ΑΠΟΦΑΣΗ
Lyapchev κατά Βουλγαρίας της 29.09.2026 (προσφ. αριθ. 23156/22)
Βλ. εδώ
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Σχηματισμός: Τριμελής Επιτροπή του Τρίτου Τμήματος (άρθρο 28 § 1 στοιχ. β΄ ΕΣΔΑ)
Κρίσιμες διατάξεις: Άρθρο 8 ΕΣΔΑ (σεβασμός ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής), άρθρα 34, 35 § 1 και 35 § 3 στοιχ. β΄ ΕΣΔΑ, άρθρο 41 ΕΣΔΑ
Αντικείμενο: Απόρριψη από τα βουλγαρικά δικαστήρια του αιτήματος ενήλικα, που υιοθετήθηκε στην Ελλάδα, να αντικαταστήσει το πατρώνυμο και το επώνυμό του με εκείνα του θετού πατέρα του, με αιτιολογία περιορισμένη σε γενική παραπομπή στους κανόνες σχηματισμού βουλγαρικών ονομάτων.
Διατακτικό: Παραβίαση άρθρου 8 ΕΣΔΑ
Δίκαιη ικανοποίηση: 6.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 2.000 ευρώ για έξοδα και δαπάνες (εκ των οποίων 1.200 ευρώ απευθείας στον λογαριασμό των πληρεξουσίων)
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Ο προσφεύγων, Βούλγαρος υπήκοος γεννημένος το 1964, υιοθετήθηκε το 1998 στην Ελλάδα, ως ενήλικας, από τον δεύτερο σύζυγο της μητέρας του. Έκτοτε έφερε στα ελληνικά και στα δανικά έγγραφα το πατρώνυμο και το επώνυμο του θετού πατέρα του, ενώ τα βουλγαρικά έγγραφα διατηρούσαν τα στοιχεία του φυσικού πατέρα. Το 2019 ζήτησε από τα βουλγαρικά δικαστήρια την αλλαγή τους, επικαλούμενος «σπουδαίες περιστάσεις»: εικοσαετή χρήση, κοινωνική αναγνώριση, υιικό δεσμό με τον θετό πατέρα και πρακτικά εμπόδια από την ασυμφωνία των εγγράφων. Τα δικαστήρια απέρριψαν το αίτημα, παραπέμποντας στους αναγκαστικούς κανόνες σχηματισμού ονομάτων με τις καταλήξεις -ov/-ev και σημειώνοντας ότι η άρνηση της βουλγαρικής καταγωγής δεν συνιστά σπουδαία περίσταση. Το Δικαστήριο υπήγαγε την υπόθεση στις θετικές υποχρεώσεις και έκρινε ότι η εθνική αιτιολογία δεν ήταν σχετική και επαρκής. Δεν απέδωσε καμία βαρύτητα στην ταυτότητα που είχε οικοδομήσει ο προσφεύγων, δεν εξέτασε συγκεκριμένα τα επιχειρήματά του και δεν κατονόμασε κανένα δημόσιο συμφέρον κατά το άρθρο 8 § 2. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ.
Η ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Η απόφαση μεταφέρει την καλώς εδραιωμένη νομολογία για την αλλαγή ονόματος σε ένα πεδίο με αυξανόμενη πρακτική σημασία: το πρόσωπο που φέρει διαφορετικό όνομα σε διαφορετικά κράτη λόγω υιοθεσίας, μετοικεσίας ή πολλαπλών δεσμών. Το Δικαστήριο δεν αξιώνει από το κράτος να δεχθεί κάθε αίτημα. Απαιτεί όμως εξατομικευμένη κρίση, διότι η μηχανική επίκληση αναγκαστικών κανόνων ονοματοδοσίας δεν υποκαθιστά τη στάθμιση. Στο παραδεκτό, η απόφαση προσφέρει δύο χρήσιμες επισημάνσεις. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, η πρόδηλη υποκειμενική σημασία του ζητήματος για τον προσφεύγοντα ήταν επαρκής ώστε να μην πληρούται το κριτήριο της έλλειψης σημαντικού μειονεκτήματος, ενώ το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν όφειλε να επαναλάβει διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας που είχε ήδη αποτύχει. Η απόφαση αφορά δικηγόρους οικογενειακού και ληξιαρχικού δικαίου, διοικητικά όργανα και δικαστές που κρίνουν αιτήματα μεταβολής ονόματος.
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Ο προσφεύγων, Martin Simeonov Lyapchev, γεννήθηκε το 1964 με βουλγαρική ιθαγένεια και κατοικεί στη Σόφια. Το 1998, ενήλικας πλέον, υιοθετήθηκε στην Ελλάδα από τον δεύτερο σύζυγο της μητέρας του και έλαβε το επώνυμο του θετού πατέρα του, το οποίο καταχωρίστηκε στα ελληνικά έγγραφα οικογενειακής κατάστασης. Το 2000 εγκαταστάθηκε στη Δανία, όπου όλα τα επίσημα έγγραφά του έφεραν επίσης το επώνυμο αυτό.
Στις 18 Ιανουαρίου 2019 κατέθεσε στο Επαρχιακό Δικαστήριο της Σόφιας (Софийски районен съд) αίτηση βάσει του άρθρου 19 του Νόμου του 1999 περί ληξιαρχικής καταγραφής, το οποίο επιτρέπει την αλλαγή ονόματος, πατρωνύμου και επωνύμου, μεταξύ άλλων, όταν το επιβάλλουν «σπουδαίες περιστάσεις». Υποστήριξε ότι έφερε επί είκοσι έτη το ονοματεπώνυμο «Anastasios Atanasopoulos-Lyaptzev», ότι ήταν γνωστός στην κοινωνία μόνον με αυτή την ταυτότητα και ότι είχε αναπτύξει υιικό δεσμό με τον θετό πατέρα του. Η ασυμφωνία με τα βουλγαρικά έγγραφα («Simeonov Lyapchev») προκαλούσε, κατά τον ίδιο, σύγχυση και πρακτικά εμπόδια στη ζωή του μεταξύ Βουλγαρίας, Ελλάδας και Δανίας.
Στις 12 Νοεμβρίου 2019 το Επαρχιακό Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Στις 15 Οκτωβρίου 2021 το Δικαστήριο της Πόλης της Σόφιας (Софийски градски съд) επικύρωσε αμετάκλητα την πρωτόδικη κρίση. Τα δικαστήρια δέχθηκαν ως αποδεδειγμένο, και βάσει μαρτυρικών καταθέσεων, ότι από την υιοθεσία ο προσφεύγων έφερε το πατρώνυμο και το επώνυμο του θετού πατέρα, στα οποία πρόσθετε το επώνυμο του φυσικού πατέρα.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ωστόσο ότι, ως Βούλγαρος υπήκοος, ο προσφεύγων υπαγόταν στα άρθρα 13 και 14 του νόμου, που προβλέπουν σχηματισμό πατρωνύμου και επωνύμου με τις καταλήξεις -ov/-ev ή -ova/-eva. Χωρίς να αναλύσει τα προσωπικά επιχειρήματα, κατέληξε ότι οι επικαλούμενες περιστάσεις αντέκειντο σε αναγκαστικούς κανόνες, ότι σύνθετο επώνυμο επιτρέπεται μόνον σε περίπτωση γάμου ή όταν το επώνυμο ή το πατρώνυμο του πατέρα είναι σύνθετο, και ότι η «άρνηση» του προσφεύγοντος να αναγνωρίσει τη βουλγαρική εθνοτική καταγωγή του δεν συνιστούσε σπουδαία περίσταση.
Ο προσφεύγων προσέφυγε στο Στρασβούργο στις 15 Απριλίου 2022, επικαλούμενος το άρθρο 8 ΕΣΔΑ. Η αιτίαση για την άρνηση αλλαγής των ονομάτων του κοινοποιήθηκε στη βουλγαρική Κυβέρνηση, ενώ η προσφυγή κηρύχθηκε απαράδεκτη κατά τα λοιπά.
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 8 ΕΣΔΑ. Σεβασμός της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Άρνηση αλλαγής πατρωνύμου και επωνύμου. Παραβίαση
Παραδεκτό: Το Δικαστήριο υπενθύμισε κατ’ αρχάς ότι η επιλογή και η αλλαγή ονόματος εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 (Burghartz κατά Ελβετίας, § 24, Golemanova κατά Βουλγαρίας, § 37, Henry Kismoun κατά Γαλλίας, § 25) (§ 8). Η Κυβέρνηση προέβαλε τρεις προκαταρκτικές ενστάσεις, τις οποίες το Δικαστήριο απέρριψε. Πρώτον, ως προς την ιδιότητα θύματος, η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι ο προσφεύγων δεν απέδειξε προσωπική βλάβη από την εφαρμοστέα νομοθεσία. Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ο προσφεύγων δεν βάλλει κατά της νομοθεσίας in abstracto, αλλά κατά της αρνητικής έκβασης της συγκεκριμένης διαδικασίας που ο ίδιος κίνησε. Συνεπώς, μπορεί να ισχυρισθεί ότι είναι θύμα (§ 9).
Δεύτερον, ως προς την έλλειψη σημαντικού μειονεκτήματος (άρθρο 35 § 3 στοιχ. β΄), το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το κατώφλι εκτιμάται κατά τις περιστάσεις της υπόθεσης, με κριτήρια όπως το οικονομικό αντίκτυπο και το διακύβευμα για τον προσφεύγοντα (Adrian Mihai Ionescu κατά Ρουμανίας (απόφ.), §§ 32 και 34, Korolev κατά Ρωσίας (απόφ.)). Η υπόθεση δεν είχε οικονομικό διακύβευμα, η υποκειμενική της σημασία όμως ήταν πρόδηλη (a contrario Shefer κατά Ρωσίας (απόφ.)). Ο προσφεύγων επεδίωκε να αποτυπώσει τον δεσμό του με τον θετό πατέρα και να εναρμονίσει τα έγγραφά του, και επιδίωξε τη διαδικασία μέχρι τέλους (Cusan και Fazzo κατά Ιταλίας, § 37) (§ 10).
Τρίτον, ως προς τη μη εξάντληση των εσωτερικών ενδίκων μέσων, η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η διαδικασία ήταν εκούσιας δικαιοδοσίας και ότι ο προσφεύγων μπορούσε να υποβάλει νέα αίτηση ανά πάσα στιγμή. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η απαίτηση επανάληψης της ίδιας διαδικασίας, μετά από ήδη διαγνωσθείσα άρνηση, θα επέβαλλε υπερβολικό βάρος και θα αλλοίωνε το νόημα του κανόνα της εξάντλησης (πρβλ. Kyazim κατά Βουλγαρίας [Επιτροπή], § 22). Η αίτηση είχε ήδη παράσχει στα εθνικά δικαστήρια τη δυνατότητα να εξετάσουν την αιτίαση (§§ 11-12).
Το Δικαστήριο κήρυξε την προσφυγή παραδεκτή (§ 13).
Επί της ουσίας: Το Δικαστήριο χαρακτήρισε εξ αρχής την υπόθεση. Η απόφαση των εθνικών δικαστηρίων συνιστούσε άρνηση αντικατάστασης πατρωνύμου και επωνύμου απολύτως σύμφωνων με τον προσδιορισμό του προσφεύγοντος κατά το βουλγαρικό δίκαιο με διαφορετικό όνομα, εκείνο του θετού πατέρα. Η υπόθεση εμπίπτει επομένως στο πεδίο των θετικών υποχρεώσεων του κράτους (Kyazim, § 30) (§ 14). Το Δικαστήριο παρέπεμψε στις γενικές αρχές όπως συνοψίστηκαν στις Güzel Erdagöz κατά Τουρκίας (§§ 47-50), Golemanova (§§ 37-40) και Henry Kismoun (§§ 28-31) (§ 15).
Η Κυβέρνηση επικαλέστηκε την προστασία της δημόσιας τάξης, την ανάγκη καταγραφής των στοιχείων οικογενειακής κατάστασης και την ασφάλεια δικαίου. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η σταθερότητα του επωνύμου εξυπηρετεί δημόσιο συμφέρον, καθώς εξασφαλίζει την ασφάλεια δικαίου στις κοινωνικές σχέσεις, και ότι το όνομα διατηρεί καθοριστικό ρόλο στην ταυτοποίηση των προσώπων (πρβλ. Kyazim, § 34) (§ 16).
Για την κρίση της αναγκαιότητας, το Δικαστήριο έκρινε ότι όφειλε να στηριχθεί κατά κύριο λόγο στην αιτιολογία των εθνικών δικαστών, ώστε να εκτιμήσει αν η «αναγκαιότητα» του περιορισμού είχε αποδειχθεί πειστικά (Güzel Erdagöz, § 50) (§ 17). Διαπίστωσε ότι τα εθνικά δικαστήρια είχαν μεν εξακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά, θεμελίωσαν όμως την απόρριψη, αφενός, σε τυπική και γενική παραπομπή στους κανόνες σχηματισμού βουλγαρικών ονομάτων με καταλήξεις και, αφετέρου, σε σκέψη που υπονοούσε ότι ο προσφεύγων επιδίωκε να αποποιηθεί τη βουλγαρική καταγωγή του υιοθετώντας ονοματεπώνυμο ξενικής προέλευσης.
«Μια τέτοια αιτιολογία δεν αποδίδει καμία βαρύτητα στο ότι ο προσφεύγων επεδίωκε την αναγνώριση της ταυτότητας που είχε οικοδομήσει μετά την υιοθεσία του, επί περισσότερα από είκοσι έτη» (παρ. 19)
Τα εθνικά δικαστήρια δεν εξέτασαν συγκεκριμένα γιατί τα εξατομικευμένα επιχειρήματα του προσφεύγοντος (η εικοσαετής οικογενειακή, κοινωνική και επαγγελματική ταυτότητα και η ανάγκη εναρμόνισης των εγγράφων με την πραγματικότητα) δεν μπορούσαν να θεωρηθούν «σπουδαίες περιστάσεις». Επιπλέον, ενώ η Κυβέρνηση προέβαλε νόμιμους σκοπούς ενώπιον του Στρασβούργου, η αιτιολογία των εθνικών δικαστηρίων δεν επικαλέστηκε κανένα δημόσιο συμφέρον του άρθρου 8 § 2 ούτε επέτρεπε να διαγνωσθεί σε τι η αιτούμενη αλλαγή θα αντέβαινε σε αυτό (§ 19).
Η αιτιολογία αυτή δεν αποτελούσε σχετική και επαρκή απάντηση στο αίτημα. Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το όνομα, ως κύριο στοιχείο εξατομίκευσης του προσώπου στην κοινωνία, ανήκει στον σκληρό πυρήνα των εκτιμήσεων που αφορούν το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής (Losonci Rose και Rose κατά Ελβετίας, § 51). Κατέληξε ότι η διαδικασία λήψης απόφασης δεν παρέσχε στα συμφέροντα του προσφεύγοντος την προστασία που απαιτεί το άρθρο 8 (§ 20) και διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ (§ 21).
ΔΙΑΤΑΚΤΙΚΟ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ: Το Δικαστήριο, συνεδριάζον ως τριμελής Επιτροπή, κήρυξε την προσφυγή παραδεκτή και διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ. Ο προσφεύγων αξίωσε 10.000 ευρώ για ηθική βλάβη, 480,21 ευρώ για έξοδα της εθνικής διαδικασίας και 4.616,21 ευρώ για έξοδα της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 41, το Δικαστήριο επιδίκασε 6.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 2.000 ευρώ για έξοδα και δαπάνες αμφότερων των διαδικασιών, πλέον παντός επιβαρύνοντος φόρου. Από το τελευταίο ποσό, 1.200 ευρώ καταβάλλονται απευθείας στον τραπεζικό λογαριασμό των πληρεξουσίων του προσφεύγοντος. Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα δίκαιης ικανοποίησης κατά τα λοιπά.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ (KEY PASSAGE)
«Αμφότερα τα εθνικά δικαστήρια που επιλήφθηκαν εξακρίβωσαν τα επίμαχα πραγματικά περιστατικά στις αποφάσεις τους. Ωστόσο, ως προς την αιτιολογία της απόρριψης, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, αφενός, παρέπεμψαν, κατά τρόπο τυπικό και γενικό, στο τμήμα του νόμου που αφορά τον σχηματισμό των βουλγαρικών ονομάτων με συγκεκριμένες καταλήξεις και, αφετέρου, διατύπωσαν σκέψη η οποία υποδηλώνει ότι έκριναν πως ο προσφεύγων, με το αίτημά του, επεδίωκε να αποποιηθεί τη βουλγαρική καταγωγή του υιοθετώντας πατρώνυμο και επώνυμο ξενικής προέλευσης. Για το Δικαστήριο, μια τέτοια αιτιολογία δεν αποδίδει καμία βαρύτητα στο ότι ο προσφεύγων επεδίωκε την αναγνώριση της ταυτότητας που είχε οικοδομήσει μετά την υιοθεσία του, επί περισσότερα από είκοσι έτη, στην οικογένειά του και στην κοινωνική και επαγγελματική του ζωή, καθώς και την εναρμόνιση των εγγράφων ταυτότητάς του με την πραγματικότητα, ώστε να τερματισθούν οι διοικητικές δυσχέρειες που προκαλούσε η κατάστασή του. Το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να διαπιστώσει ότι τα δικαστήρια δεν εξέτασαν συγκεκριμένα γιατί τα συγκεκριμένα αυτά επιχειρήματα, συνδεόμενα με την ατομική κατάσταση του προσφεύγοντος, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν “σπουδαίες περιστάσεις” που δικαιολογούν την αιτούμενη μεταβολή των ονομάτων. Μολονότι η Κυβέρνηση προέβαλε ότι η άρνηση των δικαστηρίων να δεχθούν το αίτημα επιδίωκε νόμιμους σκοπούς, η συλλογιστική των εθνικών δικαστηρίων δεν επικαλείται κανένα δημόσιο συμφέρον κατά το άρθρο 8 § 2 και δεν επιτρέπει να διαγνωσθεί σε τι η αιτούμενη αλλαγή θα αντέβαινε σε τέτοιο συμφέρον, κατά ανάλυση σύμφωνη με το παρεχόμενο περιθώριο εκτίμησης.» (παρ. 19)
ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
Η Lyapchev κατά Βουλγαρίας ελέγχει την ποιότητα της εθνικής αιτιολογίας και όχι το ίδιο το δικαίωμα του προσφεύγοντος στο αιτούμενο όνομα. Το ισχυρό της σημείο είναι η απόρριψη της μηχανικής εφαρμογής αναγκαστικών κανόνων ονοματοδοσίας ως υποκατάστατου της στάθμισης. Το αδύναμό της σημείο είναι η δογματική ασάφεια ως προς το πλαίσιο του ελέγχου και η σιωπή για το επιχείρημα της εθνοτικής καταγωγής.
Πρώτον. Η ρήτρα των «σπουδαίων περιστάσεων» επιβάλλει εξατομικευμένη κρίση, την οποία τα εθνικά δικαστήρια μετέτρεψαν σε αυτόματη απόρριψη. Το βουλγαρικό δίκαιο δεν απέκλειε την αλλαγή. Αντιθέτως, προέβλεπε ανοιχτή ρήτρα που εξ ορισμού απαιτεί στάθμιση προσωπικών περιστάσεων. Τα δικαστήρια την ακύρωσαν στην πράξη, αντιμετωπίζοντας τα άρθρα 13 και 14 του νόμου ως απόλυτο φραγμό, ενώ είχαν δεχθεί ως αποδεδειγμένα όλα τα κρίσιμα περιστατικά. Η αντίφαση αυτή, πλήρης διαπίστωση των γεγονότων αλλά καμία αξιολόγησή τους, αποτελεί τον πυρήνα της παραβίασης. Το Στρασβούργο δεν υποκαθιστά την κρίση του εθνικού δικαστή, απαιτεί όμως να ασκηθεί (§ 17). Η επιλογή σέβεται την επικουρικότητα σε ένα πεδίο όπου οι εθνικές παραδόσεις ονοματοδοσίας διαφέρουν αισθητά. Πηγή: ΕΔΔΑ, Lyapchev c. Bulgarie, παρ. 4-6, 17-20, Güzel Erdagöz v. Turkey, παρ. 50, HUDOC.
Δεύτερον. Το Δικαστήριο ανακηρύσσει θετική υποχρέωση, αλλά εφαρμόζει το κριτήριο της επέμβασης. Η υπόθεση κατατάσσεται ρητά στις θετικές υποχρεώσεις (§ 14), ο έλεγχος όμως διεξάγεται με την ορολογία του άρθρου 8 § 2: «αναγκαιότητα του περιορισμού» (§ 17), δημόσιο συμφέρον «κατά το άρθρο 8 § 2» (§ 19), λόγοι «σχετικοί και επαρκείς» (§ 20). Η μετάβαση δεν αλλοιώνει το αποτέλεσμα, αφού κατά πάγια νομολογία οι εφαρμοστέες αρχές των δύο πλαισίων είναι παρόμοιες (Hämäläinen κατά Φινλανδίας [GC], § 65, μη παρατιθέμενη). Έχει όμως πρακτική συνέπεια: το βάρος της αιτιολόγησης φέρει το κράτος, ακόμη κι όταν ο ιδιώτης ζητεί νέο όνομα και όχι διατήρηση του υφιστάμενου. Μια ρητή δογματική επιλογή θα ενίσχυε τη σαφήνεια της νομολογίας. Πηγή: ΕΔΔΑ, Lyapchev c. Bulgarie, παρ. 14, 17, 19-20, Hämäläinen v. Finland [GC], παρ. 65, HUDOC.
Τρίτον. Η επίκληση της εθνοτικής καταγωγής δεν μπορεί να θεμελιώσει περιορισμό, όμως το Δικαστήριο δεν το λέει ρητά. Το Δικαστήριο της Πόλης της Σόφιας χαρακτήρισε την εθνοτική ταυτότητα αδιάφορη, αλλά ταυτόχρονα αξιοποίησε την «άρνηση» της βουλγαρικής καταγωγής ως λόγο απόρριψης (§ 6). Το ΕΔΔΑ περιορίστηκε να καταγράψει τη σκέψη αυτή και να διαπιστώσει ότι δεν αποδίδει βάρος στα συμφέροντα του προσφεύγοντος (§ 19). Δεν τη χαρακτήρισε αθέμιτο σκοπό, ούτε εξέτασε ζήτημα υπό το άρθρο 14, το οποίο δεν αποτέλεσε αντικείμενο της κοινοποίησης. Κατά την άποψη του συντάκτη, αιτιολογία που συνδέει το όνομα ενήλικα με υποχρέωση επίδειξης εθνοτικής καταγωγής αντιστρατεύεται τον αυτοπροσδιορισμό που προστατεύει το άρθρο 8. Η ρητή αποδοκιμασία της θα είχε αυτοτελή καθοδηγητική αξία για τα εθνικά δικαστήρια. Πηγή: ΕΔΔΑ, Lyapchev c. Bulgarie, παρ. 6, 19, HUDOC.
Τέταρτον. Η διασυνοριακή ασυμφωνία του ονόματος αναγνωρίζεται ως αυτοτελές βάρος της ιδιωτικής ζωής. Το Δικαστήριο αποδίδει ρητή σημασία στην εναρμόνιση των εγγράφων με την πραγματικότητα και στις διοικητικές δυσχέρειες μιας ζωής μοιρασμένης μεταξύ τριών κρατών (§ 19). Η σκέψη συνομιλεί με την Henry Kismoun, στην οποία η απόφαση παραπέμπει για τις γενικές αρχές. Η απόφαση αφήνει όμως ανέγγιχτα δύο κρίσιμα ζητήματα: την αναγνώριση στη Βουλγαρία των αποτελεσμάτων της ελληνικής υιοθεσίας και το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο του ονόματος. Η ταυτότητα του προσφεύγοντος κρίνεται ως κοινωνικό γεγονός και όχι ως νομική συνέπεια αλλοδαπής πράξης. Πηγή: ΕΔΔΑ, Lyapchev c. Bulgarie, παρ. 2-3, 18-19, Henry Kismoun v. France, παρ. 28-31, HUDOC.
Πέμπτον. Η απόφαση Επιτροπής δεν απαντά αν μια επαρκώς αιτιολογημένη άρνηση θα ήταν ανεκτή. Η εκδίκαση από τριμελή Επιτροπή (άρθρο 28 § 1 στοιχ. β΄ ΕΣΔΑ) εντάσσει την υπόθεση στην καλώς εδραιωμένη νομολογία. Το Δικαστήριο δεν αξιώνει την αλλαγή του ονόματος, αφού δέχθηκε ότι η σταθερότητα του επωνύμου συνιστά δημόσιο συμφέρον (§ 16). Νέα απόρριψη με συγκεκριμένη στάθμιση δεν αποκλείεται επομένως να κριθεί σύμφωνη με τη Σύμβαση. Ανοιχτό μένει επίσης αν το ίδιο το σύστημα καταλήξεων και ο περιορισμός του σύνθετου επωνύμου στον γάμο συμβιβάζονται με το άρθρο 8, αφού το Δικαστήριο εξέτασε μόνον τη συγκεκριμένη εφαρμογή τους (§ 9). Η Lyapchev εντάσσεται σε σειρά βουλγαρικών υποθέσεων στο πεδίο του ονόματος (Golemanova, Kyazim), ενώ στη μη παρατιθέμενη Y.T. κατά Βουλγαρίας η άρνηση αλλαγής ονόματος και φύλου κρίθηκε παραβιαστική, διότι τα δικαστήρια επικαλέστηκαν δημόσιο συμφέρον χωρίς να το προσδιορίσουν ούτε να το σταθμίσουν με το δικαίωμα του προσφεύγοντος. Ο παραλληλισμός υποδηλώνει επαναλαμβανόμενο ζήτημα αιτιολόγησης στο πεδίο της προσωπικής κατάστασης, χωρίς πάντως κρίση κατ’ άρθρο 46 ΕΣΔΑ. Πηγή: ΕΔΔΑ, Lyapchev c. Bulgarie, παρ. 9, 16, Y.T. v. Bulgaria, no. 41701/16, 09.07.2020, HUDOC, echrcaselaw.
ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ
Α) Henry Kismoun κατά Γαλλίας: Ο προσφεύγων, με γαλλική και αλγερινή ιθαγένεια, έφερε διαφορετικό επώνυμο σε κάθε κράτος και ζήτησε από τις γαλλικές αρχές να ενιαιοποιήσει την ταυτότητά του. Το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 8, διότι οι εθνικές αρχές δεν συνεκτίμησαν τα προσωπικά του επιχειρήματα. Η Lyapchev αντλεί από αυτήν την εφαρμογή του άρθρου 8 και τις γενικές αρχές, μεταφέροντας τη λογική της στην ασυμφωνία που προκαλεί η αλλοδαπή υιοθεσία. Πηγή: HUDOC, Henry Kismoun v. France, no. 32265/10, 05.12.2013, παρ. 25, 28-31.
Β) Güzel Erdagöz κατά Τουρκίας: Άρνηση των τουρκικών δικαστηρίων να δεχθούν αίτημα αλλαγής της ορθογραφίας του ονόματος της προσφεύγουσας, χωρίς επαρκή αιτιολογία. Παραβίαση του άρθρου 8. Η παρ. 50 θεμελιώνει τη μέθοδο που υιοθετεί η Lyapchev: το Δικαστήριο κρίνει την αναγκαιότητα του περιορισμού κατά κύριο λόγο μέσω της αιτιολογίας των εθνικών δικαστών. Πηγή: HUDOC, Güzel Erdagöz v. Turkey, no. 37483/02, 21.10.2008, παρ. 47-50.
Γ) Golemanova κατά Βουλγαρίας: Προγενέστερη υπόθεση κατά Βουλγαρίας στο πεδίο του ονόματος υπό το άρθρο 8. Η Lyapchev αντλεί από αυτήν την υπαγωγή της επιλογής και της αλλαγής ονόματος στο άρθρο 8 και τη σύνοψη των γενικών αρχών. Στην Golemanova δεν διαπιστώθηκε παραβίαση του άρθρου 8, γεγονός που υπογραμμίζει ότι η Σύμβαση δεν κατοχυρώνει απεριόριστο δικαίωμα μεταβολής ονόματος. Πηγή: HUDOC, Golemanova v. Bulgaria, no. 11369/04, 17.02.2011, παρ. 37-40.
Δ) Kyazim κατά Βουλγαρίας [Επιτροπή]: Απόφαση Επιτροπής για άρνηση αλλαγής ονόματος στη Βουλγαρία, η οποία τροφοδοτεί την Lyapchev σε τρία επίπεδα: τη μη υποχρέωση επανάληψης διαδικασίας που απέτυχε (§ 22), την υπαγωγή της άρνησης στις θετικές υποχρεώσεις (§ 30) και την αναγνώριση της σταθερότητας του επωνύμου ως δημοσίου συμφέροντος (§ 34). Πηγή: HUDOC, Kyazim v. Bulgaria [Committee], no. 39356/17, 16.11.2021, παρ. 22, 30, 34.
Ε) Losonci Rose και Rose κατά Ελβετίας: Διαφορετική μεταχείριση λόγω φύλου ως προς τη διατήρηση του επωνύμου μετά τον γάμο. Παραβίαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8. Η παρ. 51 διατυπώνει τη θέση ότι το όνομα, ως κύριο στοιχείο εξατομίκευσης, ανήκει στον σκληρό πυρήνα του άρθρου 8, την οποία η Lyapchev επικαλείται για να προσδώσει βαρύτητα στο συμφέρον του προσφεύγοντος. Πηγή: HUDOC, Losonci Rose and Rose v. Switzerland, no. 664/06, 09.11.2010, παρ. 51.
ΣΤ) Burghartz κατά Ελβετίας: Θεμελιώδης απόφαση που υπήγαγε το όνομα στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, ως μέσο προσωπικής ταυτοποίησης και δεσμό με την οικογένεια. Διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 για τη διαφορετική μεταχείριση των συζύγων ως προς την προσθήκη του επωνύμου τους στο οικογενειακό επώνυμο. Πηγή: HUDOC, Burghartz v. Switzerland, 22.02.1994, Series A no. 280-B, παρ. 24.
Ζ) Cusan και Fazzo κατά Ιταλίας: Αδυναμία των γονέων να δώσουν στο τέκνο το επώνυμο της μητέρας. Παραβίαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8. Στην παρ. 37 το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση έλλειψης σημαντικού μειονεκτήματος, συνεκτιμώντας ότι οι προσφεύγοντες επιδίωξαν τη διαδικασία μέχρι τέλους, σκέψη που η Lyapchev αξιοποιεί στην εκτίμηση του παραδεκτού. Πηγή: HUDOC, Cusan and Fazzo v. Italy, no. 77/07, 07.01.2014, παρ. 37.
Η) Adrian Mihai Ionescu κατά Ρουμανίας (απόφ.): Πρώτη εφαρμογή του κριτηρίου της έλλειψης σημαντικού μειονεκτήματος, με απόρριψη προσφυγής ελάχιστου οικονομικού διακυβεύματος. Η Lyapchev αντλεί από αυτήν τα κριτήρια εκτίμησης του κατωφλίου και καταδεικνύει ότι η απουσία οικονομικής διάστασης δεν αρκεί από μόνη της για τη διαπίστωση έλλειψης σημαντικού μειονεκτήματος όταν το ζήτημα έχει πρόδηλη προσωπική σημασία για τον προσφεύγοντα. Πηγή: HUDOC, Adrian Mihai Ionescu v. Romania (dec.), no. 36659/04, 01.06.2010, παρ. 32, 34.
Θ) Συγκριτικό πλαίσιο (ΔΕΕ, Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΟΗΕ, Διαμερικανικό Δικαστήριο, Αφρικανικό Δικαστήριο): Σε επίπεδο συγκριτικής αναφοράς και μόνον, χωρίς τα ακόλουθα να αποτελούν έρεισμα της κρίσης, το ΔΕΕ έχει κρίνει ότι η άρνηση κράτους μέλους να αναγνωρίσει όνομα που αποκτήθηκε ή καταχωρίστηκε νόμιμα σε άλλο κράτος μέλος, με συνέπεια διαφορετικά ονόματα σε διαφορετικά κράτη, μπορεί να προκαλέσει σοβαρά μειονεκτήματα που θίγουν τα δικαιώματα του πολίτη της Ένωσης (Garcia Avello, Grunkin και Paul, Freitag). Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ έκρινε ότι η αυθαίρετη άρνηση αλλαγής επωνύμου θίγει το άρθρο 17 ΔΣΑΠΔ. Συναφές συγκριτικό υλικό υπάρχει επίσης στη Γνωμοδότηση OC-24/17 του Διαμερικανικού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία, στο πλαίσιο της ταυτότητας φύλου, συνέδεσε την αλλαγή ονόματος με την προσωπική ταυτότητα και την αυτονομία και απαίτησε κατάλληλη διαδικασία για την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος. Η θεματική της διαφέρει από τη Lyapchev, αλλά παρέχει χρήσιμο συγκριτικό πλαίσιο. Δεν εντοπίστηκε άμεσα αντίστοιχη απόφαση του Αφρικανικού Δικαστηρίου. Πηγή: ΔΕΕ, C-148/02 (02.10.2003), C-353/06 (14.10.2008), C-541/15 (08.06.2017), UN HRC, Coeriel and Aurik v. the Netherlands, Communication No. 453/1991, Views of 31.10.1994, IACtHR, Advisory Opinion OC-24/17, 24.11.2017.
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΑ
- Όταν το εθνικό δίκαιο περιέχει ρήτρα «σοβαρών» ή «σπουδαίων» λόγων, ο αιτών οφείλει να τεκμηριώνει εξατομικευμένα τη διάρκεια χρήσης, την κοινωνική αναγνώριση, τον οικογενειακό δεσμό και την ασυμφωνία εγγράφων, με μάρτυρες και αλλοδαπά έγγραφα. Η Lyapchevστηρίζεται ακριβώς σε περιστατικά που τα ίδια τα εθνικά δικαστήρια δέχθηκαν ως αποδεδειγμένα.
- Σε προσφυγή στο Στρασβούργο, το αποφασιστικό επιχείρημα είναι η έλλειψη σχετικής και επαρκούς αιτιολογίας. Πρέπει να επισημαίνεται ότι η εθνική απόφαση δεν κατονόμασε δημόσιο συμφέρον και ότι οι σκοποί που προβάλλει εκ των υστέρων η Κυβέρνηση δεν θεραπεύουν το έλλειμμα.
- Στη Lyapchev, η απόρριψη του αιτήματος σε διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας δεν επέβαλε την επανάληψη της ίδιας διαδικασίας για την εξάντληση, αφού τα εθνικά δικαστήρια είχαν ήδη εξετάσει την αιτίαση. Η απουσία οικονομικού διακυβεύματος δεν αποκλείει την προσφυγή, όταν αφορά την ταυτότητα και ο αιτών εξάντλησε τη διαδικασία.
- Ο εθνικός δικαστής δεν αρκεί να παραπέμψει σε αναγκαστικούς κανόνες ονοματοδοσίας. Οφείλει να εξηγήσει γιατί τα προσωπικά επιχειρήματα δεν συνιστούν σοβαρούς λόγους και ποιο συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον προέχει.
- Στην Ελλάδα, η διοικητική διαδικασία μεταβολής επωνύμου διέπεται από το ν.δ. 2573/1953, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, μεταξύ άλλων με τον ν. 2130/1993 απαιτεί εκτίμηση της σοβαρότητας των λόγων κατά περίπτωση. Η Lyapchevενισχύει την προσβολή πράξεων με στερεότυπη αιτιολογία, ιδίως για Έλληνες πολίτες που φέρουν διαφορετικό όνομα σε άλλο κράτος λόγω υιοθεσίας ή διπλής ιθαγένειας, υπό το πρίσμα και του άρθρου 5 § 1 του Συντάγματος.
Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ:
- Burghartzv. Switzerland, 22.02.1994, SeriesA no. 280-B • Güzel Erdagöz v. Turkey, 21.10.2008, no. 37483/02 • Adrian Mihai Ionescu v. Romania (dec.), 01.06.2010, no. 36659/04 • Korolev v. Russia (dec.), no. 25551/05, ECHR 2010 • Losonci Rose and Rose v. Switzerland, 09.11.2010, no. 664/06 • Golemanova v. Bulgaria, 17.02.2011, no. 11369/04 • Shefer v. Russia (dec.), 13.03.2012, no. 45175/04 • Henry Kismoun v. France, 05.12.2013, no. 32265/10 • Cusan and Fazzo v. Italy, 07.01.2014, no. 77/07 • Kyazim v. Bulgaria [Committee], 16.11.2021, no. 39356/17 • Hämäläinen v. Finland [GC], 16.07.2014, no. 37359/09 (μη παρατιθέμενη, ερμηνευτικό πλαίσιο) • Y.T. v. Bulgaria, 09.07.2020, no. 41701/16 (μη παρατιθέμενη, ερμηνευτικό πλαίσιο) • Künsberg Sarre v. Austria, 17.01.2023, nos. 19475/20, 20149/20, 20153/20 and 20157/20 (μη παρατιθέμενη, ερμηνευτικό πλαίσιο) • Ismayilzade v. Azerbaijan, 18.01.2024, no. 17780/18 (μη παρατιθέμενη, ερμηνευτικό πλαίσιο)
