάσει τα τέκνα τους;
