Αριθμός 152/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντία Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Καπαγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Ι. Τ. του Α., κατοίκου Πτολεμαΐδας, …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σαμαρά, για αναίρεση της υπ’αριθ. 26/2024 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας.
Το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 20 Σεπτεμβρίου 2024 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, Ελισάβετ Κοτταρίδου και έλαβε αριθμό 4/2024, για αναίρεση της υπ’αριθμ. 26/2024 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 864/2024.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: 1) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς την κήρυξη ενόχου του αναιρεσείοντος και την καταδίκη του σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών για την πράξη της συμμορίας, 2) να κηρυχθούν αθώοι ο αναιρεσείων και οι συγκατηγορούμενοι S. S. & A. B. για την πράξη της συμμορίας και να απαλειφθεί από την προσβαλλόμενη απόφαση η σχετική διάταξη περί επιβολής ποινής 12 μηνών και περί επαυξήσεως κατά τούτο της συνολικής επιβληθείσας ποινής, 3) να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως, για νέα επιμέτρηση ποινής του αναιρεσείοντος και των συγκατηγορουμένων, 4) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη με αριθ.4/2024 από 20-9-2024 αίτηση του Ι. Τ. του Α., κατοίκου Πτολεμαίδας (Εργατικές Κατοικίες 4ος Τομέας-αρ.7), για αναίρεση της με αριθμό 26/2024 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε αυτόν ένοχο για τις πράξεις α) ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, β) σύσταση συμμορίας, γ)παράνομη κατοχή όπλου, φυσιγγίων (άρθρ.23 παρ.2 α’ -20 παρ.1-3 του Ν.4139/2013, 187 παρ.3 Π.Κ., 7 παρ.1 παρ.1-8 α’ Ν.2168/1993), και, ύστερα από αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 α’ Π.Κ., τον καταδίκασε σε συνολική ποινή κάθειρξης έντεκα (11) ετών και συνολική χρηματική ποινή 70.500 ευρώ, ασκήθηκε νομότυπα, για λογαριασμό του αναιρεσείοντος από Ι. Σ. δικηγόρο Θ., αντιπρόσωπό του δυνάμει της από 19-9-2024 ειδικής εξουσιοδότησης, το γνήσιο της υπογραφής του επί της οποίας βεβαιώθηκε, κατ’άρθρο 42 παρ.2 εδ.γ’ του Κ.Ποιν.Δ., με δήλωσή του στις 20-9-2024 στη Γραμματέα του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας Ε. Κ., ως Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, συνταχθείσης συναφώς της με αριθμό 4/2024 έκθεσης αναίρεσης, και εμπρόθεσμα, στις 20-9-2024 εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας, αναστελλομένης κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-2024 έως 31-8-2024 (άρθρ.473 παρ.4 ΚΠΔ), από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη η προσβαλλομένη απόφαση, στις 7-8-2024 με αριθμό 100, στο κατ’ άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο, κατά τη σχετική επ’αυτής υπηρεσιακή βεβαίωση, από πρόσωπο που είχε το σχετικό έννομο συμφέρον, κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο (άρθρα 462 παρ.1, 464, 466 παρ.1 εδ.α’, 473 παρ.2, 3, 474 παρ.1, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 περ.α’ του Κ.Ποιν.Δ.). Η κρινόμενη αίτηση περιέχει επιπλέον σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης (άρθρ.474 παρ.4 ΚΠΔ) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, των άρθρων 187 παρ.3 ν.ΠΚ ως προς την ενοχή για την πράξη της συμμορίας και 84 παρ.2 εδ.ε’ Π.Κ. ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού περί αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς (άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ.Δ’, Ε’ ΚΠΔ). Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 του νέου Π.Κ (Ν.4619/1-7-2019, ως ισχύει σήμερα), ορίζεται ότι: “Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου”. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά απ’ αυτές. Εάν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι εκείνος που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ’ αρχάς υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δεν ποινών στερητικών της ελευθερίας, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή. Πολύ περισσότερο επιεικέστερος τυγχάνει ο νόμος, όταν με σχετική διάταξη αυτού μεταβάλλεται το αξιόποινο μιας πράξεως από κακούργημα σε πλημμέλημα, με αποτέλεσμα την ευμενέστερη μεταχείριση του δράστη ως προς την προβλεπόμενη ποινή αλλά και τη σμίκρυνση του χρόνου παραγραφής, ή αξιώνονται περισσότερα στοιχεία για την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόστασή της. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 187 παρ.5 του Π.Κ., περί συμμορίας, όπως ίσχυε μέχρι 30-6-2019, “Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της παραγράφου 1, ενώνεται με άλλον για να διαπράξει κακούργημα (συμμορία), τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται ο υπαίτιος, αν η κατά το προηγούμενο εδάφιο ένωση έγινε για τη διάπραξη πλημμελήματος το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ενώ κατά την παρ.3 της ίδιας διάταξης (187) του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου Π.Κ. “Όποιος, εκτός από την περίπτωση της πρώτης παραγράφου, οργανώνεται με άλλον ή άλλους για να διαπράξουν κακούργημα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Με φυλάκιση έως τρία έτη τιμωρείται ο υπαίτιος αν η κατά το προηγούμενο εδάφιο ένωση έγινε για τη διάπραξη πλημμελήματος με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος.”. Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων σε συνδυασμό με την αιτιολογική έκθεση, προκύπτει ότι η ισχύουσα σήμερα διάταξη του άρθρου 187 παρ. 3 προκύπτει ότι για τη μορφή της συμμορίας για τη διάπραξη κακουργήματος δεν διαφοροποιείται η ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου ως προς τα όρια της επιβλητέας ποινής, αφού και στις δύο ως άνω περιπτώσεις του παλαιού και νέου Π.Κ., η προβλεπόμενη ποινή είναι αυτή της φυλακίσεως των έξι (6) μηνών τουλάχιστον, είναι όμως ευμενέστερη η διάταξη του νέου Π.Κ., ως προς τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω αδικήματος, διότι δεν αρκεί πλέον η απλή “ένωση” με άλλον για τη διάπραξη κακουργήματος, αλλά προβλέπεται ρητά ότι το έγκλημα τελείται όταν ο δράστης “οργανώνεται” με άλλον ή άλλους για να διαπράξουν κακούργημα. Διευκρινίζεται με τον τρόπο αυτόν ότι για να υπάρχει συμμορία δεν αρκεί απλή σύμπτωση βουλήσεων, αλλά απαιτείται σύσταση οργάνωσης, με στοιχειώδη έστω δομή, ενώ απαιτείται και η ύπαρξη συμφωνίας για την από κοινού τέλεση των αξιόποινων πράξεων (ΑΠ 105/2023, ΑΠ 771/2022, ΑΠ 455/2022, ΑΠ 278/2022, ΑΠ 253/2021 , ΑΠ 527/2020). Για την στοιχειοθέτηση του ως άνω εγκλήματος, υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος ενέχει τη γνώση και τη θέληση της συμφωνίας για την τέλεση κακουργήματος ή πλημμελήματος, ενώ αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Το έγκλημα είναι τετελεσμένο από τότε που ενώθηκαν δύο ή περισσότεροι με τον παραπάνω σκοπό και το εν λόγω έγκλημα διαρκεί όσο και η εγκληματική πράξη για την οποία συνεστήθη (ΑΠ 93/2020, ΑΠ 405/2018). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο (ΑΠ 104/2023, ΑΠ 1117/2022, ΑΠ 995/2020). Ακόμη, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ. ΑΠ 1/2020, ΑΠ 127/2022, ΑΠ 212/2022, ΑΠ 210/2022, ΑΠ 872/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της προσβαλλόμενης με αριθμ.26/2024 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την απόφαση αυτή κρίθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε για τις πράξεις α) ιδιαίτερα διακεκριμένης διακίνησης ναρκωτικών (άρθρ.23 παρ.2α’-20 αρ.1-3 του ν.4139/2013), σε κάθειρξη δέκα ετών και χρηματική ποινή 70.000 ευρώ β)παράνομης κατοχής όπλου και φυσιγγίων (άρθρ.7 παρ.1-8α του ν’2168/1993) σε φυλάκιση δώδεκα μηνών και χρηματική ποινή 1000 ευρώ και γ) συμμορίας (άρθρ.187 πρ.3 Π.Κ), σε φυλάκιση δώδεκα (12) μηνών και στη συνέχεια σε συνολική ποινή κάθειρξης έντεκα (11) ετών και συνολική χρηματική ποινή 70.500 ευρώ. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, το ως άνω δικάσαν Δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της πράξης της συμμορίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: “Επειδή από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης στο ακροατήριο, που περιέχονται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά του παρόντος Δικαστηρίου, από την εκκαλούμενη απόφαση και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και από τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Από το τμήμα δίωξης ναρκωτικών του Τ.Α. Κοζάνης και για το χρονικό διάστημα από 28-3-2029 έως και 3-9-2012 διενεργήθηκε αστυνομική έρευνα για διακίνηση ναρκωτικών ουσιών στην ευρύτερη περιοχή της Κοζάνης, στα πλαίσια της οποίας και για τη διακρίβωση του ακριβούς τρόπου δράσης των εμπλεκομένων ατόμων και τον εντοπισμό τυχόν συνεργατών του, εκδόθηκαν σχετικές διατάξεις από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κοζάνης, που επικυρώθηκαν με αντίστοιχα βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κοζάνης και αφορούσαν άρση απορρήτου και των δύο πρώτων κατηγορουμένων και προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά. 1)Για τον πρώτο κατηγορούμενο Ι. Τ. ότι: …ΙΑ)Στην ευρύτερη περιοχή της Εορδαίας και τουλάχιστον από 28-3-20129 έως 3-9-2019 ενώθηκε με τους S. S., B. A., D. N. και G. B., προκειμένου να διαπράξει κακουργήματα σχετικά με παραβίαση των διατάξεων περί ναρκωτικών, όπως τα ανωτέρω αναφερόμενα παραπάνω κακουργήματα…..Επομένως, σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πρέπει ο 1ος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος διακίνησης ναρκωτικών με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 23 παρ.2 και του άρθρου 20 του νόμου περί ναρκωτικών κατ’εξακολούθηση, απλής συνέργειας σε πώληση ναρκωτικών, σύστασης συμμορίας και παράνομης οπλοκατοχής”. Ακολούθως, το ως άνω δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, μεταξύ άλλων, και για την πράξη της συμμορίας με το ακόλουθο, επί λέξει, διατακτικό: “
Κηρύσσει ένοχο τον πρώτο κατηγορούμενο Ι. Τ. του ότι: …ΙΒ) Στους ανωτέρω αναφερόμενους τόπους και στην ευρύτερη περιοχή της Εορδαίας και τουλάχιστον από 28-3-2019 έως 3-9-2019 ενώθηκε με τους συγκατηγορουμένους του S. S. του I., B. A. του K., καθώς και με τους [μη συγκατηγορουμένους]. D. N. του S. και G. B. του X., προκειμένου να διαπράξει κακουργήματα σχετικά με παραβίαση των διατάξεων περί ναρκωτικών, όπως τα ανωτέρω αναφερόμενα στα υπό στοιχ.Α-Θ κακουργήματα.”. Με τα δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά και τις ως άνω παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και διατακτικό της, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν στοιχειοθετείται στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συμμορίας, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, όπως τούτο προβλέπεται από το άρθρο 187 παρ.3 του νέου Π.Κ., αφού από τις παραπάνω παραδοχές ουδόλως προκύπτει, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη προηγηθείσα νομική σκέψη, η απαιτούμενη για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος σύσταση οργάνωσης με στοιχειώδη έστω υποδομή, κατά τον βάσιμο περί τούτου σχετικό λόγο αναίρεσης. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ και Δ’ ΚΠΔ πρώτος αναιρετικός λόγος της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της έλλειψης αιτιολογίας κατά το σκέλος που αφορούν το άρθρο 187 παρ.3 ΠΚ, και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα μόνον ως προς τις διατάξεις της που αφορούν την κήρυξη ενόχου του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου και την καταδίκη του σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών για την πράξη της συμμορίας, για την οποία πρέπει να κηρυχθεί αθώος, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 518 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. (ΑΠ 455/2022, ΑΠ 1092/2020). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 469 του ΚΠΔ, “Αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ` αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπο του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους …….”. Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμέτοχους, γενικές προϋποθέσεις για όλες τις άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι: α) να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που δικαιούνταν να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικά στο πρόσωπο του και γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνται μεν, αλλά δεν το άσκησαν εντός της νομίμου προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Δηλαδή, καθιερώνεται υπέρ του συγκατηγορουμένου του ασκήσαντος το ένδικο μέσο της αναίρεσης, επέκταση της ευνοϊκής κρίσης του Αρείου Πάγου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο, το οποίο τελικά έγινε δεκτό και ως βάσιμο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφόσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνον για αντικειμενικούς λόγους, που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο και όχι για λόγους προσωπικούς. Οι ωφελούμενοι κατά τα παραπάνω από το επεκτατικό αποτέλεσμα, δικαιούνται και δεν υποχρεούνται να συμμετάσχουν στη δίκη ως διάδικοι, κατά τη συζήτηση του ένδικου μέσου του άλλου και να ζητήσουν εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και σε αυτούς, χωρίς να δικαιούνται να προβάλουν άλλους ιδίους λόγους, κύριους ή πρόσθετους, το δε δικαστήριο επεκτείνει και σε αυτούς αυτεπαγγέλτως το ευεργετικό αποτέλεσμα, που προέκυψε από το ένδικο μέσο του αναιρεσείοντος (ΑΠ 536/2022, ΑΠ 527/2020). Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτή καταδικάστηκαν και οι S. S. του I. σε ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών, και B. A. του K. σε ποινή φυλάκισης έξι μηνών ότι τέλεσαν την ως άνω αξιόποινη πράξη της σύστασης συμμορίας από κοινού με τον αναιρεσείοντα (2ος και 3ος συγκατηγορούμενοι, αντίστοιχα, σελ.48 οπίσθια όψη πρακτικών προσβαλλομένης απόφασης). Δεδοµένου δε ότι έγινε δεκτός για τον αναιρεσείοντα ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, ο οποίος δεν προσήκει µόνο στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος αλλά αφορά και το πρόσωπο των ανωτέρω συγκαταδικασθέντων µε την ίδια απόφαση για την ίδια πράξη, το ευεργετικό αποτέλεσμα της ένδικης αναίρεσης, πρέπει, κατ` άρθρο 469 του ΚΠοινΔ, να επεκταθεί και στους ωφελούμενους συγκατηγορούμενους και συγκαταδικασθέντες και μη ασκήσαντες αναίρεση S. S. του I. και B. A. του K..
Περαιτέρω, η επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορο του. Αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη του οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ., αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Η προβολή των αυτοτελών περί της συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ισχυρισμών απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, ούτε πολύ περισσότερο να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία γι’ αυτούς (ΑΠ 297/2020). Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε’ του Π.Κ., το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του. Για να συντρέξει δε η ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται από το άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε του Π.Κ., η συμπεριφορά του υπαιτίου, πρέπει να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη. Η αναγνώριση δηλαδή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε’ του ισχύοντος Π.Κ. προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης, ακόμα και κατά την κράτησή του. Η δυνατότητα της κατάφασης των προϋποθέσεων της άνω ελαφρυντικής περίστασης ακόμα και κατά την κράτηση του καταδικασθέντος επιβάλλεται από τον ειδικοπροληπτικό σκοπό της ποινής κατά της ελευθερίας. Η παραδοχή δε της συνδρομής της περίστασης αυτής αναμφιβόλως τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η συμπεριφορά του εντός του σωφρονιστικού καταστήματος είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατούμενου και η οποία συνέχεται με την εξαιρετική και οπωσδήποτε βελτίωση της συμπεριφοράς του. Η καλή δηλαδή συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού και οπωσδήποτε βελτίωση της συμπεριφοράς του. Έτσι, εν όψει του εγκληματοπροληπτικού και σωφρονιστικού σκοπού της θεσπίσεως της οικείας διατάξεως, που διατρέχει την όλη, και υπό καθεστώς ελευθερίας και υπό καθεστώς κράτησης, διαβίωση του υπαιτίου μετά την τέλεση της πράξεως, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού η καλή και συνήθης συμπεριφορά και μόνον, αλλά απαιτούνται πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, η οποία με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, να είναι ενδεικτική όχι μόνον έλλειψης έκνομης συμπεριφοράς, διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του, θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν, άλλαξε τρόπο ζωής, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης απ’ αυτόν των συνεπειών της πράξης του και του σταθερού εναρμονισμού του πλέον προς τις επιταγές της έννομης τάξης (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 835/2023, ΑΠ 188/2022, ΑΠ 416/2022), ακόμα και κατά την κράτησή του (ΟλΑΠ 2/2022), διότι τότε μόνο η επιλογή του αυτή μαρτυρά την πραγματική του διάθεση και ενέχει σοβαρή στάση για την βελτιωμένη και χωρίς παραπτώματα διαβίωσή του (ΑΠ 174/2021, ΑΠ 28/2021), πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν, εξαιρουμένης της παραβίασης των νόμων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα (ΑΠ 1596/2023, ΑΠ 88/2023, ΑΠ 290/2022, ΑΠ 188/2022, ΑΠ 13/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, τα οποία δεν έχουν διορθωθεί, ούτε έχουν προσβληθεί για πλαστότητα και επομένως αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά (άρθρ.141 παρ.3 Κ.Π.Δ.), προκύπτει ότι, μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης του ως άνω δικάσαντος Δικαστηρίου, έλαβαν τον λόγο από την Πρόεδρο, οι συνήγοροι του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος και προέβαλαν προφορικά, μεταξύ άλλων, και τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς επικαλούμενοι προς υποστήριξή του βεβαίωση του ΣΚ Γρεβενών ότι δεν τιμωρήθηκε πειθαρχικά, η διαγωγή του χαρακτηρίζεται καλή, πραγματοποίησε ημερομίσθια και έχει λάβει δύο τακτικές άδειες απουσίας των οποίων τήρησε τους όρους (επισημαίνεται από τα πρακτικά της προσβαλλομένης δεν προκύπτει ότι οι συνήγοροι αναφέρθηκαν σε κατατεθέν εκ μέρους τους σχετικού εγγράφου προς υποστήριξή του, ούτε δε αναφέρεται ότι κατατέθηκε εκ μέρους του κατηγορουμένου τέτοιο έγγραφο). Το Δικαστήριο απέρριψε τον προβαλλόμενο ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την αναλυτική παράθεση της σχετικής νομικής σκέψης, κατά λέξη, τα εξής: “…Ο ίδιος αυτοτελής ισχυρισμός του άρθρου 84 παρ. 2 ε’ ΠΚ πρέπει να απορριφθεί και …. για τον πρώτο κατηγορούμενο [Τ. Ι.], ο οποίος προσκόμισε βεβαίωση του ΣΚ Γρεβενών ότι δεν τιμωρήθηκε πειθαρχικά και η διαγωγή του χαρακτηρίζεται καλή, ότι πραγματοποίησε 1474 ημερομίσθια και ότι έχει λάβει δύο τακτικές άδειες απουσίας των οποίων τήρησε τους όρους, διότι η συμμόρφωσή στους κανόνες της φυλακής είναι υποχρέωση του κάθε κρατούμενου, αλλά και προς το συμφέρον του για να αποφύγει πειθαρχικές ποινές, η δε πραγματοποίηση ημερομισθίων εντός των καταστημάτων κράτησης υπαγορεύεται στον κάθε κρατούμενο από την ανάγκη ευεργετικού υπολογισμού αυτών στο χρόνο κράτησής του, ώστε να συντομευθεί ο χρόνος αυτός και όχι γιατί μεταστράφηκε ο χαρακτήρας του.”. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Δικαστήριο της ουσίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 εδ.ε’ ΠΚ, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την απόρριψη του σχετικού ισχυρισμού του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος την επιβαλλόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις άρθρ. 93παρ.3 Συντ και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, το Δικαστήριο, αξιολογώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως αναφέρονται κατ’ είδος στην αρχή του σκεπτικού της, μεταξύ των οποίων και τα επισημαινόμενα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού, την επιβαλλόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις (93 παρ. 3 του Συντ. και 139 ΚΠοινΔ) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, κατά τις παραδοχές της, η θετική συμπεριφορά αυτού μετά την επιβολή της κράτησής του, καλή διαγωγή και πραγματοποίηση ημερομισθίων στο κατάστημα κράτησης, μη πειθαρχική τιμώρησή του και τήρηση των όρων στις δύο τακτικές άδειες που είχε λάβει, αποσκοπούσε στη στοιχειώδη και αυτονόητη εκπλήρωση υποχρεώσεών του ως κρατουμένου και στη συμμόρφωσή του προς τον κανονισμό λειτουργίας των σωφρονιστικών καταστημάτων και επιδείχθηκε προς απόλαυση των σχετικών ευεργετημάτων για τον ευεργετικό υπολογισμό των ημερομισθίων στο χρόνο έκτισης της ποινής, χωρίς από μόνες τους να συνιστούν, κατά την ανέλεγκτη πάντα περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατουμένου που συνέχεται με την εξαιρετική βελτίωση αυτής και να υποδηλώνει μεταστροφή του χαρακτήρα του ή ποιοτική μεταβολή του ήθους του και πραγματική επίγνωση των συνεπειών των πράξεών του. Δέχθηκε δε ανέλεγκτα, ότι δεν αποδείχθηκαν τέτοια περιστατικά εκ των οποίων να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή του κατηγορούμενου προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και η στάση του να παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιάθεσής του. Έτσι, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, κατέληξε ανέλεγκτα στις ουσιαστικές παραδοχές, ότι δεν αποδείχθηκαν οι κατά τα άνω απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη χορήγηση του προαναφερθέντος ελαφρυντικού από την διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 ε’, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε αφού δέχθηκε ότι δεν αρκεί η καλή συνήθης συμπεριφορά και κατά την κράτησή του. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρ.84 παρ.2 εδ.ε’ ΠΚ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη ως προς την απόρριψη του προβληθέντος από τον αναιρεσείοντα αυτοτελούς ισχυρισμού για την αναγνώριση σ’ αυτόν της ελαφρυντικής περίστασης της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς, είναι αβάσιμος.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει: α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς προαναφερθέντες συγκατηγορουμένους του και συγκαταδικασθέντες S. S. του I. και B. A. του K. για την πράξη της σύστασης συμμορίας, οι οποίοι δεν άσκησαν αναίρεση, λόγω του επεκτατικού αποτελέσματος, ως προς την καταδικαστική γι’ αυτούς διάταξη της απόφασης για την πράξη της συμμορίας και κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 518 ΚΠΔ, να κηρυχθούν όλοι αθώοι της πράξης αυτής και να απαλειφθεί από την προσβαλλόμενη απόφαση η σχετική διάταξη περί επιβολής για την πράξη αυτή ποινής και περί επαύξησης κατά τούτο της συνολικής ποινής, β) να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο (άρθρ.519, 522 ΚΠΔ) που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, για νέα επιμέτρηση της συνολικής ποινής σε καθένα εκ των ανωτέρω, αναιρεσείοντος και λοιπών προαναφερθέντων συγκατηγορουμένων του, για τα υπόλοιπα αδικήματα για τα οποία έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα αυτοί, γ) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η υπό κρίση αναίρεση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την με αριθ.26/2024 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και δη α) ως προς την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα διάταξή της για την αξιόποινη πράξη της συμμορίας, β) ως προς την διάταξή της περί επιβολής στον αναιρεσείοντα συνολικής ποινής.
Επεκτείνει το ως άνω υπό στοιχ. α’ αναιρετικό αποτέλεσμα και στους S. S. του I. και A. B. του K. συγκατηγορούμενους του αναιρεσείοντος, οι οποίοι επίσης καταδικάστηκαν με την ως άνω απόφαση για την πράξη της συμμορίας.
Κηρύσσει αθώους τον αναιρεσείοντα Ι. Τ. καθώς και τους S. S. του I. και A. B. του K. του ότι: Στους αναφερόμενους τόπους και στην ευρύτερη περιοχή της Εορδαίας και τουλάχιστον από 28-3-2019 έως 3-9-2019 ο Ι. Τ. ενώθηκε με τους S. S. του I. και A. B. του K., προκειμένου να διαπράξουν κακουργήματα σχετικά με παραβίαση των διατάξεων περί ναρκωτικών.
Απαλείφει από την ως άνω απόφαση τη διάταξή της περί επιβολής σ’ αυτούς ποινής για την αμέσως ανωτέρω πράξη και περί επαύξησης κατά τούτο της συνολικής ποινής.
Παραπέμπει κατά τα λοιπά την υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω υπό στοιχεία β’ μέρος της στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, για νέα επιμέτρηση της συνολικής ποινής για τον αναιρεσείοντα.
Επεκτείνει το ως άνω ως προς την επιμέτρηση της συνολικής ποινής αναιρετικό αποτέλεσμα και στους S. S. του I. και A. B. του K., συγκατηγορούμενους του αναιρεσείοντος.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την με αριθ.4/2024 από 20-9-2024 αίτηση του Ι. Τ. του Α., κατοίκου Πτολεμαίδας, Εργατικές Κατοικίες 4ος τομέας αρ.7, για αναίρεση της με αριθ.26/2024 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πηγή :
Προηγούμενο άρθροΈνοχος ο 45χρονος με την Porsche που σκότωσε τον 22χρονο Παναγιώτη
