Η συγκεκριμένη απόφαση δεν αφορά όλα τα χρέη, θέτει προϋποθέσεις και προστατεύει την πρώτη κατοικία μόνο εφόσον υπάρχουν άλλα περιουσιακά στοιχεία
Τελικά το ΣτΕ εξέδωσε μια απόφαση πλήρους προστασίας της πρώτης κατοικίας; Παρά το γεγονός ότι το σκεπτικό της είναι «ένας ύμνος» για το δικαίωμα του πολίτη στην στέγη, η απάντηση είναι «όχι».
Η εν λόγω κρίση θα μπορούσε απλώς να θεωρηθεί ως απόφαση θωράκισης -υπό προϋποθέσεις- της πρώτης κατοικίας για χρέη προς το δημόσιο. Η συγκεκριμένη κρίση του ΣΤ’ τμήματος του Συμβουλίου Επικρατείας δικαίωσε πολίτη και ακύρωσε τη διαδικασία πλειστηριασμού του σπιτιού του. Ωστόσο θα πρέπει να επισημανθούν σημαντικές παράμετροι όσον αφορά στην κρίση του δικαστηρίου:
– Η απόφαση συνιστά νομολογία, δηλαδή κρίση ανωτάτου δικαστηρίου, με τη βαρύτητα που έχει η άποψη των ανωτάτων δικαστών της χώρας, αλλά δεν συνιστά νομοθεσία. Είναι δηλαδή μια γραμμή άμυνας αλλά όχι νομική διαδικασία που εξ αρχής μπλοκάρει μια διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως δεν πρέπει να γίνει απολύτως σεβαστή από το Δημόσιο.
– Παράλληλα δεν αφορά άλλα χρέη (προς τράπεζες, fund κ.λπ.) αλλά μόνο προς το Δημόσιο: Καταλαμβάνει όλες εκείνες τις περιπτώσεις οφειλών πολιτών προς το Δημόσιο, τις Δ.Ο.Υ., τους ΟΤΑ, τα ασφαλιστικά Ταμεία, τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου κ.λπ. Δηλαδή τις οφειλές που εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ).
– Δίνει δικαίωμα ανακοπής (διακοπής) του πλειστηριασμού ακόμα και την τελευταία στιγμή, κι όχι μόνο πριν την έναρξη της αρχικής διαδικασίας, γεγονός σημαντικό όσον αφορά στο νομικό οπλοστάσιο του οφειλέτη. Αυτό όμως σημαίνει και περισσότερες δίκες για την ίδια υπόθεση, μεγαλύτερη καθυστέρηση κ.λπ.
– Δεν αποτελεί άφεση χρεών αλλά ζητά (πλήρη) εξόφληση από άλλα περιουσιακά στοιχεία, εφόσον υπάρχουν. Συγκεκριμένα επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές, αλλά και «την απορρέουσα ευθέως από την αρχή του κράτους δικαίου, αρχή της αναλογικότητας, οσάκις η επιδίωξη σκοπού δημοσίου συμφέροντος χωρεί με τη λήψη μέτρου που έχει ως συνέπεια την στέρηση της κατοικίας ορισμένου προσώπου, πρέπει, για την εγκυρότητα κάθε πράξης που κατατείνει στην πραγμάτωση του μέτρου, από οποιαδήποτε κρατικό όργανο και αν εκδίδεται και σε κάθε στάδιο της οικείας διαδικασίας, να αποδεικνύεται ότι το μέτρο ήταν απολύτως αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι είχε δηλαδή εξαντληθεί πριν, κάθε προσπάθεια να ικανοποιηθεί ο δημόσιος σκοπός με άλλα, πρόσφορα πλην ηπιότερα μέτρα».
– Επισημαίνεται ακόμα πως η πολιτεία οφείλει για την πλήρη εξόφληση των χρεών, πρώτα να εξαντλήσει όλα τα άλλα μέσα, μέσω της εκ των προτέρων (υποχρεωτικής) καταγραφής της περιουσίας του οφειλέτη, ώστε να εντοπίσει αν υπάρχει άλλη περιουσία που φτάνει για να ικανοποιηθεί. Αν δεν υπάρχουν τέτοια περιουσιακά στοιχεία, ο πλειστηριασμός προχωρεί κανονικά. Όπως υπογραμμίζεται στη δικαστική απόφαση, κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ «η κατάσχεση ακινήτου του οφειλέτη που αποδεδειγμένα αποτελεί τη μόνη του κατοικία (εκείνου και της οικογένειάς του) τότε μόνο είναι νόμιμη, όταν έχει προηγουμένως ερευνηθεί και τεκμηριωμένα αποκλεισθεί η ύπαρξη άλλων περιουσιακών στοιχείων πρόσφορων για να ικανοποιηθούν μέσω αυτών η συγκεκριμένη αξίωση. Στην αντίθετη περίπτωση η επιλογή προς τούτο του ακινήτου της κατοικίας δεν είναι νόμιμη».
