ΑΠΟΦΑΣΗ
Devekom DOO Niš κατά Σερβίας της 13.10.2026 (προσφυγή αριθ. 16947/22, κατατέθηκε 31.03.2022, αγγλική γλώσσα)
Βλ. εδώ
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Σχηματισμός: Τρίτο Τμήμα, επταμελής σύνθεση (Πρόεδρος: Ιωάννης Κτιστάκις).
Άρθρα: 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (προστασία της περιουσίας, αξίωση τόκου επί επιστροφής αχρεωστήτως εισπραχθέντων δασμών), 35 § 1 ΕΣΔΑ (εξάντληση των εσωτερικών ενδίκων μέσων), 41 ΕΣΔΑ (δίκαιη ικανοποίηση).
Αποτέλεσμα: Παραδεκτή η προσφυγή (ομόφωνα). Παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (ομόφωνα). Δίκαιη ικανοποίηση (ομόφωνα).
Δίκαιη ικανοποίηση: 95.284 € για περιουσιακή ζημία, 3.000 € για ηθική βλάβη και 4.500 € για δικαστικά έξοδα. Απορρίφθηκε το υπόλοιπο αίτημα δίκαιης ικανοποίησης. Για τον υπολογισμό της περιουσιακής ζημίας εφαρμόστηκε, υπό τις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης, το επιτόκιο του εθνικού Νόμου περί Τόκων Υπερημερίας.
Χρήσιμη για: δικηγόρους επιχειρήσεων σε τελωνειακές και φορολογικές διαφορές, τελωνειακή και φορολογική διοίκηση, διοικητικούς δικαστές, δικηγόρους προσφευγόντων στο ΕΔΔΑ για προσβολές της περιουσίας.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Η προσφεύγουσα Σερβική εταιρεία (Devekom DOO Niš) εισήγαγε το 2006 εξοπλισμό με προνομιακό τελωνειακό καθεστώς (απαλλαγή από δασμούς). Το 2009, κατόπιν εκ των υστέρων ελέγχου, οι τελωνειακές αρχές της επέβαλαν δασμούς και λοιπές επιβαρύνσεις ύψους 7.381.148 RSD (περίπου 78.360 € τότε). Επειδή η άσκηση προσφυγής δεν είχε ανασταλτικό αποτέλεσμα, η εταιρεία υποχρεώθηκε και κατέβαλε αμέσως το ποσό. Ύστερα από πολυετείς διοικητικές και δικαστικές διαδικασίες, το 2018 οι αρμόδιες αρχές δέχθηκαν ότι οι δασμοί είχαν επιβληθεί εσφαλμένα και ακύρωσαν τις καταλογιστικές πράξεις. Το 2019 οι αρχές επέστρεψαν στην εταιρεία μόνο το ποσό του κεφαλαίου (7.381.148 RSD), χωρίς κανέναν τόκο ή τιμαριθμική αναπροσαρμογή. Οι αλλεπάλληλες διοικητικές προσφυγές και ένδικες ενέργειες της εταιρείας για την καταβολή τόκων υπερημερίας απορρίφθηκαν από το Υπουργείο Οικονομικών, το Διοικητικό Δικαστήριο και το Συνταγματικό Δικαστήριο (το οποίο επιδίκασε αυτοτελώς 3.600 € μόνο για την υπέρμετρη διάρκεια της τελωνειακής δίκης).
Το ΕΔΔΑ έκρινε ομόφωνα παραδεκτή την προσφυγή ως προς το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (προστασία της περιουσίας) και διαπίστωσε ομόφωνα παραβίασή του. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η άτοκη επιστροφή του αχρεωστήτως εισπραχθέντος ποσού σχεδόν δέκα έτη μετά την καταβολή του, χωρίς κανέναν μηχανισμό αντιστάθμισης της στερήσεως χρήσεως του κεφαλαίου και της απομείωσης της αξίας του από τον πληθωρισμό (σωρευτικός πληθωρισμός 69,6%), διέσπασε τη «δίκαιη ισορροπία» μεταξύ του δημόσιου συμφέροντος και των περιουσιακών δικαιωμάτων της προσφεύγουσας, επιβάλλοντάς της ατομικό και υπέρμετρο βάρος. Στο πλαίσιο της δίκαιης ικανοποίησης, το ΕΔΔΑ επιδίκασε ομόφωνα στην προσφεύγουσα εταιρεία τα ακόλουθα ποσά: 95.284 € (11.163.347 RSD) για περιουσιακή ζημία, ποσό που αντιστοιχεί στους οφειλόμενους τόκους για όλο το διάστημα από την είσπραξη (2009) έως την επιστροφή (2019), υπολογισμένους βάσει του εθνικού Νόμου περί Τόκων Υπερημερίας, 3.000 € για ηθική βλάβη και 4.500 € για δικαστικά έξοδα.
ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ
Ερώτημα: Συμβιβάζεται με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου η επιστροφή μόνο του ονομαστικού ποσού τελωνειακών δασμών, που καταβλήθηκαν λόγω μη ανασταλτικής προσφυγής και επιστράφηκαν ως αχρεωστήτως εισπραχθέντες σχεδόν δέκα έτη μετά, όταν το δίκαιο που ίσχυε κατά την έναρξη της διαδικασίας προέβλεπε τόκο;
Απάντηση: Όχι. Η επιστροφή του ονομαστικού ποσού χωρίς κανέναν μηχανισμό αντιστάθμισης του χρόνου, της αδυναμίας χρήσης του ποσού και της απομείωσης της αξίας του από τον πληθωρισμό επιβάλλει ατομικό και υπέρμετρο βάρος (individual and excessive burden), παρά το ευρύ περιθώριο εκτίμησης των κρατών στη φορολογία. Στις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης, οι αρχές όφειλαν, κατ’ ελάχιστον, να καταβάλουν απλό νόμιμο τόκο (σκ. 70-72). Η σκ. 44 αφορά τη θεμελίωση προστατευόμενης περιουσιακής αξίωσης («περιουσίας»), και όχι τον αυτόματο προσδιορισμό του ελάχιστου τόκου για κάθε περίπτωση.
Η ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Εφαρμογή και εξειδίκευση της νομολογίας για την αποτελεσματική αποκατάσταση της οικονομικής απώλειας από καθυστερημένη επιστροφή αχρεώστητων ποσών, ειδικά στην περίπτωση τελωνειακών δασμών.
Η απόφαση μεταφέρει τη γραμμή των αποφάσεων Eko-Elda AVEE κατά Ελλάδας και Buffalo S.r.l. κατά Ιταλίας, που αφορούσε καθυστερημένες επιστροφές φόρων, σε τελωνειακούς δασμούς που εισπράχθηκαν μετά από εκ των υστέρων έλεγχο και λόγω μη ανασταλτικής προσφυγής (σκ. 68-70).
Δύο στοιχεία την ξεχωρίζουν:
Πρώτον, η «περιουσία» (possessions) θεμελιώνεται τόσο σε ρητή διάταξη του προϊσχύσαντος Τελωνειακού Νόμου όσο και σε εθνική νομολογία πολιτικών/εμπορικών δικαστηρίων που προσκόμισε η ίδια η Κυβέρνηση (σκ. 43-44).
Δεύτερον, το Δικαστήριο εισάγει στη στάθμιση της δίκαιης ισορροπίας (fair balance) τη μέθοδο αποτίμησης της απόφασης Ευρείας Σύνθεσης Guiso-Gallisay κατά Ιταλίας, που διαμορφώθηκε αρχικά στο πλαίσιο της δίκαιης ικανοποίησης (άρθρο 41), και δηλώνει ρητά ότι είναι συναφής με την κρίση της αναλογικότητας (σκ. 70). Καταλήγει, υπό τις ειδικές περιστάσεις της διαφοράς, ότι απαιτούνταν τουλάχιστον απλός νόμιμος τόκος (σκ. 72), χωρίς να επιβάλλει έναν άκαμπτο, ομοιόμορφο μαθηματικό κανόνα επιτοκίου για όλα τα Συμβαλλόμενα Κράτη (σκ. 78).
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
- Παραδεκτό
Οι λοιπές αιτιάσεις της προσφυγής είχαν κηρυχθεί απαράδεκτες κατά το στάδιο της κοινοποίησης στην Κυβέρνηση.
(α) Ύπαρξη «περιουσίας» (Άρθρο 1 ΠΠΠ): Η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι η προσφεύγουσα δεν είχε «περιουσία» κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, διότι ο Τελωνειακός Νόμος του 2010 (άρθρο 278 § 1) απέκλειε την τοκοφορία επί επιστροφής δασμών.
Το Δικαστήριο επανέλαβε την παγιωμένη αρχή ότι η έννοια της «περιουσίας» έχει αυτόνομο χαρακτήρα, ανεξάρτητο από τον τυπικό χαρακτηρισμό στο εσωτερικό δίκαιο (σκ. 39). Όταν μια αξίωση είναι επαρκώς θεμελιωμένη στο εθνικό δίκαιο ώστε να είναι εκτελεστή, γεννά «νόμιμη προσδοκία» (legitimate expectation), η οποία πρέπει να είναι πιο συγκεκριμένη από απλή ελπίδα και να ερείδεται σε νομοθετική διάταξη ή δικαστική απόφαση (σκ. 40-42).
Στην προκείμενη υπόθεση, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η προσφεύγουσα είχε νόμιμη προσδοκία τοκοφορίας. Η προσδοκία αυτή θεμελιωνόταν: Στη ρητή διάταξη του άρθρου 237 του Τελωνειακού Νόμου που ίσχυε κατά την έναρξη της τελωνειακής διαδικασίας και στη νομολογία εμπορικών δικαστηρίων που επικαλέστηκε η ίδια η Κυβέρνηση, βάσει της οποίας άλλες εταιρείες πέτυχαν την επιδίκαση τόκων με βάση τις γενικές διατάξεις του Νόμου περί Ενοχών (σκ. 43-44).
Συνεπώς, η αξίωση τόκου συνιστά «περιουσία».
(β) Εξάντληση των εσωτερικών ενδίκων μέσων (Άρθρο 35 § 1 ΕΣΔΑ): Η Κυβέρνηση προέβαλε ένσταση μη εξάντλησης, ισχυριζόμενη ότι η προσφεύγουσα όφειλε να ασκήσει αυτοτελή πολιτική αγωγή αποζημίωσης ή αδικαιολόγητου πλουτισμού βάσει του Νόμου περί Ενοχών.
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι ο κανόνας της εξάντλησης πρέπει να εφαρμόζεται με βαθμό ευελιξίας και χωρίς υπέρμετρη τυπολατρία (σκ. 49). Το βάρος απόδειξης φέρει η Κυβέρνηση για να αποδείξει την αποτελεσματικότητα του μέσου σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο.
Το ΕΔΔΑ απέρριψε την ένσταση κρίνοντας ότι: i) Η νομολογία που προσκόμισε η Κυβέρνηση αφορούσε παρόμοιες αλλά όχι ταυτόσημες περιπτώσεις, διαφορετικού χρόνου και νομικού καθεστώτος, ii) Το ίδιο το Συνταγματικό Δικαστήριο της Σερβίας δεν απέρριψε τη συνταγματική προσφυγή της εταιρείες για μη εξάντληση πολιτικών ενδίκων βοηθημάτων, οπότε θα ήταν υπερβολικά τυπολατρικό για το ΕΔΔΑ να αποφανθεί διαφορετικά (σκ. 54), iii) Όταν υφίστανται περισσότερα πράγματι διαθέσιμα και αποτελεσματικά ένδικα μέσα ικανά να θεραπεύσουν την ίδια αιτίαση, αρκεί, κατ’ αρχήν, η προσήκουσα άσκηση ενός από αυτά κατά την επιλογή του προσφεύγοντος (σκ. 55).
- Επί της ουσίας
Περιουσία: Η αναγνωρισθείσα στο στάδιο του παραδεκτού αξίωση τόκου συνιστά την προστατευόμενη περιουσία. Η άρνηση των εθνικών αρχών να την αναγνωρίσουν ή να την ικανοποιήσουν συνιστά επέμβαση στο δικαίωμα ειρηνικής κάρπωσης της περιουσίας (σκ. 61).
Επέμβαση και εφαρμοστέος κανόνας: Το Δικαστήριο επανέλαβε τη θεμελιώδη δομή του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, το οποίο περιλαμβάνει «τρεις διακριτούς κανόνες» (σκ. 59):
- Τον πρώτο κανόνα γενικής φύσεως (ειρηνική απόλαυση περιουσίας).
- Τον δεύτερο κανόνα (στέρηση περιουσίας υπό προϋποθέσεις).
- Τον τρίτο κανόνα (ρύθμιση της χρήσης των αγαθών προς το δημόσιο συμφέρον).
Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν συντρέχει λόγος υπαγωγής αποκλειστικά στον δεύτερο ή στον τρίτο κανόνα, καθώς οι γενικές αρχές δικαιολόγησης (νομιμότητα, θεμιτός σκοπός, αναλογικότητα και δίκαιη ισορροπία) είναι ουσιαστικά οι ίδιες (σκ. 62).
Νομιμότητα και Θεμιτός Σκοπός:
Η αρχή της νομιμότητας αποτελεί την πρώτη και πρωταρχική προϋπόθεση κάθε επέμβασης, απαιτώντας προσβάσιμο, σαφές και προβλέψιμο εθνικό δίκαιο που παρέχει εγγυήσεις κατά της αυθαιρεσίας (σκ. 63). Το Δικαστήριο σημείωσε την υφιστάμενη νομοθετική μεταβολή μεταξύ του νόμου του 2004 και του 2010. Παρέκαμψε όμως την οριστική κρίση επί της συμβατότητας της ερμηνείας του εσωτερικού δικαίου, διότι η μέτρο ήταν σε κάθε περίπτωση ασύμβατο με το άρθρο 1 για λόγους αναλογικότητας (σκ. 65).
Παράλληλα, αναγνώρισε ότι οι τελωνειακοί δασμοί εμπίπτουν στον τομέα της φορολογίας, που αποτελεί σκληρό πυρήνα των εξουσιών της δημόσιας αρχής. Συνεπώς, η αρνητική θέση των αρχών υπηρετούσε τον θεμιτό σκοπό της προστασίας της οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής του Κράτους (σκ. 66).
Δίκαιη ισορροπία και Αναλογικότητα:
Το κρίσιμο ζήτημα ήταν αν διατηρήθηκε η «δίκαιη ισορροπία» (fair balance) μεταξύ του δημοσίου συμφέροντος και των δικαιωμάτων της προσφεύγουσας, χωρίς την επιβολή «ατομικού και υπέρμετρου βάρους» (individual and excessive burden) (σκ. 67).
Στη στάθμιση αυτή, το ΕΔΔΑ συνεκτίμησε τα εξής:
- Η προσφεύγουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει αμέσως το ποσό λόγω του μη ανασταλτικού αποτελέσματος της προσφυγής (σκ. 68) και στερήθηκε τη χρήση του κεφαλαίου για διάστημα σχεδόν δέκα ετών (2009-2018/2019) (σκ. 68).
- Καθυστερήσεις 5 έως 10 ετών στην επιστροφή αχρεώστητων επιβαρύνσεων προκαλούν σοβαρή ζημία και δεν θεραπεύονται με την απλή επιστροφή του ονομαστικού κεφαλαίου (σκ. 70).
- Η μέθοδος αποτίμησης της Guiso-Gallisay(προσαρμογή για πληθωρισμό και επιδίκαση απλού νόμιμου τόκου) είναι άμεσης συνάφειας με τον έλεγχο της αναλογικότητας της επέμβασης (σκ. 70).
- Η αρχή της χρηστής διακυβέρνησης (good governance) επιβάλλει στις δημόσιες αρχές να διορθώνουν τα σφάλματά τους και να αναλαμβάνουν τις συνέπειες των δικών τους παραλείψεων, αντί να μετακυλίουν το βάρος στον διοικούμενο (σκ. 71).
Συμπέρασμα: Παρά το ευρύ περιθώριο εκτίμησης των κρατών στα φορολογικά/τελωνειακά θέματα, η άτοκη επιστροφή ύστερα από μια δεκαετία στέρησε από την εταιρεία την αποτελεσματική επανόρθωση και επέβαλε υπέρμετρο βάρος, συνιστώντας παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (σκ. 72-73).
ΔΙΑΤΑΚΤΙΚΟ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ (ΑΡΘΡΟ 41 ΕΣΔΑ)
- Παραδεκτό:Κήρυξε ομόφωνα την προσφυγή παραδεκτή.
- Ουσία:Διαπίστωσε ομόφωνα παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.
- Περιουσιακή ζημία:Η προσφεύγουσα ζήτησε 13.428.644 RSD (~114.620 €) υπολογίζοντας τόκους με το επιτόκιο του Τελωνειακού Νόμου. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι υποβλήθηκε πραγματογνωμοσύνη με τρία εναλλακτικά σενάρια επιτοκίων (προϊσχύσαντος Τελωνειακού Νόμου, ισχύοντος Τελωνειακού Νόμου και Νόμου περί Τόκων Υπερημερίας).
Επειδή η Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε τη μεθοδολογία της πραγματογνωμοσύνης και υπέδειξε την εφαρμογή του Νόμου περί Τόκων Υπερημερίας, το Δικαστήριο υιοθέτησε το επιτόκιο υπερημερίας του ειδικού αυτού νόμου ως προσήκουσα βάση για την αποκατάσταση της ζημίας (σκ. 77-78). Τόνισε ρητά ότι η επιλογή αυτή υπαγορεύθηκε από τις ιδιομορφίες του σερβικού δικαίου και δεν θεσπίζει γενικό κανόνα για άλλα Κράτη (σκ. 78).
Επιδίκασε το ποσό των 95.284 € (11.163.347 RSD) για τους τόκους από την είσπραξη έως την επιστροφή (σκ. 80). - Ηθική βλάβη:Επιδίκασε 3.000 € (σκ. 83).
- Έξοδα και δαπάνες:Επιδίκασε 4.500 € έναντι αιτούμενων 17.960 € (σκ. 84-86).
- Άρθρα 46 ΕΣΔΑ:Η απόφαση δεν περιλαμβάνει ειδικές υποδείξεις ατομικών ή γενικών μέτρων.
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΔΙΑΔΙΚΩΝ ΠΟΥ ΣΥΝΕΒΑΛΑΝ ΣΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ
Υπέρ του Κράτους:
- Το ευρύ περιθώριο εκτίμησης στη φορολογία και στη διαχείριση των τελωνειακών δασμών (σκ. 66, 72).
- Ο θεμιτός σκοπός της προστασίας της οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής (σκ. 66).
- Η πλήρης επιστροφή του ονομαστικού κεφαλαίου (σκ. 10, 71).
Υπέρ της προσφεύγουσας:
- Η υποχρέωση άμεσης καταβολής λόγω μη ανασταλτικού αποτελέσματος της προσφυγής, παρά τη σταθερή αμφισβήτηση της οφειλής (σκ. 68).
- Η στέρηση της χρήσης του ποσού επί σχεδόν δέκα έτη (σκ. 68, 71).
- Η απομείωση της αγοραστικής αξίας του χρήματος από τον σωρευτικό πληθωρισμό ύψους 69,6% κατά την επίδικη περίοδο (σκ. 14, 71).
- Το σφάλμα της αρχικής επιβολής ανήκε αποκλειστικά στις ίδιες τις αρχές (σκ. 71).
- Η πλήρης απουσία κάθε εσωτερικού μηχανισμού αντιστάθμισης του χρόνου (σκ. 72).
Το ευρύ περιθώριο εκτίμησης στη φορολογία και στους δασμούς δεν απαλλάσσει το Κράτος από τον έλεγχο της δίκαιης ισορροπίας όταν παρακρατεί επί μακρόν ποσά που αποδείχθηκαν αχρεωστήτως εισπραχθέντα (σκ. 66-72). Η επιστροφή του ονομαστικού ποσού δεν αποκατέστησε την πραγματική οικονομική απώλεια.
Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΔΔΑ
Η νομολογιακή εξέλιξη συνδέει την επάρκεια της αποκατάστασης με τη χρονική καθυστέρηση και την απώλεια χρήσης χρημάτων. Στην Devekom το ΕΔΔΑ απαίτησε, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της επιστροφής αχρεωστήτως εισπραχθέντων δασμών, τουλάχιστον απλό νόμιμο τόκο.
- [Θεμελίωση] 1994, Stran Greek Refineries και Στρατής Ανδρεάδης κατά Ελλάδας(αριθ. 13427/87): Η επάρκεια της αποζημίωσης μειώνεται όταν καταβάλλεται χωρίς συνεκτίμηση περιστάσεων που μειώνουν την αξία της, όπως η αδικαιολόγητη καθυστέρηση (σκ. 82).
- [Τόκος υπερημερίας ως μέτρο επανόρθωσης] 1997, Akkuş κατά Τουρκίας(αριθ. 19263/92): Σε περίπτωση καθυστέρησης, το Δικαστήριο εξετάζει αν οι αρχές κατέβαλαν τόκο υπερημερίας που αντισταθμίζει την απομείωση του οφειλόμενου ποσού λόγω της παρόδου του χρόνου (σκ. 29).
- [Επέκταση στις φορολογικές επιστροφές] 2003-2006, Buffalo S.r.l. κατά Ιταλίας(αριθ. 38746/97) & Eko-Elda AVEE κατά Ελλάδας (αριθ. 10162/02): Καθυστερήσεις 5 έως 10 ετών στην επιστροφή φόρων πλήττουν σοβαρά μια εταιρεία και δεν θεραπεύονται με απλή επιστροφή κεφαλαίου (Buffalo, σκ. 36-37). Η καταβολή τόκου συνδέεται εγγενώς με την υποχρέωση κάλυψης της διαφοράς μεταξύ οφειλόμενου και εισπραττόμενου ποσού (Eko-Elda, σκ. 29).
- [Μέθοδος αποτίμησης] 2009, Guiso-Gallisay κατά Ιταλίας(δίκαιη ικανοποίηση) [GC] (αριθ. 58858/00): Η αξία της περιουσίας κατά τη στέρηση αναπροσαρμόζεται για τον πληθωρισμό και προστίθεται απλός νόμιμος τόκος για το διάστημα της στέρησης (σκ. 105).
- [Χρηστή διακυβέρνηση] 2023, Ibrahimbeyov και λοιποί κατά Αζερμπαϊτζάν(αριθ. 32380/13): Οι δημόσιες αρχές που σφάλλουν οφείλουν να επανορθώνουν το σφάλμα και να φέρουν τις συνέπειές του, χωρίς να τις μετακυλίουν στον ιδιώτη (σκ. 53-54).
- [Σύνθεση] 2026, Devekom DOO Niš κατά Σερβίας:Η επιστροφή αχρεωστήτως εισπραχθέντων δασμών μόνο κατά το ονομαστικό ποσό, σχεδόν δέκα έτη μετά την είσπραξη, διασπά τη δίκαιη ισορροπία. Οι αρχές οφείλουν κατ’ ελάχιστον απλό νόμιμο τόκο (σκ. 70-72).
ΣΧΟΛΙΟ
Η «περιουσία» θεμελιώνεται τόσο στον προϊσχύσαντα νόμο όσο και σε στοιχεία που προσκόμισε η Κυβέρνηση:
Το Δικαστήριο αξιοποίησε τις δύο αποφάσεις εμπορικών δικαστηρίων που προσκόμισε η Κυβέρνηση για να στηρίξει τη νόμιμη προσδοκία (σκ. 43-44). Τις ίδιες αποφάσεις τις έκρινε ανεπαρκείς για να επιβάλει την υποχρέωση εξάντλησης της πολιτικής αγωγής (σκ. 53). Η διπλή αυτή χρήση εξηγείται από τα διαφορετικά κριτήρια και το βάρος απόδειξης της Κυβέρνησης ως προς την αποτελεσματικότητα του μέσου.
Η σκ. 41 παραθέτει την ύπαρξη πάγιας εθνικής νομολογίας ως ενδεικτικό παράδειγμα επαρκούς νομικής βάσης, όχι ως απαράβατη προϋπόθεση. Οι δύο εθνικές αποφάσεις, ιδίως η δεύτερη που αφορά ΦΠΑ και ειδικό φόρο κατανάλωσης, δεν αποδεικνύουν μόνες τους πάγια και ταυτόσημη πρακτική. Ωστόσο, το Δικαστήριο αναφέρει ρητώς και τις δύο βάσεις, το άρθρο 237 του προϊσχύσαντος νόμου και την προσκομισθείσα εθνική νομολογία (σκ. 44). Η αξιολόγηση της σχετικής βαρύτητας καθεμίας αποτελεί επιστημονική ερμηνεία και όχι ρητή κατάταξη του ΕΔΔΑ.
Το διαχρονικό δίκαιο μένει ανεξέταστο:
Το πιο ευθύ επιχείρημα της προσφεύγουσας ήταν η αναδρομική εφαρμογή νεότερου, δυσμενέστερου νόμου παρά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 308 (σκ. 57, 64). Το Δικαστήριο το παρέκαμψε και έκρινε την υπόθεση στη δίκαιη ισορροπία (σκ. 65). Η επιλογή αυτή συνδέεται με τον επικουρικό χαρακτήρα του ελέγχου της ερμηνείας του εθνικού δικαίου (σκ. 65) και αφήνει ανεπίλυτο το ζήτημα του άρθρου 308. Συνεπάγεται όμως ότι το συμπέρασμα της σκ. 72 διατυπώνεται ως ελάχιστη απαίτηση της Σύμβασης και όχι ως διόρθωση εσφαλμένης εφαρμογής του εθνικού νόμου.
Η μέθοδος του άρθρου 41 εισέρχεται στη στάθμιση:
Η σκ. 70 μεταφέρει τη μεθοδολογία της Guiso-Gallisay από το στάδιο της δίκαιης ικανοποίησης στην κρίση της αναλογικότητας. Στις συνθήκες της Devekom, η δίκαιη ισορροπία απαιτούσε τουλάχιστον απλό νόμιμο τόκο, χωρίς να καθιερώνεται γενικός μαθηματικός κανόνας αποτίμησης για κάθε περιουσιακή επέμβαση (σκ. 70-72). Στη δίκαιη ικανοποίηση, το Δικαστήριο επέλεξε το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας του ειδικού σερβικού νόμου, όπως είχε προτείνει η Κυβέρνηση, χωρίς να αποφανθεί ότι πρόκειται για το υψηλότερο από όλα τα συγκρινόμενα επιτόκια ή για γενικώς εφαρμοστέο επιτόκιο (σκ. 76-80). Ο κανόνας της ουσίας και το μέτρο της επανόρθωσης δεν ταυτίζονται. Η ειδική επιλογή επιτοκίου συνδέθηκε τόσο με τις παρατηρήσεις της Κυβέρνησης όσο και με το εφαρμοστέο εθνικό πλαίσιο και τη μη αμφισβητηθείσα πραγματογνωμοσύνη (σκ. 77-79). Το ίδιο ονομαστικό ποσό σε δηνάρια αντιστοιχούσε σε περίπου 78.360 € το 2009 και σε 62.671 € το 2019, αλλά η διαφορά αποτυπώνει τη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας και δεν πρέπει να ταυτίζεται με τον εγχώριο πληθωρισμό ή με την αποδεδειγμένη περιουσιακή ζημία. Η επιδικασθείσα τοκοφορία, 11.163.347 RSD, υπερβαίνει αριθμητικά το επιστραφέν κεφάλαιο των 7.381.148 RSD (σκ. 7, 10, 14, 80).
ΑΝΟΙΧΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ
- i) Νόμος που αποκλείει εξαρχής τον τόκο:
Η «περιουσία» στηρίχθηκε στο άρθρο 237 του προϊσχύσαντος νόμου και σε εθνική νομολογία (σκ. 43-44). Δεν απαντάται αν θα υπήρχε επαρκώς θεμελιωμένη προστατευόμενη περιουσιακή αξίωση τόκου όταν κάθε συναφής εθνική νομική βάση θα τον απέκλειε. Δεν μπορεί επομένως να μεταφερθεί αυτομάτως το αποτέλεσμα της σκ. 72 σε τέτοια περίπτωση. - ii) Το χρονικό όριο:
Η κρίση αφορά παρακράτηση «σχεδόν δέκα» ετών (σκ. 72) και παραπέμπει σε καθυστερήσεις 5 έως 10 ετών (σκ. 70). Η απόφαση δεν ορίζει συγκεκριμένη ελάχιστη διάρκεια παρακράτησης που ενεργοποιεί την απαίτηση τόκου. Επίσης, δεν ελέγχει αφηρημένα τη συμβατότητα κανόνα που χορηγεί τόκο μόνο ύστερα από τρίμηνη καθυστέρηση εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής (σκ. 24, 70-72).
iii) Διάρκεια της διαδικασίας και τόκος:
Το Συνταγματικό Δικαστήριο αποζημίωσε την υπέρμετρη διάρκεια της τελωνειακής διαδικασίας (σκ. 12). Το ΕΔΔΑ δεν εξέτασε τη σχέση αυτής της αποζημίωσης με τους τόκους, ούτε αν τμήματα της καθυστέρησης λόγω αναπομπών (σκ. 8) θα μπορούσαν να επηρεάσουν το διάστημα τοκοφορίας.
ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Διεθνή όργανα (Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – ΔΕΕ):
- ΔΕΕ, Littlewoods Retail κ.λπ., C-591/10 (19.7.2012, σκ. 24-27):Το ενωσιακό δίκαιο επιβάλλει την επιστροφή φόρων που εισπράχθηκαν κατά παράβαση του ενωσιακού δικαίου μαζί με τόκους που αντισταθμίζουν τη στέρηση της διαθεσιμότητας. Ο προσδιορισμός απλού ή ανατοκιζόμενου τόκου ανήκει στο εθνικό δίκαιο υπό τις αρχές της αποτελεσματικότητας και ισοδυναμίας. Σχέση με την Devekom: Μερική σύγκλιση. Και τα δύο δικαστήρια απαιτούν τόκο, η Devekom όμως θέτει ρητό ελάχιστο όριο υπό τις περιστάσεις της (σκ. 72).
- ΔΕΕ, Irimie, C-565/11 (18.4.2013):Αντίκειται στο ενωσιακό δίκαιο εθνική ρύθμιση που περιορίζει τους τόκους επιστροφής φόρου στο διάστημα από την επομένη της αίτησης. Ο τόκος οφείλεται από την ημερομηνία καταβολής. Σχέση με την Devekom: Σύγκλιση. Το ΕΔΔΑ υπολόγισε τη ζημία από την είσπραξη έως την επιστροφή (σκ. 80).
- ΔΕΕ, Wortmann, C-365/15 (18.1.2017):Ο κανόνας του άρθρου 241 του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα (που απέκλειε τόκους επί επιστροφής δασμών) υποχωρεί όταν οι δασμοί εισπράχθηκαν κατά παράβαση του ενωσιακού δικαίου. Ο τόκος οφείλεται από την ημερομηνία καταβολής. Σχέση με την Devekom: Σύγκλιση. Η διατύπωση του άρθρου 278 § 1 του σερβικού νόμου παρουσιάζει ουσιώδη ομοιότητα με το άρθρο 241 του παλαιού ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα και το άρθρο 116 § 6 του Κανονισμού (ΕΕ) 952/2013. Ωστόσο, η Wortmann αφορά δασμούς που εισπράχθηκαν κατά παράβαση του δικαίου της Ένωσης, ενώ η Devekom στηρίζεται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Δεν πρόκειται για ταυτόσημες νομικές βάσεις.
Ανώτατα εθνικά δικαστήρια:
- Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Σερβίας (Απόφαση 3.2.2022, επικύρωση P. 101/19 Εμπορικού Δικαστηρίου Βελιγραδίου):Η εταιρεία που κατέβαλε αχρεωστήτως εισαγωγικούς και συναφείς δασμούς δικαιώθηκε, βάσει του Νόμου περί Ενοχών, ως προς αξίωση τόκου από την καταβολή έως την επιστροφή των ποσών (Devekom, σκ. 33). Σχέση με την Devekom: Σύγκλιση. Το ΕΔΔΑ τη χρησιμοποίησε για τη θεμελίωση της νόμιμης προσδοκίας (σκ. 43-44), όχι όμως ως υποχρεωτικό μέσο εξάντλησης (σκ. 53).
- Ανώτατο Δικαστήριο Ηνωμένου Βασιλείου, Prudential Assurance Company Ltd v HMRCUKSC 39: Το Δικαστήριο μεταστράφηκε από την Sempra Metals UKHL 34 και έκρινε ότι δεν υπάρχει αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού για ανατοκιζόμενο τόκο επί αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου. Το δικαστήριο διέκρινε την αξίωση επιστροφής βάσει αδικαιολόγητου πλουτισμού από την αποκατάσταση της χρονικής απώλειας του χρήματος και έκρινε ότι η γενική αξίωση ανατοκισμού δεν μπορούσε να στηριχθεί αυτοτελώς στην επίκληση αδικαιολόγητου πλουτισμού. Δέχθηκε τη δυνατότητα απλού τόκου στο οικείο εθνικό πλαίσιο, χωρίς να αποκλείει αξιώσεις ανατοκισμού που θεμελιώνονται σε διαφορετική βάση. Σχέση με την Devekom: Μερική σύγκλιση. Η σύγκλιση περιορίζεται στη διάκριση μεταξύ επαρκούς αποκατάστασης και αυτοτελούς αξίωσης ανατοκισμού. Η Devekom απαιτεί απλό νόμιμο τόκο ως ελάχιστο στη συγκεκριμένη υπόθεση, ενώ η Prudential επιλύει διαφορά του αγγλικού δικαίου για το ένδικο θεμέλιο του ανατοκισμού.
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Για τον προσφεύγοντα στο ΕΔΔΑ:
α) Θεμελίωση της «περιουσίας» σε επαρκή και συγκεκριμένη βάση του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, εξετάζοντας και τις μεταβατικές διατάξεις, καθώς και σε συναφή εθνική νομολογία, συμπεριλαμβανομένων αποφάσεων που προσκομίζει η Κυβέρνηση (σκ. 39-44).
β) Απάντηση στην ένσταση μη εξάντλησης εξετάζοντας την πραγματική διαθεσιμότητα, επάρκεια και αποτελεσματικότητα του άλλου ενδίκου βοηθήματος, τη συνάφεια των εθνικών προηγουμένων και την αντιμετώπιση του ζητήματος από το ανώτατο εθνικό δικαστήριο. Η μη απόρριψη λόγω μη εξάντλησης από το Συνταγματικό Δικαστήριο ήταν σημαντικό ειδικό στοιχείο της Devekom, όχι καθολική απαλλαγή (σκ. 45-55).
γ) Τεκμηρίωση της διάρκειας της παρακράτησης, της έλλειψης ανασταλτικού αποτελέσματος και του πληθωρισμού με επίσημα στατιστικά στοιχεία (σκ. 14, 68, 71).
δ) Προσκόμιση πραγματογνωμοσύνης με εναλλακτικούς υπολογισμούς ανά επιτόκιο. Το Δικαστήριο βασίστηκε στην πραγματογνωμοσύνη, συνεκτιμώντας ότι η Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε την εγκυρότητα, τη μεθοδολογία ή τους υπολογισμούς της και ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να εκτελέσει τον σύνθετο τεχνικό υπολογισμό (σκ. 76-80).
ε) Μην προσμονή ότι θα γίνει δεκτό το αιτηθέν υψηλότερο επιτόκιο. Το Δικαστήριο επέλεξε το επιτόκιο που ταίριαζε στο εθνικό πλαίσιο, και μείωσε τα δικαστικά έξοδα από 17.960 € σε 4.500 € (σκ. 78, 84-86).
Για τη διοίκηση και τον εθνικό δικαστή:
Σε υπόθεση όπου υφίσταται προστατευόμενη περιουσιακή αξίωση και πολυετής παρακράτηση αχρεωστήτως εισπραχθέντων ποσών, ο έλεγχος της δίκαιης ισορροπίας κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου απαιτεί ιδίως να εξετάζονται:
α) η πραγματική δυνατότητα αποτελεσματικής αποκατάστασης, συμπεριλαμβανομένου τουλάχιστον απλού νόμιμου τόκου στις ειδικές περιστάσεις της Devekom (σκ. 72),
β) συνεκτίμηση του χρόνου κατά τον οποίο ο ιδιώτης στερήθηκε τη χρήση του ποσού (σκ. 71-72),
γ) συνεκτίμηση της απομείωσης της αξίας του χρήματος από τον πληθωρισμό (σκ. 70-71),
δ) ιδιαίτερη στάθμιση όταν η καταβολή επιβλήθηκε άμεσα, λόγω μη ανασταλτικού αποτελέσματος του ενδίκου μέσου (σκ. 68),
ε) ανάληψη από τη διοίκηση των συνεπειών του δικού της σφάλματος, χωρίς μετακύλισή τους στον ιδιώτη (σκ. 71).
ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ ΓΙΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟ
«Επειδή, κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ (Devekom DOO Niš κατά Σερβίας, 13.10.2026, προσφ. αριθ. 16947/22, σκ. 68-73, Eko-Elda AVEE κατά Ελλάδας, 9.3.2006, προσφ. αριθ. 10162/02, σκ. 29), εφόσον υφίσταται προστατευόμενη κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου περιουσιακή αξίωση και το Δημόσιο παρακρατεί επί πολλά έτη ποσά που τελικώς αναγνωρίζονται ως αχρεωστήτως εισπραχθέντα, η απλή επιστροφή του ονομαστικού κεφαλαίου, χωρίς επαρκή αντιστάθμιση της απώλειας χρήσης και της απομείωσης της χρηματικής αξίας, μπορεί να επιβάλλει ατομικό και υπέρμετρο βάρος (individual and excessive burden), κατά παράβαση της απαιτούμενης δίκαιης ισορροπίας. Η αρχή της χρηστής διακυβέρνησης (good governance) επιβάλλει στις αρχές να επανορθώνουν τα δικά τους σφάλματα χωρίς να μετακυλίουν αδικαιολόγητα τις συνέπειες στον διοικούμενο (Devekom, σκ. 71). Στις ειδικές περιστάσεις της Devekom, το ΕΔΔΑ έκρινε αναγκαία την καταβολή τουλάχιστον απλού νόμιμου τόκου (σκ. 72). Το συμπέρασμα αυτό ενισχύει το αίτημα ελέγχου της αναλογικότητας στην παρούσα διαφορά, υπό την επιφύλαξη του εκάστοτε εφαρμοστέου εγχώριου και ενωσιακού δικαίου».
