ΣτΕ E΄ 6-7/2026
Πρόεδρος: Χρ. Ντουχάνης, Αντιπρόεδρος
Εισηγητές: Δ. Βασιλειάδης, Σύμβουλος Επικρατείας, Ζ. Θεοδωρικάκου, Πάρεδρος
Με τις 6 και 7 /2026 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας απορρίφθηκαν αιτήσεις ακυρώσεως σωματείων και φυσικών προσώπων της περιοχής Μονεμβασίας κατά αποφάσεων του Υπουργείου Πολιτισμού, των περιβαλλοντικών αρχών και του Δήμου Μονεμβασίας, σχετικών με την εγκατάσταση εναερίου αναβατορίου στην Άνω Πόλη της Μονεμβασίας.
Το Δικαστήριο υπενθύμισε την πάγια νομολογία του, κατά την οποία η περιβαλλοντική αδειοδότηση και η αρχαιολογική έγκριση εκδίδονται ύστερα από διαφορετικές διαδικασίες, διακεκριμένες μεταξύ τους, και δεν καθιερώνεται από τον νόμο καμία χρονική προτεραιότητα μεταξύ των δύο, αλλά μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να προηγείται οποιαδήποτε από αυτές, χωρίς αυτό να καθιστά την επόμενη προϊόν “προειλημμένης” απόφασης.
Επί της ουσίας της υπόθεσης, το Δικαστήριο επανέλαβε τον κανόνα ότι το περιβάλλον, φυσικό και πολιτιστικό, συνιστά δικαίωμα του καθενός, από τον κανόνα δε αυτόν δεν εξαιρούνται τα άτομα με αναπηρίες ή τα εμποδιζόμενα άτομα, τα οποία αναμένεται να επωφεληθούν από το αναβατόριο, πολύ περισσότερο ενόψει και των συνταγματικών διατάξεων περί προστασίας των ατόμων με αναπηρίες, αλλά και της ειδικής Διεθνούς Σύμβασης του ΟΗΕ του 2007, η οποία ρητώς αναφέρεται στην πρόσβαση των ατόμων αυτών στους πολιτιστικούς χώρους. Έκρινε, ειδικότερα, ότι τα μνημεία επιτελούν την πολιτιστική τους λειτουργία μόνον ως μέρος της συλλογικής μνήμης, την οποία προϋποθέτουν αλλά και τροφοδοτούν, δεν έχουν δε αυτοαναφορική σημασία ούτε μεταφυσική έννοια και σκοπό, αλλά πρέπει να είναι, κατά το δυνατόν, προσιτά σε όλους. Πρέπει, όμως, όπως κρίθηκε, και οι σχετικές με τη διευκόλυνση των αναπήρων και εμποδιζόμενων ατόμων επεμβάσεις στα μνημεία να εναρμονίζονται με τους πάγιους συνταγματικούς και νομοθετικούς κανόνες, να αποβλέπουν, δηλαδή, όχι μόνο στην ανάδειξη, αλλά και την προστασία του πολιτιστικού στοιχείου με ειδική τεκμηρίωση των αναμενομένων επιπτώσεων της επέμβασης σε αυτό, και να υπόκεινται στις προβλεπόμενες διαδικαστικές εγγυήσεις (γνωμοδοτήσεις αρχαιολογικών συμβουλίων κ.λπ.). Οι κανόνες αυτοί, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην 6/2026 απόφαση, είχαν τηρηθεί στην προκείμενη περίπτωση. Καθ’ όσον, τέλος, αφορά τη λεγόμενη “μηδενική λύση”, δηλαδή τη μη κατασκευή του έργου, κρίθηκε ότι αυτή νομίμως είχε αποκλειστεί, διότι το έργο διευκολύνει όχι μόνο τα εμποδιζόμενα άτομα, αλλά και το αρχαιολογικό προσωπικό, το οποίο έχει την ευθύνη συντήρησης των αρχαιοτήτων της Άνω Πόλης.
Κρίθηκε, στη συνέχεια, με την 7/2026 απόφαση, ότι, εν προκειμένω, είχαν τηρηθεί οι περιορισμοί και της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, ιδιαίτερα αυξημένοι για τη Μονεμβασία, αφού ο τόπος του έργου, εκτός από το αρχαιολογικό του ενδιαφέρον, εμπίπτει και εντός περιοχής του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura 2000. Στο πλαίσιο αυτό, διαπιστώθηκε ότι η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων περιελάμβανε ειδική οικολογική αξιολόγηση, η οποία, όπως κρίθηκε, πληρούσε τις απαιτήσεις επάρκειας και νομιμότητας αιτιολογίας. Επισημάνθηκαν σχετικώς οι αναφορές των μελετών σε κάθε είδος πανίδας, ιδίως πουλιών που διαβιούν στην περιοχή ή διέρχονται από αυτήν, εξετάσθηκε η κατηγορία επικινδυνότητας που ανήκει το καθένα και σταθμίσθηκαν οι κίνδυνοι γι’ αυτά από το έργο, το οποίο, πάντως, αξιολογήθηκε ως περιορισμένης εμβέλειας. Είχαν, εξάλλου, εξετασθεί και εναλλακτικές λύσεις, από τις οποίες, μάλιστα, η αρχικώς επιλεγείσα εγκαταλείφθηκε λόγω των πορισμάτων της σχετικής βραχομηχανικής μελέτης. Εξετάστηκαν, ακόμη, οι αρχιτεκτονικές πλευρές του έργου, οι κτιριακές εγκαταστάσεις του οποίου θα είναι εν μέρει υπόσκαφες, με υλικά της περιοχής (as found). Διαπιστώθηκε, τέλος, ότι και η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η οποία δεν είχε μόνον οικολογικό περιεχόμενο, εγκρίθηκε, πάντως, και από την οικεία αρχαιολογική υπηρεσία, με ειδική πράξη, η οποία κρίθηκε νόμιμη.
