ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η υπόθεση αφορά τέσσερις προσφεύγουσες που κατήγγειλαν σεξουαλική βία στις ισλανδικές αρχές και υποστήριξαν ότι οι έρευνες που διενεργήθηκαν δεν ήταν αποτελεσματικές, κατά παράβαση των άρθρων 3 και 8 της ΕΣΔΑ. Επιπλέον, ισχυρίστηκαν ότι υπέστησαν διάκριση λόγω φύλου στη διαχείριση των υποθέσεών τους, κατά παράβαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με τα άρθρα 3 και 8.
Η πρώτη προσφεύγουσα (R.E.) κατήγγειλε βιασμό από συνάδελφό της τον Δεκέμβριο 2017, υποστηρίζοντας ότι είχε υποστεί σεξουαλική επαφή ενώ βρισκόταν σε κατάσταση μέθης και αδυνατούσε να συναινέσει. Η δεύτερη (X), ανήλικη 17 ετών κατά τον χρόνο του συμβάντος, κατήγγειλε βιασμό από 25ετή συνάδελφό της. Η τρίτη (Y), επίσης ανήλικη, ισχυρίστηκε ότι υπέστη σεξουαλική επίθεση από συνομήλικό της ενώ βρισκόταν σε βαθιά μέθη. Η τέταρτη προσφεύγουσα (S.O.) κατήγγειλε βιασμό από δύο άνδρες το 2018, για συμβάν που έλαβε χώρα το 2012.
Σε όλες τις υποθέσεις, οι εθνικές αρχές διενήργησαν έρευνες, εξέτασαν μάρτυρες και συνέλεξαν αποδεικτικό υλικό, αλλά διέκοψαν τις διώξεις κρίνοντας ότι τα αποδεικτικά στοιχεία δεν επαρκούσαν για την άσκηση ποινικής δίωξης. Οι προσφεύγουσες άσκησαν προσφυγή στον Γενικό Εισαγγελέα, ο οποίος επικύρωσε τις αποφάσεις.
Το ΕΔΔΑ εξέτασε κατ’ αρχάς την επάρκεια του νομοθετικού πλαισίου της Ισλανδίας. Διαπίστωσε ότι το άρθρο 194 του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε το 2007 και ενισχύθηκε το 2018, επικεντρώνεται στην απουσία συναίνεσης και όχι στη χρήση βίας, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα. Η νομολογία των ισλανδικών δικαστηρίων επιβεβαίωσε την προσέγγιση αυτή.
Ως προς την αποτελεσματικότητα των ερευνών, το Δικαστήριο έκρινε ότι σε όλες τις υποθέσεις οι αρχές έλαβαν τα κατάλληλα μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της εξέτασης μαρτύρων, της συλλογής ιατρικών και ψυχολογικών πιστοποιητικών και της αξιολόγησης ψηφιακών επικοινωνιών. Αν και διαπιστώθηκαν ορισμένες καθυστερήσεις στις υποθέσεις R.E. και X, αυτές δεν υπονόμευσαν την ικανότητα διαπίστωσης των περιστάσεων.
Το ΕΔΔΑ απέρριψε τους ισχυρισμούς περί έμφυλης διάκρισης, κρίνοντας ότι οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν εκ πρώτης όψεως δομική μεροληψία ή δυσανάλογη επίπτωση ικανή να μεταθέσει το βάρος απόδειξης στο Κράτος.
Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση των άρθρων 3 και 8 της ΕΣΔΑ ούτε παραβίαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με τα άρθρα 3 και 8.
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Α) Υπόθεση R.E. (προσφ. αριθ. 59809/19)
Η R.E. κατέθεσε μήνυση στις 5 Δεκεμβρίου 2017 κατά συναδέλφου της για βιασμό που φερόταν να έλαβε χώρα στις 20 Οκτωβρίου 2017. Σύμφωνα με την κατάθεσή της, είχε παραστεί σε εταιρικό πάρτι όπου παρέχονταν δωρεάν αλκοολούχα ποτά. Θυμόταν ελάχιστα από το βράδυ, αλλά γνώριζε ότι είχε μεταβεί με συναδέλφους σε νυχτερινό κέντρο. Φίλοι της την πληροφόρησαν ότι ο K. της αγόραζε ποτά και ότι ήταν πολύ μεθυσμένη.
Η R.E. δήλωσε ότι η επόμενη ανάμνησή της ήταν να κάθεται στο κρεβάτι του K., πλήρως ντυμένη. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα τα πάντα σκοτείνιασαν. Η επόμενη ανάμνησή της ήταν να ξυπνά ξαπλωμένη στο πλάι με εμετό, ενώ ο K. είχε σεξουαλική επαφή μαζί της. Δεν μπορούσε να κινηθεί ή να μιλήσει και αποκοιμήθηκε ξανά. Το επόμενο πρωί, η R.E. και ο K. είχαν συναινετική σεξουαλική επαφή.
Η αστυνομία διερεύνησε την υπόθεση βάσει του άρθρου 194 του Ποινικού Κώδικα (βιασμός) και την κατέταξε ως προτεραιότητας 2. Ο K. εξετάστηκε στις 26 Οκτωβρίου 2018, περίπου δέκα μήνες μετά την καταγγελία. Αρνήθηκε ότι διέπραξε σεξουαλικό αδίκημα, υποστηρίζοντας ότι η σεξουαλική επαφή ήταν συναινετική.
Στις 28 Ιανουαρίου 2019 η αστυνομία διέκοψε την έρευνα. Η R.E. άσκησε προσφυγή στον Γενικό Εισαγγελέα, ο οποίος επικύρωσε την απόφαση στις 22 Μαΐου 2019.
Β) Υπόθεση X (προσφ. αριθ. 8034/20)
Η X. ηλικίας δεκαεπτά ετών κατά τον χρόνο του συμβάντος, ισχυρίστηκε ότι βιάστηκε από τον F., 25 ετών, συνάδελφό της. Στις 15 Ιουλίου 2017, πήγαν μαζί για ψώνια και στη συνέχεια μαγείρεψαν στο σπίτι του F. Αργότερα, η X και ο F. πήγαν στο σπίτι της, όπου του επέτρεψε να κοιμηθεί στον καναπέ.
Η X. δήλωσε ότι ξύπνησε νωρίς το πρωί στο κρεβάτι της και βρήκε τον F. γυμνό πάνω της, να προσπαθεί να την διεισδύσει από πίσω. Περιέγραψε ότι βρισκόταν σε κατάσταση σοκ («πάγωσε») αλλά κατάφερε να κινηθεί. Ο F. στη συνέχεια την άρπαξε και της είπε να ανέβει πάνω του. Κατά τη διάρκεια της επαφής, ο F. της τράβηξε τα μαλλιά και τη χτύπησε, με αποτέλεσμα να κλάψει από πόνο.
Την επόμενη ημέρα του συμβάντος, η X προσήλθε στη Μονάδα Επείγουσας Υποδοχής Θυμάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης, όπου διενεργήθηκε ιατρική εξέταση και λήφθηκαν βιολογικά δείγματα. Η ιατρική έκθεση κατέγραψε μικρούς μώλωπες στο αριστερό ισχίο και πιθανό μώλωπα πάνω από το δεξί γόνατο.
Στις 8 Σεπτεμβρίου 2017 η X. μέσω της μητέρας της ως νόμιμης εκπροσώπου, υπέβαλε μήνυση. Διορίστηκε προστάτης νομικών δικαιωμάτων. Ο F. εξετάστηκε στις 21 Μαρτίου 2018 και αρνήθηκε τις κατηγορίες, ισχυριζόμενος ότι η σεξουαλική δραστηριότητα ήταν συναινετική.
Ο Εισαγγελέας απέσυρε την υπόθεση στις 7 Μαΐου 2019. Ο Γενικός Εισαγγελέας επικύρωσε την απόφαση στις 22 Αυγούστου 2019.
Γ) Υπόθεση Y (προσφ. αριθ. 14407/20)
Τον Μάρτιο 2019 η Y, γεννηθείσα το 2001, κατέθεσε στην αστυνομία καταγγέλλοντας σεξουαλική επίθεση από τον T., επίσης γεννηθέντα το 2001, που φερόταν να έλαβε χώρα τον Ιούλιο 2018 κατά τη διάρκεια κατασκήνωσης στη νότια Ισλανδία. Αμφότεροι ήταν ανήλικοι κατά τον χρόνο του συμβάντος.
Η Y. δήλωσε ότι εκείνο το βράδυ είχε μεθύσει βαριά και θυμόταν ελάχιστα μετά τα μεσάνυχτα. Φίλοι της ανέφεραν ότι ο T. την κρατούσε όρθια καθώς δεν μπορούσε να σταθεί και τη βοήθησε να μπει στη σκηνή της. Είχε αμυδρή ανάμνηση ότι ξάπλωσε στη σκηνή αλλά δεν θυμόταν τίποτα περισσότερο. Ξύπνησε μόνη το επόμενο πρωί, πλήρως ντυμένη. Όταν επέστρεψε σπίτι, παρατήρησε ότι τα εσώρουχά της δεν ήταν σωστά τοποθετημένα.
Στα τέλη Ιανουαρίου ή αρχές Φεβρουαρίου 2019, η Y. πληροφορήθηκε ότι ο T. είχε πει σε φίλους ότι «κοιμήθηκαν μαζί». Η Y. κατέρρευσε και στη συνέχεια ενημέρωσε τη μητέρα της για το συμβάν.
Στις 6 Μαρτίου 2019 η Y. μέσω της μητέρας της, υπέβαλε μήνυση. Παρέστησαν προστάτης νομικών δικαιωμάτων και εκπρόσωπος των Υπηρεσιών Προστασίας Παιδιών. Η Y. παραπέμφθηκε στο Σπίτι του Παιδιού (Barnahús) για διάγνωση και θεραπεία, όπου διαγνώστηκε με διαταραχή μετατραυματικού στρες (PTSD).
Ο T. εξετάστηκε στις 26 Μαρτίου 2019 και αρνήθηκε τις κατηγορίες, παραδεχόμενος ωστόσο ότι είχε ερωτική επαφή με τα δάχτυλα.
Στις 19 Ιουνίου 2019 η αστυνομία σταμάτησε την έρευνα. Ο Γενικός Εισαγγελέας επικύρωσε την απόφαση στις 19 Σεπτεμβρίου 2019.
Δ) Υπόθεση S.O. (προσφ. αριθ. 17008/20)
Στις 17 Μαΐου 2018 η S.O. κατέθεσε μήνυση για σεξουαλικές επιθέσεις από τους R. και A. που φερόταν να έλαβαν χώρα στις 22 Ιουνίου 2012. Δήλωσε ότι εκείνο το βράδυ διασκέδαζε όταν οι δύο άνδρες κάθισαν μαζί της και μια φίλη της. Ο A. έδειξε ενδιαφέρον γι’ αυτήν και την κάλεσε στο δωμάτιο ξενοδοχείου του.
Η S.O. ακολούθησε τον A. στο δωμάτιο όπου συμμετείχαν σε συναινετική σεξουαλική δραστηριότητα. Η εμπειρία της άλλαξε ριζικά όταν ο R. μπήκε ξαφνικά στο δωμάτιο και άρχισε να γδύνεται. Σύμφωνα με την κατάθεσή της, μετά την άφιξη του R., δεν συναίνεσε πλέον σε καμία σεξουαλική δραστηριότητα. Περιέγραψε ότι «πάγωσε» και «αποσυνδέθηκε», σταματώντας να συμμετέχει ενεργά.
Τον Μάρτιο 2017 η S.O. επικοινώνησε με τους δύο άνδρες μέσω Facebook, επιδιώκοντας να τους ενημερώσει για αυτό που της είχαν κάνει. Αμφότεροι απάντησαν στα μηνύματά της.
Οι R. και A. εξετάστηκαν τον Αύγουστο και Οκτώβριο 2018 αντίστοιχα και αρνήθηκαν κάθε παράνομη πράξη, ισχυριζόμενοι ότι η S.O. συναίνεσε και συμμετείχε πρόθυμα.
Ο Εισαγγελέας απέσυρε την υπόθεση στις 3 Ιουνίου 2019. Ο Γενικός Εισαγγελέας επικύρωσε την απόφαση στις 2 Οκτωβρίου 2019.
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 3,
Άρθρο 8,
Άρθρο 14
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Ως προς τα άρθρα 3 και 8 – Γενικές αρχές
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι τα άρθρα 3 και 8 της ΕΣΔΑ συνεπάγονται θετικές υποχρεώσεις για τα Κράτη, αφενός να ποινικοποιούν όλες τις μη συναινετικές σεξουαλικές πράξεις, αφετέρου να εφαρμόζουν τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις μέσω άμεσης και ενδελεχούς έρευνας και δίωξης.
Οι υποχρεώσεις αυτές πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως των σχετικών διεθνών προτύπων, ιδίως της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, η οποία παρέχει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο για την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και τη διασφάλιση της προστασίας των θυμάτων.
Η ουσιαστική υποχρέωση των Κρατών περιλαμβάνει το καθήκον θέσπισης νομικού και θεσμικού πλαισίου που παρέχει επαρκή προστασία έναντι πράξεων τόσο σοβαρών όσο ο βιασμός. Τα σύγχρονα πρότυπα αναγνωρίζουν την απουσία συναίνεσης ως το κεντρικό στοιχείο του αδικήματος και όχι τη χρήση σωματικής βίας. Κάθε νομική ή εισαγγελική προσέγγιση που απαιτεί απόδειξη σωματικής αντίστασης κινδυνεύει να αποτύχει στην προστασία της σεξουαλικής αυτονομίας και να επιτρέψει την ατιμωρησία.
Η δικονομική υποχρέωση συνεπάγεται το καθήκον των εθνικών αρχών να διενεργούν αποτελεσματική έρευνα σε αξιόπιστες καταγγελίες μεταχείρισης αντίθετης προς τα άρθρα 3 και 8. Για να είναι αποτελεσματική, η έρευνα πρέπει να είναι ικανή να οδηγήσει σε ταυτοποίηση και, κατά περίπτωση, τιμωρία των υπευθύνων, και πρέπει να είναι ενδελεχής, αμερόληπτη και έγκαιρη. Αυτό περιλαμβάνει τη διασφάλιση ιατρικών και εγκληματολογικών αποδεικτικών στοιχείων, μαρτυρικών καταθέσεων και κάθε διαθέσιμου εγγράφου.
Ωστόσο, η δικονομική υποχρέωση αποτελεί υποχρέωση μέσων και όχι αποτελέσματος. Δεν υφίσταται δικαίωμα δίωξης ή καταδίκης συγκεκριμένου προσώπου όταν δεν έχουν σημειωθεί υπαίτιες αστοχίες στις προσπάθειες των αρχών. Το γεγονός ότι μια έρευνα απέδωσε περιορισμένα ή μη οριστικά αποτελέσματα δεν υποδηλώνει, αυτό καθαυτό, οποιαδήποτε αστοχία.
Το Δικαστήριο επεσήμανε ότι όπου παιδιά ενδέχεται να έχουν πέσει θύματα σεξουαλικής κακοποίησης, οι θετικές υποχρεώσεις απαιτούν την αποτελεσματική εφαρμογή του δικαιώματος των παιδιών να αντιμετωπίζονται τα βέλτιστα συμφέροντά τους ως πρωταρχική μέριμνα και να λαμβάνονται επαρκώς υπόψη η ιδιαίτερη ευαλωτότητα και οι ανάγκες τους.
Ως προς το νομοθετικό πλαίσιο
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι μη συναινετικές σεξουαλικές δραστηριότητες τιμωρούνται βάσει του άρθρου 194 του Ποινικού Κώδικα της Ισλανδίας, το οποίο από το 2007 επικεντρώνεται στην απουσία συναίνεσης και όχι στη χρήση βίας, σύμφωνα με τα εξελισσόμενα πρότυπα προστασίας έναντι του βιασμού. Η αιτιολογική έκθεση της τροποποίησης του 2007 επεσήμανε ότι το ουσιώδες στοιχείο του σεξουαλικού αδικήματος είναι η επέλευση σεξουαλικών σχέσεων χωρίς τη συναίνεση του θύματος. Οι τροποποιήσεις του 2018 έθεσαν ακόμη πιο ρητή έμφαση στη συναίνεση, ορίζοντας τον βιασμό με βάση την απουσία ελεύθερα δοθείσας συναίνεσης και διευκρινίζοντας ότι η πλήρης αδράνεια δεν σημαίνει προθυμία συμμετοχής.
Το άρθρο 195 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει αυξημένη ποινή σε περίπτωση επιβαρυντικών περιστάσεων, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων όπου το θύμα είναι κάτω των 18 ετών, αναγνωρίζοντας έτσι την ιδιαίτερη ευαλωτότητα των ανηλίκων.
Όσον αφορά τις δικονομικές εγγυήσεις, το άρθρο 52 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας επιτρέπει την κίνηση ποινικής διαδικασίας αυτεπαγγέλτως, χωρίς να απαιτείται τυπική καταγγελία από το θύμα. Επιπλέον, το άρθρο 41 ενισχύει τη θέση των θυμάτων εγγυώμενο νομική εκπροσώπηση, η οποία είναι υποχρεωτική για θύματα κάτω των 18 ετών.
Το Δικαστήριο κατέληξε ότι, καθ’ όλη τη σχετική περίοδο, η Ισλανδία διέθετε ουσιαστικό και δικονομικό πλαίσιο ικανό, κατ’ αρχήν, να παρέχει αποτελεσματική προστασία έναντι της σεξουαλικής βίας.
Ως προς την επάρκεια των ερευνών
Νομικός χαρακτηρισμός των ισχυρισμών
Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι το άρθρο 194 του Ποινικού Κώδικα διακρίνει μεταξύ βιασμού λόγω απουσίας συναίνεσης μέσω βίας, απειλών ή εξαναγκασμού (πρώτη παράγραφος) και βιασμού λόγω απουσίας συναίνεσης μέσω εξαπάτησης ή εκμετάλλευσης, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων όπου το θύμα είναι αναίσθητο, κοιμάται ή αδυνατεί με άλλον τρόπο να αντισταθεί στην πράξη ή να κατανοήσει τη σημασία της (δεύτερη παράγραφος).
Σε όλες τις τέσσερις υποθέσεις, οι εθνικές αρχές έλαβαν δεόντως υπόψη τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 194 και εξέτασαν, είτε στο ερευνητικό είτε στο εισαγγελικό στάδιο, τόσο την παρουσία ή απουσία συναίνεσης όσο και την ικανότητα των προσφευγουσών να συναινέσουν. Ο νομικός χαρακτηρισμός των ισχυρισμών ήταν επομένως επαρκής και ικανοποιητικός.
Ειδικές εγγυήσεις για τις ανήλικες προσφεύγουσες X και Y
Το Δικαστήριο εξέτασε εάν οι αρχές παρείχαν τις αυξημένες δικονομικές εγγυήσεις που οφείλονταν στις X και Y, οι οποίες ήταν ανήλικες κατά τον χρόνο των φερόμενων αδικημάτων.
Και στις δύο υποθέσεις διορίστηκαν προστάτες νομικών δικαιωμάτων σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και ενημερώθηκαν οι Υπηρεσίες Προστασίας Παιδιών. Στην υπόθεση της X, παρέστη προστάτης νομικών δικαιωμάτων όταν υπέβαλε τη μήνυσή της και κατέθεσε στην αστυνομία. Παραπέμφθηκε από τη Μονάδα Επείγουσας Υποδοχής σε ψυχολόγο για διάγνωση και θεραπεία. Στην υπόθεση της Y, τόσο προστάτης νομικών δικαιωμάτων όσο και εκπρόσωπος των Υπηρεσιών Προστασίας Παιδιών παρέστησαν κατά τη λήψη των καταθέσεών της. Επιπλέον, οι Υπηρεσίες Προστασίας Παιδιών την παρέπεμψαν στο Σπίτι του Παιδιού (Barnahús) για διάγνωση και θεραπεία, όπου διαγνώστηκε με PTSD.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι αρχές εφάρμοσαν τις ειδικές δικονομικές εγγυήσεις για ανήλικα θύματα σύμφωνα με τα πρότυπα της Σύμβασης.
Εύρος των ερευνών
Στην υπόθεση της R.E., η αστυνομία απέκτησε πρόσβαση στις διαδικτυακές επικοινωνίες της με τον ύποπτο K. Εξέτασαν τόσο την R.E. όσο και τον K. και έλαβαν καταθέσεις από έξι μάρτυρες. Οι ερευνητές, αφού αξιολόγησαν την πιθανή συμβολή των υπόλοιπων επτά μαρτύρων, αποφάσισαν να μη διενεργήσουν επίσημες εξετάσεις.
Στην υπόθεση της X, η αστυνομία έλαβε την κατάθεσή της παρουσία προστάτη νομικών δικαιωμάτων. Εξέτασαν επίσης τον ύποπτο F. και αρκετούς μάρτυρες. Απέκτησαν τις σύγχρονες εκθέσεις από τη Μονάδα Επείγουσας Υποδοχής, διενήργησαν εγκληματολογικές έρευνες και εξασφάλισαν πιστοποιητικό από ψυχολόγο. Οι ερευνητές εξέτασαν κάθε πτυχή του συμβάντος και υπέβαλαν στον F. συγκεκριμένες ερωτήσεις σχετικά με το κατά πόσο μπορούσε εύλογα να πιστεύει ότι η X είχε συναινέσει.
Στην υπόθεση της Y, οι ερευνητές εξέτασαν τον ύποπτο T., συνέλεξαν τις ψηφιακές επικοινωνίες των μερών και άκουσαν τέσσερις μάρτυρες που ήταν παρόντες στην κατασκήνωση. Οι αρχές ενημερώθηκαν ότι γυναικολογικές εξετάσεις είχαν διενεργηθεί οκτώ έως εννέα μήνες μετά το συμβάν και ότι είχε διαγνωστεί με PTSD στο Σπίτι του Παιδιού.
Στην υπόθεση της S.O., η έρευνα διενεργήθηκε περίπου έξι χρόνια μετά το φερόμενο συμβάν. Οι αρχές εξέτασαν αμφότερους τους υπόπτους και εξέτασαν μάρτυρες, συμπεριλαμβανομένων προσώπων στα οποία η S.O. είχε αργότερα αποκαλύψει την αφήγησή της. Επανεξέτασαν επίσης ανταλλαγές μέσων κοινωνικής δικτύωσης στις οποίες οι ύποπτοι αναγνώρισαν σεξουαλική δραστηριότητα αλλά ισχυρίστηκαν ότι ήταν συναινετική. Εξέτασαν επίσης εκτενή ιατρική και ψυχολογική τεκμηρίωση σχετικά με την ψυχική κατάσταση της S.O. στα χρόνια μετά το συμβάν.
Το Δικαστήριο κατέληξε ότι, σε όλες τις υποθέσεις, οι αρχές απέκτησαν ιατρικό, ψυχολογικό, φυσικό ή αποδεικτικό υλικό όπου αυτό ήταν διαθέσιμο και εξέτασαν τις προσφεύγουσες, τους υπόπτους και σχετικούς μάρτυρες. Δεν αποδείχθηκε ότι οι αρχές παρέλειψαν να λάβουν προφανή μέτρα ή παραμέλησαν αποδεικτικά στοιχεία που θα μπορούσαν να αλλάξουν ουσιωδώς την αποδεικτική κατάσταση.
Ως προς την ταχύτητα των ερευνών
Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι, όπως και στις υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας, οι υποθέσεις σεξουαλικής επίθεσης παρουσιάζουν εγγενείς αποδεικτικές δυσκολίες, ιδίως όταν καταγγέλλονται μετά την πάροδο χρόνου. Ενώ οι αρχές πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη δυναμική της σεξουαλικής κακοποίησης που μπορεί να εξηγήσει την καθυστερημένη καταγγελία, τέτοιες καθυστερήσεις μπορούν να επηρεάσουν τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και μπορούν θεμιτά να επηρεάσουν την ιεράρχηση των υποθέσεων. Ωστόσο, οι περιορισμοί πόρων ή οι επιχειρησιακές προτεραιότητες δεν μπορούν να δικαιολογήσουν αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη λήψη ουσιωδών μέτρων για διερεύνηση τέτοιων υποθέσεων.
Στην υπόθεση της R.E., το Δικαστήριο σημείωσε ότι υπέβαλε τη μήνυσή της τον Δεκέμβριο 2017, περίπου επτά εβδομάδες μετά τη φερόμενη επίθεση. Εξετάστηκε την ίδια ημέρα και η αστυνομία εξασφάλισε τις ψηφιακές επικοινωνίες της με τον ύποπτο K., ο οποίος εξετάστηκε στις 26 Οκτωβρίου 2018, περίπου δέκα μήνες αργότερα.
Αν και η καθυστέρηση στην εξέταση του K. μπορεί να φαίνεται υπερβολική, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η απαίτηση ταχύτητας δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα και ανεξάρτητα από τις άλλες παραμέτρους, ο συνδυασμός των οποίων καθορίζει την αποτελεσματικότητα μιας έρευνας. Η υπόθεση ταξινομήθηκε εσωτερικά ως προτεραιότητα 2, υποδηλώνοντας ότι η επείγουσα δράση κρίθηκε μη αναγκαία λόγω του αποδεικτικού προφίλ της υπόθεσης. Ο ύποπτος γνώριζε ήδη τις κατηγορίες της R.E. λόγω των προηγούμενων ανταλλαγών τους, και δεν ισχυρίστηκε ότι κάποιο φυσικό ή αποδεικτικό στοιχείο εξαφανίστηκε λόγω της παρέλευσης του χρόνου.
Οι σχετικές περίοδοι ήταν περίπου 13,5 μήνες από την υποβολή της μήνυσης έως την απόφαση της αστυνομίας και 17,5 μήνες έως την τελική εισαγγελική επανεξέταση. Η συνολική πορεία της έρευνας παρέμεινε επομένως εντός του χρονικού πλαισίου που το Δικαστήριο έχει προηγουμένως θεωρήσει συμβατό με την απαίτηση επιμέλειας.
Στην υπόθεση της X, υπέβαλε τη μήνυσή της τον Σεπτέμβριο 2017 σχετικά με γεγονότα που συνέβησαν τον Ιούλιο εκείνου του έτους. Εξετάστηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 2017, ωστόσο ο F. εξετάστηκε μόνο στις 21 Μαρτίου 2018, περισσότερο από έξι μήνες αργότερα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι αρχές δεν παρέμειναν αδρανείς, καθώς απέκτησαν ψυχολογική αξιολόγηση και ανέμεναν τα αποτελέσματα της εγκληματολογικής ανάλυσης. Η συνολική διάρκεια της έρευνας, που ανήλθε σε ένα έτος και οκτώ μήνες έως την απόφαση του Εισαγγελέα και σχεδόν δύο χρόνια συμπεριλαμβανομένης της προσφυγής στον Γενικό Εισαγγελέα, δεν ήταν τέτοια ώστε να υπονομεύσει την αποτελεσματικότητά της.
Στην υπόθεση της Y, η μήνυση υποβλήθηκε τον Μάρτιο 2019 σχετικά με συμβάν τον Ιούλιο 2018. Αν και η μήνυση έγινε περίπου 8 μήνες μετά το συμβάν, οι αρχές ενήργησαν άμεσα μόλις επελήφθησαν του θέματος. Ήτοι έλαβαν καταθέσεις τόσο από την Y όσο και από τον ύποπτο εντός του ίδιου μήνα, και αρκετοί μάρτυρες εξετάστηκαν εντός εβδομάδων. Τα ερευνητικά και εισαγγελικά στάδια ολοκληρώθηκαν τον Σεπτέμβριο 2019, δηλαδή συνολική διάρκεια περίπου 6 μηνών.
Στην υπόθεση της S.O., υπέβαλε τη μήνυσή της τον Μάιο 2018 σχετικά με συμβάν που φερόταν να έλαβε χώρα τον Ιούνιο 2012, έξι (6) χρόνια νωρίτερα. Εξετάστηκε αμέσως, και οι R. και A. εξετάστηκαν τον Αύγουστο και Οκτώβριο 2018. Λαμβάνοντας υπόψη το σημαντικό χρονικό διάστημα πριν από την υποβολή της μήνυσης και την ανάγκη συντονισμού μεταξύ διαφορετικών αστυνομικών περιοχών λόγω της γεωγραφικής θέσης των υπόπτων, η καθυστέρηση 2,5 έως 5 μηνών πριν την εξέτασή τους δεν μπορεί να θεωρηθεί μη εύλογη.
Η S.O. υποστήριξε ότι αυτό το διάστημα δημιούργησε κίνδυνο συνεννόησης. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι σε υποθέσεις που αφορούν φερόμενη αστυνομική κακοποίηση έχει κρίνει ότι οι καθυστερήσεις στην εξέταση των εμπλεκόμενων αξιωματικών, σε συνδυασμό με την απουσία μέτρων αποτροπής επαφής μεταξύ τους, μπορεί να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα της έρευνας λόγω του αυξημένου κινδύνου συνεννόησης που είναι εγγενής στην ιεραρχική υπαγωγή και την κοινή υπηρεσία. Ωστόσο, η παρούσα υπόθεση είναι διαφορετικού χαρακτήρα. Οι ύποπτοι ήταν ιδιώτες, όχι αστυνομικοί, και η φερόμενη επίθεση είχε συμβεί 6 χρόνια νωρίτερα, πολύ πριν οι αρχές λάβουν γνώση του θέματος. Μέχρι την έναρξη της έρευνας, η S.O. είχε ήδη αφηγηθεί τα γεγονότα σε φίλους και συγγενείς της και είχε ανταλλάξει επικοινωνίες με αμφότερους τους υπόπτους. Επομένως, η παρέλευση περίπου 2,5 μηνών μεταξύ των εξετάσεων των υπόπτων δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δημιούργησε πραγματικό και άμεσο κίνδυνο συνεννόησης.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι έρευνες και στις τέσσερις υποθέσεις διενεργήθηκαν χωρίς παράβαση της απαίτησης ταχύτητας. Αν και υπήρξαν αρχικές καθυστερήσεις στην εξέταση των υπόπτων στις υποθέσεις R.E. και X, αυτές δεν υπονόμευσαν την ικανότητα των ερευνών να διαπιστώσουν τις περιστάσεις ή να ταυτοποιήσουν τους φερόμενους ως υπεύθυνους.
Ως προς το άρθρο 14
Το Δικαστήριο εξέτασε εάν οι προσφεύγουσες παρουσίασαν εκ πρώτης όψεως αποδεικτικά στοιχεία δομικής μεροληψίας ή δυσανάλογης επίπτωσης ικανά να μεταθέσουν το βάρος απόδειξης στην Κυβέρνηση.
Το γεγονός ότι η σεξουαλική βία στην Ισλανδία πλήττει κατά κύριο λόγο γυναίκες δεν αποδεικνύει, αυτό από μόνο του, πολιτικές διακρίσεων ή συμπεριφορά εκ μέρους των αρχών. Η Ισλανδία κατατάσσεται υψηλά στις διεθνείς αξιολογήσεις ισότητας των φύλων και έχει αναλάβει πολυάριθμες μεταρρυθμίσεις που στοχεύουν στην αντιμετώπιση της σεξουαλικής βίας, συμπεριλαμβανομένων των νομοθετικών τροποποιήσεων του 2007 και 2018, της δημιουργίας εξειδικευμένων ερευνητικών δομών και της θέσπισης μηχανισμών ιεράρχησης. Καθ’ όλη τη σχετική περίοδο, η Ισλανδία διατήρησε τόσο ουσιαστικό όσο και δικονομικό σύστημα ικανό, κατ’ αρχήν, να παρέχει αποτελεσματική προστασία έναντι της σεξουαλικής βίας. Ενώ τέτοια μέτρα δεν αποκλείουν την πιθανότητα διάκρισης στην πράξη, αντανακλούν τη δέσμευση των αρχών για ενίσχυση της προστασίας έναντι της σεξουαλικής βίας και όχι κάποιο διακριτό εφησυχασμό.
Όσον αφορά τις επικρατούσες στάσεις εντός των αστυνομικών και εισαγγελικών αρχών, το υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υποδήλωσε ότι αστυνομικοί ή εισαγγελείς επιχείρησαν να αποτρέψουν τις προσφεύγουσες από την προώθηση των μηνύσεών τους, υπαινίχθηκαν ότι έφεραν ευθύνη ή επέδειξαν προκατειλημμένες στάσεις προς τα θύματα.
Οι προσφεύγουσες επικαλέστηκαν στατιστικά στοιχεία από τις ετήσιες εκθέσεις του Γενικού Εισαγγελέα για να αποδείξουν χαμηλότερα ποσοστά δίωξης και καταδίκης σε υποθέσεις σεξουαλικής βίας. Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε ότι τέτοια στοιχεία πρέπει να ερμηνεύονται με ιδιαίτερη προσοχή. Τα χαμηλότερα ποσοστά δίωξης μπορούν να εξηγηθούν από αντικειμενικούς παράγοντες άσχετους με διακριτικές στάσεις, καθώς οι υποθέσεις σεξουαλικής βίας παρουσιάζουν εγγενείς αποδεικτικές προκλήσεις που επηρεάζουν τα ποσοστά δίωξης χωρίς αυτό να αντανακλά αναγκαστικά διάκριση. Επιπλέον, τα στατιστικά στοιχεία δεν αποδεικνύουν ότι οι υποθέσεις με άρρενες ως θύματα αντιμετωπίζονται διαφορετικά από τις αρχές.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι προσφεύγουσες δεν θεμελίωσαν επαρκώς εκ πρώτης όψεως υπόθεση δομικής μεροληψίας ή δυσανάλογης επίπτωσης, ικανή να μεταθέσει το βάρος απόδειξης στο Κράτος.
Το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε παραβίαση των άρθρων 3 και 8 της ΕΣΔΑ υπό τη δικονομική τους πτυχή, ούτε και παραβίαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με τα άρθρα 3 και 8.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
«Η δικονομική υποχρέωση αποτελεί υποχρέωση μέσων και όχι αποτελέσματος. Δεν υφίσταται δικαίωμα δίωξης ή καταδίκης συγκεκριμένου προσώπου όταν δεν έχουν σημειωθεί υπαίτιες αστοχίες στις προσπάθειες των αρχών να λογοδοτήσουν οι δράστες. Το γεγονός και μόνο ότι μια έρευνα απέδωσε περιορισμένα ή μη οριστικά αποτελέσματα δεν υποδηλώνει, αυτό καθαυτό, οποιαδήποτε αστοχία» (§ 111).
ΣΧΟΛΙΟ
Η απόφαση R.E. κ.α. κατά Ισλανδίας (αριθ. προσφ. 59809/19, 8034/20, 14407/20 και 17008/20, 13 Ιανουαρίου 2026) αποτελεί σημαντική συμβολή στη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με τις θετικές υποχρεώσεις των Κρατών σε υποθέσεις σεξουαλικής βίας, επιβεβαιώνοντας τα πρότυπα που τέθηκαν στην απόφαση M.C. κατά Βουλγαρίας της 04.12.2003 (αριθ. προσφ. 39272/98, ECHR 2003-XII) και αναπτύσσοντας περαιτέρω την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των ερευνών.
Η απόφαση εντάσσεται στη συνέχεια της νομολογίας που αναπτύχθηκε μετά τις αποφάσεις M.C. κατά Βουλγαρίας και J.L. κατά Ιταλίας της 27.05.2021(αριθ. προσφ. 5671/16, 27 Μαΐου 2021), επιβεβαιώνοντας ότι η απουσία συναίνεσης αποτελεί το κεντρικό στοιχείο του αδικήματος του βιασμού. Η προκειμένη απόφαση εφαρμόζει τα ίδια κριτήρια σε τέσσερις ατομικές προσφυγές, παρέχοντας λεπτομερή καθοδήγηση για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των ερευνών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαφοροποιημένη αξιολόγηση του Δικαστηρίου μεταξύ των διαφορετικών υποθέσεων. Ενώ σε όλες τις υποθέσεις διαπιστώθηκαν ορισμένες καθυστερήσεις, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη το αποδεικτικό προφίλ κάθε υπόθεσης, τον κίνδυνο απώλειας αποδεικτικών στοιχείων και την εξέλιξη της έρευνας μετά τη λήψη των αρχικών μέτρων. Στο πλαίσιο αυτό, επιβεβαιώνεται επίσης ότι η απαίτηση της ταχύτητας δεν εξετάζεται αποκομμένα, αλλά σε συνδυασμό με τα λοιπά κριτήρια αποτελεσματικότητας (πληρότητα, αμεροληψία, ικανότητα ταυτοποίησης υπευθύνων), καθώς και με τη δέσμευση των αρχών να αποφεύγουν πρακτικές που οδηγούν σε δευτερογενή θυματοποίηση, ιδίως μέσω στερεοτυπικών ή ηθικολογικών προσεγγίσεων (βλ. επίσης X κατά Κύπρου της 27.02.25, αριθ. προσφ. 40733/22 §§ 121-123).
Η απόφαση αναδεικνύει τη σημασία που αποδίδει το Δικαστήριο στην ύπαρξη επαρκούς νομοθετικού πλαισίου βασισμένου στη συναίνεση, καθώς και στην εφαρμογή ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων για ανήλικα θύματα. Η αναφορά στη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης και στη Σύμβαση Lanzarote ενισχύει το δογματικό υπόβαθρο της απόφασης (βλ. X κ.α. κατά Βουλγαρίας της 02.02.2021 [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αριθ. προσφ. 22457/16 §§ 127-129 και 192).
Συγκριτική Ανάλυση με νομολογία διεθνών δικαστηρίων
Η προσέγγιση του ΕΔΔΑ στην παρούσα υπόθεση ευθυγραμμίζεται με τη νομολογία του Διαμερικανικού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά με τις θετικές υποχρεώσεις σε υποθέσεις σεξουαλικής βίας. Στην υπόθεση González και λοιποί («Campo Algodonero») κατά Μεξικού της 16.11.2009 (Προδικαστικές Ενστάσεις, Ουσία, Επανορθώσεις και Δικαστικά Έξοδα, Σειρά C αριθ. 205), το Διαμερικανικό Δικαστήριο τόνισε την υποχρέωση των Κρατών να διερευνούν με δέουσα επιμέλεια υποθέσεις βίας κατά γυναικών και να λαμβάνουν υπόψη τη δομική διάκριση που μπορεί να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα των ερευνών.
Ομοίως, η Επιτροπή CEDAW, στη Γενική Σύσταση αριθ. 35 (2017) περί έμφυλης βίας κατά των γυναικών, που επικαιροποιεί τη Γενική Σύσταση αριθ. 19 (υιοθετηθείσα στις 26 Ιουλίου 2017, CEDAW/C/GC/35), έχει υπογραμμίσει ότι τα Κράτη έχουν υποχρέωση δέουσας επιμέλειας να αποτρέπουν, να ερευνούν, να διώκουν και να τιμωρούν πράξεις έμφυλης βίας, ανεξαρτήτως αν διαπράττονται από δημόσιους φορείς ή ιδιώτες.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί η πρόσφατη απόφαση L. κ.α. κατά Γαλλίας της 24.04.2025 (αριθ. προσφ. 46949/21 και 2 άλλες, 24 Απριλίου 2025), στην οποία το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την εξέλιξη προς νομοθετικά πλαίσια βασισμένα στη συναίνεση και όχι στη χρήση βίας ή εξαναγκασμού (§§ 142-147 και 193).
ΚΡΙΤΙΚΗ
Η απόφαση R.E. κ.α. κατά Ισλανδίας είναι δογματικά συνεπής με την προηγούμενη νομολογία του ΕΔΔΑ, ιδίως τις αποφάσεις M.C. κατά Βουλγαρίας (αριθ. προσφ. 39272/98, ECHR 2003-XII), X κ.α.κατά Βουλγαρίας (αριθ. προσφ. 22457/16, 2 Φεβρουαρίου 2021) και B.A. κατά Ισλανδίας (αριθ. προσφ. 17006/20, 26 Αυγούστου 2025). Η εφαρμογή του κριτηρίου της «υποχρέωσης μέσων» είναι μεθοδική και τεκμηριωμένη.
Η καινοτομία της απόφασης έγκειται στη λεπτομερή εξέταση της ιεράρχησης υποθέσεων σεξουαλικής βίας βάσει του κινδύνου απώλειας αποδεικτικών στοιχείων. Το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι η προτεραιοποίηση αποτελεί θεμιτό κριτήριο διαχείρισης υποθέσεων, υπό την προϋπόθεση ότι δεν οδηγεί σε αδικαιολόγητη καθυστέρηση που υπονομεύει την αποτελεσματικότητα της έρευνας (§§ 130-132).
Ωστόσο, η απόφαση θέτει ορισμένα ερωτηματικά:
Πρώτον, η αποδοχή καθυστερήσεων 10 μηνών (υπόθεση R.E. § 131) και 6 μηνών (υπόθεση X, § 134) στην εξέταση υπόπτων μπορεί να δημιουργήσει προηγούμενο για μελλοντικές υποθέσεις. Αν και το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι καθυστερήσεις δεν υπονόμευσαν την ικανότητα διαπίστωσης των περιστάσεων, δεν εξετάζει επαρκώς την επίδραση τέτοιων καθυστερήσεων στην ψυχική κατάσταση των θυμάτων. Η σχετική νομολογία (βλ. M.A. κατά Ισλανδίας της 26.08.2025, αριθ. προσφ. 59813/19, §§ 71-73) υποδεικνύει ότι η αξιολόγηση πρέπει να είναι συνολική, αλλά δεν παρέχει σαφή κριτήρια για τη στάθμιση του ψυχολογικού βάρους της αναμονής.
Δεύτερον, η απόφαση δεν εξετάζει επαρκώς το ζήτημα της δευτερογενούς θυματοποίησης. Ενώ σε άλλες αποφάσεις, όπως η J.L. κατά Ιταλίας (αριθ. προσφ. 5671/16, §§ 137-141) και η X κατά Ελλάδος της 13.02.2024 (αριθ. προσφ. 38588/21, § 86), το Δικαστήριο έχει δώσει ιδιαίτερη έμφαση στην αποφυγή στερεοτύπων και ηθικολογικών σχολίων, στην προκειμένη υπόθεση δεν αναλύεται ο τρόπος με τον οποίο οι αρχές αντιμετώπισαν τις προσφεύγουσες κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Η απουσία μιας πιο συγκεκριμένης στάθμισης ως προς το βιωματικό και διαδικαστικό κόστος που συνεπάγονται οι καθυστερήσεις ή ο τρόπος λήψης καταθέσεων αφήνει το σχετικό κριτήριο σε επίπεδο γενικών αρχών.
Τρίτον, η απόρριψη των ισχυρισμών περί έμφυλης διάκρισης βάσει του επιχειρήματος ότι τα στατιστικά στοιχεία μπορούν να εξηγηθούν από «αντικειμενικούς παράγοντες» (§ 158) μπορεί να φαίνεται ανεπαρκώς τεκμηριωμένη. Το Δικαστήριο δεν εξέτασε σε βάθος τις διαπιστώσεις των διεθνών οργάνων επιτήρησης, όπως η GREVIO, σχετικά με τις ανησυχίες για τη «μάλλον συντηρητική ερμηνεία της έννοιας της συναίνεσης» στην ισλανδική δικαστηριακή πρακτική (§ 79). Η διαφοροποίηση από υποθέσεις όπως η Opuz κατά Τουρκίας (αριθ. προσφ. 33401/02, ECHR 2009, § 195 και επ.) και η N.T. κατά Κύπρου της 03.07.2025 (αριθ. προσφ. 28150/22 § 73), όπου στατιστικές ανισότητες αποτέλεσαν μέρος ενός ευρύτερου προτύπου συστημικών αποτυχιών, θα μπορούσε να είχε αναπτυχθεί περαιτέρω.
Συμπερασματικά, η απόφαση R.E. κ.α. κατά Ισλανδίας αποτελεί χρήσιμη εφαρμογή των κριτηρίων αποτελεσματικής έρευνας σε υποθέσεις σεξουαλικής βίας και αναδεικνύει τη σημασία της ύπαρξης νομοθετικού πλαισίου βασισμένου στη συναίνεση. Παράλληλα, επιβεβαιώνει τον χαρακτήρα της δικονομικής υποχρέωσης ως υποχρέωσης μέσων και όχι αποτελέσματος (§ 111), θέτοντας σαφή όρια στις προσδοκίες για αποτελεσματική προστασία θυμάτων σεξουαλικής βίας.
