ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Κρατική Φορολογία – Εισφορές και Τέλος Ν.3986/2011 – Τέλος επιτηδεύματος – Εκπιπτόμενες δαπάνες – Δεν εφαρμόζεται η απαλλαγή από το τέλος επιτηδεύματος των νέων επιτηδευματιών σε φορολογούμενους, που δεν προέβησαν σε δήλωση έναρξης εργασιών και κατελήφθησαν να ασκούν παρατύπως επιχειρηματική δραστηριότητα, εξαιτίας της αδυναμίας προσδιορισμού του ακριβούς χρόνου έναρξης άσκησης της δραστηριότητας – Άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας διαδικτυακά με τη χρήση μέσων κοινωνικής δικτύωσης – Ορθώς κρίθηκε από τη Διοίκηση, πως η προσφεύγουσα ασκούσε επιχειρηματική δραστηριότητα πώλησης κοσμημάτων και μικοραντικειμένων, απορριπτομένου του ισχυρισμού της περί ευκαιριακής απασχόλησης, καθώς : 1. εξέθετε μέσω «facebook» κοσμήματα και μικροαντικείμενα, κάνοντας αναφορά σε τιμές, 2.πραγματοποιούσε περισσότερες από 3 συναλλαγές των ανωτέρω ειδών ανά εξάμηνο, 3.τηρούσε άτυπα απλογραφικά βιβλία εσόδων/εξόδων και 4.διαπιστώθηκε μεγάλος αριθμός καταθέσεων από τρίτους στους τραπεζικούς λογαριασμούς της, που δεν δικαιολογήθηκαν – Νομίμως δεν αναγνωρίστηκαν προς έκπτωση από τα έσοδα της προσφεύγουσας, δαπάνες που δεν περιλαμβάνονταν στο τηρούμενο, έστω ατύπως, βιβλίο απεικόνισης συναλλαγών, καθώς και δαπάνες από τιμολόγια στα οποία δεν αναγράφεται η προσφεύγουσα ως αγοράστρια των εμπορευμάτων – Νόμιμη η επιβολή τέλους επιτηδεύματος στην προσφεύγουσα για τα έτη 2016 έως 2020, διότι ουδέποτε προέβη σε δήλωση έναρξης εργασιών στο μητρώο του πληροφοριακού συστήματος “taxisnet” – Απορρίπτει την προσφυγή
ΤΟ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ ΙΓ΄
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 21η Μαρτίου 2025 με δικαστή την Βαρβάρα Τσιτλακίδου, Πρωτοδίκη Δ.Δ., και γραμματέα την Χρυσάνθη Τολούδη, δικαστική υπάλληλο,
για να δικάσει την προσφυγή με αριθμό και χρονολογία κατάθεσης …./09.08.2023 και Εθνικό Αριθμό Υπόθεσης (Ε.Α.Υ.): ….,
της ….., κατοίκου …. Θεσσαλονίκης (οδός ….), η οποία δεν παραστάθηκε, αλλά νομιμοποίησε τον υπογράφοντα το δικόγραφο της προσφυγής δικηγόρο Σωτήριο Κυβέλο με το από 16.01.2025 ιδιωτικό έγγραφο παροχής πληρεξουσιότητας με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής από το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης,
κατά του Ελληνικού Δημοσίου και ήδη της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), ως εκπροσώπου του, νομίμως εκπροσωπουμένης από τον Διοικητή της και, εν προκειμένω, από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (Δ.Ε.Δ.), ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Αφού μελέτησε τη δικογραφία
1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής καταβλήθηκε το νόμιμο αναλογικό παράβολο, ποσού 16,60 ευρώ [βλ. το με κωδικό πληρωμής … δεσμευμένο ηλεκτρονικό e-Παράβολο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων και το από 01.08.2023 αποδεικτικό της «Τράπεζας ….. Α.Ε.» περί πληρωμής του, σε συνδυασμό με το …./01.08.2023 σημείωμα υπολογισμού παραβόλου του Προϊσταμένου του 1ου Ελεγκτικού Κέντρου (ΕΛ.ΚΕ.) Θεσσαλονίκης].
2. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή ζητείται, παραδεκτώς, η ακύρωση, άλλως η τροποποίηση της …./25.05.2023 απόφασης του Προϊσταμένου της Δ.Ε.Δ., καθ΄ ο μέρος απορρίφθηκε δι΄ αυτής η …./26.01.2023 ενδικοφανής προσφυγή που άσκησε η προσφεύγουσα και επικυρώθηκε η …/23.12.2022 Οριστική Πράξη Διορθωτικού Προσδιορισμού Φόρου Εισοδήματος/Πράξη Επιβολής Προστίμου του Προϊσταμένου του 1ου ΕΛ.ΚΕ. Θεσσαλονίκης, φορολογικού έτους 2016. Με την πράξη αυτή καταλογίσθηκε σε βάρος της προσφεύγουσας φόρος εισοδήματος, ποσού 1.549,58 ευρώ, πρόστιμο του άρθρου 58 του Κ.Φ.Δ. λόγω ανακρίβειας της οικείας δήλωσης, ποσού 774,79 ευρώ, ειδική εισφορά αλληλεγγύης, ποσού 151,22 ευρώ, και τέλος επιτηδεύματος, ποσού 650,00 ευρώ.
3. Επειδή, νομίμως, κατ’ άρθρα 34 και 135 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., ν. 2717/1999, Α΄ 97), εχώρησε η συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, παρά την απουσία των διαδίκων, που είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 24ης.01.2025, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε αυτεπαγγέλτως, λόγω αποχής των δικηγόρων, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, χωρίς νέα κλήτευση των διαδίκων (βλ. τα από 11.04.2024 και 29.04.2024 αποδεικτικά επίδοσης των επιμελητών δικαστηρίων Νικολάου Τσιριγώτη και Σωκράτη Παντελίδη προς την προσφεύγουσα και το καθ΄ ου, αντίστοιχα, και τα από 24.01.2025 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου).
4. Επειδή, στο άρθρο 21 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Κ.Φ.Ε., ν. 4172/2013, Α΄ 167) ορίζεται ότι: «1. Ως κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα θεωρείται το σύνολο των εσόδων από τις επιχειρηματικές συναλλαγές μετά την αφαίρεση των επιχειρηματικών δαπανών, των αποσβέσεων και των προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις. … 2. Το κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα προσδιορίζεται για κάθε φορολογικό έτος με βάση το λογαριασμό αποτελεσμάτων χρήσης, ο οποίος συντάσσεται σύμφωνα με το Ελληνικό Λογιστικό Σχέδιο … 3. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ως «επιχειρηματική συναλλαγή» θεωρείται κάθε μεμονωμένη ή συμπτωματική πράξη με την οποία πραγματοποιείται συναλλαγή ή και η συστηματική διενέργεια πράξεων στην οικονομική αγορά με σκοπό την επίτευξη κέρδους. Κάθε τρεις ομοειδείς συναλλαγές που λαμβάνουν χώρα εντός ενός εξαμήνου θεωρούνται συστηματική διενέργεια πράξεων. …».
5. Επειδή, εξάλλου, στην Ε. 2031/26.04.2023 εγκύκλιο του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., για την παροχή διευκρινίσεων όσον αφορά την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 21 σε «φυσικά πρόσωπα που πραγματοποιούν μεμονωμένες πράξεις ή και συστηματική διενέργεια πράξεων με σκοπό την επίτευξη κέρδους, οι οποίες φορολογούνται ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα», διελήφθησαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 21 του ν. 4172/2013 (ΚΦΕ),… ορίζεται ότι για τους σκοπούς του άρθρου αυτού ως «επιχειρηματική συναλλαγή» θεωρείται … η συστηματική διενέργεια πράξεων στην οικονομική αγορά με σκοπό την επίτευξη κέρδους. Κάθε τρεις ομοειδείς συναλλαγές που λαμβάνουν χώρα εντός ενός εξαμήνου θεωρούνται συστηματική διενέργεια πράξεων. …4. Κατά την έννοια της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 21 του ΚΦΕ «επιχειρηματική συναλλαγή» πραγματοποιείται όταν διενεργείται στην οικονομική αγορά συναλλαγή με αντάλλαγμα σε χρήμα ή σε είδος που έχει ως σκοπό την επίτευξη κέρδους. Στο πεδίο εφαρμογής της υπόψη διάταξης εμπίπτει όχι μόνο η συστηματική διενέργεια ομοειδών πράξεων αλλά και η μεμονωμένη πράξη, εφόσον έχει ως σκοπό το κέρδος. …6. Ως «συστηματική διενέργεια πράξεων» θεωρείται η πραγματοποίηση τριών (3) ομοειδών συναλλαγών (πωλήσεων) εντός ενός εξαμήνου … Ως ομοειδείς συναλλαγές για τους σκοπούς εφαρμογής της υπόψη διάταξης νοούνται οι πωλήσεις όμοιων ή παρεμφερών ειδών (π.χ. αυτοκινήτων ανεξαρτήτως κατασκευαστή ή μοντέλου, έργων τέχνης, κοσμημάτων, ρολογιών κ.λπ.) με σκοπό την επίτευξη κέρδους. Κρίσιμο στην περίπτωση αυτή είναι το πλήθος των συναλλαγών και όχι το πλήθος των πωλούμενων σε κάθε συναλλαγή περιουσιακών στοιχείων. Σε περίπτωση που διαπιστώνεται η «συστηματική διενέργεια πράξεων» σύμφωνα με τα παραπάνω, για κάθε επόμενη πράξη, τεκμαίρεται ότι υπάρχει ο σκοπός της επίτευξης κέρδους και πλέον ο φορολογούμενος φέρει το βάρος της απόδειξης για το αντίθετο. 7. Διευκρινίζεται ότι για τον υπολογισμό του χρονικού ορίου εντός του οποίου θα πρέπει να έχουν πραγματοποιηθεί οι ομοειδείς συναλλαγές για να χαρακτηριστούν ως συστηματική διενέργεια πράξεων (εξάμηνο …), ως αφετηρία λαμβάνεται η ημέρα της πρώτης συναλλαγής (πώλησης), χωρίς να συνδέεται με την έννοια του ημερολογιακού ή του φορολογικού έτους κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 8 του ΚΦΕ. …Το κέρδος από κάθε συναλλαγή θα πρέπει να περιληφθεί στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του έτους στο οποίο πραγματοποιήθηκε. … 16. Το εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα που αποκτάται κατά τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 21 του ΚΦΕ, αναγράφεται στους κωδ. 427-428 «Εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα της παρ. 3 του άρθρου 21 Κ.Φ.Ε.» της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων (έντυπο Ε1). …».
6. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 22 του ως άνω Κ.Φ.Ε. ορίζεται ότι: «1. Κατά τον προσδιορισμό του κέρδους από επιχειρηματική δραστηριότητα, επιτρέπεται η έκπτωση όλων των δαπανών, με την επιφύλαξη των διατάξεων του επόμενου άρθρου του Κ.Φ.Ε., οι οποίες: α) πραγματοποιούνται προς το συμφέρον της επιχείρησης ή κατά τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές της, β) αντιστοιχούν σε πραγματική συναλλαγή και η αξία της συναλλαγής δεν κρίνεται κατώτερη ή ανώτερη της αγοραίας, στη βάση των στοιχείων που διαθέτει η Φορολογική Διοίκηση, γ) εγγράφονται στα τηρούμενα βιβλία απεικόνισης των συναλλαγών της περιόδου κατά την οποία πραγματοποιούνται και αποδεικνύονται με κατάλληλα δικαιολογητικά».
7. Επειδή, κατά την έννοια των παρατιθέμενων στην προηγούμενη σκέψη διατάξεων, κατά τον προσδιορισμό του κέρδους από επιχειρηματική δραστηριότητα αφαιρούνται, από το σύνολο των εσόδων από επιχειρηματικές συναλλαγές, μεταξύ άλλων, οι επιχειρηματικές δαπάνες οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Κ.Φ.Ε., πραγματοποιούνται προς το συμφέρον της επιχείρησης ή κατά τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές, εφόσον πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 22. Εξάλλου, ως δαπάνες πραγματοποιούμενες προς το συμφέρον της επιχείρησης ή κατά τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές νοούνται οι παραγωγικές γενικά δαπάνες της επιχείρησης, δηλαδή οι δαπάνες οι οποίες, ενόψει του σκοπού για τον οποίο διατίθενται και των εκάστοτε ειδικών συνθηκών, συμβάλλουν, κατά βάση, στη διεύρυνση των εργασιών της επιχείρησης και στην αύξηση του εισοδήματός της (ΣτΕ 1803-1804/2023, πρβλ. ΣτΕ 835/2022 7μ., 1329/2020, 1991-1992, 1177-1180/2019, 3325/2015, 1686/2014, 2963/2013, 2033, 1152/2012). Η φορολογική αρχή και τα διοικητικά δικαστήρια οφείλουν να ερευνούν κατ’ ουσία, εάν, σε κάθε περίπτωση, προκύπτει η αιτία και, περαιτέρω, η παραγωγικότητα των δαπανών, καθώς και εάν η καταβολή των αντίστοιχων ποσών αποδεικνύεται από νόμιμα παραστατικά έγγραφα (ΣτΕ 1803-1804/2023, πρβλ. ΣτΕ 835/2022 7μ., 753/2012, 1602/2011, βλ. και ΔΕφΘεσ 787, 670/2024). Περαιτέρω, ειδικώς ως προς την προβλεπόμενη στην περ. γ΄ του άρθρου 22 του Κ.Φ.Ε. προϋπόθεση διευκρινίστηκε με την δεσμευτική, κατ’ άρθρο 9 παρ. 2 του Κ.Φ.Δ., ΠΟΛ. 1113/2015 του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. ότι οι δαπάνες θα πρέπει να έχουν καταχωρηθεί στα τηρούμενα βιβλία του φορολογικού έτους που αυτές έχουν πραγματοποιηθεί με βάση τα κατάλληλα δικαιολογητικά, τούτο δε είναι αναγκαίο διότι, ούτως, καθίσταται εφικτή η επαλήθευση αυτών από τον φορολογικό έλεγχο (βλ. ΔΕφΘεσ 717, 569/2024).
8. Επειδή, εξάλλου, στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ., ν. 4174/2013, Α΄ 170), όπως ίσχυε κατά το ένδικο φορολογικό έτος 2016, ορίζεται στο άρθρο 10 ότι: «1. . …β. Κάθε πρόσωπο, φυσικό ή …, που πρόκειται να ασκήσει δραστηριότητες επιχειρηματικού περιεχομένου υποβάλλει δήλωση έναρξης στο φορολογικό μητρώο. Η δήλωση έναρξης υποβάλλεται πριν την πραγματοποίηση της πρώτης συναλλαγής στο πλαίσιο άσκησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας. … Στη δήλωση έναρξης περιλαμβάνονται ο τόπος άσκησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας, σε περίπτωση φυσικού προσώπου, τυχόν υποκαταστήματα, το αντικείμενο των εργασιών, το τηρούμενο λογιστικό σύστημα καθώς και το καθεστώς φόρου προστιθέμενης αξίας στο οποίο υπάγεται ο φορολογούμενος. γ. …» και στο άρθρο 13 ότι: «1. Κάθε πρόσωπο με εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα υποχρεούται να τηρεί αξιόπιστο λογιστικό σύστημα και κατάλληλα λογιστικά αρχεία σύμφωνα με τα λογιστικά πρότυπα που προβλέπονται στην ελληνική νομοθεσία, για τη σύνταξη των χρηματοοικονομικών καταστάσεων και άλλων πληροφοριών σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία. Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου, το λογιστικό σύστημα και τα λογιστικά αρχεία εξετάζονται ως ενιαίο σύνολο και όχι αποσπασματικά τα επιμέρους συστατικά τους, σε ό,τι αφορά την αξιοπιστία και την καταλληλότητά τους.».
9. Επειδή, περαιτέρω, στον ν. 4308/2014 «Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα, συναφείς ρυθμίσεις και άλλες διατάξεις» (Ε.Λ.Π., Α΄ 251, έναρξη ισχύος από 01.01.2015), που ίσχυε κατά το ένδικο φορολογικό έτος 2016, ορίζεται στο άρθρο 1 ότι: «1. Για την εφαρμογή των ρυθμίσεων αυτού του νόμου λαμβάνονται υποχρεωτικά υπόψη οι ορισμοί του παραρτήματος Α΄. 2. Οι παρακάτω οντότητες εφαρμόζουν τις ρυθμίσεις αυτού του νόμου: α) … γ) …, η ατομική επιχείρηση …», στο άρθρο 3 ότι: «1. Η οντότητα τηρεί, ως μέρος του λογιστικού συστήματός της, αρχείο κάθε συναλλαγής και γεγονότος αυτής που πραγματοποιείται στη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, καθώς και των προκυπτόντων πάσης φύσεως εσόδων, κερδών, εξόδων, ζημιών, αγορών και πωλήσεων περιουσιακών στοιχείων, εκπτώσεων και επιστροφών, φόρων, τελών και των πάσης φύσεως εισφορών σε ασφαλιστικούς οργανισμούς. 2. … 12. Όταν, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις αυτού του νόμου, η οντότητα δεν συντάσσει ισολογισμό, δύναται, αντί του λογιστικού συστήματος της παραγράφου 10, να χρησιμοποιεί ένα κατάλληλο απλογραφικό λογιστικό σύστημα (βιβλία εσόδων – εξόδων) για την παρακολούθηση των στοιχείων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, τα οποία συμπεριλαμβάνουν: α) Τα πάσης φύσεως έσοδα διακεκριμένα σε έσοδα από πώληση εμπορευμάτων, από πώληση προϊόντων, από παροχή υπηρεσιών και λοιπά έσοδα. β) Τα πάσης φύσεως κέρδη. γ) Τις πάσης φύσεως αγορές περιουσιακών στοιχείων, διακεκριμένα σε αγορές εμπορευμάτων, υλικών (πρώτων ή βοηθητικών υλών), παγίων και αγορές λοιπών περιουσιακών στοιχείων. δ) Τα πάσης φύσεως έξοδα, διακεκριμένα σε αμοιβές προσωπικού συμπεριλαμβανομένων εισφορών σε ασφαλιστικούς οργανισμούς, αποσβέσεις, έξοδα από τη λήψη λοιπών υπηρεσιών και λοιπά έξοδα. ε) Τις πάσης φύσεως ζημίες. στ) Τους πάσης φύσεως φόρους και τέλη, ξεχωριστά κατά είδος», στο άρθρο 5 ότι: «1. …10. Από το τηρούμενο λογιστικό σύστημα πρέπει να παρέχονται ευχερώς, αναλυτικά και σε σύνοψη, όλα τα δεδομένα και πληροφορίες που απαιτούνται για να καθίσταται ευχερής η διενέργεια συμφωνιών και επαληθεύσεων κατά τη διενέργεια οποιουδήποτε ελέγχου. 11. Στα τηρούμενα λογιστικά αρχεία (βιβλία) καταχωρείται η ημερομηνία έκδοσης ή λήψης, κατά περίπτωση, του σχετικού παραστατικού. 12. …», στο άρθρο 8 ότι: «1. Τιμολόγιο είναι το στοιχείο που εκδίδεται από την υποκείμενη σε αυτόν το νόμο οντότητα για κάθε πώληση αγαθών και παροχή υπηρεσιών, εντός της χώρας ή άλλης χώρας μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή προς άλλη χώρα, καθώς και σε κάθε περίπτωση συναλλαγής που υπόκειται σε Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας. … 5. Η οντότητα που πωλεί αγαθά ή υπηρεσίες έχει την ευθύνη να διασφαλίζει ότι εκδίδεται τιμολόγιο για κάθε πώληση. Ο πωλητής αγαθών ή υπηρεσιών εκδίδει το τιμολόγιο πώλησης. …», στο άρθρο 12 ότι: «1. Για κάθε πώληση αγαθών ή υπηρεσιών σε ιδιώτες καταναλωτές, μπορεί να εκδίδεται στοιχείο λιανικής πώλησης (απόδειξη λιανικής πώλησης ή απόδειξη παροχής υπηρεσιών), αντί έκδοσης τιμολογίου του άρθρου 8. Αντίτυπο αυτού του εγγράφου παραδίδεται, αποστέλλεται ή τίθεται στη διάθεση του πελάτη. 2. …» και στο άρθρο 13 ότι: «Το στοιχείο λιανικής πώλησης (απόδειξη ή τιμολόγιο) εκδίδεται: α) Σε περίπτωση πώλησης αγαθών, κατά το χρόνο παράδοσης ή την έναρξη της αποστολής. ….». Σύμφωνα δε με το άρθρο 39 του ίδιου ως άνω νόμου «1. Δεν υπόκεινται στις ρυθμίσεις αυτού του νόμου τα παρακάτω φυσικά πρόσωπα που εμπίπτουν στην παράγραφο 2γ του άρθρου 1. α) … β) Τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία, ευκαιριακά και ως παρεπόμενη απασχόληση, πωλούν προϊόντα ή παρέχουν υπηρεσίες, εφόσον οι συναλλαγές αυτές στο σύνολό τους δεν υπερβαίνουν το ποσό των 10.000 ευρώ ετησίως. γ) … 2. …».
10. Επειδή, εξάλλου, στην ΠΟΛ. 1003/2014 εγκύκλιο της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων ορίζεται σε σχέση με το άρθρο 39 του ν. 4308/2014 (Ε.Λ.Π.) ότι: «39.1.1 Με την παράγραφο αυτή ορίζεται ότι ορισμένα από τα πρόσωπα της παραγράφου 2γ του άρθρου 1 δεν υπόκεινται στον παρόντα νόμο, και συνεπώς, δεν υποχρεούνται σε έκδοση των παραστατικών πωλήσεων και στην τήρηση των λογιστικών βιβλίων που προβλέπει ο νόμος αυτός. Στα πρόσωπα αυτά περιλαμβάνονται (διαζευκτικά ή και αθροιστικά) συγκεκριμένες περιπτώσεις που κατονομάζονται στις υποπαραγράφους (α) έως (γ). 39.1.2 … 39.1.4 Με την υποπαράγραφο (1β) του άρθρου 39 δεν έχουν υποχρέωση εφαρμογής του παρόντος νόμου τα φυσικά πρόσωπα τα οποία ευκαιριακά και ως παρεπόμενη απασχόληση πωλούν προϊόντα ή παρέχουν υπηρεσίες, εφόσον το εισόδημα που αποκτούν από τις συναλλαγές αυτές δεν υπερβαίνει τις 10.000 ευρώ ετησίως. 39.1.5 Ως ευκαιριακή παρεπόμενη δραστηριότητα χαρακτηρίζεται η δραστηριότητα που δεν ασκείται κατά σύστημα και αποδεικνύεται από τα πραγματικά περιστατικά. Τέτοια πραγματικά περιστατικά αποτελούν ιδίως η συνέχεια ή μη της άσκησης της δραστηριότητας αυτής, η ύπαρξη ιδιαίτερης επαγγελματικής εγκατάστασης, η ύπαρξη ιδιαίτερου εξοπλισμού και μηχανικών μέσων για την παροχή των υπηρεσιών αυτών ή την παραγωγή των αγαθών ή απόκτηση αγαθών με σκοπό τη μεταπώληση, και γενικότερα το εάν η παροχή των υπηρεσιών αυτών ή των αγαθών, έχει τα χαρακτηριστικά της οργανωμένης επιχείρησης. 39.1.6 Ενδεικτικές περιπτώσεις που εμπίπτουν στην περίπτωση (β) της παραγράφου 1 του άρθρου 39 είναι: α) Τα φυσικά πρόσωπα όπως φοιτητές, νοικοκυρές, άνεργοι κλπ, που συμβάλλονται με εταιρείες ερευνών με συμβάσεις έργου ή όχι. β) Τα φυσικά πρόσωπα που διενεργούν πωλήσεις με το σύστημα της κατ’ οίκον επίδειξης, ως αντιπρόσωποι πωλητές (dealers). γ) Οι ιδιωτικοί ή δημόσιοι υπάλληλοι, φοιτητές, μεταπτυχιακοί φοιτητές, υποψήφιοι διδάκτορες κ.λ.π οι οποίοι μετέχουν σε ερευνητικά προγράμματα επιχορηγούμενα ή μη, τα οποία εκτελούνται τόσο από πρόσωπα υπόχρεα του νόμου αυτού, όσο και από διάφορους φορείς. δ) Οι διερμηνείς ή μεταφραστές. 39.1.7 …39.1.8 Η οντότητα προς την οποία παρέχεται υπηρεσία ή πωλούνται τα αγαθά από τα υπό 39.1.4 και 39.1.7 πρόσωπα [περιπτώσεις (β) και (γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 39] οφείλει να εκδίδει το προβλεπόμενο παραστατικό από τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ώστε να διασφαλίζεται η υποβολή των εισοδημάτων αυτών σε φορολογία. 39.1.9 Τα φυσικά πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες ή πωλούν αγαθά λιανικά αποκτώντας εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα είναι υπόχρεα εφαρμογής των λογιστικών προτύπων, καθότι η διενέργεια αυτών δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ευκαιριακή. Διευκρινίζεται ότι η συμπτωματική πώληση προσωπικών περιουσιακών στοιχείων (ακίνητα, αυτοκίνητα, οικοσκευή, κλπ.) σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται υποχρεώσεις σε σχέση με τον παρόντα νόμο».
11. Επειδή, στο άρθρο 31 του ν. 3986/2011 «Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012 – 2015» (Α΄ 152), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι: «1. Οι επιτηδευματίες και οι ασκούντες ελευθέριο επάγγελμα, εφόσον τηρούν βιβλία Β΄ ή Γ΄ κατηγορίας του Κ.Β.Σ., υποχρεούνται σε καταβολή ετήσιου τέλους επιτηδεύματος, το οποίο ορίζεται ως εξής: α) … γ) Για ατομικές εμπορικές επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες, σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ ετησίως. 2. … . 3. Εξαιρούνται από τις υποχρεώσεις καταβολής του τέλους, … Επίσης εξαιρούνται ατομικές εμπορικές επιχειρήσεις και η ατομική άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, εφόσον δεν έχουν παρέλθει πέντε (5) έτη από την πρώτη έναρξη εργασιών, …».
12. Επειδή, με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 3986/2011 επιβλήθηκε ετήσια επί του εισοδήματος φορολογική επιβάρυνση (τέλος επιτηδεύματος), οριζόμενη σε πάγιο, κατά κατηγορία υποχρέων, ποσό (για τους ασκούντες ατομική επιχείρηση στο ποσό των 650,00 ευρώ), ανεξαρτήτως του αν οι υπόχρεοι βαρύνονται με φόρο εισοδήματος μικρότερο ή μεγαλύτερο του παγίως οριζόμενου τέλους. Η επιβάρυνση αυτή θεσπίσθηκε αφενός μεν προς αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής των ελεύθερων επαγγελματιών και των ασκούντων ατομική επιχείρηση, αφετέρου δε προς ενίσχυση των δημοσίων εσόδων στο πλαίσιο εξυπηρέτησης των γενικών δημοσιονομικών αναγκών της χώρας (βλ. αιτιολογική έκθεση του ν. 3986/2011 και ΣτΕ Ολομέλεια 2527-2530/2013 και 2563-2566/2015, καθώς και ΣτΕ 89/2019 7μ.). Με την παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 31 του ν. 3968/2011 εξαιρούνται από την υποχρέωση καταβολής του τέλους επιτηδεύματος συγκεκριμένες κατηγορίες φορολογουμένων, οι οποίοι, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, είναι οικονομικά ασθενέστεροι και, κατά συνέπεια, μειωμένης φοροδοτικής ικανότητας, λόγω των συνθηκών υπό τις οποίες δραστηριοποιούνται επαγγελματικά. Μεταξύ των κατηγοριών αυτών περιλαμβάνονται και όσοι ασκούν ατομική επιχείρηση για διάστημα μικρότερο των πέντε ετών από την πρώτη έναρξη εργασιών, ρύθμιση, με την οποία ο νομοθέτης λαμβάνει μέριμνα για την ομαλή ένταξη των νέων επιτηδευματιών στην επιχειρηματική αγορά, αποδεχόμενος ότι τα πρόσωπα αυτά έχουν μειωμένη φοροδοτική ικανότητα, λόγω των περιορισμένων εσόδων τους και των αυξημένων δαπανών που απαιτούνται για την οργάνωση της ατομικής τους επιχείρησης κατά «τα πρώτα πέντε έτη άσκησης της επαγγελματικής δραστηριότητάς τους» (βλ. αιτιολογική έκθεση του ν. 3986/2011). Για την, κατ΄ εφαρμογή της τελευταίας αυτής διάταξης, απαλλαγή από το τέλος επιτηδεύματος είναι απαραίτητη η δήλωση έναρξης εργασιών για την ασκούμενη από φορολογούμενο επιχειρηματική δραστηριότητα στο μητρώο του πληροφοριακού συστήματος taxisnet, από την οποία και μόνο δύναται να αποδειχθεί ο χρόνος έναρξης της σχετικής επιχειρηματικής δραστηριότητας (ΣτΕ 89/2019 7μ. σκ. 10) και κατ΄ επέκταση, η συνδρομή της προβλεπόμενης στην ως άνω διάταξη χρονική προϋπόθεση (πενταετία από την πρώτη έναρξη εργασιών). Τυχόν επέκταση της εφαρμογή της εν λόγω εξαιρετικής, απαλλακτικής από το τέλος επιτηδεύματος, διάταξης και σε περιπτώσεις φορολογουμένων που ουδέποτε προέβησαν σε δήλωση έναρξης εργασιών στο φορολογικό μητρώο, αλλά κατελήφθησαν, κατόπιν ελέγχου, να ασκούν παρατύπως επιχειρηματική δραστηριότητα, στις οποίες (περιπτώσεις) λόγω ακριβώς της παραλείψεως των φορολογουμένων δεν είναι δυνατός ο προσδιορισμός του ακριβούς χρόνου έναρξης άσκησης της εν λόγω δραστηριότητας, θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτη διεύρυνση των περιπτώσεων απαλλαγής από την υποχρέωση καταβολής του τέλους επιτηδεύματος κατά παράβαση της αρχής της στενής ερμηνείας των φορολογικών διατάξεων, αλλά θα αντιτίθετο και στον σκοπό θέσπισης του τέλους επιτηδεύματος που, όπως προεκτέθηκε, είναι και η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής των ασκούντων επιχειρηματική δραστηριότητα, πολλώ μάλλον αυτών που την ασκούν παρατύπως.
13. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου, στα οποία περιλαμβάνεται η από 15.11.2022 έκθεση ελέγχου εφαρμογής των διατάξεων του ν. 4308/2014 (Ε.Λ.Π.) και Κ.Φ.Δ. ελεγκτών της Υπηρεσίας Ερευνών και Διασφάλισης Δημοσίων Εσόδων (Υ.Ε.Δ.Δ.Ε.) Θεσσαλονίκης και η από 23.12.2022 έκθεση ελέγχου φορολογίας εισοδήματος ελεγκτών του 1ου ΕΛ.ΚΕ. Θεσσαλονίκης, προκύπτουν τα εξής: Σύμφωνα με την πρώτη ως άνω από 15.11.2022 έκθεση ελέγχου ελεγκτών της Υ.Ε.Δ.Ε.Ε. Θεσσαλονίκης, η υπηρεσία αυτή είχε δεχθεί τηλεφωνική καταγγελία περί του ότι η προσφεύγουσα υπό τον διακριτικό τίτλο «….» πωλούσε κοσμήματα και μικροαντικείμενα μέσω διαδικτύου χωρίς να εκδίδει αποδείξεις, ενώ σε εκτυπώσεις από το facebook προέκυπτε ότι διατηρούσε σε αυτό ιστοσελίδα με τα προϊόντα (κοσμήματα και μικροαντικείμενα) που πωλούσε, τις τιμές τους και σχόλια επισκεπτών. Κατόπιν της …/2022 εντολής ελέγχου-έρευνας του Προϊσταμένου της ανωτέρω υπηρεσίας διενεργήθηκε έλεγχος στην προσφεύγουσα, κάτοικο …. Θεσσαλονίκης (οδός …..), με Α.Φ.Μ. …., για τις χρήσεις 2016 έως και 2020, κατά τον οποίο, διαπιστώθηκαν τα εξής: Η προσφεύγουσα ήταν ιδιώτης (μισθωτή) και, ως εκ τούτου, δεν τηρούσε βιβλία για τα εισοδήματά της αυτά. Κατόπιν άρσης του τραπεζικού απορρήτου της διαπιστώθηκε ότι στους τραπεζικούς της λογαριασμούς υπήρξαν, καθ΄ όλες τις ελεγχόμενες χρήσεις, πρωτογενείς καταθέσεις χρηματικών ποσών που δεν αντιστοιχούσαν σε τόκους, επιστροφές χρημάτων, επιδόματα και ποσά μισθοδοσίας, τις οποίες η προσφεύγουσα κλήθηκε να αιτιολογήσει. Από αυτές, οι πρωτογενείς καταθέσεις που δεν αιτιολογήθηκαν και ανέφεραν ως αιτιολογία συναλλαγής διάφορα ονοματεπώνυμα ή την επωνυμία «…. Α.Ε.» ανέρχονταν: (α) κατά το φορολογικό έτος 2016 σε 201, συνολικού ύψους 8.693,90 ευρώ, (β) κατά το φορολογικό έτος 2017 σε 252, συνολικού ύψους 11.150,90 ευρώ, (γ) κατά το φορολογικό έτος 2018 σε 78, συνολικού ύψους 4.039,10 ευρώ, (δ) κατά το φορολογικό έτος 2019 σε 195, συνολικού ύψους 9.347,20 ευρώ, και (ε) κατά το φορολογικό έτος 2020 σε 65, συνολικού ύψους 4.764,30 ευρώ. Ενόψει του ότι η παράλειψη της δήλωσης έναρξης επιχειρηματικής δραστηριότητας και της μη έκδοσης φορολογικών στοιχείων δεν απέκλειε άνευ ετέρου την τήρηση λογιστικών αρχείων, επιδόθηκε στην προσφεύγουσα η …./23.08.2022 πρόσκληση του άρθρου 14 του Κ.Φ.Δ. για προσκόμιση των λογιστικών αρχείων φορολογικών ετών 2016-2020. Η προσφεύγουσα ανταποκρίθηκε στην ανωτέρω πρόσκληση και απέστειλε με ηλεκτρονικό μήνυμα τα αιτηθέντα λογιστικά βιβλία. Από τον έλεγχο των λογιστικών βιβλίων προέκυψε ότι η προσφεύγουσα τηρούσε απλογραφικά βιβλία εσόδων-εξόδων, στα οποία ήταν καταχωρημένες συναλλαγές (πωλήσεις), κατά το χρονικό διάστημα 2016-2020, οι οποίες αφορούσαν σε πιστώσεις που προέκυψαν από τις κινήσεις των τραπεζικών της λογαριασμών. Στο σκέλος των εξόδων ήταν καταχωρημένες δαπάνες ενοικίου, ΔΕΗ, αερίου και αγορές υλικών. Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία οι ελεγκτές της Υ.Ε.Δ.Δ.Ε. Θεσσαλονίκης θεώρησαν ότι τα χρηματικά ποσά των προαναφερόμενων καταθέσεων αποτελούσαν έσοδα από τις πωλήσεις κοσμημάτων και μικροαντικειμένων, στις οποίες προέβαινε συστηματικά η προσφεύγουσα χωρίς να έχει δηλώσει την έναρξη της σχετικής επιχειρηματικής δραστηριότητας στο φορολογικό μητρώο και χωρίς να εκδίδει τις αντίστοιχες αποδείξεις λιανικής πώλησης, κοινοποιήθηκε δε σε αυτή το …./06.10.2022 σημείωμα διαπιστώσεων ελέγχου με κλήση σε ακρόαση, στο οποίο αυτή δεν ανταποκρίθηκε. Η ανωτέρω έκθεση ελέγχου διαβιβάσθηκε με το …/21.11.2022 έγγραφο στο 1ο ΕΛ.ΚΕ. Θεσσαλονίκης, με την δε …/22.11.2022 εντολή ελέγχου του Προϊσταμένου του διενεργήθηκε έλεγχος φορολογίας εισοδήματος στην προσφεύγουσα κατά το φορολογικό έτος 2016 και συντάχθηκε η δεύτερη ως άνω από 23.12.2022 έκθεση ελέγχου φορολογίας εισοδήματος ελεγκτών του 1ου ΕΛ.ΚΕ. Θεσσαλονίκης. Στην έκθεση αυτή παρατίθενται οι προπαρατεθείσες διαπιστώσεις των ελεγκτών της Υ.Ε.Δ.Δ.Ε., στις σελ. δε 17 έως και 19 παρατίθενται σε πίνακα οι 201 πρωτογενείς καταθέσεις στους τραπεζικούς λογαριασμούς της προσφεύγουσας, συνολικού ύψους 8.693,90 ευρώ. Στις καταθέσεις αυτές δεν περιλαμβάνονται καταθέσεις 95,00 και 270,00 ευρώ, αντίστοιχα, με ημερομηνίες πλησιόχρονες στις ημερομηνίες 19.02.2016 και 01.04.2016 και αιτιολογία συναλλαγής «…. Α.Ε.». Αντίθετα, περιλαμβάνονται σε αυτές: (i) καταθέσεις στον GR… τραπεζικό λογαριασμό στην «….» με Α/Α …., συνολικού ποσού 243,00 ευρώ, με αιτιολογία συναλλαγής «….» και πλησίον αριθμούς εντολής, (ii) καταθέσεις στον GR… τραπεζικό λογαριασμό στην «….» με Α/Α …., ποσού 60,00, 31,50, 12,00 και 207,00 ευρώ και αιτιολογία συναλλαγής «….», «…», «…» και «…», αντίστοιχα, και (iii) καταθέσεις στον GR…. τραπεζικό λογαριασμό στην «….» με Α/Α …., ποσού 63,00, 75,00, 35,00, 35,00 και 127,00 ευρώ, αντίστοιχα, και αιτιολογία συναλλαγής σε όλες «….» και της τελευταίας «….». Τα χρηματικά ποσά των ανωτέρω 201 καταθέσεων θεώρησαν οι ελεγκτές του 1ου ΕΛ.ΚΕ. Θεσσαλονίκης ως έσοδα από επιχειρηματική δραστηριότητα της προσφεύγουσας, τα οποία προσδιόρισαν ως καθαρή αξία 7.033,51 ευρώ και ως αναλογούντα επ΄ αυτών Φ.Π.Α. 1.660,39 ευρώ. Με το …./29.11.2022 σημείωμα διαπιστώσεων ελέγχου γνωστοποιήθηκαν στην προσφεύγουσα τα αποτελέσματα του ελέγχου και κλήθηκε να υποβάλει τις έγγραφες εξηγήσεις της. Η προσφεύγουσα κατέθεσε ηλεκτρονικά τις απόψεις-αντιρρήσεις της, στις οποίες αόριστα ανέφερε ότι υπήρχαν περιπτώσεις προσωπικών ή από φιλικά πρόσωπα καταθέσεων, χωρίς να προσδιορίζονται ή να προσκομίζονται αποδεικτικά των λόγων για τους οποίους έγιναν. Ενόψει του ότι οι αντιρρήσεις αυτές δεν έγιναν δεκτές, θεωρήθηκε φορολογητέο έσοδο της προσφεύγουσας το ποσό των 7.033,51 ευρώ και, κατ΄ ακολουθία, εκδόθηκε η …./23.12.2022 Οριστική Πράξη Διορθωτικού Προσδιορισμού Φόρου Εισοδήματος/Πράξη Επιβολής Προστίμου του Προϊσταμένου του 1ου ΕΛ.ΚΕ. Θεσσαλονίκης, φορολογικού έτους 2016, με την οποία καταλογίσθηκε σε βάρος της προσφεύγουσας φόρος, ποσού 1.549,58 ευρώ, πρόστιμο του άρθρου 58 του Κ.Φ.Δ., λόγω ανακρίβειας της οικείας δήλωσης, ποσού 774,79 ευρώ, ειδική εισφορά αλληλεγγύης, ποσού 151,22 ευρώ, και τέλος επιτηδεύματος, ποσού 650,00 ευρώ. Κατά της ανωτέρω, και άλλης, πράξης, η προσφεύγουσα άσκησε την …../26.01.2023 ενδικοφανή προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την …./25.05.2023 απόφαση του Προϊσταμένου της Δ.Ε.Δ.. Εξάλλου, όπως είναι γνωστό στο Δικαστήριο από άλλη δικαστική του ενέργεια (άρθρο 144 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ.), για τις προαναφερόμενες παραβάσεις του Κ.Φ.Δ. και του ν. 4308/2014 (Ε.Λ.Π.), και δη την παράλειψη δήλωσης έναρξης δραστηριότητας στο φορολογικό μητρώο και τη μη έκδοση φορολογικών στοιχείων σε 201 περιπτώσεις κατά το φορολογικό έτος 2016, εκδόθηκαν από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Ε΄ Θεσσαλονίκης σε βάρος της προσφεύγουσας οι …./01.12.2022 και …/01.12.2022 Πράξεις Επιβολής Προστίμων του άρθρου 54 παρ. 1 περ. α΄ και 2 περ. α΄ του Κ.Φ.Δ. και του άρθρου 58Α του Κ.Φ.Δ., φορολογικού έτους 2016, αντίστοιχα, κατά των οποίων αυτή άσκησε την …./25.01.2023 ενδικοφανή προσφυγή που απορρίφθηκε με την …./19.05.2023 απόφαση του Προϊσταμένου της Δ.Ε.Δ. ως εκπρόθεσμη. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης η προσφεύγουσα άσκησε την …./09.08.2023 προσφυγή, η οποία συζητήθηκε από το Δικαστήριο τούτο κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο με αριθμό πινακίου 39 και εκκρεμεί η δημοσίευση απόφασης επ΄ αυτής.
14. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή η προσφεύγουσα ζητεί την ακύρωση της …./25.05.2023 απόφασης του Προϊσταμένου της Δ.Ε.Δ., κατά το ως άνω βλαπτικό γι΄ αυτή μέρος της, για τους κατωτέρω εκτιθέμενους λόγους. Αντίθετα, το καθ΄ ου, με την Δ.Ε.Δ. …./16.01.2025 έκθεση απόψεων της Προϊσταμένης του Τμήματος Β4 Νομικής Υποστήριξης της Δ.Ε.Δ., υπεραμύνεται της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και ζητεί την απόρριψη της προσφυγής ως αβάσιμης.
15. Επειδή, ειδικότερα, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι ουδέποτε άσκησε επιχειρηματική δραστηριότητα, καθώς οι πωλήσεις κοσμημάτων ήταν ευκαιριακές, συμπτωματικές και περιστασιακές. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η ίδια ήταν, κατά το κρίσιμο έτος, ιδιωτική υπάλληλος βιοποριζόμενη από το μισθό της, ενώ στον ελεύθερο χρόνο της απασχολούνταν ερασιτεχνικά με την κατασκευή κοσμημάτων, τα οποία ναι μεν εξέθετε σε λογαριασμό της στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης «facebook», πλην, όμως, δεν τα πωλούσε αλλά τα δώριζε σε φίλους. Προς επίρρωση του ανωτέρω ισχυρισμού της προβάλλει ότι δεν διέθετε εξοπλισμό ούτε επαγγελματική εγκατάσταση ούτε οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα που προσιδίαζε σε οργανωμένη επιχείρηση, ενώ στις ελάχιστες περιπτώσεις που είχε προβεί σε πώληση κοσμημάτων αυτά είχαν πωληθεί στην τιμή του κόστους τους και δεν αποκόμιζε κέρδος από την εν λόγω ευκαιριακή δραστηριότητα, επικαλείται δε συναφώς την διευκρινιστική επί του άρθρου 39 παρ. 1 περ. β΄ του ν. 4308/2014 (Ε.Λ.Π.) ΠΟΛ. 1003/2014 εγκύκλιο της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων. Εξάλλου, όπως ισχυρίζεται, η φορολογική αρχή, κατόπιν ανοίγματος των τραπεζικών της λογαριασμών, εντόπισε ορισμένες καταθέσεις χρηματικών ποσών, τα οποία εσφαλμένα θεώρησε ότι συνιστούσαν εισόδημα από τη δήθεν άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στο, επίσης, εσφαλμένο συμπέρασμα ότι εμπορευόταν συστηματικά κοσμήματα, ενώ αυτά (χρηματικά ποσά) προέρχονταν από άλλη αιτία. Επ΄ αυτού, υποστηρίζει, καταρχάς, ότι, εξαιτίας οικονομικής δυσχέρειας που αντιμετώπισε περί τις αρχές του έτους 2016, αναγκάστηκε να προβεί σε πώληση προσωπικών περιουσιακών στοιχείων προκειμένου να καλύψει προσωπικές της ανάγκες, επικαλείται δε και προσκομίζει τα με αριθμούς αποστολής …./19.02.2016 και …/01.04.2016 δελτία ταχυμεταφοράς της εταιρείας «…. Α.Ε.», που αφορούσαν την πώληση και αποστολή παιδικών ρούχων, παιχνιδιών και λοιπών προσωπικών αντικειμένων, καθώς και ενός παιδικού καροτσιού και λοιπών προσωπικών αντικειμένων, με ποσό αντικαταβολής 95,00 και 270,00 ευρώ, αντίστοιχα. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι οι καταθέσεις στον GR… τραπεζικό λογαριασμό στην «….» με Α/Α …., συνολικού ποσού 243,00 ευρώ, όπως αυτές αναγράφονται στις σελ. 17-19 της από 23.12.2023 έκθεσης φορολογίας εισοδήματος, δεν αφορούσαν τίμημα από την πώληση κοσμημάτων, αλλά συνιστούσαν προσωπικές καταθέσεις στον λογαριασμό της για την κάλυψη προσωπικών της αναγκών. Επιπρόσθετα, υποστηρίζει οι καταθέσεις στον ίδιο ως άνω τραπεζικό λογαριασμό με Α/Α …., ποσού …. ευρώ και αιτιολογία «….», «….», «….» και «…», αντίστοιχα, όπως και οι καταθέσεις στον GR… στην «…. Α.Ε.» με Α/Α …., ποσού …. ευρώ, αντίστοιχα, και αιτιολογία σε όλες «….» και της τελευταίας «….», συνολικού ποσού 645,50 ευρώ, όπως αυτές αναγράφονται στις σελ. 17-19 της από 23.12.2023 έκθεσης φορολογίας εισοδήματος, δεν αφορούσαν τίμημα από την πώληση κοσμημάτων, αλλά καταθέσεις χρηματικών ποσών από τις στενές της φίλες κ. …., ….. και ….., που της παρείχαν οικονομική βοήθεια κατά το διάστημα από τον Οκτώβριο 2015 έως και τον Μάρτιο 2016, κατά το οποίο είχε μείνει άνεργη. Επικουρικά, προβάλλει ότι, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αφαιρεθούν από τα θεωρηθέντα έσοδά της από επιχειρηματική δραστηριότητα οι προαναφερόμενες καταθέσεις, συνολικού ποσού (243,00 + 645,50 =) 888,50 ευρώ, καθώς αποδεδειγμένα αυτές προέρχονταν από τελείως διαφορετική αιτία και όχι από την πώληση κοσμημάτων.
16. Επειδή, από τις εκθέσεις ελέγχου ελεγκτών της Υ.Ε.Δ.Δ.Ε. Θεσσαλονίκης και του 1ου ΕΛ.ΚΕ. Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι: (α) σε βάρος της προσφεύγουσας υπήρξε καταγγελία ότι αυτή υπό τον διακριτικό τίτλο «….» πωλούσε κοσμήματα και μικροαντικείμενα μέσω διαδικτύου χωρίς να εκδίδει αποδείξεις, (β) σε εκτυπώσεις από το μέσο κοινωνικής δικτύωσης facebook προέκυπτε ότι διατηρούσε σε αυτό ιστοσελίδα με τα προϊόντα (κοσμήματα και μικροαντικείμενα) που πωλούσε, τις τιμές τους και σχόλια επισκεπτών, (γ) στους τραπεζικούς της λογαριασμούς διαπιστώθηκε η ύπαρξη μεγάλου αριθμού και δη 201, κατά το κρίσιμο φορολογικό έτος 2016, πρωτογενών καταθέσεων χρηματικών ποσών, συνολικού ύψους 8.693,90 ευρώ, που δεν αντιστοιχούσαν σε τόκους, επιστροφές χρημάτων ή ποσά μισθοδοσίας, αλλά προέρχονταν από διάφορους καταθέτες ή τη «…..» και δεν αιτιολογήθηκαν από την προσφεύγουσα, και (δ) η προσφεύγουσα τηρούσε άτυπα απλογραφικά βιβλία εσόδων-εξόδων, στα οποία ήταν καταχωρημένες συναλλαγές (πωλήσεις), οι οποίες αφορούσαν σε πιστώσεις που προέκυψαν από τις κινήσεις των τραπεζικών της λογαριασμών και στο σκέλος των εξόδων ήταν καταχωρημένες δαπάνες ενοικίου, ΔΕΗ, αερίου και αγορές υλικών, συνθήκη που προσιδιάζει σε ασκούντα ατομική επιχείρηση που υπόκειται στις υποχρεώσεις του ν. 4308/2014 (Ε.Λ.Π.). Υπό τα δεδομένα αυτά, τα οποία είναι αντικειμενικά, και, ενόψει του ότι δεν έχει δημοσιευθεί (τελεσίδικη) απόφαση επί της …./09.08.2023 προσφυγής της προσφεύγουσας κατά των πράξεων επιβολής προστίμου για μη έκδοση 201 φορολογικών στοιχείων κατά το έτος 2016, το Δικαστήριο κρίνει ότι αποδεικνύεται, εν προκειμένω, ότι τα χρηματικά αυτά ποσά προέρχονταν από αγοραστές κοσμημάτων και μικροαντικειμένων που είτε κατέθεταν το αντίτιμο προσωπικώς στους τραπεζικούς λογαριασμούς της προσφεύγουσας είτε με αντικαταβολή στη «…. Α.Ε.», η οποία, στη συνέχεια, προέβαινε σε καταθέσεις του αντιτίμου στους λογαριασμούς της προσφεύγουσας, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με την κρινόμενη προσφυγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Ειδικότερα, αναποδείκτως η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι τα εκτιθέμενα στο facebook κοσμήματά της, για τα οποία, πάντως, παρέθετε τιμές πώλησης και καταχωρούσε τα έσοδά της εκ των πωλήσεών της ατύπως σε απλογραφικό βιβλίο εσόδων-εξόδων, τα δώριζε και δεν τα πωλούσε. Περαιτέρω, αλυσιτελώς επικαλείται και προσκομίζει τα με αριθμούς αποστολής …./19.02.2016 και …../01.04.2016 δελτία ταχυμεταφοράς της «…. Α.Ε.», που αφορούσαν την πώληση και αποστολή παιδικών ρούχων, παιχνιδιών και λοιπών προσωπικών αντικειμένων, καθώς και ενός παιδικού καροτσιού και λοιπών προσωπικών αντικειμένων, με ποσό αντικαταβολής 95,00 και 270,00 ευρώ, αντίστοιχα, καθώς κατά τα προεκτέθεντα στη σκέψη 13, δεν περιλαμβάνονται στις ένδικες καταθέσεις που θεωρήθηκαν απόρροια της άσκησης της επιχειρηματικής της δραστηριότητας καταθέσεις ποσών 95,00 και 270,00 ευρώ σε πλησιόχρονες των ως άνω δελτίων ταχυμεταφοράς ημερομηνίες. Εξάλλου, η προσφεύγουσα ουδέν στοιχείο προσκόμισε (ενδεικτικά, αντίγραφο τραπεζικού παραστατικού κατάθεσης με ονοματεπώνυμο καταθέτη και αιτιολογία) προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι οι καταθέσεις στον GR… τραπεζικό λογαριασμό στην «….» με Α/Α …., συνολικού ποσού 243,00 ευρώ, συνιστούσαν προσωπικές καταθέσεις στον λογαριασμό της για την κάλυψη προσωπικών της αναγκών, με αποτέλεσμα ο σχετικός ισχυρισμός να είναι απορριπτέος ως αναπόδεικτος. Για τον ίδιο λόγο, ήτοι λόγω μη προσκομίσεως ουδενός πρόσφορου αποδεικτικού στοιχείου (ενδεικτικά, μαρτυρίες των καταθετριών), απορριπτέος ως αναπόδεικτος παρίσταται και ο ισχυρισμός της ότι οι καταθέσεις στον ίδιο ως άνω τραπεζικό λογαριασμό με Α/Α …. και αιτιολογία «…», «….», «….» και «….», αντίστοιχα, όπως και οι καταθέσεις στον GR… στην «…. Α.Ε.» με Α/Α … και αιτιολογία σε όλες «….» και της τελευταίας «….», δεν αφορούσαν τίμημα από την πώληση κοσμημάτων, αλλά καταθέσεις χρηματικών ποσών από τις στενές της φίλες κ. …., ….. και …., που της παρείχαν οικονομική βοήθεια κατά το διάστημα από τον Οκτώβριο 2015 έως και τον Μάρτιο 2016, κατά το οποίο είχε μείνει άνεργη. Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη ότι: (i) για την κατασκευή και πώληση κοσμημάτων δεν απαιτείται ιδιαίτερη επαγγελματική εγκατάσταση ή εξοπλισμός, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, (ii) σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις σκέψεις 4 και 5, την έννοια της συστηματικής διενέργειας πράξεων που συνιστά επιχειρηματική συναλλαγή, το κέρδος της οποίας υπόκειται σε φορολόγηση, συγκροτούν 3 πωλήσεις ομοειδών ή παρεμφερών προϊόντων εντός ενός εξαμήνου με σκοπό την επίτευξη του κέρδους, που μετά την τρίτη πώληση τεκμαίρεται και ο φορολογούμενος οφείλει να αποδείξει τη μη επίτευξή του, και (iii) εν προκειμένω, οι πωλήσεις κοσμημάτων και μικροαντικειμένων, στις οποίες προέβη η προσφεύγουσα, κατά το ένδικο φορολογικό έτος 2016, ανέρχονταν σε 201, ήτοι υπερέβαιναν κατά πολύ τις 3 ομοειδείς ανά εξάμηνο πωλήσεις, ενώ, περαιτέρω, η προσφεύγουσα αποκόμισε από αυτές το συνολικό ποσό των 8.693,90 ευρώ, χωρίς αυτή να αποδείξει ότι τα ανωτέρω ποσά ταυτίζονταν με το κόστος των πωλούμενων ειδών, κρίνει ότι η προσφεύγουσα, κατά το ένδικο φορολογικό έτος 2016, ασκούσε κατά σύστημα την επιχειρηματική δραστηριότητα της πώλησης κοσμημάτων και μικροαντικειμένων μέσω διαδικτύου με σκοπό την επίτευξη του κέρδους, απορριπτομένου ως αβασίμου του αντίθετου ισχυρισμού της περί ευκαιριακής, συμπτωματικής και περιστασιακής άσκησης της εν λόγω δραστηριότητας. Εξάλλου, αβασίμως επικαλείται η προσφεύγουσα το άρθρο 39 παρ. 1 περ. β΄ του ν. 4308/2014 (Ε.Λ.Π.) και την διευκρινιστική επ΄ αυτού ΠΟΛ. 1003/2014 εγκύκλιο της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων, καθώς, ανεξαρτήτως του ότι το ως άνω άρθρο ρυθμίζει τα περί της μη υπαγωγής του ασκούντος ευκαιριακή παρεπόμενη απασχόληση στις προβλεπόμενες από το ν. 4308/2014 (Ε.Λ.Π.) υποχρεώσεις περί τήρησης αξιόπιστου λογιστικού συστήματος και έκδοσης των οικείων φορολογικών στοιχείων (τιμολογίων πώλησης, αποδείξεων λιανικής πώλησης) και ουδόλως αποκλείει τη φορολόγηση των αποκτηθέντων, έστω και με ευκαιριακή και παρεπόμενη απασχόληση, εισοδημάτων, η λιανική πώληση ειδών, όπως συνέβαινε στην υπό κρίση υπόθεση, δεν συνιστά ευκαιριακή και παρεπόμενη απασχόληση. Επομένως, νομίμως υπήχθησαν σε φορολόγηση, κατά το ένδικο φορολογικό έτος 2016, έσοδα, συνολικής καθαρής αξίας 7.033,51 ευρώ, στα οποία αναλογούσε Φ.Π.Α. 1.660,39 ευρώ, από τα οποία δεν πρέπει να αφαιρεθούν τα ως άνω επικαλούμενα από την προσφεύγουσα ως προερχόμενα από άλλη αιτία χρηματικά ποσά, συνολικού ποσού (243,00 + 645,50 =) 888,50 ευρώ, καθώς κατά τα προεκτέθεντα, δεν αποδείχθηκε ότι αυτά δεν συνιστούσαν τοιούτα (έσοδα από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας).
17. Επειδή, επικουρικά και, εφόσον θεωρηθεί ότι ασκούσε πράγματι επιχειρηματική δραστηριότητα, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι εσφαλμένα ο Προϊστάμενος της Δ.Ε.Δ. δεν αναγνώρισε προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδά της ορισμένες δαπάνες, που καταχωρούνταν στα άτυπα βιβλία της επιχείρησής της και, κατ΄ αυτήν, ήταν απολύτως παραγωγικές για τη λειτουργία της και την εξυπηρέτηση του φερόμενου ως επιχειρηματικού σκοπού της. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι πρέπει να εκπέσουν δαπάνες, συνολικού ύψους 920,63 ευρώ, και δη: (I) δαπάνες προμήθειας υλικών για την κατασκευή των κοσμημάτων, συνολικού ύψους 77,81 ευρώ, επικαλείται δε συναφώς και προσκομίζει: (αα) την …../06.02.2016 απόδειξη λιανικής-δελτίο αποστολής, εκδόσεως της εταιρείας «…. Α.Ε.», καθαρής αξίας 15,73 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 3,63 ευρώ, στην οποία δεν αναφέρονται στοιχεία πελάτη παρά μόνον η σημείωση «πελάτης λιανικής» και στην περιγραφή είδους καταγράφονται τα εξής: «…..», (αβ) την …./24.03.2016 απόδειξη λιανικής-δελτίο αποστολής, εκδόσεως της εταιρείας «…. Α.Ε.», καθαρής αξίας 14,59 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 3,36 ευρώ, στην οποία δεν αναφέρονται στοιχεία πελάτη παρά μόνον η σημείωση «πελάτης λιανικής» και στην περιγραφή είδους καταγράφονται τα εξής: «….», και (αγ) την …./05.05.2016 απόδειξη λιανικής, εκδόσεως της εταιρείας «…. Α.Ε.», καθαρής αξίας 32,39 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 7,57 ευρώ, στην οποία δεν αναφέρονται στοιχεία πελάτη παρά μόνον η σημείωση «πελάτης λιανικής» και στην περιγραφή είδους καταγράφεται τρεις φορές «….», II) δαπάνες για την αποστολή των κοσμημάτων σε «πελάτες» μέσω ταχυδρομείου, συνολικού ύψους 168,57 ευρώ, επικαλείται δε συναφώς και προσκομίζει: (i) αποδείξεις της εταιρείας «….. Α.Ε.», ύψους 79,74 ευρώ, στις οποίες δεν αναφέρονται στοιχεία πελάτη παρά μόνον η σημείωση «ιδιώτης», και (ii) δελτία κατάθεσης ταχυδρομικών αντικειμένων της ανωτέρω εταιρείας, ύψους 88,83 ευρώ, στα οποία δεν αναφέρονται στοιχεία πελάτη παρά μόνον η σημείωση «πελάτης λιανικής» και ΑΦΜ …., και (ΙΙΙ) δαπάνες για την αποστολή των κοσμημάτων σε «πελάτες» μέσω κούριερ, συνολικού ύψους (595,00 + 79,25 =) 674,25 ευρώ, επικαλείται δε συναφώς και προσκομίζει εκατόν είκοσι ένα (121) συνοδευτικά δελτία μεταφοράς της «…. Α.Ε.» που αφορούσαν αποστολές εκ μέρους της προσφεύγουσας δεμάτων σε διαφορετικούς πελάτες εντός του έτους 2016, στα οποία καταγράφεται και το ποσό της αντικαταβολής. Περαιτέρω, το πρώτον με την υπό κρίση προσφυγή ζητεί «να εκπέσουν τα ενοίκια που προσκομίζει, τουλάχιστον κατά το ήμισυ του καταβαλλόμενου ποσού», προσκομίζει δε σχετικώς τις …./2016 αποδείξεις είσπραξης ενοικίου, εκδόσεως του ….., σύμφωνα με τις οποίες οι …. και η προσφεύγουσα κατέβαλαν μηνιαίως μίσθωμα 250,00 ευρώ για μίσθιο ευρισκόμενο στην οδό … .
18. Επειδή, σύμφωνα με την έκθεση ελέγχου των ελεγκτών της Υ.Ε.Δ.Δ.Ε. Θεσσαλονίκης η προσφεύγουσα τηρούσε άτυπο απλογραφικό βιβλίο εσόδων-εξόδων, στο οποίο κατέγραφε τα έσοδα εκ των πωλήσεων και στα έξοδα δαπάνες αγορών υλικών, ενοικίου, ΔΕΗ και αερίου. Εντούτοις, στις δαπάνες αυτές δεν περιλαμβάνονταν οι υπό στοιχεία (ΙΙ) και (ΙΙΙ) δαπάνες για την αποστολή των κοσμημάτων σε «πελάτες» μέσω ταχυδρομείου και κούριερ, ώστε, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη σκέψη 7, να μην καθίστανται αναγνωριστέες προς έκπτωση από τα έσοδα της προσφεύγουσας ως μη καταγεγραμμένες στο έστω τηρούμενο ατύπως βιβλίο απεικόνισης των συναλλαγών λόγω μη συνδρομής της περ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 22 του Κ.Φ.Ε.. Αναφορικά δε με τις υπό στοιχείο (Ι) δαπάνες αγοράς υλικών, ανεξαρτήτως του ότι δεν αποδεικνύεται ότι είχαν εγγραφεί στο έστω τηρούμενο ατύπως βιβλίο απεικόνισης των συναλλαγών, δεν είναι αναγνωριστέες προς έκπτωση, προεχόντως, διότι από τα προσκομισθέντα τιμολόγια δεν προκύπτει ότι η προσφεύγουσα ήταν η αγοράστρια των περιγραφόμενων σε αυτά εμπορευμάτων, από την περιγραφή δε των εμπορευμάτων (αυτοκόλλητα, μπλοκ ζωγραφικής, SLIP XXL) προκύπτει ότι αυτά δεν προσιδίαζαν με την επιχειρηματική δραστηριότητα της κατασκευής και πώλησης κοσμημάτων και μικροαντικειμένων, με αποτέλεσμα να μην συνιστούν, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη σκέψη 7, παραγωγικές δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν προς το συμφέρον της επιχείρησης, κατ΄ άρθρο 22 παρ. 1 περ. α΄ του Κ.Φ.Ε.. Εξάλλου, απαραδέκτως ζητείται το πρώτον με την υπό κρίση προσφυγή, χωρίς να έχει προβληθεί με την …./26.01.2023 ενδικοφανή προσφυγή, η αναγνώριση προς έκπτωση των δαπανών ενοικίου ως ζήτημα που σχετίζεται με έρευνα περί της συνδρομής πραγματικού (ΣτΕ 157/2023 7μ.).
19. Επειδή, επικουρικά, επίσης, και, εφόσον θεωρηθεί ότι ασκούσε πράγματι επιχειρηματική δραστηριότητα, προβάλλει ότι πρέπει να απαλλαγεί από το τέλος επιτηδεύματος, επικαλείται δε συναφώς τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 3 του ν. 3986/2011, σύμφωνα με την οποία εξαιρούνται από την υποχρέωση καταβολής τέλους επιτηδεύματος οι ατομικές επιχειρήσεις για τα πρώτα 5 έτη λειτουργίας τους, ήτοι για τα πρώτα 5 έτη από την πρώτη έναρξη εργασιών. Ειδικότερα, όπως υποστηρίζει, από την προαναφερόμενη ή άλλη διάταξη δεν τίθεται ως προϋπόθεση για την απαλλαγή από το τέλος επιτηδεύματος η υποβολή δήλωσης έναρξης εργασιών στη Δ.Ο.Υ., ενώ, περαιτέρω, οι ελεγκτές ή η Δ.Ε.Δ. δεν απέδειξαν ότι η ίδια ασκούσε επιχειρηματική δραστηριότητα πέραν της πενταετίας, που, πράγματι, δεν ασκούσε.
20. Επειδή, κατά τα προεκτεθέντα (σκέψη 13), η προσφεύγουσα, κατόπιν εντολής ελέγχου, που περιορίσθηκε στα έτη 2016 έως και 2020, και δεν επεκτάθηκε και στα προηγούμενα αυτών έτη, κατελήφθη να ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα, μεταξύ άλλων, και κατά το ένδικο φορολογικό έτος 2016, χωρίς η ίδια να έχει προβεί σε δήλωση έναρξης εργασιών για την ασκούμενη επιχειρηματική της δραστηριότητα στο μητρώο του πληροφοριακού συστήματος taxisnet, από την οποία και μόνο θα ηδύνατο να αποδειχθεί ο χρόνος έναρξης της σχετικής επιχειρηματικής δραστηριότητας (ΣτΕ 89/2019 7μ. σκ. 10) και, κατ΄ επέκταση, η συνδρομή της προβλεπόμενης στην παρ. 3 του άρθρου 31 του ν. 3968/2011 χρονικής προϋπόθεσης για την απαλλαγή της από το σχετικό τέλος επιτηδεύματος. Επομένως, σύμφωνα και με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη σκέψη 14 σχετικά με την υποχρέωση υποβολής δήλωσης έναρξης εργασιών στο φορολογικό μητρώο για την εφαρμογή της εξαιρετικής, απαλλακτικής από το τέλος επιτηδεύματος, διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 31 του ν. 3968/2011, και τη μη επέκτασή της σε περιπτώσεις φορολογουμένων που ασκούν παρατύπως (χωρίς δήλωση έναρξης εργασιών στο φορολογικό μητρώο) την επιχειρηματική δραστηριότητα, για τις οποίες (περιπτώσεις), πάντως, η φορολογική αρχή δεν θα βαρυνόταν να αποδείξει τον ακριβή χρόνο έναρξης της παράτυπης δραστηριότητάς τους, όπως αβασίμως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, που, πάντως, δεν απέδειξε ότι δεν ασκούσε παρατύπως την ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα και τα προηγούμενα του ελεγχόμενου έτους 2016 έτη, ορθώς και νομίμως καταλογίσθηκε σε βάρος της προσφεύγουσας τέλος επιτηδεύματος για το φορολογικό έτος 2016, απορριπτομένου του αντίθετου ισχυρισμού της ως αβασίμου.
21. Επειδή, κατ΄ ακολουθία, πρέπει η προσφυγή να απορριφθεί ως αβάσιμη. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η κατάπτωση του καταβληθέντος παραβόλου υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 277 παρ. 9 εδ. α΄ του Κ.Δ.Δ.) και να καταδικασθεί η προσφεύγουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του καθ΄ ου, ποσού ογδόντα πέντε (85,00) ευρώ [άρθρο 275 παρ. 1 εδ. α΄ του Κ.Δ.Δ., σε συνδυασμό με Παράρτημα Ι του ν. 4194/2013 (Α΄ 208/27.09.2013), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με τον ν. 4205/2013 (Α΄ 242/06.11.2013)].
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την προσφυγή.
Διατάσσει την κατάπτωση του καταβληθέντος παραβόλου υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα του καθ΄ ου, ποσού ογδόντα πέντε (85,00) ευρώ.
Η απόφαση δημοσιεύθηκε στη Θεσσαλονίκη στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 30.05.2025.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΒΑΡΒΑΡΑ ΤΣΙΤΛΑΚΙΔΟΥ ΧΡΥΣΑΝΘΗ ΤΟΛΟΥΔΗ
