ΑΡΙΘΜΟΣ 92/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ – ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού και Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Καλλιόπης Βαρδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2024, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας – κατηγορουμένης Π. Γ. του Κ., κατοίκου …, η οποία δεν εμφανίστηκε, για αναίρεση της απόφασης 1412/2024 του Β’ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα – κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αρ. πρωτ. 4337/13.6.2024 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Καλλιόπη Βαρδάκη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Παγώνας Ζάκκα με υπ’ αριθμ. πρωτ. 225/17.10.2024, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
“Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 512 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠΔ, την με αριθμό πρωτ.: 4337/13-6-2024 αίτηση αναίρεσης της Π. Γ. του Κ., κατοίκου …, οδός …, κατά της με αριθμό 1412/8-3-2024 απόφασης του Β’ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο και με την οποία αυτή καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών για τις πράξεις: α) της χρήσης πλαστού εγγράφου και β) της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και εκθέτω τα ακόλουθα: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 β, 473 παρ. 1 έως 3 και 474 παρ. 1, 2 και 2Α του ΚΠΔ, προκύπτει, ότι η προθεσμία άσκησης του ένδικου μέσου της αναίρεσης κατά οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, από τον κατηγορούμενο, αν έχει γνωστή διαμονή στην ημεδαπή και είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, είναι πάντοτε εικοσαήμερη, είτε ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή σ` εκείνον που διευθύνει τη φυλακή, αν ο αναιρεσείων κρατείται, είτε ασκείται με κατάθεση δικογράφου στα παραπάνω πρόσωπα, είτε ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, χωρίς να αρχίζει η εν λόγω προθεσμία πριν από την καταχώρηση της τελεσίδικης καθαρογραμμένης απόφασης στο, κατά το άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο (ΑΠ 120/2022, ΑΠ 1065/2020). Εκπρόθεσμη δε άσκηση ενδίκου μέσου συγχωρείται μόνον αν συντρέχει ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που εμπόδισαν τη εμπρόθεσμη άσκηση του. Στην περίπτωση αυτή, στην κατά το άρθρο 474 του ΚΠΔ έκθεση αναίρεσης γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την επικαλούμενη ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά. Ως ανώτερη δε βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του επικαλούμενου αυτό, μη οφειλόμενο σε υπαιτιότητά του, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δε μπορεί ν` αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης ή να υπερνικηθεί με οποιοδήποτε τρόπο ενώ ως ανυπέρβλητο κώλυμα θεωρείται εκείνο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ασκούντος το ένδικο μέσο διαδίκου και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο (ΑΠ 18/2021, ΑΠ 1065/2020, ΑΠ 940/2018).
Περαιτέρω, από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 476 του ισχύοντος ΚΠΔ προκύπτει ότι, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπρόθεσμα, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο (ως Συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει αυτόν που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον συνήγορο αντίκλητό του, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 512 παρ. 1 εδ. α` του ίδιου Κώδικα, αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου κατά το άρθρο 476, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι το Β’ Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλομένη, με αριθμό 1412/8-3-2024 απόφασή του, κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα Π. Γ. του Κ. για τις πράξεις: α) της χρήσης πλαστού εγγράφου και β) της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης (παρ. άρθρων: 1, 2 παρ. 1, 13γ, 14, 26α, 27 παρ. 1, 51, 53, 57, 79, 80, 94, 216 παρ. 2-1 και 220 παρ. 1 του ΝΠΚ) και της επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, ανασταλείσα για τρία (3) έτη. Η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε παρούσας της αναιρεσείουσας, στις 8-3-2024 και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο των καθαρογραμμένων αποφάσεων, του προαναφερθέντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, στις 9-4-2024, με αριθμό 1581 όπως τούτο προκύπτει από την επί του σώματος της αποφάσεως υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως του Εφετείου Αθηνών. Ωστόσο, η αναιρεσείουσα άσκησε την κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της ανωτέρω αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, με δήλωση της ιδίας που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 13-6-2024, δηλαδή μετά την πάροδο της οριζόμενης στο άρθρο 473 παρ. 3 του Κ.Π.Δ. 20ήμερης προθεσμίας, από της καταχωρίσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο. Στην προαναφερθείσα δε δήλωσή της, η αναιρεσείουσα, εκτός από τη διατύπωση των αναιρετικών λόγων, δεν επικαλείται κάποιο ορισμένο λόγο ανωτέρας βίας, που ενδεχομένως θα δικαιολογούσε την εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου, αν και η αναιρεσείουσα γνώριζε την εις βάρος της προαναφερθείσα προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της, παρέστη η ίδια στο δικαστήριο και κατά την απαγγελία της απόφασης ήταν παρούσα.
Κατά συνέπεια, η ανωτέρω αίτηση, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, πρέπει ν` απορριφθεί, ως απαράδεκτη, λόγω της εκπροθέσμου ασκήσεώς της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας (άρθρα 476 παρ. 1 και 578 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ:
Α) Να απορριφθεί η με αριθμό πρωτ.: 4337/13-6-2024 αίτηση αναίρεσης της Π. Γ. του Κ., κατοίκου …, οδός …, κατά της με αριθμό 1412/8-3-2024 απόφασης του Β’ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Β) Να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΠΑΓΩΝΑ ΖΑΚΚΑ”
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. [1] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462, 473 παρ. 1 έως 3 και 474 παρ. 1, 2 του ΚΠοινΔ, προκύπτει, ότι η προθεσμία άσκησης του ένδικου μέσου της αναίρεσης κατά οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, από τον κατηγορούμενο, αν έχει γνωστή διαμονή στην ημεδαπή και είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, είναι πάντοτε εικοσαήμερη, είτε ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή σ` εκείνον που διευθύνει τη φυλακή, αν ο αναιρεσείων κρατείται, είτε ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, χωρίς να αρχίζει η εν λόγω προθεσμία πριν από την καταχώρηση της τελεσίδικης καθαρογραμμένης απόφασης στο, κατά το άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ, ειδικό βιβλίο. Όπως γίνεται δεκτό εάν ο δικαιούμενος να ασκήσει αναίρεση ήταν απών κατά την απαγγελία της απόφασης, η προθεσμία αρχίζει από την επομένη της νόμιμης επίδοσής της, αν έχει προηγηθεί η καταχώρηση αυτής στο ειδικό βιβλίο. Αν όμως η καταχώρηση είναι μεταγενέστερη, η προθεσμία της αναίρεσης αρχίζει από την επομένη της καταχώρησης Εκπρόθεσμη άσκηση ενδίκου μέσου συγχωρείται μόνον αν συντρέχει ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που εμπόδισαν την εμπρόθεσμη άσκηση του. Στην περίπτωση αυτή, στην κατά το άρθρο 474 του ΚΠοινΔ έκθεση αναίρεσης, γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την επικαλούμενη ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά. Αν δεν διαλάβει τέτοια περιστατικά στην έκθεση ή αν τα περιστατικά αυτά δεν αποδεικνύονται από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται και προσκομίζει, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και, συνεπώς, απαράδεκτο, κατά το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠοινΔ. Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται με άλλο έγγραφο και, ειδικότερα, κατά τη συζήτηση ή με υπόμνημα μεταγενέστερα είναι απαράδεκτη. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του επικαλουμένου αυτό, μη οφειλόμενο σε υπαιτιότητά του, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης ή να υπερνικηθεί με οποιοδήποτε τρόπο ενώ ως ανυπέρβλητο κώλυμα θεωρείται εκείνο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ασκούντος το ένδικο μέσο διαδίκου και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο (ΑΠ 1018/2023, ΑΠ 972/2023, ΑΠ 636/2023). Αν ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κανένα τέτοιο λόγο ή ο επικαλούμενος λόγος δεν είναι βάσιμος, η εκπροθέσμως ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται κατά τα προεκτεθέντα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ως απαράδεκτη, σε συνδυασμό με το άρθρο 512 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠΔ,…” (ΑΠ 1566/2022, ΑΠ 441/2022). [2] Σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων του άρθρου 476 του νέου ΚΠοινΔ “1. Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα…το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει αυτόν που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον συνήγορο αντίκλητό του, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Ο εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει αυτόν που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του σαράντα οκτώ τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο). Την ειδοποίηση ενεργεί ο γραμματέας της εισαγγελίας ή του συμβουλίου με οποιοδήποτε μέσο (εγγράφως ή με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονική αλληλογραφία ή προφορικά ή τηλεφωνικά), η οποία αποδεικνύεται με σχετική βεβαίωσή του που επισυνάπτεται στην δικογραφία, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 512 παρ. 1 εδ. α’ του ίδιου Κώδικα, αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται κατά τη διαδικασία του άρθρου 476 (ΑΠ 398/2023, ΑΠ 1018/2023).
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι το Β’ Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με τη με αριθμ. 1412/08-03-2024 προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε ένοχη την τότε κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα για το αδίκημα της πράξης της χρήσης πλαστού εγγράφου και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και επέβαλε σ’ αυτήν συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τρία έτη. Η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε, στις 08-03-2024, παρούσας της ως άνω κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 09-04-2024, όπως προκύπτει από την σχετική επ’ αυτής βεβαίωση της αρμόδιας Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών. Ωστόσο η κατηγορουμένη άσκησε την κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με δήλωση της ίδιας που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 13-06-2024 (αριθμ. πρωτ. 4337/13-06-2024), δηλαδή μετά την πάροδο της οριζόμενης στο άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ εικοσαήμερης προθεσμίας από την καταχώριση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο. Στην κρινόμενη δήλωση αναίρεσης, εκτός από τη διατύπωση των αναιρετικών λόγων, η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται κάποιο ορισμένο λόγο ανωτέρας βίας, που να δικαιολογούσε την εκπρόθεσμη άσκηση του ένδικου αυτού μέσου, αν και η αναιρεσείουσα γνώριζε την σε βάρος της προαναφερθείσα καταδικαστική απόφαση, αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της, παρέστη η ίδια και κατά την απαγγελία της απόφασης ήταν παρούσα.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αφού κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η μη εμφανισθείσα αναιρεσείουσα για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όπως προκύπτει από το από 22-10-2024 του αρχ/κα του Α. Τ. Ζεφυρίου Μ. Σ., με επίδοση στην κατοικία της (…) στη σύνοικο ενήλικο Τ. Α. του Π. μητέρα της, και, ως εκ περισσού, στον ορισθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο αυτής, Αναστάσιο Δημητρακόπουλο, όπως προκύπτει από το από …-2024 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ., με θυροκόλληση στην κατοικία του (οδός …), προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμά της να εκπροσωπηθεί από συνήγορο ή και να υποβάλλει υπόμνημα στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) για το παραδεκτό ή μη της αίτησης αναίρεσης, πρέπει ν` απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, ως απαράδεκτη, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της, και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 578 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθμ. πρωτ. 4337/13-06-2024 αίτηση της Π. Γ. του Κ. για αναίρεση της με αριθμ. 1412/08-03-2024 απόφασης του Β’ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε οκτακόσια (800,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2025.
Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2025
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
