ΑΠΟΦΑΣΗ
Amarantidis και Gouta κατά Ελλάδας της 22.09.2026 (απόφαση επί του παραδεκτού, κοινοποιήθηκε στις 15.10.2026, προσφυγή αριθ. 15348/18, κατατέθηκε 22.03.2018, γαλλική γλώσσα)
Βλ. εδώ
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Σχηματισμός: Τρίτο Τμήμα, επταμελής σύνθεση (Πρόεδρος Peeter Roosma, δικαστές Ιωάννης Κτιστάκις, Darian Pavli, Diana Kovatcheva, Úna Ní Raifeartaigh, Mateja Đurović, Vasilka Sancin).
Άρθρα: 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (προστασία της περιουσίας, αρχή της ενιαίας διαδικασίας στην απαλλοτρίωση), 34 (ιδιότητα θύματος), 35 § 3 α) και § 4 (ασυμβίβαστο ratione personae).
Αποτέλεσμα: Απαράδεκτη η προσφυγή λόγω έλλειψης ιδιότητας θύματος (ομόφωνα).
Χρήσιμη για: δικηγόρους ιδιοκτητών σε αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, δικαστές Εφετείων που προσδιορίζουν αποζημίωση, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και τους φορείς δημοσίων έργων που βαρύνονται με την αποζημίωση, δικηγόρους που συντάσσουν προσφυγές στο ΕΔΔΑ για την ιδιότητα θύματος και το άρθρο 41.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Το 2012 κηρύχθηκε απαλλοτρίωση ακινήτου των προσφευγόντων στην Κατερίνη για την κατασκευή περιφερειακής οδού. Το 2014 η απαλλοτρίωση υπήχθη στην επείγουσα διαδικασία του άρθρου 7Α του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ). Το Εφετείο Θεσσαλονίκης επέτρεψε την εκτέλεση των έργων και την αποβολή των ιδιοκτητών με την κατάθεση του 80% της εκτιμώμενης αξίας του ακινήτου. Απέρριψε όμως ως απαράδεκτα, στο στάδιο αυτό, τα αιτήματά τους για ειδική αποζημίωση και για τη μη εφαρμογή του τεκμηρίου ωφέλειας. Το ίδιο έκανε και στον προσωρινό προσδιορισμό ως προς το τεκμήριο ωφέλειας.
Οι προσφεύγοντες επικαλέστηκαν την αρχή της ενιαίας διαδικασίας της Azas κατά Ελλάδας. Το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί των ενστάσεων μη εξάντλησης και εκπροθέσμου της Κυβέρνησης. Έκρινε ότι η τήρηση της αρχής ελέγχεται κατά κανόνα στον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, όπου οι αξιώσεις των προσφευγόντων εξετάστηκαν και έγιναν δεκτές εν όλω ή εν μέρει με την απόφαση 10/2024 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Οι προσφεύγοντες δεν προσδιόρισαν συγκεκριμένη υλική ζημία ούτε τεκμηρίωσαν τις επικαλούμενες μη αναστρέψιμες συνέπειες, αμφισβητώντας το άρθρο 7Α in abstracto. Η προσφυγή απορρίφθηκε ομόφωνα ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ιδιότητας θύματος (ασυμβίβαστο ratione personae).
ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΚΑΙ Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Ερώτημα: Έχει ιδιότητα θύματος κατά το άρθρο 34 ΕΣΔΑ ο ιδιοκτήτης που αποβλήθηκε με τη διαδικασία του άρθρου 7Α ΚΑΑΑ, χωρίς να εξεταστούν τότε οι αξιώσεις του για ειδική αποζημίωση και για το τεκμήριο ωφέλειας, όταν οι αξιώσεις αυτές κρίθηκαν αργότερα στον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης;
Απάντηση: Όχι, στις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης. Η αρχή της ενιαίας διαδικασίας ελέγχεται κατά κανόνα στο στάδιο του οριστικού προσδιορισμού. Εδώ οι αξιώσεις δεν απορρίφθηκαν οριστικά, δεν απαιτήθηκε διαδικασία διακριτή από εκείνες του προσδιορισμού της αποζημίωσης και κρίθηκαν τελικά επί της ουσίας. Η υπόθεση ότι η προγενέστερη εξέταση θα οδηγούσε οπωσδήποτε σε υψηλότερη αποζημίωση είναι εικαστική, και η επίκληση μη αναστρέψιμων συνεπειών χωρίς τεκμηρίωσή τους δεν αρκεί (σκ. 27, 32-36). Η μεταγενέστερη εξέταση των αξιώσεων δεν αρκεί αφ’ εαυτής για να αποκλείσει την ιδιότητα θύματος σε κάθε υπόθεση πρόωρης κατάληψης, εφόσον αποδεικνύεται αυτοτελής και συγκεκριμένη περιουσιακή βλάβη.
Η ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Αποσαφήνιση και εξειδίκευση της πάγιας νομολογίας ως προς το στάδιο στο οποίο ελέγχεται η αρχή της ενιαίας διαδικασίας στις επείγουσες απαλλοτριώσεις (απόφαση επί του παραδεκτού).
Η Azas απαίτησε μία διαδικασία που εξασφαλίζει συνολική εκτίμηση των συνεπειών της απαλλοτρίωσης (σκ. 29). Στην Azas, οι ιδιοκτήτες έπρεπε να ασκήσουν νέα αγωγή ενώπιον άλλου πολιτικού δικαστηρίου για να ανατρέψουν το τεκμήριο ωφέλειας. Η παράλληλη παράθεση της αποφάσεως Amarantidis με την Batziogiannis και λοιποί κατά Ελλάδας (09.05.2023, προσφ. αριθ. 32771/16 κ.ά., σκ. 33-36) -που αφορούν την ίδια απαλλοτρίωση και τις ίδιες εφετειακές αποφάσεις (2277/2015 και 2301/2017) – αναδεικνύει την τακτική του ΕΔΔΑ. Στην Batziogiannis απέρριψε τις αιτιάσεις ως «προδήλως αβάσιμες» επειδή οι ιδιοκτήτες δεν είχαν αποβληθεί πραγματικά, ενώ στην Amarantidis, όπου είχε λάβει χώρα η αποβολή αλλά είχε επακολουθήσει η έκδοση της οριστικής αποφάσεως 10/2024, κατέφυγε στην «έλλειψη ιδιότητας θύματος» λόγω μη απόδειξης αυτοτελούς βλάβης. Εδώ τίθεται για πρώτη φορά στο Δικαστήριο το διαφορετικό ζήτημα της προσωρινής αποβολής με το άρθρο 7Α, πριν από τον προσωρινό και τον οριστικό προσδιορισμό, όταν έχει συντελεστεί η υλική κατάληψη του ακινήτου. Οι προσφεύγοντες ζήτησαν ρητά να διευκρινιστεί σε ποιο στάδιο εφαρμόζεται η αρχή (σκ. 25). Το Δικαστήριο απάντησε ότι η αρχή ελέγχεται «κατά κανόνα» (normalement) στον οριστικό προσδιορισμό (σκ. 32). Η αποσαφήνιση αυτή διατυπώνεται όμως στο πλαίσιο της ιδιότητας θύματος και όχι ως κρίση επί της ουσίας (σκ. 36). Δεν αποτελεί συνεπώς γενική έγκριση της συμβατότητας του άρθρου 7Α ΚΑΑΑ με την ΕΣΔΑ in abstracto.
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Οι προσφεύγοντες, γεννημένοι το 1950 και το 1953, ήταν κύριοι ακινήτου στην Κατερίνη (σκ. 1-2).
Στις 28.08.2012 η διοίκηση Μακεδονίας-Θράκης κήρυξε την απαλλοτρίωση έκτασης που περιλάμβανε το ακίνητο, για την κατασκευή περιφερειακής οδού, κατά τις κοινές διατάξεις του ν. 2882/2001 (σκ. 5). Στις 11.03.2014 ειδική πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου υπήγαγε την απαλλοτρίωση στην επείγουσα διαδικασία του άρθρου 7Α ΚΑΑΑ (σκ. 6). Το άρθρο 7Α, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, επιτρέπει την εκτέλεση έργων πριν από τον προσδιορισμό και την καταβολή της αποζημίωσης, με κατάθεση εύλογου μέρους της, τουλάχιστον 70% της αντικειμενικής ή εκτιμώμενης αξίας (άρθρο 7Α § 5 ΚΑΑΑ). Η προκαταβολή αυτή συνδέεται με τη συνταγματική εγγύηση πλήρους εξασφάλισης του δικαιούχου (άρθρο 17 § 4 του Συντάγματος, σκ. 19-20). Η απόφαση του Εφετείου στη διαδικασία αυτή δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα και δεν δεσμεύει τον δικαστή του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού (σκ. 20). Η απαλλοτρίωση συντελείται με την καταβολή ή την παρακατάθεση της προσωρινής ή της οριστικής αποζημίωσης (άρθρο 7 ΚΑΑΑ, σκ. 22). Η προηγούμενη κατάληψη κατά το άρθρο 7Α δεν ταυτίζεται συνεπώς με τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και τη μεταβίβαση της κυριότητας.
Το Δημόσιο ζήτησε τον προσωρινό προσδιορισμό στις 28.01.2015 και την άδεια του άρθρου 7Α στις 30.04.2015 (σκ. 7-8). Με την απόφαση 2277/2015 της 15.12.2015, το Εφετείο Θεσσαλονίκης όρισε την εκτιμώμενη αξία σε 40.887,20 €. Έδωσε την άδεια και διέταξε την αποβολή των προσφευγόντων υπό τον όρο κατάθεσης του 80%. Έκρινε το άρθρο 7Α συμβατό με το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 1. Απέρριψε ως απαράδεκτα τα αιτήματα για ειδική αποζημίωση και για μη εφαρμογή του τεκμηρίου ωφέλειας του ν. 653/1977, ως ξένα προς το αντικείμενο της διαδικασίας (σκ. 9).
Το Δημόσιο κατέθεσε το 80% στις 20.04.2016 και το υπόλοιπο 20% στις 25.07.2016 στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Τον Ιούλιο του 2016 κατέλαβε το ακίνητο (σκ. 11-12). Οι προσφεύγοντες είχαν ζητήσει προσωρινό προσδιορισμό στις 07.03.2016 (σκ. 10).
Με την απόφαση 2301/2017 της 26.09.2017, το Εφετείο Θεσσαλονίκης, σε μονομελή σύνθεση, όρισε την προσωρινή αποζημίωση σε 401.640,81 €, με ειδική αποζημίωση για την απομείωση της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων. Απέρριψε ως απαράδεκτο το αίτημα ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, παραπέμποντας το ζήτημα στο Τριμελές Εφετείο του οριστικού προσδιορισμού (σκ. 13). Τον Φεβρουάριο του 2018 και οι δύο πλευρές ζήτησαν οριστικό προσδιορισμό (σκ. 14). Στις 08.10.2018 το Δημόσιο κατέθεσε τη διαφορά.
Με την απόφαση 10/2024, το Εφετείο Θεσσαλονίκης, σε τριμελή σύνθεση, όρισε την οριστική αποζημίωση, το ποσό της οποίας δεν προκύπτει από τη δικογραφία. Δέχθηκε εν μέρει το αίτημα ειδικής αποζημίωσης και έκρινε ότι οι προσφεύγοντες δεν ωφελήθηκαν από το έργο (σκ. 16). Οι προσφεύγοντες άσκησαν αναίρεση, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τις 19.11.2027 (σκ. 18).
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Παραδεκτό
Οι λοιπές αιτιάσεις είχαν κηρυχθεί απαράδεκτες ήδη κατά την κοινοποίηση της προσφυγής. Η Κυβέρνηση προέβαλε μη εξάντληση των εσωτερικών ενδίκων μέσων και εκπρόθεσμο ως προς την απόφαση 2277/2015. Υποστήριξε επίσης ότι οι προσφεύγοντες δεν υπέστησαν ζημία και ότι επιχειρούσαν actio popularis κατά του άρθρου 7Α (σκ. 24). Το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί των ενστάσεων μη εξάντλησης και εκπροθέσμου, επειδή η προσφυγή ήταν σε κάθε περίπτωση απαράδεκτη (σκ. 26).
Αφετηρία της κρίσης ήταν ότι οι προσφεύγοντες δεν ποσοτικοποίησαν ούτε εξειδίκευσαν την υλική ζημία τους και δεν υπέβαλαν αίτημα κατά το άρθρο 41 για την υλική αυτή ζημία. Ζήτησαν αντίθετα κρίση αρχής για την αποβολή χωρίς τις εγγυήσεις της ενιαίας διαδικασίας (σκ. 27). Είχαν δηλώσει ότι θα υπέβαλλαν, εφόσον απαιτούνταν, χρηματικές αξιώσεις μετά τον οριστικό προσδιορισμό (σκ. 25). Η μη υποβολή αιτήματος κατά το άρθρο 41 δεν αναγορεύεται σε αυτοτελή λόγο απαραδέκτου, αλλά χρησιμοποιήθηκε ως ένδειξη αφηρημένης αιτίασης. Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι δεν ελέγχει in abstracto τη νομοθεσία, αλλά τον τρόπο εφαρμογής της στον προσφεύγοντα (βλ. Verein KlimaSeniorinnen Schweiz [GC], σκ. 460).
Το Δικαστήριο ανέλυσε την Azas, τη μεταστροφή του Αρείου Πάγου με την απόφαση ΟλΑΠ 10/2004 και την Alfa Glass (σκ. 29-31). Κατέληξε ότι η τήρηση της αρχής ελέγχεται κατά κανόνα στον οριστικό προσδιορισμό. Σε αντίθεση με την Azas, οι αξιώσεις των προσφευγόντων δεν απορρίφθηκαν οριστικά ούτε απαιτήθηκε διαδικασία διακριτή από εκείνες του προσδιορισμού. Κρίθηκαν επί της ουσίας με την 10/2024. Η άρνηση εξέτασής τους στα προγενέστερα στάδια και, ειδικά για το τεκμήριο ωφέλειας, στον προσωρινό προσδιορισμό, δεν μπορούσε επομένως να θίξει την αρχή στη συγκεκριμένη υπόθεση (σκ. 32).
Η θέση ότι οι αποζημιώσεις των δύο πρώτων σταδίων ήταν ελλιπείς στηριζόταν σε εικαστική προϋπόθεση, δηλαδή ότι η προγενέστερη εξέταση θα οδηγούσε οπωσδήποτε σε ευνοϊκή έκβαση. Η έκβαση αυτή δεν τεκμαίρεται. Εξάλλου, η 2301/2017 επιδίκασε ειδική αποζημίωση και η 10/2024 ανέτρεψε το τεκμήριο ωφέλειας (σκ. 33). Οι προσφεύγοντες δεν προσκόμισαν συγκεκριμένα στοιχεία για τις μη αναστρέψιμες συνέπειες που επικαλέστηκαν (σκ. 34). Η επιχειρηματολογία τους αμφισβητούσε in abstracto τη συμβατότητα του άρθρου 7Α (σκ. 35). Δεν είχαν ιδιότητα θύματος κατά το άρθρο 34 και η προσφυγή ήταν ασυμβίβαστη ratione personae (σκ. 36-37).
Διατακτικό και δίκαιη ικανοποίηση
Το Δικαστήριο, ομόφωνα, κήρυξε την προσφυγή απαράδεκτη κατά το άρθρο 35 § 3 α) και § 4 (σκ. 37 και διατακτικό). Η απόφαση συντάχθηκε στη γαλλική γλώσσα και κοινοποιήθηκε γραπτώς στις 15.10.2026. Δεν τέθηκε ζήτημα δίκαιης ικανοποίησης. Η απόφαση δεν περιέχει υποδείξεις κατά το άρθρο 46.
Τι έγειρε την πλάστιγγα
α) Υπέρ των προσφευγόντων: η αρχή της ενιαίας διαδικασίας της Azas (σκ. 29), η ένταξη του τεκμηρίου ωφέλειας και της ειδικής αποζημίωσης στα συναφή ζητήματα της απαλλοτρίωσης (σκ. 29), το ότι η αποζημίωση της 2277/2015 αφορούσε μόνο την εκτιμώμενη αξία του ακινήτου (σκ. 33) και το ότι η 2301/2017 δεν εξέτασε επί της ουσίας το τεκμήριο ωφέλειας (σκ. 33).
β) Υπέρ του Κράτους: η έλλειψη ποσοτικοποίησης ή άλλης εξειδίκευσης της υλικής ζημίας και αιτήματος αποκατάστασής της κατά το άρθρο 41 (σκ. 27), η εξέταση όλων των αξιώσεων επί της ουσίας στον οριστικό προσδιορισμό χωρίς χωριστή δίκη (σκ. 32), η επιδίκαση ειδικής αποζημίωσης ήδη με την 2301/2017 και η ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας με την 10/2024 (σκ. 33), η έλλειψη συγκεκριμένων στοιχείων για μη αναστρέψιμες συνέπειες (σκ. 34) και ο αφηρημένος χαρακτήρας της αιτίασης (σκ. 35). Το Δικαστήριο συνεκτίμησε την εξέλιξη της διαδικασίας έως την απόφαση 10/2024, αξιολογώντας την ενιαία διαδικασία με βάση το συνολικό αποτέλεσμα και όχι με βάση κάθε μεμονωμένο ενδιάμεσο στάδιο.
Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΔΔΑ
Η γραμμή ξεκινά από τον έλεγχο του αμάχητου τεκμηρίου ωφέλειας, συνεχίζει με την απαίτηση μίας διαδικασίας που κρίνει συνολικά όλες τις συνέπειες της απαλλοτρίωσης, και καταλήγει στον εντοπισμό του σταδίου όπου ελέγχεται η απαίτηση αυτή.
- [Θεμελίωση] 15.11.1996, Katikaridis κ.α. κατά Ελλάδας, αριθ. 19385/92:Το αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών κρίθηκε υπερβολικά άκαμπτο και προδήλως χωρίς εύλογη βάση, επειδή ο ιδιοκτήτης δεν μπορούσε να αποδείξει ότι δεν ωφελήθηκε ή ότι ζημιώθηκε (σκ. 49-50). Διαπίστωση παραβίασης του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου 1 (σκ. 51).
- [Θεμελίωση της ενιαίας διαδικασίας] 19.09.2002, Azas κατά Ελλάδας, αριθ. 50824/99:Η απαλλοτρίωση απαιτεί διαδικασία με συνολική εκτίμηση των συνεπειών της, δηλαδή αποζημίωση ανάλογη με την αξία του ακινήτου, προσδιορισμό των δικαιούχων και κάθε άλλο συναφές ζήτημα (σκ. 48). Η υποχρέωση άσκησης νέας αγωγής για την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας οδήγησε σε παραβίαση (σκ. 47, 56).
- [Εσωτερική ενσωμάτωση] 13.11.2014, Bibi κατά Ελλάδας, αριθ. 15643/10:Καταγράφεται η μεταστροφή του Αρείου Πάγου με την απόφαση ΟλΑΠ 10/2004. Το Εφετείο του οριστικού προσδιορισμού κρίνει συνολικά την αποζημίωση, την απομείωση της αξίας του υπολοίπου, τους δικαιούχους, την ωφέλεια και τα δικαστικά έξοδα (σκ. 35-37).
- [Εξειδίκευση στα συναφή ζητήματα] 28.01.2021, Alfa Glass Anonymi Emboriki Etairia Yalopinakon κατά Ελλάδας, αριθ. 74515/13:Το τεκμήριο ωφέλειας και η ειδική αποζημίωση για την απομείωση της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων εντάσσονται στα συναφή ζητήματα της απαλλοτρίωσης (σκ. 36-40). Το τεκμήριο ωφέλειας κρίνεται στον οριστικό προσδιορισμό από το Εφετείο (σκ. 41).
- [Προγενέστερος έλεγχος άρθρου 7Α] 09.05.2023, Batziogiannis και λοιποί κατά Ελλάδας(απόφ.), αριθ. 32771/16 κ.ά.: Η κρίση συνεκτίμησε τη μεταγενέστερη προσωρινή αποζημίωση και τη δυνατότητα εξέτασης του τεκμηρίου ωφέλειας στον οριστικό προσδιορισμό. Οι αιτιάσεις απορρίφθηκαν ως προδήλως αβάσιμες (σκ. 33-36). Οι ιδιοκτήτες δεν είχαν πραγματικά αποβληθεί.
- [Οριοθέτηση στον έλεγχο in concreto] 09.04.2024, Verein KlimaSeniorinnen Schweiz κ.α. κατά Ελβετίας[GC], αριθ. 53600/20: Το Δικαστήριο δεν εξετάζει κατά κανόνα in abstracto τη νομοθεσία, αλλά τον τρόπο εφαρμογής της στον προσφεύγοντα (σκ. 460).
- [Αποσαφήνιση του σταδίου ελέγχου] 22.09.2026, Amarantidis και Gouta κατά Ελλάδας:Η αρχή της ενιαίας διαδικασίας ελέγχεται κατά κανόνα στον οριστικό προσδιορισμό. Στις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης, η ουσιαστική εξέταση των συναφών αξιώσεων στον οριστικό προσδιορισμό, σε συνδυασμό με τον αφηρημένο προσανατολισμό της επιχειρηματολογίας και την έλλειψη συγκεκριμένων στοιχείων για τις δυσμενείς συνέπειες, οδήγησε σε έλλειψη ιδιότητας θύματος (σκ. 27-37).
- [Γενικές Αρχές Προστασίας Περιουσίας] Δόγμα των «Τριών Κανόνων» (Sporrong and Lönnroth v. Sweden, 1982, σκ. 61, Iatridis v. Greece [GC], 1999, σκ. 55): 1) Γενική αρχή ειρηνικής απόλαυσης, 2) Στέρηση ιδιοκτησίας, 3) Έλεγχος χρήσης. Απαιτείται συνδρομή Νομιμότητας (Lawfulness/ Rule of Law, Lekić v. Slovenia [GC], σκ. 94), Δημοσίου Συμφέροντος και Δίκαιης Ισορροπίας/Αναλογικότητας (Fair Balance, Beyeler v. Italy [GC], σκ. 107). Όπου διακυβεύεται η κατοικία (άρθρο 8), το περιθώριο εκτίμησης του Κράτους στενεύει και απαιτείται εξατομικευμένος έλεγχος αναλογικότητας (Gladysheva v. Russia, σκ. 93, Ivanova and Cherkezov v. Bulgaria, σκ. 53).
ΣΧΟΛΙΟ
Η ιδιότητα θύματος απορροφά την ουσία: Το Δικαστήριο παρέκαμψε τις ενστάσεις μη εξάντλησης και εκπροθέσμου (σκ. 26). Στήριξε την απόρριψη στο άρθρο 34, με συλλογιστική που περιλαμβάνει ουσιαστική αξιολόγηση της τήρησης της ενιαίας διαδικασίας. Οι σκ. 29-32 εξετάζουν αν παραβιάστηκε η αρχή της ενιαίας διαδικασίας και καταλήγουν ότι η άρνηση εξέτασης των αξιώσεων «δεν μπορούσε να θίξει» την αρχή (σκ. 32). Από κριτική άποψη, η αιτιολογία εμφανίζει εγγύτητα προς έλεγχο προδήλως αβάσιμης αιτίασης. Αυτό όμως δεν μεταβάλλει τη νομική βάση του απαραδέκτου. Η επιλογή του άρθρου 34 συνδέεται με τη στάση των προσφευγόντων, που δήλωσαν ότι το ποσό της αποζημίωσης ήταν αδιάφορο. Η διαφορά από την Batziogiannis, όπου εφαρμόστηκε το προδήλως αβάσιμο, αναδεικνύει τη σημασία της εξατομίκευσης της προβαλλόμενης προσβολής.
Η ζημία ως όρος της ιδιότητας θύματος: Η απόφαση στηρίζει την έλλειψη ιδιότητας θύματος και στην απουσία ποσοτικοποιημένης ή εξειδικευμένης υλικής ζημίας και αιτήματος κατά το άρθρο 41 (σκ. 27, 34). Πρέπει να τονιστεί δογματικά η διάκριση μεταξύ της «υλικής ζημίας» κατά το άρθρο 41 ΕΣΔΑ και της «ιδιότητας θύματος» κατά το άρθρο 34 ΕΣΔΑ. Η απόφαση Amarantidis δεν εξαρτά την ιδιότητα θύματος από την υποβολή αιτήματος δίκαιης ικανοποίησης, αλλά εκλαμβάνει την παντελή απουσία ισχυρισμού και τεκμηρίωσης συγκεκριμένης περιουσιακής απώλειας (π.χ. στέρησης χρήσης ή μισθωμάτων κατά το διάστημα μεταξύ αποβολής και οριστικού προσδιορισμού) ως αποδεικτικό στοιχειοθετικό δείκτη ότι η προσφυγή είχε αμιγώς αφηρημένο χαρακτήρα (actio popularis). Δεν προκύπτει από την απόφαση γενικός κανόνας ότι κάθε προσφεύγων κατά το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 1 πρέπει να ποσοτικοποιεί τη ζημία του για να είναι θύμα. Η κρίση διατυπώνεται «στις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης» (σκ. 36).
Το «κατά κανόνα» αφήνει περιθώριο: Η σκ. 32 δεν λέει ότι η αρχή της ενιαίας διαδικασίας ελέγχεται αποκλειστικά στον οριστικό προσδιορισμό. Η λέξη «normalement» αφήνει χώρο για εξαιρέσεις. Το Δικαστήριο δεν τις προσδιορίζει. Από τη σκ. 34 φαίνεται ότι μια εξαίρεση θα μπορούσε να στηριχθεί σε αποδεδειγμένες και μη αναστρέψιμες συνέπειες της πρόωρης αποβολής, εφόσον τεκμηριώνονται συγκεκριμένα.
Η ανάδρομη αξιολόγηση με βάση το τελικό αποτέλεσμα: Το Δικαστήριο έκρινε τα ενδιάμεσα στάδια με βάση την απόφαση 10/2024, που εκδόθηκε οκτώ περίπου έτη μετά την αποβολή και προσβάλλεται με αναίρεση (σκ. 16, 18, 32-33). Η μέθοδος αυτή συμβαδίζει με τον έλεγχο in concreto (σκ. 28). Μεταθέτει όμως στον ιδιοκτήτη το βάρος να αποδείξει ότι η αναμονή έως το τελικό στάδιο του προκάλεσε αυτοτελή ζημία (σκ. 34). Η κριτική αφορά την επάρκεια της αιτιολογίας αυτής απέναντι στην ήδη πραγματοποιηθείσα κατάληψη και στη μακρά χρονική ακολουθία.
ΑΝΟΙΧΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ
- Απόκλιση των ποσών:Η αποζημίωση του άρθρου 7Α ήταν 40.887,20 € και η προσωρινή 401.640,81 € (σκ. 9, 13). Οι δύο βάσεις υπολογισμού δεν έχουν το ίδιο περιεχόμενο. Η απόφαση δεν εξέτασε αν μια τέτοια τεράστια απόκλιση (δεκαπλάσιο ποσό) επηρεάζει την επάρκεια του «εύλογου μέρους» που κατατίθεται πριν από την αποβολή.
- Χρόνος καταβολής:Το ακίνητο καταλήφθηκε τον Ιούλιο του 2016 και η διαφορά της προσωρινής αποζημίωσης κατατέθηκε στις 08.10.2018 (σκ. 12, 15). Οι προσφεύγοντες δήλωσαν ότι δεν προσβάλλουν την ταχύτητα της διαδικασίας (σκ. 25). Παραμένει ανοιχτό πώς θα κρινόταν μια αιτίαση στραμμένη ευθέως στην καθυστέρηση καταβολής μετά την αποβολή.
- Έλλειψη ενδίκων μέσων:Η απόφαση του Εφετείου στη διαδικασία του άρθρου 7Α δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα (σκ. 20), όπως τόνισαν οι προσφεύγοντες (σκ. 25). Το Δικαστήριο δεν εξέτασε τη σημασία της έλλειψης αυτής για τις διαδικαστικές εγγυήσεις του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου 1.
- Εκκρεμής αναίρεση:Το Δικαστήριο στηρίχθηκε στην 10/2024, ενώ η αναίρεση κατ’ αυτής θα συζητηθεί στις 19.11.2027 (σκ. 18, 32). Η απόφαση δεν απαντά τι θα ίσχυε αν η αναίρεση οδηγούσε σε εξαφάνιση της απόφασης. Επίσης, δεν βεβαιώνεται η ολοσχερής παρακατάθεση του επιπλέον ποσού της οριστικής αποζημίωσης, ώστε να τεκμηριώνεται πλήρης αποκατάσταση.
- Αλληλεπίδραση Άρθρου 1 Πρωτοκόλλου 1 και Άρθρου 8 ΕΣΔΑ (Προστασία Κατοικίας): Η απόφαση δεν εξέτασε την υπόθεση υπό το πρίσμα του άρθρου 8 ΕΣΔΑ, καθώς δεν προέκυπτε χρήση του ακινήτου ως κύριας κατοικίας. Στις περιπτώσεις όμως όπου το απαλλοτριούμενο ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικία του ιδιοκτήτη, η νομολογία του ΕΔΔΑ (Gladysheva v. Russia, σκ. 93, Ivanova and Cherkezov v. Bulgaria, σκ. 53) επιβάλλει στενότερο περιθώριο εκτίμησης του Κράτους και εξατομικευμένο έλεγχο αναλογικότητας. Στις περιπτώσεις αυτές, η πρόωρη αποβολή βάσει του άρθρου 7Α ΚΑΑΑ χωρίς προηγούμενο δικαστικό έλεγχο της αναλογικότητας της αποβολής σε σχέση με τις στεγαστικές ανάγκες του ιδιοκτήτη ενδέχεται να θεμελιώσει αυτοτελή παραβίαση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ, ανεξάρτητα από την τελική εξέταση της αποζημίωσης στον οριστικό προσδιορισμό.
ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Διεθνή όργανα
- Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΟΗΕ, Aumeeruddy-Cziffra και λοιπές κατά Μαυρικίου, ανακοίνωση αριθ. 35/1978, Απόψεις της 09.04.1981, παρ. 9.2:Κανένα πρόσωπο δεν μπορεί να προσβάλει in abstracto, με actio popularis, νόμο ή πρακτική. Αν ο νόμος δεν έχει εφαρμοστεί συγκεκριμένα σε βάρος του, ο κίνδυνος να θιγεί πρέπει να είναι περισσότερο από θεωρητική πιθανότητα. Σχέση με την Amarantidis και Gouta: Σύγκλιση ως προς την απαγόρευση του αφηρημένου ελέγχου (σκ. 28, 35).
- Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, άρθρο 17 § 1:Η στέρηση της ιδιοκτησίας επιτρέπεται μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας, υπό τους όρους του νόμου και «έναντι δίκαιης και έγκαιρης αποζημίωσης». Ο Χάρτης κατοχυρώνει ρητά τον χρόνο καταβολής («έγκαιρη»), εισάγοντας αυστηρότερο κανονιστικό πρότυπο. Σχέση με την Amarantidis και Gouta: Διαφορετικό πεδίο εφαρμογής. Ο Χάρτης εφαρμόζεται μόνο όταν το κράτος εφαρμόζει το δίκαιο της Ένωσης (άρθρο 51 § 1). Η συγχρηματοδότηση του έργου από την Ένωση (σκ. 24) δεν αρκεί από μόνη της για την υπαγωγή.
- Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Salvador Chiriboga κατά Ισημερινού, απόφαση της 06.05.2008 (Σειρά C αριθ. 179), παρ. 61:Κατά το άρθρο 21 § 2 της Αμερικανικής Σύμβασης, η στέρηση της ιδιοκτησίας υπόκειται στην καταβολή δίκαιης αποζημίωσης. Σχέση με την Amarantidis και Gouta: Περιορισμένη αναλογία, διότι η Salvador Chiriboga έκρινε την ουσία (διαπιστώνοντας παραβίαση), ενώ η Amarantidis κρίθηκε στο στάδιο της ιδιότητας θύματος.
Ανώτατα εθνικά δικαστήρια
- Άρειος Πάγος, Ολομέλεια, απόφαση 10/2004:Μετά την Azas, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι το Εφετείο που προσδιορίζει οριστικά την αποζημίωση κρίνει συνολικά την αποζημίωση για την αξία του ακινήτου, την απομείωση της αξίας του υπολοίπου, τους δικαιούχους, την ενδεχόμενη ωφέλεια και τα δικαστικά έξοδα. Σχέση με την Amarantidis και Gouta: Σύγκλιση. Το ΕΔΔΑ στήριξε σε αυτή τη νομολογία την κρίση ότι η αρχή της ενιαίας διαδικασίας ελέγχεται κατά κανόνα στον οριστικό προσδιορισμό (σκ. 30, 32). Η αρμοδιότητα αυτή του Εφετείου προϋποθέτει την προσήκουσα δικονομική υποβολή των σχετικών αιτημάτων από τον ιδιοκτήτη.
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Για τον προσφεύγοντα στο ΕΔΔΑ
α) Ποσοστικοποίηση και εξειλίκευση από την αρχή τη συγκεκριμένη υλική ζημία που προκάλεσε η επίδικη επέμβαση και υποβάλετε εμπρόθεσμα αίτημα κατά το άρθρο 41.
β) Μη δήλωση ότι το ποσό της αποζημίωσης είναι αδιάφορο και ότι επιδιώκεται κρίση αρχής για τον νόμο.
γ) Τεκμηρίωση με συγκεκριμένα στοιχεία για κάθε μη αναστρέψιμη συνέπεια της πρόωρης αποβολής, καθώς και για κάθε αυτοτελή πρόσκαιρη περιουσιακή επιβάρυνση (π.χ. απώλεια χρήσης ή εισοδήματος).
δ) Μη στήριξη της αιτίασης στην εικαστική υπόθεση ότι η προγενέστερη εξέταση θα οδηγούσε σε υψηλότερη αποζημίωση.
ε) Να ληφθεί υπόψη ότι το Δικαστήριο συνεκτιμά εσωτερικές εξελίξεις μεταγενέστερες της προσφυγής (όπως την απόφαση οριστικού προσδιορισμού 10/2024).
Για τη διοίκηση και τον εθνικό δικαστή
α) Μη οριστική απόρριψη των συναφών αξιώσεων στα προγενέστερα στάδια, αλλά διασφάλιση της εξέτασής τους στον οριστικό προσδιορισμό.
β) Καμία υποχρέωση του ιδιοκτήτη να ασκήσει νέα, χωριστή δίκη ενώπιον άλλου δικαστηρίου για τα συναφή ζητήματα.
γ) Συνολική κρίση στον οριστικό προσδιορισμό για όλα τα στοιχεία της αποζημίωσης (κατά την ΟλΑΠ 10/2004).
δ) Εξέταση του τεκμηρίου ωφέλειας ως μαχητού και επί της ουσίας στον οριστικό προσδιορισμό.
Για την ελληνική πρακτική
Το άρθρο 17 § 2 του Συντάγματος απαιτεί προηγούμενη πλήρη αποζημίωση, με την ειδική δυνατότητα πρόωρης εκτέλεσης έργων υπό τους όρους της § 4. Η εφαρμογή γίνεται με το άρθρο 7Α του ΚΑΑΑ. Κατά το άρθρο 33 § 1 του ν. 2971/2001, το τεκμήριο ωφέλειας είναι μαχητό και κρίνεται από το Εφετείο του οριστικού προσδιορισμού. Ο ιδιοκτήτης πρέπει να προβάλει παραδεκτά και εμπρόθεσμα όλα τα συναφή αιτήματα στο Εφετείο και να συγκεντρώνει στοιχεία ζημίας από τη στιγμή της αποβολής. Για το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, η απόφαση στηρίζει την πρακτική του άρθρου 7Α εφόσον διασφαλίζεται η ενιαία κρίση στο τελικό στάδιο. Δεν παρέχει όμως γενική ασυλία αν δεν τηρούνται οι όροι καταβολής και πλήρους εξασφάλισης.
ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ ΓΙΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟ
«Επειδή, κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ (Azas κατά Ελλάδας, 19.09.2002, προσφ. αριθ. 50824/99, σκ. 48, Alfa Glass Anonymi Emboriki Etairia Yalopinakon κατά Ελλάδας, 28.01.2021, προσφ. αριθ. 74515/13, σκ. 36-41), η αναγκαστική απαλλοτρίωση απαιτεί διαδικασία που εξασφαλίζει συνολική εκτίμηση των συνεπειών της, μαζί με την ειδική αποζημίωση για την απομείωση της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων και την κρίση του τεκμηρίου ωφέλειας. Στην απόφαση Amarantidis και Gouta κατά Ελλάδας (απόφαση επί του παραδεκτού της 22.09.2026, προσφ. αριθ. 15348/18, σκ. 29-32), το ΕΔΔΑ διευκρίνισε ότι η τήρηση της αρχής της ενιαίας διαδικασίας ελέγχεται κατά κανόνα στον οριστικό προσδιορισμό, κρίνοντας ότι η μη εξέταση των συναφών αιτημάτων κατά το άρθρο 7Α ΚΑΑΑ και στον προσωρινό προσδιορισμό δεν θίγει την αρχή εφόσον τα αιτήματα αυτά εξετάζονται πλήρως και επί της ουσίας στον οριστικό προσδιορισμό, χωρίς οριστικό αποκλεισμό τους ή υποχρέωση παράλληλων διακριτών δικών. Επομένως, το Δικαστήριό σας, ως δικαστήριο του οριστικού προσδιορισμού, οφείλει να κρίνει επί της ουσίας όλες τις συναφείς αξιώσεις μας που έχουν προταθεί παραδεκτά, διαφορετικά η ενιαία διαδικασία που απαιτεί το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου δεν θα εξασφαλιζόταν σε καν
