Αριθμός 228/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2′ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη – Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο – Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας – αναιρεσιβλήτου: Β. Α. του Χ., κατοίκου …. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Α. Λ.. Του αναιρεσιβλήτου – αναιρεσείοντος: Ι. Δ., κατοίκου … Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ι. Β..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου – αναιρεσείοντος Ι. Δ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: … του ίδιου Δικαστηρίου και 3244/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 13-10-2021 και 24-7-2020 αιτήσεις τους και η πρώτη αναιρεσείουσα την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση με την από 9-11-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο ενάγων Ι. Δ., με την από … αγωγή του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της εναγομένης Β. Α., εξέθετε ότι στις 29.11.1989, δηλαδή μόλις πέντε μήνες μετά τη σύναψη του γάμου του με την εναγομένη, συνέστησε την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία “… με έδρα τον …, αντικείμενο δραστηριοποίησης τη χονδρική εμπορία βιδών και αρχικό μετοχικό κεφάλαιο 30.000.000 δρχ, με ανάληψη υποχρέωσης καταβολής του σε μετρητά στα ταμείο της εταιρίας, αυτός μεν του ποσού των 18.000.000 δρχ, η δε εναγομένη του ποσού των 12.000.000 δρχ., αναλαμβάνοντας ο καθένας τους 1.800 και 1.200 μετοχές, αντίστοιχα, ονομαστικής αξίας 10.000 δρχ. η κάθε μία, πλην όμως, κατόπιν συμφωνίας τους, αυτός θα κατέβαλε στο ταμείο της εταιρίας το πιο πάνω ποσό που είχε αναλάβει να καταβάλει η εναγομένη, χωρίς να δικαιούται να αξιώσει αντάλλαγμα από αυτήν, έχοντας πρόθεση ελευθεριότητας, η δε εταιρία θα μεταβίβαζε τις αντίστοιχες μετοχές απευθείας σ’ αυτήν, όπως και έγινε. Ότι πράγματι η καταβολή του απαιτούμενου συνολικού ποσού για την κεφαλαιακή συγκρότηση της εταιρίας έγινε καθ’ ολοκληρίαν με δικά του χρήματα, αντληθέντα απευθείας από έναν εκ των προσωπικών καταθετικών του λογαριασμών, τόσο δηλαδή του ποσού των 18.000.000 δρχ, που αντιστοιχούσε στην κάλυψη του 60% του κεφαλαίου σύστασης της εταιρίας, που περιήλθε σ’ αυτόν, όσο και του ποσού των 12.000.000 δρχ, που αντιστοιχούσε στην κάλυψη του 40% του κεφαλαίου σύστασης της εταιρίας, που περιήλθε στην εναγομένη. Ότι η κατά τα παραπάνω κάλυψη του ποσού που αντιστοιχούσε στο 40% των μετοχών του κεφαλαίου σύστασης της εταιρίας έγινε από αυτόν με σαφή και μόνη πρόθεση τη δωρεά των μετοχών αυτών προς την εναγομένη, που συγκροτούσαν το μερίδιο συμμετοχής της, με την εν λόγω δε δωρεά την κατέστησε κυρία 1.200 μετοχών, επαυξάνοντας έτσι την περιουσία της και μειώνοντας ισόποσα τη δική του περιουσία, με αποκλειστικό σκοπό την οικονομική και ηθική της στήριξη στα πλαίσια της έγγαμης συμβίωσης. Ότι αντικείμενο της δωρεάς του δεν ήταν το χρηματικό ποσό των 12.000.000 δρχ, αλλά το μετοχικό ποσοστό, καθόσον η αληθής πρόθεση των μερών δεν ήταν να δωρίσει στην αντίδικο το μεγάλο αυτό χρηματικό ποσό αλλά να της δωρίσει το ποσοστό συμμετοχής στην ανώνυμη εταιρία ύψους 40%, να την καταστήσει δηλαδή μέτοχο στην εταιρία του κατά το ποσοστό αυτό, στηρίζοντάς την στην απαρχή της ενήλικης ζωής της και δημιουργώντας της αισθήματα οικονομικής ισοτιμίας και ασφάλειας. Ότι αυτός είναι και ο λόγος που σε όλες τις επιγενόμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου συνέχισε, επί σκοπώ δωρεάς πάντα, να καταβάλλει εξ ιδίων με μετρητά το ποσό που αντιστοιχούσε στο ποσοστό συμμετοχής της εναγομένης, να καλύπτει δηλαδή ουσιαστικά εξ ιδίων όλες τις μετέπειτα αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν με καταβολή μετρητών και συγκεκριμένα: α) αύξηση ποσού 45.000.000 δρχ., δυνάμει της από 1.3.1990 απόφασης της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, το 40% της οποίας αντιστοιχούσε στο ποσό των 18.000.000 δρχ, β) αύξηση ποσού 65.000.000 δρχ., δυνάμει της από 30.6.1994 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης, το 40% της οποίας αντιστοιχούσε στο ποσό των 26.000.000 δρχ, και γ) αύξηση ποσού 80.000.000 δρχ., δυνάμει της από 17.12.1994 απόφασης της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, το 40% της οποίας αντιστοιχούσε στο ποσό των 32.000.000 δρχ. Ότι για τις ανωτέρω αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου καταβλήθηκαν από αυτόν στο ταμείο της εταιρίας με σκοπό τη δωρεά στην αντίδικο των αντίστοιχων μετοχών της αύξησης και με βάση τις μεταξύ τους συμφωνίες, τα χρήματα που αντιστοιχούσαν στο ποσοστό συμμετοχής της αντιδίκου και προκειμένου να το διατηρήσει αυτή σταθερό και να παραμείνει μέτοχος με το ίδιο αρχικό ποσοστό του 40%. Ότι, εν συνεχεία, ακολούθησαν τέσσερις ακόμα αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου και συγκεκριμένα: δ) δυνάμει της από 17.12.2002 απόφασης της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, όπου πρώτα αποφασίστηκε η μείωση της ονομαστικής αξίας κάθε μετοχής από το ποσό των 10.000 δρχ. στο ποσό του 1 ευρώ, αποφασίστηκε αύξηση ποσού 140.404,07 ευρώ, λόγω αναπροσαρμογής παγίων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2095/92 και αύξηση ποσού 160,30 ευρώ, καταβληθέν σε μετρητά, ε) δυνάμει της από 30.12.2006 απόφασης της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, αύξηση ποσού 55.356,00 ευρώ, λόγω αναπροσαρμογής παγίων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2095/92, στ) δυνάμει της από 14.09.2009 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης, αύξηση ποσού 200.000,00 ευρώ, με καταβολή μετρητών, όπου η εναγομένη, ύστερα από μερική μη άσκηση του δικαιώματος προτίμησης των παλαιών μετόχων, απέκτησε μόνο 17.510 μετοχές, μετά την καταβολή από μέρους της, για πρώτη και μοναδική φορά, του ποσού των 17.510 ευρώ, το οποίο είχε εξασφαλίσει από μερίσματα προηγουμένων χρήσεων, που είχε εισπράξει, με αποτέλεσμα το ποσοστό της στο μετοχικό κεφάλαιο να μειωθεί από 40% σε 34% και, τέλος, ζ) δυνάμει της από 29.4.2011 απόφασης της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, αύξηση ποσού 112.400,00 ευρώ, λόγω αναπροσαρμογής παγίων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2095/92. Ότι, κατόπιν των ανωτέρω αυξήσεων, η εναγομένη τυγχάνει πλέον κυρία 392.345 μετοχών, από σύνολο 1.153.956, ονομαστικής αξίας 1 ευρώ εκάστης εξ αυτών, συμμετέχοντας στο μετοχικό κεφάλαιο των 1.153.956 ευρώ με ποσοστό 34%. Ότι η εναγομένη υπήρξε με βαρύ της παράπτωμα αχάριστη απέναντί του, καθώς διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση, προσπάθησε να διαρπάξει τη συμμετοχή του στην άνω ανώνυμη εταιρεία, ενώ, επιπλέον, επεδίωξε και κατάφερε να υπονομεύσει τις σχέσεις αυτού με τη θυγατέρα που απέκτησαν από το γάμο τους, κατά τα ειδικότερα στο αγωγικό δικόγραφο εκτιθέμενα, από τα οποία περιστατικά προκύπτει έλλειψη ευγνωμοσύνης απέναντι στην αφιλοκερδή χειρονομία του να της δωρίσει τα χρήματα για να καταστεί μέτοχος της εταιρίας του. Ότι με αντάλλαγμα ακριβώς τα δωρηθέντα χρήματα και μόνον με αυτά η εναγομένη κατέστη αμέσως κυρία του 40% των μετοχών της πιο πάνω ανώνυμης εταιρίας και συνεπώς η κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού ευθύνη της συνίσταται στην απόδοση των μετοχών αυτών που υποκαθίστανται στα χρήματα που έλαβε, ενώ επίσης ευθύνεται αυτή και στην απόδοση των μερισμάτων που εισέπραξε. Κατόπιν των ανωτέρω και μετά τη νομότυπη παραίτησή του από το δικόγραφο της προηγούμενης από … αγωγής του, που είχε το ίδιο αντικείμενο, αφού δήλωσε εκ νέου ότι ανακαλεί τις γενόμενες υπ’ αυτού κατά τα ανωτέρω προς την εναγομένη δωρεές, ζήτησε: α) να αναγνωριστεί το κύρος της ανωτέρω ανάκλησης, β) να καταδικαστεί η εναγομένη σε δήλωση βούλησης περί μεταβιβάσεως σε αυτόν της κυριότητας 336.622 ανώνυμων μετοχών, ονομαστικής αξίας 1 ευρώ εκάστης, που έλαβε ως υποκατάστατο των δωρηθέντων σε αυτήν χρημάτων και που αντιστοιχούν στο ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου της άνω ανωνύμου εταιρείας, το οποίο κατείχε η εναγομένη κατά το έτος 2007 (δηλαδή στο 40% των 841.556 μετοχών), οπότε και έλαβε χώρα η με το ανωτέρω δικόγραφο της πρώτης αγωγής (από το οποίο αυτός παραιτήθηκε), αρχική δήλωση ανάκλησης και να υποχρεωθεί να του τις αποδώσει, και γ) να καταδικαστεί να του καταβάλει το ποσό των 300.626,41 ευρώ, που έχει λάβει ως μερίσματα εκ των άνω μετοχών από το έτος 1996 και μέχρι το έτος 2014, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επί της παραπάνω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό … οριστική απόφαση του ανωτέρω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία αυτό δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και συγκεκριμένα: α) αναγνώρισε την εγκυρότητα της εκ μέρους του ενάγοντος δήλωσης ανάκλησης των αναφερομένων στην αγωγή δωρεών χρημάτων, που δέχθηκε ότι πράγματι είχαν λάβει χώρα, β) καταδίκασε την εναγομένη σε δήλωση βούλησης περί μεταβιβάσεως στον ενάγοντα της κυριότητας 258.318 μετοχών, που έλαβε ως υποκατάστατο των δωρηθέντων σε αυτήν χρημάτων και την υποχρέωσε να του τις αποδώσει, και γ) υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 65.230,31 ευρώ, που συνιστά το ωφέλημα του πλουτισμού αυτής (μέρισμα των μετοχών που έλαβε από τον χρόνο ανάκλησης των δωρεών μέχρι το έτος 2014). Κατά της άνω οριστικής απόφασης άσκησαν αντίθετες εφέσεις οι διάδικοι, οι οποίες απορρίφθηκαν ως ουσία αβάσιμες με την υπ’ αριθ. 3244/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν οι άνω διάδικοι τις υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι είναι συναφείς αλλά και διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα. … (…). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται “αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών”. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 περ. ε’, 8, 8β, 12, 13, 14, 18 παρ. 4, 24 παρ. 2, 34, 35β παρ. 2, 39 και 40 του Ν. 2190/1920, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, προκύπτει ότι στην ανώνυμη εταιρία, η οποία, ως κεφαλαιουχική ένωση, στηρίζεται στην περιουσιακή συμβολή των εταίρων, ο εταιρικός δεσμός εκφράζεται με τη μετοχή. Η μετοχική σχέση αρχίζει να υφίσταται και μπορεί να μεταβιβασθεί, αφότου η εταιρεία αποκτήσει νομική προσωπικότητα, η δε έκδοση των τίτλων των μετοχών έχει απλώς δηλωτικό χαρακτήρα (ΑΠ 757/2022, ΑΠ 528/2014, ΑΠ 2185/2007). Εξάλλου, κατά το άρθρο 498 ΑΚ, “Για τη σύσταση δωρεάς απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο. Η δωρεά κινητού πράγματος για την οποία δεν συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο ισχυροποιείται αφότου ο δωρητής παραδώσει το πράγμα στο δωρεοδόχο”. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 498 ΑΚ, το οποίο ομιλεί για “παράδοση” και όχι για “εγχείριση” των κινητών πραγμάτων, άρα και των χρημάτων, προκύπτει ότι με τον όρο “παράδοση” δεν αναφέρεται μόνο στη χειρόδοτη παράδοση από το δωρητή στο δωρεοδόχο αλλά και στην πλασματική παράδοση των άρθρων 976 παρ.2 και 978 ΑΚ ώστε, αν ο δωρεοδόχος κατέχει ήδη το δωρούμενο, να μην υποχρεούται να το αναλάβει ο δωρητής από τον κάτοχο δωρεοδόχο και να του το παραδώσει εκ νέου (ΑΠ 534/2002). Ο λόγος της πιο πάνω διατάξεως είναι ότι ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου αποβλέπει στο να εξασφαλίσει το εσκεμμένο και νόμιμο της περί δωρεάς αποφάσεως, ο δε τύπος αυτός αποβαίνει περιττός μόλις o δωρητής εκτέλεσε τη δωρεά δια της παραδόσεως, δηλαδή μόλις αποξενώθηκε και σωματικά της κατοχής του δωρηθέντος, εκδηλώνοντας έμπρακτα την οριστική περί δωρεάς απόφασή του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 505 του ΑΚ, “ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή”. Ως αχαριστία, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, που επικρατούν στην κοινωνία και οφείλεται σε υπαιτιότητά του, προσβάλλει δε άμεσα αγαθά του δωρητή. Το ζήτημα αν η συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που καταδεικνύει την αχαριστία, συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από το δικαστή, ο οποίος για την διαμόρφωση της κρίσης του εκτιμά τη συμπεριφορά αυτή με βάση αντικειμενικά κριτήρια, λαμβάνοντας υπόψη και τον βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητού ή του συζύγου ή στενού συγγενούς του και αποφαίνεται, αν η υπ’ αυτού γενόμενη δεκτή, ως εμπίπτουσα κατά αντικειμενική κρίση στις νομικές έννοιες του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας, συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνιστά στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία. Η κρίση αυτή του δικαστή της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς, όχι ως προς το εάν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ότι αποδείχθηκαν, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 655/2014). Τέλος, το δικαίωμα ανάκλησης της δωρεάς για την ως άνω αιτία, σύμφωνα με το άρθρο 509 του ΑΚ, ασκείται με μονομερή δήλωση του δωρητή, απευθυντέα προς το δωρεοδόχο, η οποία είναι άτυπη, ακόμη και αν αφορά ακίνητο, και συνεπώς μπορεί να ασκηθεί και με αγωγή, πρέπει δε να αναφέρεται σε αυτή και ο λόγος της ανακλήσεως της δωρεάς για τη συγκεκριμένη αιτία, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα, που συνιστούν το βαρύ παράπτωμα του δωρεοδόχου, τα οποία, βεβαίως, δύναται να αμφισβητήσει ο δωρεοδόχος ενώπιον του δικαστηρίου, οπότε και θα αποτελέσουν το αντικείμενο της αποδείξεως, ενώ η μη αναφορά στη δήλωση του λόγου ανάκλησης, καθιστά ανίσχυρη την ανάκληση, αφού στερείται ο δωρεοδόχος του δικαιώματος άμυνας εναντίον της ανάκλησης. Επιφέρει δε η δήλωση περί ανακλήσεως της δωρεάς τα νόμιμα αποτελέσματά της, από το χρόνο που περιέρχεται στο δωρεοδόχο, υπό την προϋπόθεση της αποδείξεως της αληθείας του επικαλούμενου στη δήλωση από το δωρητή ως άνω λόγου ανακλήσεως (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1375/2014, ΑΠ 1832/2011). Κατά συνέπεια, για την ευδοκίμηση της αγωγής περί ανακλήσεως της δωρεάς, πρέπει, αφενός ο λόγος αχαριστίας να υπάρχει κατά το χρόνο της ανάκλησης, αφετέρου να αποδείξει ο ενάγων την αλήθεια του αναφερόμενου στη δήλωση ανάκλησης λόγου και αν αυτός αφορά την επιδειχθείσα από το δωρεοδόχο αχαριστία, να αποδείξει το έναντί του βαρύ παράπτωμα, από το οποίο προήλθε αυτή (ΑΠ 35/2020, ΑΠ 1439/2017, ΑΠ 655/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος και δη ως προς την επικαλούμενη από τον αναιρεσίβλητο κατάρτιση μεταξύ αυτού και της αναιρεσείουσας διαδοχικών συμβάσεων δωρεών και την ανάκληση αυτών, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: “Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο γάμο το καλοκαίρι του έτους 1989, από τον οποίο απέκτησαν μία κόρη, δυνάμει δε, της υπ’ αριθμ. … αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (για την οποία αποδεικνύεται ότι έχει καταστεί τελεσίδικη, δυνάμει της υπ’ αριθμ. … αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, όχι όμως και αμετάκλητη), κηρύχθηκε η λύση του γάμου αυτού. Στα τέλη του ίδιου έτους 1989, ο ενάγων, ο οποίος δραστηριοποιούταν ήδη επιχειρηματικά στον χώρο της εμπορίας βιδών, έχοντας μέχρι τότε προβεί στη σύσταση διαφόρων εταιρειών με συναφές αντικείμενο (ήδη από το έτος 1996 […]) είχε συστήσει την εταιρεία με την επωνυμία “…”, από το έτος … είχε συστήσει την εταιρεία με την επωνυμία “…”, η οποία τροποποιήθηκε, εν συνεχεία, σε ανώνυμη εταιρεία και το έτος 1981 συνέστησε την εταιρεία με την επωνυμία “….”, εταιρείες στις οποίες ο ενάγων συμμετείχε ως ομόρρυθμο μέλος και νόμιμος εκπρόσωπος), ανέλαβε την πρωτοβουλία για την ίδρυση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “…”, με έδρα στον … και αντικείμενο δραστηριοποίησης την εισαγωγή και χονδρική εμπορία βιδών. Η εταιρεία αυτή συνεστήθη, δυνάμει του υπ’ αριθμ. … συμβολαιογραφικού έγγραφου του Συμβολαιογράφου Βόλου, Ι. Π., με αρχικό μετοχικό κεφάλαιο το ποσό των 30.000.000 δρχ, διαιρούμενο σε 30.000 μετοχές, ονομαστικής αξίας 10.000 δρχ. η κάθε μία. Στο αρχικό αυτό μετοχικό κεφάλαιο συμμετείχαν, ο μεν ενάγων κατά ποσοστό 60%, δηλαδή κατά το ποσό των 18.000.000 δρχ., η δε εναγομένη κατά ποσοστό 40%, δηλαδή κατά το ποσό των 12.000.000 δρχ. Παράλληλα, η εναγομένη ορίστηκε ως αντιπρόεδρος και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας, στην οποία και άρχισε να απασχολείται, υπό την ανωτέρω ιδιότητά της, από την αρχή της συστάσεως αυτής έως τα τέλη του έτους 2002 όχι ιδιαίτερα ενεργά, αλλά, από τα τέλη του έτους 2002 – αρχές του έτους 2003 και έως τον Μάϊο του έτους 2006, χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο ενάγων, για προσωπικούς του λόγους (υγείας), απομακρύνθηκε αυτοβούλως από την ουσιαστική διαχείριση της εταιρείας, η εναγομένη ανέλαβε την εκ των πραγμάτων διοίκηση αυτής με ενεργό πλέον ρόλο, με τη βοήθεια του νεοπροσληφθέντος συμβούλου διοίκησης και οργάνωσης Π. Μ., μάρτυρα ανταποδείξεως της αγωγής, τον οποίο συνέστησε στους διαδίκους ο μάρτυς αποδείξεως της αγωγής και οικογενειακός φίλος αυτών, Κ. Β.. Το ανωτέρω αρχικό μετοχικό κεφάλαιο των 30.000.000 δρχ. αυξήθηκε, εν συνεχεία: 1) δυνάμει της από 1.3.1990 απόφασης της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, κατά το ποσό των 45.000.000 δρχ, το οποίο καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου σε μετρητά, αύξηση στην οποία η εναγομένη φέρεται ότι συμμετείχε κατά το ποσοστό της 40%, δηλαδή κατά το ποσό των 18.000.000 δρχ, 2) δυνάμει της από 30.6.1994 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης, κατά το ποσό των 65.000.000 δρχ, το οποίο καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου σε μετρητά, αύξηση στην οποία η εναγομένη φέρεται να συμμετείχε κατά το ποσοστό της 40%, δηλαδή κατά το ποσό των 26.000.000 δρχ., 3) δυνάμει της από 17.12.1994 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης, κατά το ποσό των 80.000.000 δρχ, το οποίο καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου σε μετρητά, αύξηση στην οποία η εναγομένη φέρεται να συμμετείχε κατά το ποσοστό της 40%, δηλαδή κατά το ποσό των 32.000.000 δρχ, 4) δυνάμει της από 17.12.2002 απόφασης της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης (στα πλαίσια της οποίας συμφωνήθηκε πρώτα η μείωση της ονομαστικής αξίας κάθε μετοχής από το ποσό των 10.000 δρχ. στο ποσό του 1 ευρώ), κατά το ποσό των 140.404,07 ευρώ, από αναπροσαρμογή των παγίων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2095/1992, ήτοι χωρίς την καταβολή μετρητών, αύξηση στην οποία καθένας των διαδίκων συμμετείχε κατά το ποσοστό που ήδη κατείχε στο μετοχικό κεφάλαιο, καθώς και κατά το ποσό των 160,30 ευρώ, καταβληθέν σε μετρητά, 5) δυνάμει της από 30.12.2006 απόφασης της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, κατά το ποσό των 55.356 ευρώ, από αναπροσαρμογή των παγίων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2095/1992, ήτοι και πάλι χωρίς την καταβολή μετρητών, απόφαση η οποία, ωστόσο, έχει ήδη ακυρωθεί αμετάκλητα, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 4570/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου …, η οποία επικυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 635/2011 απόφαση του Εφετείου … και, εν συνεχεία, με την υπ’ αριθμ. … απόφαση του Αρείου Πάγου), 6) δυνάμει της από 14.9.2009 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης, κατά το ποσό των 200.000,00 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου σε μετρητά, αύξηση στην οποία η εναγομένη, μετά από μερική μη άσκηση του δικαιώματος προτίμησης που είχε, ως παλαιός μέτοχος, συμμετείχε, μόνον, κατά το ποσό των 17.510 ευρώ, το οποίο κατέβαλε με δικά της χρήματα, πράγμα που ομολογεί με την αγωγή και ο ενάγων, με αποτέλεσμα το ποσοστό της στο μετοχικό κεφάλαιο να μειωθεί από το 40% στο 34%, του υπολειπομένου ποσού της αύξησης καταβληθέντος από τον Ι. Δ., ο οποίος εισήλθε ως νέος μέτοχος στην εταιρεία με ποσοστό συμμετοχής 6% και, τέλος, 7) δυνάμει της από 29.4.2011 απόφασης της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, κατά το ποσό των 112.400,00 ευρώ, λόγω κεφαλαιοποίησης αναπροσαρμογής των παγίων, σύμφωνα με τις διατάξεις του v. 2095/1992, ήτοι χωρίς την καταβολή μετρητών. Έτσι, μετά τις ανωτέρω αυξήσεις, το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας κατέληξε να ανέρχεται σε 1.153.956,00 ευρώ, διαιρούμενο οε 1.153.956 ανώνυμες μετοχές, ονομαστικής αξίας 1 ευρώ η κάθε μία, με την εναγομένη να κατέχει τις 392.345 εξ αυτών, δηλαδή ποσοστό 34%, του μετοχικού κεφαλαίου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, για όλες τις ανωτέρω προμνημονευθείσες αυξήσεις που πραγματοποιήθηκαν με την καταβολή μετρητών (πλην αυτής του έτους 2009, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω), το αναλογούν στη συμμετοχή της εναγομένης χρηματικό ποσό, δεν καταβαλλόταν στην πραγματικότητα από την ίδια, αλλά αποτελούσε κάθε φορά δωρεά προς αυτήν του ενάγοντος συζύγου της, από τον οποίο και καταβαλλόταν απευθείας στο Ταμείο της εταιρείας, με χρήματα αντλούμενα από τον υπ’ αριθμ. … προσωπικό του καταθετικό λογαριασμό στην … (ήδη Eurobank). Η εναγομένη, αν και προσκόμισε έγγραφη βεβαίωση της ανωτέρω Τράπεζας περί του ότι αυτή κατέστη συνδικαιούχος του ανωτέρω λογαριασμού, δεν ζήτησε και δεν αναγράφεται στην ανωτέρω βεβαίωση, ούτε αποδεικνύεται από άλλο έγγραφο ο χρόνος κατά τον οποίο αυτή κατέστη πράγματι συνδικαιούχος, ούτε και η ίδια επικαλέστηκε συγκεκριμένο χρόνο, δεν αμφισβητεί δε ότι ο ανωτέρω λογαριασμός – πριν το γάμο της με τον ενάγοντα- ήταν προσωπικός του τελευταίου και περιείχε δικά του χρήματα, ούτε ισχυρίστηκε ή αποδεικνύεται ότι μετά την τέλεση του γάμου κατέθεσε δικά της χρήματα στον ανωτέρω λογαριασμό με μεταφορά από άλλο λογαριασμό ή κατάθεση μετρητών ή άλλο τρόπο. Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι συνδικαιούχος στον παραπάνω λογαριασμό ήταν τουλάχιστον από το έτος 1996 και ο συγγενής του ενάγοντος Ι. Δ.. Με βάση δε κυρίως τα προσκομιζόμενα αντίγραφα κίνησης του ανωτέρω λογαριασμού, σε αντιπαραβολή με τις γενόμενες στο βιβλίο “…” της ανωτέρω εταιρείας εγγραφές, την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως της αγωγής, κοινού φίλου κατά τον ανωτέρω χρόνο των διαδίκων και την από 19/6/2016 ένορκη βεβαίωση του τρίτου ως άνω μετόχου της εταιρείας Ι. Δ., αποδείχθηκε ότι οι νεοεκδιδόμενες κάθε φορά μετοχές που αποκτούσε η εναγομένη, κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες, αποτελούσαν το αντάλλαγμα των δωρηθέντων κάθε φορά για το σκοπό αυτών χρημάτων εκ μέρους του ενάγοντος. Πρόκειται δηλαδή για δωρεά χρημάτων (διαδοχικές κατά τα ανωτέρω δωρεές), η οποία λάμβανε χώρα, χωρίς μεν τη σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου, αλλά συστηνόταν κάθε φορά με την πραγματική παράδοση των χρημάτων αυτών, η οποία – όπως συμφώνησαν οι διάδικοι- γινόταν με την απευθείας παράδοση αυτών από τον ενάγοντα- ο οποίος έτσι αποξενώθηκε έτσι οριστικά από την κατοχή, νομή και κυριότητα αυτών- σε τρίτο νομικό πρόσωπο, αλλά για λογαριασμό της εναγομένης, ήτοι στην ανωτέρω εταιρεία, με απώτερο σκοπό την απόκτηση των ανωτέρω μετοχών εκ μέρους της τελευταίας, χωρίς όμως να πρόκειται για δωρεά μετοχών (αφού αυτές αποκτήθηκαν εξ αρχής και όχι εικονικώς στο όνομα της εναγομένης από την ανωτέρω εταιρεία, χωρίς να έχει καταστεί ποτέ ιδιοκτήτης, νομέας ή κάτοχος αυτών ο ενάγων) και έτσι νομίμως συστήθηκε,… η ένδικη δωρεά χρημάτων (ακριβέστερα οι ανωτέρω διαδοχικές πράξεις δωρεάς), γεγονότα που επικαλείται και ο ενάγων στην αγωγή του και αποδείχθηκαν ως ουσιαστικά βάσιμα. Ειδικότερα, από την αντιπαραβολή των κινήσεων του ως άνω υπ’ αριθμ. … λογαριασμού με τις γενόμενες στο βιβλίο “…” της ανωτέρω εταιρείας εγγραφές, αποδεικνύεται ότι αναλήφθηκαν από τον ως άνω λογαριασμό χρηματικά ποσά που καλύπτουν σε ύψος, κατά τα ανωτέρω έτη ίδρυσης και αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου, τα πραγματοποιηθέντα από την ανώνυμη εταιρεία έξοδα, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, μέχρι το έτος 1994, οπότε δεν ίσχυε ακόμα η παρ. 6 του άρθρου 11 του Κ.Ν. 2190/ 1920, η οποία προστέθηκε με την παρ. 1 του αρ. 7 του ν. 2339/ 1995 και αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του αρ. 2 του ν. 2837/2000 και με την οποία κατέστη υποχρεωτική η κατάθεση σε ειδικό τραπεζικό λογαριασμό, στο όνομα της εταιρείας, κάθε καταβαλλομένου προς κάλυψη του αρχικού μετοχικού κεφαλαίου ή προς αύξηση αυτού -ακόμα και μελλοντική- χρηματικού ποσού, παρεχόταν η δυνατότητα στους μετόχους ανωνύμων εταιρειών να προβαίνουν μεν, σε τυπική εγγραφή καταβολής του συνόλου του μετοχικού κεφαλαίου στα βιβλία της εταιρείας, αλλά να καταβάλλουν εν τοις πράγμασι τα αντίστοιχα χρήματα μεταγενέστερα και ανάλογα με τις ανάγκες πληρωμών αυτής (ενδεικτικές είναι οι, κατά το έτος ίδρυσης της εταιρείας, αναλήψεις συνολικού ύψους 34.118.071 δρχ. από την 29.11.1989 27.12.1989 και μάλιστα, ανάληψη ποσού 600.000 δρχ στις 29.11.1989, με αντίστοιχη -κατά την ίδια ημερομηνία- εγγραφή στο βιβλίο Ταμείου της εταιρείας δαπάνης ύψους 622.250 δρχ. για “έξοδα ίδρυσης ως το σχετικό συμβόλαιο σύστασης”, καθώς και ανάληψη ποσού 24.500.000 δρχ. στις 13.12.1989, με αντίστοιχη κατά την ίδια ημερομηνία εγγραφή στο βιβλίο Ταμείου της εταιρείας δαπάνης ύψους 20.000.000 δρχ. “έναντι αγοράς ακινήτου δυνάμει του υπ’ αριθμ. … συμβολαίου) και ύψους 5260,986 δρχ. για “έξοδα ΦΜΑ ως άνω συμβολαίου”). Άλλωστε, κατά τον χρόνο σύστασης της ανωτέρω εταιρείας, ο ενάγων, ηλικίας τότε 41 ετών, είχε ήδη αναπτύξει επαγγελματική δραστηριότητα στον ίδιο χώρο (εμπορίας βιδών), τουλάχιστον από το έτος …, όπως ήδη προεκτέθηκε ανωτέρω, όπου περιγράφεται η συμμετοχή του σε άλλες εταιρείες, ενώ, επιπλέον, διέθετε αξιόλογη ακίνητη περιουσία, βρισκόταν δηλαδή σε τέτοια οικονομική κατάσταση, που μπορούσε να δικαιολογήσει την εκ μέρους του καταβολή των ανωτέρω χρημάτων, ενώ, αντίθετα, η εναγομένη, ηλικίας τότε 25 ετών, είχε μόλις ολοκληρώσει τις σπουδές της στο … και δεν διέθετε η ίδια κάποιο ουσιαστικό ατομικό εισόδημα, ούτε, άλλωστε, αποδείχθηκε ότι απέκτησε εισόδημα από κάποια άλλη πηγή μέχρι την κατά τα ανωτέρω τελευταία αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με μετρητά, κατά το έτος 1994, αφού, μέχρι τότε, αυτή δεν είχε δραστηριοποιηθεί επαγγελματικά σε άλλο χώρο πέρα από την ανωτέρω εταιρεία, από την λειτουργία της οποίας, ωστόσο, ουδείς μέτοχος είχε λάβει κάποιο χρηματικό ποσό μέχρι τότε, αφού δεν είχε λάβει χώρα διανομή μερίσματος μέχρι το ως άνω έτος. Όσον αφορά τον επικαλούμενο από την εναγομένη, με την προσθήκη – αντίκρουση αυτής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, υπ’ αριθμ. … καταθετικό λογαριασμό στην τράπεζα Πειραιώς, με υπόλοιπο ύψους 48.000.000 δρχ το έτος 1989, αποδείχθηκε ότι ο λογαριασμός αυτός είναι κοινός με τον ενάγοντα. Δεν αποδείχθηκε η άντληση χρημάτων από τον λογαριασμό αυτό για την εξυπηρέτηση των σκοπών της εταιρείας, ούτε αποδεικνύεται ότι έλαβε χώρα δωρεά των χρημάτων της συμμετοχής της εναγομένης στην ανωτέρω εταιρεία από τον πατέρα της ή άλλο μέλος της οικογένειάς της, αφού η εναγομένη προσκόμισε μεν διάφορα έγγραφα που αποδεικνύουν την καλή οικονομική κατάσταση του πατέρα της και άλλων μελών της οικογένειάς της, όχι όμως και αποδεικτικά στοιχεία περί της δωρεάς χρημάτων εκ μέρους του πατέρα της ή άλλου μέλους της οικογένειάς της προς αυτήν, με αντίστοιχη καταβολή σε μετρητά ή μεταφορά μέσω τραπέζης ή με ανάληψη ή κατάθεση οποιουδήποτε ποσού από λογαριασμό του πατέρα της ή άλλου συγγενούς της σε δικό της λογαριασμό ή σε λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας ή απευθείας στο Ταμείο αυτής, χωρίς να προβάλλονται και συγκεκριμένοι (με επίκληση ειδικών καταβολών κατά ποσό, ημερομηνία κλπ) σχετικοί ισχυρισμοί από την εναγομένη. Τέλος, η σχετική, περί της ύπαρξης δωρεών, κρίση του Δικαστηρίου, ενισχύεται και από το περιεχόμενο του από 4.5.2006 fax του Κ. Β. (μάρτυρα αποδείξεως της αγωγής και κοινού τότε φίλου των διαδίκων), το οποίο, παρότι ανυπόγραφο, φαίνεται να έχει συνταχθεί μετά την εκτίμηση από τον συντάκτη του των θέσεων αμφοτέρων των διαδίκων και ενόσω δεν είχαν οριστικά διαρρηχθεί οι σχέσεις τους με την αποχώρηση της εναγομένης από την εταιρεία και την έναρξη των δικαστικών διενέξεων μεταξύ τους, όπου αναγράφεται ότι ” .. Το 40% της ΑΕ είναι δωρεά του … (ήτοι του ενάγοντος) και επιστρέφεται σε αυτόν…”. Σημειωτέον, ότι δεν αποδεικνύεται το αντίθετο από το περιεχόμενο των προσκομιζομένων από την εναγομένη εγγράφων (έγγραφες αποδείξεις είσπραξης της ΑΕ, εκδοθείσες στο όνομά της, σχετικές εγγραφές στο … της εταιρείας, πρακτικά ΔΣ περί βεβαίωσης καταβολής του μετοχικού κεφαλαίου, ΦΕΚ δημοσίευσης αυτών, εγκριτικές αποφάσεις Νομαρχίας και Ορκωτών Ελεγκτών και σχετικές από 2/7/2019 και 2/8/2019 ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις), τα οποία από μόνα τους δεν κρίνονται επαρκή για να δικαιολογήσουν την καταβολή του κάθε φορά ποσοστού της εναγομένης στο μετοχικό κεφάλαιο με δικά της χρήματα, δεδομένου του κατά τον χρόνο των καταβολών ισχύοντος ανωτέρω νομοθετικού πλαισίου, που επέτρεπε την υιοθέτηση από τις εταιρείες, ιδίως τις συγγενικές, της ανωτέρω περιγραφείσας πρακτικής (των λογιστικών εγγραφών περί αύξησης και των εν τοις πράγμασι μεταγενέστερων και τμηματικών πραγματικών καταβολών που δεν θα μπορούσαν να γίνουν εμφανή με έναν τυπικό έλεγχο των βιβλίων και του ημερολογίου Ταμείου της Εταιρείας, όπου δεν αναγράφεται, ούτε ήταν δυνατόν να πιστοποιηθεί, η προέλευση των χρημάτων που κατατίθενται μετρητά για λογαριασμό του κάθε μετόχου)… Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε ασκήσει κατά της εναγομένης την προηγούμενη από … και με αριθμ. έκθεση κατάθεσης … αγωγή του, απευθυνομένη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με χρόνο επιδόσεως την … …, με την οποία αυτός ανακάλεσε το πρώτον τις ανωτέρω πραγματοποιηθείσες εκ μέρους του δωρεές χρημάτων, επικαλούμενος ως λόγο αχαριστίας τη σύναψη εξωσυζυγικής σχέσης από την εναγομένη, ισχυρισμό που επαναλαμβάνει με το δικόγραφο της ένδικης αγωγής. Το γεγονός ότι ο ενάγων παραιτήθηκε, με την τελευταία αγωγή του, από το δικόγραφο της προηγουμένως ανωτέρω ασκηθείσας ομοίου περιεχομένου, δεν επηρεάζει την δήλωση βούλησης ανάκλησης, η οποία αναπτύσσει τις έννομες συνέπειές της…, υπό τον όρο- βέβαια- συνδρομής των προϋποθέσεων του κύρους της, μεταξύ των οποίων η απόδειξη της βασιμότητάς του ανωτέρω λόγου ανάκλησης,…. Σχετικά με τον ανωτέρω επικαλούμενο λόγο ανάκλησης, αποδείχθηκε πράγματι ότι η εναγομένη είχε συνάψει και διατηρούσε, κατά τη διάρκεια του γάμου της και μέχρι τον ανωτέρω χρόνο ανάκλησης, εξωσυζυγική σχέση με τον προσληφθέντα κατά το έτος 2002 από τον ενάγοντα σύμβουλο της ανωτέρω ανωνύμου εταιρίας, Π. Μ., μάρτυρα ανταποδείξεως της αγωγής. Περί της σχέσης αυτής καταθέτουν με ένορκες βεβαιώσεις τόσο ο μάρτυρας Ι. Μ., πρώην υπάλληλος της εταιρίας, ο οποίος αναφέρεται σε περιστατικό που έλαβε χώρα στα μέσα του έτους 2004, καταθέτοντας ότι: “Εγώ, τουλάχιστον δυο φορές το μήνα, με το θάρρος που είχα με το ζεύγος Δ., ανέβαινα στου ιδιαίτερο χώρο που εργαζόντουσαν ο Π. Μ. και η Β. Α. για να δω και χαιρετήσω την τελευταία. Μία από τις φορές αυτές και περίπου μέσα 2004 είδα τον κ. Π. Μ. και την κα Β. Α. να φιλιούνται”, καθώς και η μάρτυρας Γ. Λ., επίσης υπάλληλος της ανωτέρω ανωνύμου εταιρείας, η οποία αναφέρεται σε περιστατικό που υπέπεσε στην αντίληψή της την άνοιξη του έτους 2005, καταθέτοντας ότι: “Την άνοιξη του 2005 ανέβηκα απρόσκλητη στο χώρο των γραφείων της εταιρείας που εργαζόντουσαν ο K. Μ. και η κα Β. Α. …. Είδα την κα Β. Α. να κάθεται στο γραφείο δίπλα στον K. Μ.. Οι καρέκλες τους ήταν τραβηγμένες πίσω. Η κα Αντωνίου φορούσε ένα κόκκινο φόρεμα, που κατά μήκος κούμπωνε με χρυσά κουμπιά. Τα δύο τελευταία κουμπιά ήταν ξεκούμπωτα και ο κ. Μ. είχε το δεξί του χέρι ανάμεσα στα πόδια της. Μόλις με αντιλήφθηκε ο Κ. Μ.. τράβηξε το χέρι του και οι δυο τους έδειξαν έντονη αναστάτωση …” …. Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται από την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως της αγωγής και κοινού φίλου (μέχρι την έναρξη των δικαστικών αντιδικιών αυτών) των διαδίκων Κ. Β., ο οποίος μάλιστα σύστησε, κατά τα ανωτέρω, τον Π. Μ. σε αυτούς, ο τελευταίος (ο ίδιος ο Π. Μ.) παραδέχθηκε την ύπαρξη του ερωτικού του δεσμού με την εναγομένη ενώπιόν του, στις αρχές Ιουνίου του 2006, λίγες μέρες αφότου αποκαλύφθηκε η ανωτέρω εξωσυζυγική σχέση από τον ενάγοντα, αμέσως μετά την αποχώρηση τόσο του Π. Μ. και της συζύγου του ενάγοντος από την εταιρεία τον Μάϊο του ίδιου έτους. Σημειωτέον, ότι τα ίδια δέχθηκε και η υπ’ αριθμ. … απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έλυσε τον υφιστάμενο μεταξύ των διαδίκων γάμο, δεχόμενη ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη την αγωγή διαζυγίου του ενάγοντος λόγω ισχυρού κλονισμού, θεμελιούμενου, μεταξύ άλλων, και στην ανωτέρω εξωσυζυγική σχέση της εναγομένης, ανεξαρτήτως του ότι οι σχέσεις των διαδίκων είχαν ήδη αρχίσει να παρουσιάζουν προβλήματα από το έτος 2003 και ήδη κατά τον ανωτέρω χρόνο (αρχές Μαϊου του 2006) λάμβαναν χώρα διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων προκειμένου να εκδοθεί συναινετικό διαζύγιο με ρύθμιση τόσο των θεμάτων της ανωτέρω περιουσίας (μετοχών της εταιρείας) και λοιπών περιουσιακών θεμάτων, όσο και του θέματος της επιμέλειας και διατροφής της θυγατέρας που οι διάδικοι είχαν αποκτήσει κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Πάντως μέχρι τότε (σύμφωνα και με το περιεχόμενο της ίδιας ως άνω αποφάσεως, η οποία κατέστη μεν τελεσίδικη (μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. … απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, κατά τα προεκτεθέντα), αλλά όχι με βεβαιότητα αμετάκλητη αν και κανείς από τους διαδίκους δεν επικαλείται το αντίθετο και έχουν παρέλθει ήδη πάνω από τρία έτη από τη δημοσίευση της ως άνω απόφασης αυτού του Δικαστηρίου) η μεταξύ των διαδίκων διάσταση δεν είχε οδηγήσει σε οριστική διάρρηξη των σχέσεων των διαδίκων, οι οποίοι συγκατοικούσαν στην ίδια στέγη μέχρι το θέρος του έτους 2006, οπότε και η εναγομένη αποχώρησε από τη συζυγική οικία, αμέσως μετά, δηλαδή, την κατά τα ανωτέρω ανακάλυψη από τον ενάγοντα της εξωσυζυγικής της σχέσης με τον Π. Μ., γεγονός το οποίο ενισχύει την κρίση περί της καταλυτικής επίδρασης του ανωτέρω περιστατικού στις υφιστάμενες μεταξύ των διαδίκων σχέσεις. Σημειώνεται ότι ενώ ο Π. Μ.. εμφανιζόταν ως ουδέτερος τρίτος, ο οποίος ήθελε να εργάζεται για την ευόδωση των σκοπών της ως άνω εταιρείας, κρατώντας από αυτήν μακριά τις συνέπειες των προβλημάτων των προσωπικών σχέσεων μεταξύ των μετόχων-διαδίκων και αποχώρησε από αυτήν, επικαλούμενος ότι δεν δύναται πλέον να εργαστεί απρόσκοπτα στην εταιρεία για τον ανωτέρω λόγο, τελικώς κατέστη άτυπος διαπραγματευτής επί των προσωπικών σχέσεων των διαδίκων, εκπροσωπώντας την εναγομένη στις σχετικές ανωτέρω διαπραγματεύσεις, με τον μάρτυρα ανταποδείξεως Κ. Β. να εκπροσωπεί τον ενάγοντα, διοργανώνοντας μάλιστα (ο Π. Μ..) δύο σχετικές συναντήσεις στην οικία του λίγο πριν την ανωτέρω αποκάλυψη. Η κατάθεση του ιδίου ως άνω μάρτυρα ανταποδείξεως αγωγής δεν κρίνεται αξιόπιστη δεδομένου ότι θα ήταν δύσκολο να παραδεχθεί ο ίδιος (όντας έγγαμος ακόμα με άλλη σύζυγο, κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης) εξωσυζυγική του σχέση. Δεν κρίνονται επίσης αξιόπιστες οι προσκομισθείσες εκ μέρους της εναγομένης ως άνω ένορκη βεβαίωση της Ε. Π., όπως και οι λοιπές ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί στα άλλων δικών. Συγκεκριμένα όσες εξ αυτών προέρχονται από εργαζομένους της εταιρείας (Ε. Π., Κ. Β., Γ. Μ., Μ. Γ., Α. Α. και Α. Σ.), αυτοί προσελήφθησαν κατά την περίοδο που την πραγματική διοίκηση της εταιρείας ασκούσε η εναγομένη, σε συνεργασία με τον Π. Μ., οι οποίοι και απεχώρησαν αμέσως μετά την αποχώρηση των τελευταίων, μία εξ αυτών προέρχεται από τον πατέρα της εναγομένης (Χ. Α.) και η άλλη από την Α. Κ., οικιακή βοηθό, η οποία δεν θα μπορούσε να γνωρίζει τι συνέβαινε μεταξύ της εναγομένης και του Π. Μ. στον εργασιακό τους χώρο, όπου περνούσαν τις περισσότερες ώρες της ημέρας. Όσον αφορά δε την από 29/10/2013 ένορκη βεβαίωση του Ν. Γ., που ισχυρίζεται ότι φιλοξενούσε την οικογένεια του Π. Μ. στη … κατά την ημέρα που φέρεται (1η Ιουνίου 2006) ότι παραδέχθηκε στον Κ. Β. την εξωσυζυγική του σχέση με την εναγομένη σε ξενοδοχείο στην Αθήνα, κρίνεται επίσης αναξιόπιστη αφού ελήφθη καθυστερημένα και μάλιστα μετά τη συζήτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (στις 7/10/2013) των αγωγών διαζυγίου των διαδίκων, χωρίς μέχρι τότε να έχει προβληθεί ο σχετικός ισχυρισμός (προσκομίζονται τα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά της δίκης εκείνης, όπου κατέθεσε ως μάρτυρας ο Π. Μ.., χωρίς να έχει αναφερθεί στο γεγονός της ανωτέρω απουσίας του από την Αθήνα κατά τον ανωτέρω χρόνο λόγω φιλοξενίας του στην οικία του ανωτέρω μάρτυρα). Δεν οδηγείται το Δικαστήριο σε αντίθετο συμπέρασμα από το γεγονός ότι ο Π. Μ.. αθωώθηκε από το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα με την υπ’ αριθμ. … απόφαση του Πλημμελειοδικείου Αθηνών για όσα ισχυρίστηκε με την προσκομισθείσα και στο Δικαστήριο αυτό με αριθμ. … ένορκη βεβαίωσή του, δεδομένου ότι κατά την εκδίκαση της ανωτέρω υπόθεσης δεν παραστάθηκε ο νυν ενάγων ως πολιτική αγωγή και δεν προσκόμισε έγγραφα όπως η ανωτέρω απόφαση διαζυγίου, η οποία δεν ελήφθη υπόψη από το ανωτέρω Δικαστήριο, ούτε από το γεγονός ότι ασκήθηκε από την αρμόδια Εισαγγελέα Πρωτοδικών έφεση (η οποία δεν έχει ακόμα εκδικαστεί) κατά της υπ’ αριθ. 2370/7.10.2019 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αθωώθηκε ο Κ. Β.ς για το αδίκημα της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφήμησης, όπου ως ηθικός αυτουργός είχε κατηγορηθεί ο νυν ενάγων, για όσα ο Κ. Β.ς είχε καταθέσει ως μάρτυρας στη δίκη επί του διαζυγίου των διαδίκων περί της ανωτέρω εξώγαμης σχέσης της εναγομένης, αφού αυτή (η έφεση) βασίζεται αφενός στην κατά τα ανωτέρω αθώωση του Π. Μ. για το αδίκημα της ψευδορκίας και αφετέρου σε όσα ο Ν. Γ. κατέθεσε (μαζί με τον Β. Γ.) και ενώπιον του ως άνω ποινικού Δικαστηρίου περί φιλοξενίας του Π. Μ. στη … κατά τον ανωτέρω χρόνο. Ως προς τον ισχυρισμό της εναγομένης (για τον οποίο επίσης γίνεται λόγος στην ανωτέρω έφεση) ότι ο ενάγων ζητούσε από αυτήν, με την από 18/7/2006 εξώδικη δήλωσή του (ήτοι δύο σχεδόν μήνες μετά την επικαλούμενη από τον ενάγοντα αποκάλυψη της ανωτέρω εξωσυζυγικής σχέσης) την τηλεφωνική συσκευή την οποία τής είχε χορηγήσει η εταιρεία, στην οποία είχαν αποσταλεί τα μηνύματα του Π. Μ. που αποδείκνυαν τη σχέση αυτή, αφενός το Δικαστήριο αυτό δεν έλαβε υπόψη του, κατά τα ανωτέρω, τα επικαλούμενα από τον ενάγοντα μηνύματα για την απόδειξη της ανωτέρω σχέσης, αφετέρου δε ο ενάγων θα μπορούσε να πληροφορηθεί την ύπαρξη των μηνυμάτων αυτών και με άλλο τρόπο, όπως από την αντίστοιχη συσκευή του Π. Μ. από την οποία φέρονται ότι αυτά απεστάλησαν, πλην όμως δεν υπάρχει ισχυρισμός από την εναγομένη ότι δεν είχε επιστραφεί τον Μάιο του ανωτέρω έτους, οπότε ο τελευταίος απεχώρησε από την εταιρεία (όπως επιβεβαιώνεται και στο ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε ο Κ. Β. στο τότε δικηγόρο του ενάγοντος Ι. Α. – το οποίο επιβεβαιώνει και ο τελευταίος με σχετική έγγραφη δήλωσή του- όπου αναγράφεται ρητώς ότι “δεν επιστρέφεται το γνωστό τηλέφωνο”, ενώ γίνεται σαφής αναφορά και στη συνάντηση Β. – Μ. στο ανωτέρω ξενοδοχείο). Μάλιστα, κατά την ανωτέρω αναφερόμενη εξέτασή του ως μάρτυρα, στα πλαίσια της δίκης επί του διαζυγίου των διαδίκων, ο Π. Μ.. κατέθεσε ότι το τηλέφωνο από το οποίο ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι απεστάλησαν τα μηνύματα ερωτικού περιεχομένου στην εναγομένη είναι δικό του και σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι τα μηνύματα αυτά εστάλησαν σε άλλη συσκευή και όχι στη συσκευή της εναγομένης, δεν αρνήθηκε δηλαδή την αποστολή αυτών από τη συσκευή που του είχε παραχωρηθεί από την ανωτέρω εταιρεία.
Συνεπώς, από όλα τα ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη και τον σκοπό πραγματοποίησης εκ μέρους του ενάγοντα των προαναφερθεισών δωρεών, εν όψει της έναρξης του κοινού έγγαμου βίου του με την εναγομένη και ανεξαρτήτως του ότι και ο ίδιος ο ενάγων είχε ψυχικά απομακρυνθεί από την εναγομένη ήδη από το έτος 2003, αποδεικνύεται ότι η ανωτέρω επιδειχθείσα συμπεριφορά της τελευταίας, δηλαδή η σύναψη εκ μέρους της εξωσυζυγικού δεσμού, διαρκούντος του γάμου της με τον ενάγοντα, έστω αν και σε αυτόν είχαν παρουσιαστεί ήδη προβλήματα, αποτέλεσε όχι μόνο κρίσιμο κλονιστικό του μεταξύ των διαδίκων γάμου γεγονός, αλλά και -κατ’ επέκταση- υπαίτια, βαριά, αντικοινωνική και δυνάμενη να της καταλογιστεί συμπεριφορά σε βάρος του ενάγοντος, αντίθετη στις κρατούσες περί ευπρέπειας και ηθικής κοινωνικές αντιλήψεις, συνιστώσα ως εκ τούτου την έννοια της αχαριστίας, κατά τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη (για τα κριτήρια αυτής)… Κατόπιν των ανωτέρω, η παραπάνω αναφερθείσα και συνιστώσα την έννοια της αχαριστίας συμπεριφορά της εναγομένης συνιστά βάσιμο λόγο ανάκλησης των εκ μέρους του ενάγοντος πραγματοποιηθεισών προς αυτήν δωρεών και μάλιστα ήδη από το έτος 2007, οπότε και ασκήθηκε- κατά τα ανωτέρω- η πρώτη από … και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης … αγωγή του ενάγοντος, που εδραζόταν στον ανωτέρω λόγο ανάκλησης και για την οποία η εναγομένη έλαβε γνώση στις …, κατά τα προεκτεθέντα.
Συνεπώς, και στο μέτρο που κρίθηκε ως ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος της πρώτης εκ μέρους του ενάγοντος γενομένης ανάκλησης, παρέλκει η εξέταση των λοιπών αναφερόμενων, χρονικά μεταγενέστερων -και προβαλλόμενων το πρώτον με την ένδικη αγωγή- λόγων…”. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την με αριθ. … οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε αναγνωρισθεί η εγκυρότητα της δήλωσης ανάκλησης των επίδικων δωρεών εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, λόγω του ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με βαρύ παράπτωμά της φάνηκε αχάριστη απέναντι στο δωρητή σύζυγό της. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρου 496, 498 και 505 του ΑΚ, διότι τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών αφενός της δωρεάς και αφετέρου του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας της αναιρεσείουσας (εναγομένης δωρεοδόχου) έναντι του αναιρεσίβλητου (ενάγοντος δωρητή) και κατά συνέπεια δικαιολογούν την εφαρμογή τους, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) η αναφερόμενη εκάστοτε εκ μέρους του ενάγοντος παραχώρηση περιουσιακού αντικειμένου (χρημάτων) προς την εναγομένη σύζυγό του γινόταν, κατά τη συμφωνία τους, χωρίς αντάλλαγμα, και συγκεκριμένα το αναλογούν στη συμμετοχή της εναγομένης στο μετοχικό κεφάλαιο της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας χρηματικό ποσό, και δη τόσο για την κάλυψη του αρχικού κεφαλαίου όσο και για την κάλυψη των μετέπειτα αυξήσεων, δεν καταβαλλόταν στην πραγματικότητα από την ίδια, αλλά από τον ενάγοντα απευθείας στο Ταμείο της εταιρείας, με χρήματα αντλούμενα από προσωπικό καταθετικό λογαριασμό του, και, ως εκ τούτου, είχε το χαρακτήρα δωρεάς, οι δε εκδιδόμενες κάθε φορά μετοχές που αποκτούσε η εναγομένη αποτελούσαν το αντάλλαγμα των δωρηθέντων κάθε φορά για το σκοπό αυτών χρημάτων εκ μέρους του ενάγοντος, η οποία δωρεά λάμβανε χώρα, χωρίς τη σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου, αλλά συστηνόταν κάθε φορά με την πραγματική παράδοση των χρημάτων αυτών σε τρίτο νομικό πρόσωπο, αλλά για λογαριασμό της εναγομένης, ήτοι στην ανωτέρω εταιρεία, με απώτερο σκοπό την απόκτηση των ανωτέρω μετοχών εκ μέρους της τελευταίας, χωρίς όμως να πρόκειται για δωρεά μετοχών, αφού αυτές αποκτήθηκαν εξ αρχής και όχι εικονικώς στο όνομα της εναγομένης από την ανωτέρω εταιρεία, χωρίς να έχει καταστεί ποτέ ιδιοκτήτης, νομέας ή κάτοχος αυτών ο ενάγων, και έτσι νομίμως συστήθηκαν οι ανωτέρω διαδοχικές πράξεις δωρεάς, και β) η εναγομένη συνήψε εξωσυζυγικό δεσμό, διαρκούντος του γάμου της με τον ενάγοντα, έστω αν και σε αυτόν είχαν παρουσιαστεί ήδη προβλήματα, η συμπεριφορά της δε αυτή, αντικειμενικά κρινόμενη, ενόψει των συνθηκών και του τρόπου που τελέστηκε, συνιστά υπαίτια, βαριά, αντικοινωνική και δυνάμενη να της καταλογιστεί συμπεριφορά σε βάρος του ενάγοντος, αντίθετη στις κρατούσες περί ευπρέπειας και ηθικής κοινωνικές αντιλήψεις, και αχαριστία προς τον ενάγοντα, ώστε, υπό τις περιστάσεις αυτές, να δικαιολογείται η γενομένη από τον ενάγοντα ανάκληση των ένδικων δωρεών. Το Εφετείο ουδόλως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 454 και 478 του ΑΚ, ούτε άλλωστε, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, ήταν εφαρμοστέες αυτές, και γι’ αυτό ο αντίθετος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση και δη της καταρτίσεως μεταξύ αυτής και του ενάγοντος συμβάσεως ελευθερώσεως, άλλως σύμβασης άφεσης χρέους, περίπτωση που δεν συνέτρεχε με βάση τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενες, σύμφωνα με τις οποίες μεταξύ των διαδίκων συστήθηκαν διαδοχικές δωρεές χρημάτων, με βάση τις οποίες ο ενάγων κατέβαλε κάθε φορά το αναλογούν στην αναιρεσείουσα ποσό, με απώτερο σκοπό την απόκτηση των ανωτέρω μετοχών εκ μέρους της τελευταίας. Επομένως, οι περί του αντιθέτου δεύτερος και έκτος (κατά το πρώτο σκέλος του), από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχες αιτιάσεις για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων, διατεινόμενη με τον μεν δεύτερο λόγο ότι με βάση τις άνω παραδοχές εσφαλμένα δέχθηκε το Εφετείο αφενός μεν ότι είχαν συσταθεί νόμιμες δωρεές για την καταβολή των επίδικων ποσών για τη σύσταση της ανώνυμης εταιρίας και την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου και αφετέρου ότι με την παράδοση των χρημάτων προς την εταιρία ισχυροποιήθηκε η μεταξύ τους δωρεά, με τον δε έκτο λόγο ότι τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά από την προσβαλλόμενη δεν συνιστούν την έννοια της αχαριστίας, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως, ως προς τα ζητήματα της πραγματικής παράδοσης των χρημάτων που ήταν αντικείμενο των επίδικων δωρεών και της εκδηλωθείσας από την αναιρεσείουσα αχαριστίας, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν την επιβαλλόμενη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 498 και 505 ΑΚ, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι αναφέρονται σ` αυτή με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων προέβη σε διαδοχικές δωρεές προς την αναιρεσείουσα των χρημάτων, με τα οποία αυτή αποκτούσε τις κάθε φορά εκδιδόμενες μετοχές της άνω εταιρίας, με την παράδοση των χρημάτων απευθείας στο Ταμείο της εταιρείας και περαιτέρω ότι η αναιρεσείουσα με βαρύ παράπτωμά της φάνηκε αχάριστη απέναντι του δωρητή αναιρεσίβλητου, ώστε, υπό τις περιστάσεις αυτές, να δικαιολογείται η ανάκληση των ένδικων δωρεών. Ειδικότερα, πληρούν το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων του ΑΚ και δικαιολογούν την παραδοχή της ένδικης αγωγής, οι παραδοχές του Εφετείου α) ότι το αναλογούν στη συμμετοχή της εναγομένης χρηματικό ποσό, δεν καταβαλλόταν στην πραγματικότητα από την ίδια, αλλά αποτελούσε κάθε φορά δωρεά προς αυτήν του ενάγοντος συζύγου της, από τον οποίο και καταβαλλόταν απευθείας στο ταμείο της εταιρείας, με χρήματα αντλούμενα από προσωπικό καταθετικό λογαριασμό του, β) ότι οι διαδοχικές κατά τα ανωτέρω δωρεές λάμβαναν χώρα με την πραγματική παράδοση των χρημάτων αυτών, η οποία – όπως συμφώνησαν οι διάδικοι – γινόταν με την απευθείας παράδοση αυτών από τον ενάγοντα σε τρίτο νομικό πρόσωπο, αλλά για λογαριασμό της εναγομένης, ήτοι στην ανωτέρω εταιρεία, με απώτερο σκοπό την απόκτηση των ανωτέρω μετοχών εκ μέρους της τελευταίας, γ) ότι η εναγομένη είχε συνάψει και διατηρούσε, κατά τη διάρκεια του γάμου της και μέχρι τον ανωτέρω χρόνο ανάκλησης, εξωσυζυγική σχέση με τον προσληφθέντα κατά το έτος 2002 από τον ενάγοντα σύμβουλο της ανωτέρω ανωνύμου εταιρίας, Π. Μ., δ) ότι η μεταξύ των διαδίκων διάσταση δεν είχε οδηγήσει σε οριστική διάρρηξη των σχέσεών τους, οι οποίοι συγκατοικούσαν στην ίδια στέγη μέχρι το θέρος του έτους 2006, οπότε και η εναγομένη αποχώρησε από τη συζυγική οικία, αμέσως μετά την ανακάλυψη από τον ενάγοντα της εξωσυζυγικής της σχέσης με τον Π. Μ., και ε) ότι η ανωτέρω επιδειχθείσα συμπεριφορά της εναγομένης αποτέλεσε κρίσιμο κλονιστικό του μεταξύ των διαδίκων γάμου γεγονός, που είχε καταλυτική επίδραση στις υφιστάμενες μεταξύ των διαδίκων σχέσεις, δεδομένου ότι, ενόψει αυτών, αφενός μεν έλαβε χώρα η παράδοση των δωρηθέντων χρημάτων, αφετέρου δε η περιγραφόμενη ανωτέρω συμπεριφορά της αναιρεσείουσας συνιστά βαρύ παράπτωμα και αποδεικνύει έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς τον αναιρεσίβλητο για τις ανωτέρω δωρεές του προς αυτήν, ενώ αντιβαίνει στις κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας και στοιχειοθετεί αντικειμενικά αχαριστία, κατά την έννοια του άρθρου 505 ΑΚ, που δικαιολογεί την ανάκληση των ένδικων δωρεών, η οποία και έλαβε χώρα με την από … προγενέστερη αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας, που επιδόθηκε σ’ αυτήν την …. Δεν ήταν δε αναγκαία η παράθεση και άλλων περιστατικών και δη η αναφορά του συγκεκριμένου χρόνου καταβολής στο ταμείο της εταιρίας των σχετικών ποσών, καθόσον στην προσβαλλόμενη γίνεται ρητή αναφορά στην αντιπαραβολή των κινήσεων του ως άνω λογαριασμού του αναιρεσίβλητου με τις γενόμενες στο βιβλίο “…” της ανωτέρω εταιρείας εγγραφές, από τις οποίες και αποδεικνύεται, κατά την κρίση του Εφετείου, ότι αναλήφθηκαν από τον ως άνω λογαριασμό του αναιρεσίβλητου χρηματικά ποσά που καλύπτουν σε ύψος, κατά τα ανωτέρω έτη ίδρυσης και αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου, τα πραγματοποιηθέντα από την ανώνυμη εταιρεία έξοδα, ενόψει και του ότι κατά τις ρητές παραδοχές της προσβαλλόμενης η αναιρεσείουσα δεν προέβη σε καμία καταβολή για την απόκτηση των μετοχών μέχρι και το έτος 2007. Περαιτέρω, καμία αντίφαση δεν υφίσταται ως προς το ζήτημα της αχαριστίας της αναιρεσείουσας, αφού σαφώς διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι ναι μεν οι σχέσεις των διαδίκων είχαν αρχίσει να παρουσιάζουν προβλήματα από το έτος 2003 και στις αρχές Μαϊου του 2006 λάμβαναν χώρα διαπραγματεύσεις μεταξύ τους προκειμένου να εκδοθεί συναινετικό διαζύγιο με ρύθμιση τόσο των περιουσιακών θεμάτων, όσο και του θέματος της επιμέλειας και διατροφής της θυγατέρας τους, πλην όμως μέχρι τότε η μεταξύ των διαδίκων διάσταση δεν είχε οδηγήσει σε οριστική διάρρηξη των σχέσεων των διαδίκων, οι οποίοι συγκατοικούσαν στην ίδια στέγη μέχρι το θέρος του έτους 2006, οπότε και η εναγομένη αποχώρησε από τη συζυγική οικία, αμέσως μετά, δηλαδή, την κατά τα ανωτέρω ανακάλυψη από τον ενάγοντα της εξωσυζυγικής της σχέσης με τον Π. Μ., γεγονός το οποίο από μόνο του είναι ικανό να οδηγήσει στην κρίση περί της καταλυτικής επίδρασης του ανωτέρω περιστατικού στις υφιστάμενες μεταξύ των διαδίκων σχέσεις, συνιστώντας σε κάθε περίπτωση την νομική έννοια της αχαριστίας, ενόψει και του ότι κατά τις άνω παραδοχές τα προβλήματα στις σχέσεις των διαδίκων άρχισαν από το έτος 2003, μετά δηλαδή την πρόσληψη του Π. Μ.. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος και έκτος (κατά το δεύτερο σκέλος του) λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της παράδοσης των χρημάτων που αποτέλεσαν και το αντικείμενο των δωρεών, καθώς επίσης και ως προς το ζήτημα της αχαριστίας της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000). Μέσω του παραπάνω, από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναίρεσης, ελέγχονται, πλην άλλων, τα όρια του παραδεκτού της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 201/2021, ΑΠ 2078/2009). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111, 216 παρ. 1, 224, 335, 337, 338 και 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που επικαλούνται και αποδεικνύουν οι διάδικοι, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος ή υποχρέωσης). Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α’ ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η απαγόρευση, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό της ιστορικής βάσης της αγωγής, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα. Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη), τα οποία συνιστούν προϋπόθεση, χωρίς τη συνδρομή της οποίας θα ήταν αδύνατη η γένεση της διαγνωστέας έννομης σχέσης ή συνέπειας ή τα οποία μπορούν μόνο αυτά να θεμελιώσουν νέα αγωγή. Αντίθετα, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής η συγκεκριμενοποίηση αόριστης νομικής έννοιας (όπως η αμέλεια, ο δόλος κλπ.) από τον ενάγοντα με τις προτάσεις του ή από το δικαστήριο με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη σχετική αόριστη νομική έννοια, ούτε η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής (ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ 315/2021, ΑΠ 1867/2017, ΑΠ 314/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως “πράγματα”, κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Επομένως, “πράγματα” κατά την έννοια αυτή, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 1781/2017), όπως και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003). Δεν ιδρύεται όμως ο ως άνω λόγος, όταν το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό της διαφοράς με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται με πληρότητα στην αγωγή (ΑΠ 925/2017, ΑΠ 1392/2014, ΑΠ 108/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τους αριθ. 8 και (κατ’ εκτίμηση) 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν εκ μέρους του αναιρεσίβλητου και δη ότι, ενώ ο τελευταίος με την ένδικη αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι αντικείμενο των επίδικων δωρεών δεν ήταν τα χρήματα αλλά το ποσοστό συμμετοχής της ιδίας στο ιδρυτικό κεφάλαιο της εταιρίας και των μετέπειτα αυξήσεών του, η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι συντελέστηκε έγκυρη δωρεά χρημάτων, λαμβάνοντας έτσι υπόψη ανύπαρκτη βάση αγωγής ή, σε κάθε περίπτωση, μετέβαλε τη βάση της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, κατ’ αμφότερα τα σκέλη του, καθόσον, από το προαναφερθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, συνολικά λαμβανόμενο υπόψη, συνάγεται ότι ο αναιρεσίβλητος θεμελιώνει την αγωγή του στην κατάρτιση μεταξύ αυτού και της αναιρεσείουσας άτυπων συμβάσεων δωρεάς χρημάτων, με βάση τα οποία και κατέστη η αναιρεσείουσα κυρία του 40% των μετοχών της πιο πάνω ανώνυμης εταιρίας. Η αναφορά στην τελική πρόθεσή του αναιρεσίβλητου περί δωρεάς των εν λόγω μετοχών στην αναιρεσείουσα δεν μπορεί να οδηγήσει στην κρίση ότι αντικείμενο των δωρεών δεν ήταν τα χρήματα αλλά οι μετοχές, καθόσον από το όλο περιεχόμενο της αγωγής σαφώς συνάγεται ότι ο αναιρεσίβλητος δεν απέκτησε ποτέ τις επίδικες μετοχές ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για δωρεά τους προς την αναιρεσίβλητη, ρητά δε στη συνέχεια αναφέρει ο αναιρεσίβλητος προς θεμελίωση των αξιώσεών του ότι με αντάλλαγμα ακριβώς τα δωρηθέντα χρήματα και μόνο με αυτά η αναιρεσείουσα κατέστη αμέσως κυρία του 40% των μετοχών της πιο πάνω ανώνυμης εταιρίας, ευθυνόμενη στην απόδοση των μετοχών αυτών που έλαβε ως υποκατάστατο των δωρηθέντων σε αυτήν χρημάτων. Επομένως, δεχόμενο το Εφετείο ότι πρόκειται για δωρεά χρημάτων με απώτερο σκοπό την απόκτηση των ανωτέρω μετοχών εκ μέρους της αναιρεσείουσας, χωρίς όμως να πρόκειται για δωρεά μετοχών και έτσι νομίμως συστήθηκε η ένδικη δωρεά χρημάτων, δεν έλαβε υπόψη ανύπαρκτη βάση της αγωγής, ούτε μετέβαλε απαραδέκτως την υπάρχουσα βάση της, αλλά λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσέδωσε στα επικαλούμενα και αποδειχθέντα περιστατικά τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπήγαγε τους άνω προβαλλόμενους ισχυρισμούς του αναιρεσίβλητου στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας, ήτοι την κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων διαδοχικών συμβάσεων δωρεάς χρημάτων και όχι μετοχών. Ως εκ τούτου, ο σχετικός πιο πάνω πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, κατ’ αμφότερα τα σκέλη του. Από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, συνάγεται ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος (ΑΠ 573/2018, ΑΠ 412/2011). Εξάλλου, στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 438 του ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο η ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ιδίου Κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 του ΚΠολΔ είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς ν` απαιτείται να προσβληθεί το δημόσιο έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιον του. Στην περίπτωση αυτή είναι επιτρεπτή η ανταπόδειξη, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως μάρτυρες, ιδιωτικά έγγραφα, αλλά και δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 348/2021, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 445/2019). Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 444 παρ. 1 περ. α, β και 448 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, τα νομοτύπως τηρούμενα από τους εμπόρους εμπορικά βιβλία αποτελούν, μεταξύ εμπόρων ή άλλων προσώπων υποχρεωμένων να τηρούν όμοια βιβλία, πλήρη απόδειξη για όσα αναφέρονται σ’ αυτά, αλλά επιτρέπεται ανταπόδειξη (ΑΠ 1078/2017), της οποίας η έκταση ταυτίζεται με αυτή των λοιπών ιδιωτικών εγγράφων (άρθρ. 445 ΚΠολΔ), ήτοι με την απόδειξη του αντιθέτου, με κάθε είδους αποδεικτικό μέσο, χωρίς την ανάγκη προσβολής του εγγράφου ως πλαστού.Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως, από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που είχε επικαλεστεί και προσκομίσει η ίδια, καθόσον, ενώ προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι αυτή κατέβαλε στα ταμείο της εταιρίας τη συμμετοχή της για την κάλυψη του μετοχικού κεφαλαίου, προσκόμισε και επικαλέσθηκε τα αναφερόμενα έγγραφα της άνω εταιρίας, από τα οποία προκύπτει ότι αυτή κατέβαλε τα σχετικά ποσά, τα οποία ως εμπορικά βιβλία συνιστούν πλήρη απόδειξη, καθώς και τις αναφερόμενες εκθέσεις της αρμόδιας Νομαρχίας, με τις οποίες πιστοποιήθηκε η καταβολή των ποσών του μετοχικού κεφαλαίου, που ως δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη, το Εφετείο δεν προσέδωσε στα άνω έγγραφα, ως προς την καταβολή από την ίδια των επίδικων ποσών, τη δέουσα (πλήρη) αποδεικτική δύναμη αυτών, πράγμα το οποίο άσκησε ουσιώδη επιρροή στις παραδοχές του Εφετείου και συνακόλουθα στην έκβαση της δίκης, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν απέδειξε τον άνω ισχυρισμό της με τα εν λόγω προσκομισθέντα δημόσια έγγραφα, ούτε και με τις προσκομισθείσες αποδείξεις της εταιρίας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Και τούτο, διότι, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, τα περιεχόμενα στα άνω δημόσια έγγραφα, ως προς την καταβολή των ποσών του μετοχικού κεφαλαίου, είναι από εκείνα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους, αφού δεν βεβαιώνονται σ’ αυτά ότι έγιναν από το συντάκτη τους ή ότι έγιναν ενώπιον του. Επομένως, κατ’ αυτού του περιεχομένου επιτρέπεται ανταπόδειξη μετά από αξιολόγηση του λοιπού αποδεικτικού υλικού, όπως και έγινε εν προκειμένω. Επίσης, και κατά του περιεχομένου των άνω εγγράφων της ανώνυμης εταιρίας επιτρέπεται ανταπόδειξη, μετά από αξιολόγηση του λοιπού αποδεικτικού υλικού, όπως και έγινε εν προκειμένω, ενόψει μάλιστα και της παραδοχής της προσβαλλόμενης ότι μέχρι το έτος 1994 παρεχόταν η δυνατότητα στους μετόχους ανωνύμων εταιρειών να προβαίνουν μεν σε τυπική εγγραφή καταβολής του συνόλου του μετοχικού κεφαλαίου στα βιβλία της εταιρείας, αλλά να καταβάλλουν εν τοις πράγμασι τα αντίστοιχα χρήματα μεταγενέστερα και ανάλογα με τις ανάγκες πληρωμών αυτής, εν προκειμένω δε, κατά τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης, ο αναιρεσίβλητος απέδειξε ότι οι καταβολές δια μετρητών στην αρχική καταβολή και σε κάθε αύξηση κεφαλαίου γινόταν αποκλειστικά από τον ίδιο, με βάση την αντιπαραβολή των κινήσεων του ως άνω υπ’ αριθμ. … λογαριασμού του με τις γενόμενες στο βιβλίο “…” της ανωτέρω εταιρείας εγγραφές. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, η ανάκληση αποκλείεται, αν ο δωρητής έδωσε συγγνώμη στο δωρεοδόχο ή αν πέρασε ένα έτος αφότου ο δωρητής, έχοντας δικαίωμα να ανακαλέσει την δωρεά, πληροφορήθηκε τον λόγο της ανακλήσεως. Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, η τιθέμενη με αυτή ετήσια αποσβεστική προθεσμία προς ανάκληση της δωρεάς, δεν αρχίζει, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν τον λόγο της αχαριστίας, είναι εξακολουθητικά και φθάνουν μέχρι την πράξη ανακλήσεως της δωρεάς, διότι στην περίπτωση αυτή τα ανωτέρω περιστατικά θεωρούνται και λαμβάνονται υπόψη ως ενιαίο σύνολο, οπότε η προθεσμία προς ανάκληση αρχίζει από την τέλεση του τελευταίου παραπτώματος (ΑΠ 1439/2017, ΑΠ 1043/2000, ΑΠ 655/2014, ΑΠ 1375/2014). Εξάλλου, από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων προς εκείνη του άρθρου 256 αρ. 1 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι “Αναστέλλεται η παραγραφή των αξιώσεων: 1. μεταξύ συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου, έστω και αν ύστερα ακυρωθεί, καθώς και μεταξύ προσώπων που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, όσο αυτό ισχύει” και η οποία, κατά τα άρθρα 255 και 279 ΑΚ, εφαρμόζεται και επί της ως άνω ετήσιας αποσβεστικής προθεσμίας για την ανάκληση της δωρεάς, προκύπτει ότι επί δωρεάς μεταξύ συζύγων, που έγινε διαρκούντος του γάμου, η ως άνω ετήσια αποσβεστική προθεσμία της ανακλήσεως της δωρεάς αρχίζει να τρέχει από της αμετακλήτου λύσεως του γάμου και συμπληρώνεται με την πάροδο έτους (ΑΠ 98/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 256 ΑΚ περί αναστολής της παραγραφής των αξιώσεων των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου, καθόσον η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση της ανάκλησης δωρεάς, διότι αντιτίθεται στο σκοπό του άρθρου 510 ΑΚ. Σύμφωνα, όμως, με όσα προεκτέθηκαν, η εν λόγω διάταξη του άρθρου 256 αρ. 1 ΑΚ εφαρμόζεται και επί της ως άνω ετήσιας αποσβεστικής προθεσμίας για την ανάκληση της δωρεάς και ως εκ τούτου επί δωρεάς μεταξύ συζύγων, που έγινε διαρκούντος του γάμου, η ως άνω ετήσια αποσβεστική προθεσμία της ανακλήσεως της δωρεάς αρχίζει να τρέχει από της αμετακλήτου λύσεως του γάμου και όχι προγενέστερα. Επομένως, δεχόμενο το Εφετείο ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε εντός της ετήσιας αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 510 ΑΚ, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 256 περ. 1 αυτού, αφού ο μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενος γάμος δεν είχε λυθεί αμετάκλητα μέχρι και την άσκηση τόσο της ένδικης όσο και της πρώτης ανωτέρω αναφερομένης αγωγής, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, και ο προκείμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 505 και 509 ΑΚ, προκύπτει ότι από την περιέλευση στον δωρεοδόχο της δηλώσεως του δωρητή για ανάκληση της δωρεάς (άρθ. 167 ΑΚ), η οποία είναι άτυπη, η εμπράγματη κατάσταση που υπάρχει κατά το χρόνο που γίνεται η ανάκληση δεν μεταβάλλεται, δηλαδή ο δωρητής δεν αποκτά ξανά την κυριότητα του αντικειμένου της δωρεάς, αλλ` ανατρέπονται “αυτοδικαίως” για το μέλλον (ex nunc) τα αποτελέσματα της ενοχικής συμβάσεως της δωρεάς και ο δωρητής δικαιούται να ζητήσει το αντικείμενο αυτής κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθ. 904 επ. ΑΚ) και ειδικότερα, λόγω λήξεως της αιτίας, για την οποία δόθηκε το πράγμα. Ο δωρεοδόχος λοιπόν, είναι υποχρεωμένος πρωτογενώς να επιστρέψει αυτό τούτο το αντικείμενο της δωρεάς βάσει ενοχής είδους κατά την ΑΚ 904 παρ. 1 εδ. α`. Η αγωγή αυτή είναι προσωπική (ενοχική) και όχι εμπράγματη, στηρίζεται δε στην ενοχική υποχρέωση του δωρεοδόχου προς απόδοση του χωρίς αιτία κατεχομένου πράγματος. Μετά την ανάκληση της δωρεάς, δεν διαπλάσσεται νέα έννομη κατάσταση με την αναπλήρωση της ελλείπουσας δήλωσης βουλήσεως του υποχρέου, αλλά καταδικάζεται απλώς ο υπόχρεος σε επιχείρηση της πράξης. Έτσι η καταδίκη δεν αφορά πέραν της δηλώσεως βουλήσεως και την υπό το προϊσχύσαν δίκαιο τέλεση της δικαιοπραξίας, στην οποία πρωτίστως κατατείνει η δηλωθείσα βούληση (ΑΠ 419/2016, ΑΠ 545/2013 ΑΠ 904/2002). Σε περίπτωση, κατά την οποία τα δοθέντα ήταν χρήματα, με τα οποία ο λήπτης αγόρασε κάποιο πράγμα, κινητό ή ακίνητο, η ευθύνη του συνίσταται στην απόδοση του πράγματος που αγοράστηκε και υποκατέστησε κατ’ αυτό τον τρόπο τα ληφθέντα χρήματα, ενόψει του ότι τούτο αποτελεί το ληφθέν αντάλλαγμα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 908 εδαφ. α’ ΑΚ, το οποίο και είναι υποχρεωμένος να αποδώσει (ΟλΑΠ 1773/1981, ΑΠ 844/2011, ΑΠ 436/2007). Περαιτέρω, από τη στιγμή που ο δωρεοδόχος λάβει τη δήλωση ανάκλησης της δωρεάς, γίνεται κακής πίστεως νομέας του πράγματος και ευθύνεται απέναντι στο δωρητή για απόδοση και του πράγματος και των ωφελημάτων, σαν να είχε επιδοθεί σ’ αυτόν η αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904, 908 και 912 ΑΚ, που εφαρμόζονται σε περίπτωση ανάκλησης δωρεάς κατά παραπομπή από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 509 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ο λήπτης (εν προκειμένω ο δωρεοδόχος) έχει την υποχρέωση να αποδώσει καρπούς μόνο αφότου έμαθε ότι έληξε η αιτία του πλουτισμού του, ήτοι αφότου του κοινοποιήθηκε η κατά τα ανωτέρω δήλωση ανάκλησης της δωρεάς. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος και δη ως προς τις αγωγικές αξιώσεις περί αποδόσεως στον ενάγοντα των μετοχών της άνω ανώνυμης εταιρίας, τις οποίες απέκτησε η εναγομένη με βάση τα δωρηθέντα χρήματα, και των μερισμάτων που έλαβε αυτή από τις ίδιες μετοχές, σε συνέχεια των άνω εκτεθέντων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: “… Κατόπιν των ανωτέρω, συντρέχει- με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού που εφαρμόζονται στην περίπτωση αυτή,…- περίπτωση επιστροφής, από την εναγομένη προς τον ενάγοντα, των μετοχών που αυτή απέκτησε ως αντάλλαγμα των δωρηθέντων χρημάτων και – ειδικότερα- από το σύνολο των 336.622 μετοχών, τις οποίες κατείχε κατά το έτος 2007 και των οποίων και μόνον την επιστροφή ζητεί ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή, του αριθμού των μετοχών που αυτή κατείχε κατά τον ανωτέρω χρόνο, ως αντάλλαγμα των δωρηθέντων σε αυτήν χρημάτων, όχι όμως και των ωφελημάτων που αποκόμισε η εναγομένη μέχρι το χρόνο της γενομένης ανάκλησης, τα οποία μη νομίμως ζητήθηκαν με την υπό κρίση αγωγή και τέτοια θεωρούνται, όχι μόνο τα ληφθέντα εκ των μετοχών μέχρι τότε μερίσματα, αλλά και οι μετοχές που η εναγομένη απέκτησε, όχι ως αντάλλαγμα των δωρηθέντων από τον ενάγοντα χρημάτων, αλλά αυτόματα, λόγω αναπροσαρμογής των πάγιων στοιχείων της ανωνύμου εταιρείας, δηλαδή χωρίς την καταβολή εκ μέρους του ενάγοντος κάποιου χρηματικού ποσού, αλλά αποκλειστικά και μόνο ως αυτόματη συνέπεια της ιδιότητας της εναγομένης ως μετόχου και ανάλογα με το ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου που αυτή κατείχε κατά τον χρόνο της εκάστοτε αναπροσαρμογής, αφού σύμφωνα και με τα αναγραφόμενα στη σχετική νομική σκέψη της παρούσας, η ανάκληση της δωρεάς δεν έχει αναδρομική ενέργεια, αλλά ενεργεί για το μέλλον, δημιουργώντας αξίωση απόδοσης του δωρηθέντος για λήξασα αιτία, όχι όμως και των ωφελημάτων που τυχόν έλαβε ο δωρεοδόχος από το δωρηθέν, κατά το χρονικό διάστημα πριν από την ανάκληση της δωρεάς, ήτοι στις …. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, η εναγομένη απέκτησε, ως αντάλλαγμα των δωρηθέντων σε αυτήν χρημάτων και μέχρι το έτος 2007: 1) 1.200 μετοχές, αξίας 10.000 δρχ. η κάθε μία, κατά την ίδρυση της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας το έτος 1989, ως αντάλλαγμα δωρεάς χρημάτων ύψους 12.000.000 δρχ. από τον ενάγοντα, 2) 1.800 μετοχές, αξίας 10.000 δρχ. η κάθε μία, δυνάμει της από 1.3.1990 απόφασης της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, ως αντάλλαγμα δωρεάς χρημάτων ύψους 18.000.000 δρχ. από τον ενάγοντα, 3) 2.600 μετοχές, αξίας 10.000 δρχ. η κάθε μία, δυνάμει της από 30.6.1994 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης, ως αντάλλαγμα δωρεάς χρημάτων ύψους 26.000.000 δρχ. από τον ενάγοντα και 4) 3.200 μετοχές, αξίας 10.000 δρχ. η κάθε μία, δυνάμει της από 17.12.1994 απόφασης της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, ως αντάλλαγμα δωρεάς χρημάτων ύψους 32.000.000 δρχ. από τον ενάγοντα, δηλαδή συνολικά 8.800 μετοχές, ως αντάλλαγμα δωρεάς χρημάτων από τον ενάγοντα συνολικού ύψους 88.000.000 δρχ (ή 258.254 ευρώ), από το σύνολο μετοχικού κεφαλαίου ύψους 220.000.000 δρχ (ή 645.636 ευρώ). Οι μετοχές αυτές, μετά την γενομένη κατά το έτος 2002, δυνάμει της από 17.12.2002 απόφασης της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, αναπροσαρμογής της αξίας τους από το ποσό των 10.000 δρχ. στο ποσό του 1 ευρώ η κάθε μία, μετατράπηκαν κατά τον ανωτέρω χρόνο (2002) σε 258.254 από σύνολο 645.636 μετοχών, στις οποίες διαιρείτο πλέον το μετοχικό κεφάλαιο, αποτελώντας το 40% αυτών. Επίσης, από την γενομένη, δυνάμει της άνω από 17.12.2002 απόφασης της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, μικρή αύξηση μετοχικού κεφαλαίου με καταβολή μετρητών, ύψους 160,30 ευρώ, η εναγομένη απέκτησε το 40%, δηλαδή (160,30 Χ 40%=) 64 μετοχές, που επίσης αποτελούν αντάλλαγμα δωρηθέντων σε αυτήν χρημάτων. Αντίθετα, οι μετοχές που απέκτησε η εναγομένη, δυνάμει της ίδιας ως άνω απόφασης Γενικής Συνέλευσης, από την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ποσού 140.404,07 ευρώ, καθώς και από την, δυνάμει της από 30.12.2006 απόφασης της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ποσού 55.356,00 ευρώ, δεν υπόκεινται σε ανάκληση, στο μέτρο που αυτές, οφειλόμενες σε αναπροσαρμογή παγίων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2095/92 και όχι σε καταβολή μετρητών εκ μέρους του ενάγοντος, δεν αποτελούν αντάλλαγμα δωρηθέντων στην εναγομένη χρημάτων, αλλά ωφέλεια απορρέουσα από την ιδιότητα της ως μετόχου της εταιρείας κατά το ανωτέρω ποσοστό (40%). Όσον αφορά, τέλος, τις μετοχές που απέκτησε η εναγομένη μετά το έτος 2007 δεν υπάρχει στην αγωγή- κατά τα προεκτεθέντα- αίτημα απόδοσής τους, ούτε ισχυρίστηκε ο ενάγων ότι αποτελούν αντάλλαγμα δωρηθέντων από αυτόν χρημάτων.
Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, ο αριθμός των μετοχών που θα πρέπει η εναγομένη να αναμεταβιβάσει στον ενάγοντα, λόγω της γενομένης εκ μέρους του ανάκλησης δωρεάς, ανέρχεται συνολικά σε 258.318 μετοχές. Το γεγονός δε ότι δεν εκδόθηκαν οι σχετικοί τίτλοι από την ανωτέρω εταιρεία δεν αναιρεί την μετοχική ιδιότητα της εναγομένης, ούτε εμποδίζει την άσκηση των δικαιωμάτων υπέρ και κατά της μετόχου (όπως του δικαιώματος να ζητηθεί η απόδοση αυτών, σύμφωνα με όσα αναγράφονται στη σχετική νομική σκέψη). Εξάλλου, η εναγομένη θα πρέπει να επιστρέψει στον ενάγοντα, ως ωφέλημα, τα μερίσματα που έλαβε από τον χρόνο ανάκλησης των γενομένων προς αυτήν δωρεών, ήτοι μετά τις … και μέχρι το έτος 2014 (όπως ζητείται με την υπό κρίση αγωγή), υπό την ιδιότητά της ως μέτοχος της εταιρείας και που αντιστοιχούν στο ποσοστό που οι ανωτέρω 258.318 μετοχές, που θα πρέπει να επιστρέψει στον ενάγοντα, αντιστοιχούσαν στον εκάστοτε συνολικό αριθμό μετοχών της ανωτέρω εταιρείας. Ειδικότερα: 1) για το χρονικό διάστημα από τις … και μέχρι τις 31.12.2007 (6 μήνες), οπότε οι 258.318 μετοχές αποτελούσαν το 30,69%, του συνολικού αριθμού των 841.556 μετοχών της εταιρείας, η εναγομένη θα πρέπει να επιστρέψει στον ενάγοντα μέρισμα ύψους (59.750,48 ευρώ το σύνολο μερίσματος X 18.337,4 : 12 μήνες = 1.528 ευρώ X 6 μήνες = 9.168,00 ευρώ, 2) για το έτος 2008, όπου δεν έλαβε χώρα αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, η εναγομένη θα πρέπει να επιστρέψει στον ενάγοντα μέρισμα ύψους (54.723,41 ευρώ το σύνολο μερίσματος χ 30,69% = 16.794,61 ευρώ, μείον φόρος μερισμάτων (16.794,61 χ 1.679,46 ευρώ, ήτοι (16.794,61 – 15.115,15 ευρώ, 3) για το έτος 2009, οπότε έλαβε χώρα αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ύψους 200.000 ευρώ και, άρα, οι 258.318 μετοχές, που θα πρέπει να επιστρέψει η εναγομένη στον ενάγοντα, αποτελούσαν πλέον το 24,8% του συνολικού αριθμού του 1.041.556 μετοχών της ανωνύμου εταιρείας, η εναγομένη θα πρέπει να επιστρέψει στον ενάγοντα μέρισμα ύψους (88.022,49 ευρώ το σύνολο μερίσματος Χ 24,8% =) 21.829,57 ευρώ μείον φόρος μερισμάτων (21.829,57 χ 10%=) 2.182,95 ευρώ, ήτοι (21.829,57 – 2.182,95 =) 19.646,62 ευρώ, 4) για το έως 2010, όπου δεν έλαβε χώρα αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, η εναγομένη θα πρέπει να επιστρέψει στον ενάγοντα μέρισμα ύψους (18.308,65 ευρώ το σύνολο μερίσματος χ 24,8%) 4.540,54 ευρώ, μείον φόρος μερισμάτων (4.540,54 χ 21%=) 953,51 ευρώ, ήτοι (4.540,54 – 953,51=) 3.587,03 ευρώ, 5) για το έτος 2011, οπότε έλαβε χώρα αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ύψους 112.400 ευρώ και, άρα, οι 258.318 μετοχές, που θα πρέπει να επιστρέψει η εναγομένη στον ενάγοντα, αποτελούσαν πλέον το 22,38% του συνολικού αριθμού του 1.153.956 μετοχών της ανωτέρω εταιρείας, η εναγομένη θα πρέπει να επιστρέψει στον ενάγοντα μέρισμα ύψους (16.500,00 ευρώ το σύνολο μερίσματος χ 22,38% =) 3.692,7 ευρώ, μείον φόρος μερισμάτων (3.692,7 χ 25%=) 923,175 ευρώ, ήτοι (3.692,7 – 923,175=) 2.769,53 ευρώ, 6) για το έτος 2012, όπου δεν έλαβε χώρα αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, η εναγομένη θα πρέπει να επιστρέψει στον ενάγοντα μέρισμα ύψους (23.100 ευρώ το σύνολο μερίσματος χ 22,38% =) 5.169,78 ευρώ, μείον φόρος μερισμάτων (5.169,78 χ 25%=) 1.292.445 ευρώ, ήτοι (5.169,78 – 3.877,34 ευρώ, 7) για το έτος 2013, όπου δεν έλαβε χώρα αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, η εναγομένη θα πρέπει να επιστρέψει στον ενάγοντα μέρισμα ύψους (25.700 ευρώ το σύνολο μερίσματος χ 22,38% =) 5.751,66 ευρώ, μείον φόρος μερισμάτων (5.751,66 χ 10%=) 575,166 ευρώ, ήτοι (5.751,66 – 575,166=) 5.176,49 ευρώ και 8) για το έτος 2014, όπου δεν έλαβε χώρα αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, η εναγομένη θα πρέπει να επιστρέψει στον ενάγοντα μέρισμα ύψους (29.243,12 ευρώ το σύνολο μερίσματος χ 22,38% =) 6.544,61 ευρώ μείον φόρος μερισμάτων (6.544,61 χ 10%=) 654,46 ευρώ, ήτοι (6.544,61 654,46=) 5.890,15 ευρώ.
Συνεπώς, η εναγομένη θα πρέπει να καταβάλει στον ενάγοντα, για την ανωτέρω αιτία, το συνολικό ποσό των (9.168,00 + 15.115,15 + 19.646,62 + 3.587,03 + 2.769,53 + 3.877,34 + 5.176,49 + 5.890,15 =) 65.230,31 ευρώ. … “. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την με αριθ. … οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσία βάσιμη η ένδικη αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου ως προς τις άνω αγωγικές αξιώσεις. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 496, 505, 509, 904 και 908 παρ. 1 ΑΚ, διότι υπό τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία τα δωρηθέντα ήταν χρήματα, με τα οποία αποκτήθηκαν μετοχές της άνω ανώνυμης εταιρίας, που αποτελούν το ληφθέν αντάλλαγμα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 908 εδαφ. α’ ΑΚ, υποχρεούται η αναιρεσείουσα να αποδώσει τις μετοχές αυτές και όχι τα καταβληθέντα για την απόκτησή τους χρήματα. Επίσης, κρίνοντας το Εφετείο ότι συντρέχει περίπτωση επιστροφής, από την εναγομένη προς τον ενάγοντα, των μετοχών που αυτή απέκτησε ως αντάλλαγμα των δωρηθέντων χρημάτων, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις του ΑΚ, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 949 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι αν ανακληθεί νόμιμα η δωρεά για λόγους αχαριστίας, όπως εν προκειμένω, ο ενάγων δωρητής δικαιούται ενοχικώς σε αυτούσια απόδοση του δωρηθέντος πράγματος ή του υποκατάστατου αυτού, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, σε περίπτωση δε αρνήσεως του δωρεοδόχου, η επαναμεταβίβαση γίνεται με καταδίκη αυτού σε δήλωση βουλήσεως, οπότε στην περίπτωση αυτή, η με τη συνδρομή του νομικού πλάσματος του άρθρου 949 ΚΠολΔ δήλωση βουλήσεως και η δια συμβολαιογραφικού εγγράφου αποδοχή αποτελούν τίτλο εκτελεστό κατά το άρθρο 904 § 1 περ. δ’ ΚΠολΔ, διαφορετικό της από την δικαστική απόφαση, ως εκτελεστό τίτλο, πηγαζούσης απαιτήσεως, προς παράδοση ή απόδοση του πράγματος, εφόσον αυτό απετέλεσε και αντικείμενο της δίκης. Επομένως, ο περί του αντιθέτου έβδομος λόγος αναιρέσεως, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχες αιτιάσεις για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων, διατεινόμενη με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού ότι με βάση τις άνω παραδοχές εσφαλμένα δέχθηκε το Εφετείο ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται στην απόδοση των μετοχών και με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου ότι έπρεπε να αναφέρονται στην αγωγή και να περιλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι νόμιμες πράξεις για τη εκτέλεση της απόφασης, ήτοι η σύνταξη συμβολαίου, η καταβολή φόρων κλπ…, είναι αβάσιμος κατ’ αμφότερα τα σκέλη του. Τέλος, κρίνοντας το Εφετείο ότι η εναγομένη υποχρεούται να επιστρέψει στον ενάγοντα, ως ωφέλημα, τα μερίσματα που έλαβε από τον χρόνο ανάκλησης των γενομένων προς αυτήν δωρεών, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 496, 505, 509, 904, 908 παρ. 1, 961 και 962 του ΑΚ, αφού μετά την ανάκληση της δωρεάς ο δωρεοδόχος υποχρεούται να αποδώσει στον δωρητή, παράλληλα με το πρωτογενές αντικείμενο της δωρεάς ή το αντάλλαγμα αυτού, και τα ωφελήματα που αποκόμισε από το αντικείμενο. Η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι η από 30.12.2006 απόφαση της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης της άνω ανώνυμης εταιρίας, με την οποία έλαβε χώρα αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά το ποσό των 55.356 ευρώ από αναπροσαρμογή των παγίων, έχει ακυρωθεί αμετάκλητα, δεν ασκεί έννομη επιρροή στο ζήτημα της απόδοσης της ωφέλειας που είχε η εναγομένη, αφού, ανεξαρτήτως της ακυρότητας της άνω απόφασης ή και των μεταγενέστερων όμοιων αποφάσεων, αυτή έλαβε πράγματι τα ως άνω μερίσματα και σε κάθε περίπτωση το ζήτημα αυτό αφορά τις μεταξύ της εταιρίας και των μετόχων σχέσεις, ενόψει και του ότι κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 46α Ν. 2190/1920, κάθε ποσό που διανέμεται στους μετόχους κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 44α, 45 και 46 επιστρέφεται από αυτούς που το εισέπραξαν, αν η εταιρεία αποδείξει ότι οι μέτοχοι γνώριζαν ή λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, όφειλαν να γνωρίζουν ότι οι διανομές που έγιναν σ` αυτούς δεν ήταν σύννομες. Επομένως, ο περί του αντιθέτου όγδοος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι οφείλει να επιστρέψει στον ενάγοντα τα μερίσματα που έλαβε μετά το έτος 2007, λόγω έλλειψης νόμιμων αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης της άνω ανώνυμης εταιρίας, είναι αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η εν λόγω πρώτη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις με τις οποίες υποβάλλει σχετικό αίτημα, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Σύμφωνα με το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξέταση της αίτησης επαναφοράς προϋποθέτει την παραδοχή της αναίρεσης (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 698/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, με το από 9.11.2022 αυτοτελές δικόγραφο που κατατέθηκε αυθημερόν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, η αναιρεσείουσα ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και, ειδικότερα, να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος σε επιστροφή του ποσού των 92.989,83 ευρώ που του έχει καταβάλει, με συμψηφισμό με αντίθετες απαιτήσεις της από άλλες αιτίες. Όμως, η αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων είναι απαράδεκτη ως άνευ αντικειμένου, αφού, κατά τα ανωτέρω, η ως άνω αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε. Β.- ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 24 ΙΟΥΛΙΟΥ 2020 ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΟΥ … (πιν. 42). Κατά το άρθρο 961 ΑΚ, “καρποί του πράγματος είναι τα προϊόντα του, καθώς και καθετί που αποκτά κανείς από το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του. Καρποί δικαιώματος είναι οι πρόσοδοι που παρέχει το δικαίωμα σύμφωνα με τον προορισμό του. Καρποί είναι επίσης και οι πρόσοδοι που παρέχει το πράγμα ή το δικαίωμα με βάση κάποια έννομη σχέση (πολιτικοί καρποί)”, κατά δε το άρθρο 962 ΑΚ, “Ωφελήματα είναι όχι μόνο οι καρποί του πράγματος ή του δικαιώματος, αλλά και κάθε όφελος που παρέχει η χρήση του πράγματος ή του δικαιώματος”. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ωφέλημα είναι όχι μόνον οι καρποί του πράγματος (φυσικοί καρποί συμφώνως προς τον προορισμό του ή πολιτικοί καρποί, ήτοι οι πρόσοδοι βάσει έννομης σχέσης) ή του δικαιώματος (οι πρόσοδοι δηλαδή που παρέχει το δικαίωμα συμφώνως προς τον προορισμό του), όπως η έννοια των καρπών, προσδιορίζεται από την ΑΚ 961, αλλά και κάθε όφελος, που η χρήση του πράγματος ή του δικαιώματος παρέχει (ΑΠ 1827/2022, ΑΠ 340/2010, ΑΠ 48/1999). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42 β` και 43 παρ. 1 εδ. γ` και 9 του ν. 2190/20 και 20, 21, 22 και 23 παρ. 2 και 3 του ν. 2065/92 συνάγεται ότι η κεφαλαιοποίηση της υπεραξίας που προκύπτει από την αναπροσαρμογή της αξίας των ακινήτων ανώνυμης εταιρείας γίνεται με την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου είτε με την έκδοση νέων μετοχών είτε με την αύξηση της ονομαστικής αξίας τούτων είτε και με τους δύο τρόπους. Στην περίπτωση έκδοσης νέων μετοχών, οι οποίες διανέμονται δωρεάν, κατά την αναλογία της συμμετοχής τους στο μετοχικό κεφάλαιο, στους, κατά το χρόνο της κεφαλαιοποίησης και της έκδοσης από τη Γενική Συνέλευση της σχετικής απόφασης για τις νέες μετοχές, μετόχους της εταιρίας, δικαιούχος εξ ιδίου δικαιώματος των νέων αυτών μετοχών είναι ο κατά το χρόνο αυτόν κάτοχος παλαιών μετοχών (ΑΠ 1300/2006, ΑΠ 214/2000). Έτσι, εάν ο τελευταίος αυτός μέτοχος απέκτησε με δωρεά τις μετοχές με βάση τις οποίες λαμβάνει κατ’ αναλογία τις εκδιδόμενες για την κεφαλαιοποίηση της υπεραξίας αυτής νέες μετοχές, οι τελευταίες δεν αποτελούν αντικείμενο της γενόμενης δωρεάς, αλλά ωφέλεια του δωρεοδόχου απορρέουσα από την ιδιότητά του ως μετόχου της εταιρείας και συνεπώς, σε περίπτωση που η έκδοση των νέων αυτών μετοχών ανάγεται σε χρόνο πριν από την ανάκληση των προγενέστερων δωρεών, δεν μπορούν να αποδοθούν στον ανακαλέσαντα τις δωρεές αυτές. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι οι μετοχές που απέκτησε η εναγομένη, δυνάμει της από 17.12.2002 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης της άνω ανώνυμης εταιρίας, από την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ποσού 140.404,07 ευρώ, καθώς και από την, δυνάμει της από 30.12.2006 απόφασης της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης της ίδιας εταιρίας, αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ποσού 55.356,00 ευρώ, δεν υπόκεινται σε ανάκληση, στο μέτρο που αυτές, οφειλόμενες σε αναπροσαρμογή παγίων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2095/92, και όχι σε καταβολή μετρητών εκ μέρους του ενάγοντος, δεν αποτελούν αντάλλαγμα δωρηθέντων στην εναγομένη χρημάτων, αλλά ωφέλεια απορρέουσα από την ιδιότητα της ως μετόχου της εταιρείας κατά το ανωτέρω ποσοστό (40%). Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 904, 908, 961 και 962 του ΑΚ, καθόσον οι επίμαχες δύο αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της άνω ανώνυμης εταιρίας έγιναν τα έτη 2002 και 2006, ήτοι πριν την ανάκληση των επίδικων δωρεών χρημάτων, κατόπιν αναπροσαρμογής των παγίων της εταιρίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2095/1992, χωρίς δηλαδή την καταβολή μετρητών και οι νέες μετοχές διανεμήθηκαν δωρεάν στους ήδη μετόχους διαδίκους κατά το ποσοστό που ήδη κατείχε ο καθένας τους στο μετοχικό κεφάλαιο. Πρόκειται δηλαδή για ωφελήματα, καθόσον η εναγομένη απέκτησε τις εν λόγω μετοχές, όχι ως αντάλλαγμα των δωρηθέντων από τον ενάγοντα χρημάτων, αλλά αυτόματα, λόγω αναπροσαρμογής των πάγιων στοιχείων της ανωνύμου εταιρείας, δηλαδή χωρίς την καταβολή εκ μέρους του ενάγοντος κάποιου χρηματικού ποσού, αλλά αποκλειστικά και μόνο ως αυτόματη συνέπεια της ιδιότητας της εναγομένης ως μετόχου και ανάλογα με το ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου που αυτή κατείχε κατά τον χρόνο της εκάστοτε αναπροσαρμογής.
Συνεπώς, με βάση τα παραπάνω, δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση απόδοσης από την εναγομένη στον ενάγοντα και των συγκεκριμένων μετοχών, αφού πρόκειται για ωφελήματα που λήφθηκαν πριν από την ανάκληση των επίδικων δωρεών, η οποία έλαβε χώρα την …. Επομένως, ο μοναδικός, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων του ΑΚ, ισχυριζόμενος ότι η απόληψη των άνω δωρεάν μετοχών δεν αποτελεί όφελος από τις δωρεές των χρημάτων του προς την εναγομένη και τις βάσει αυτών αποκτηθείσες παλαιές μετοχές και άρα έπρεπε να του αποδοθούν και οι μετοχές αυτές, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος προς έρευνα άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από … και … αιτήσεις αναιρέσεως, κατά της υπ’ αριθ. 3244/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από … αίτηση αναιρέσεως. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
Απορρίπτει την υποβληθείσα με το από 9.11.2022 αυτοτελές δικόγραφο αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
Απορρίπτει την … αίτηση αναιρέσεως. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
