ΠΕΡΙΛΗΨΗ
ΚΕΔΕ – Έκθεση Κατάσχεσης – Πρώτη κατοικία – Οφειλές από πολεοδομικές παραβάσεις – Οι ΟΤΑ δεν δύνανται να προβούν σε ταμειακή βεβαίωση απαιτήσεων μετά την πάροδο τριετίας από τη λήξη του έτους εντός του οποίου εκτήθησαν οι σχετικοί τίτλοι βεβαίωσης – Νόμιμος τίτλος για τη βεβαίωση των επίδικων οφειλών υπήρξε η από το 2002 έκθεση αυτοψίας και επιβολής προστίμων ανέγερσης και διατήρησης αυθαίρετων κτισμάτων της πολεοδομικής υπηρεσίας του καθ’ ου Δήμου – Ο νόμιμος τίτλος συγκροτείται στο τέλος εκάστου έτους διατήρησης του αυθαιρέτου – Κατά την έκδοση της ένδικης κατασχετήριας έκθεσης είχε ήδη παρέλθει η αποσβεστική προθεσμία των τριών ετών για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 31.12.2018 – Μη νομίμως επιβλήθηκε από το καθ’ ού κατάσχεση επί της πρώτης κατοικίας της ανακόπτουσας- Μη εξάντληση ηπιότερων μέτρων σε βάρος της – Δεν εξετάσθηκε εάν η αξία των λοιπών ακινήτων της ήταν ικανή για την ικανοποίηση των απαιτήσεών– Δέχεται την ανακοπή.
ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ Δ΄
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ
Σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2026, με δικαστή την Ελπίδα Μακρή, Πρωτοδίκη Δ.Δ., και γραμματέα την Χριστίνα Κυριακίδου, δικαστική υπάλληλο,
γ ι α να δικάσει την ανακοπή με ημερομηνία κατάθεσης 28.4.2025 (αρ. καταχ. …/2025 και Ε.Α.Υ. ….),
τ η ς …., κατοίκου Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης (οδός ….), η οποία δεν παραστάθηκε, αλλά νομιμοποίησε την υπογράφουσα το δικόγραφο δικηγόρο με ιδιωτικό έγγραφο παροχής πληρεξουσιότητας το οποίο φέρει το γνήσιο της υπογραφής της από δημόσια αρχή,
κ α τ ά: 1) του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), εν προκειμένω δε από την Προϊστάμενη του Κέντρου Βεβαίωσης και Είσπραξης Θεσσαλονίκης (ΚΕ.Β.ΕΙΣ.), που δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, αλλά παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 Κ.Δ.Δ., της Δικαστικής Πληρεξούσιας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Βάγιας Ματσίκα, 2) του Δήμου Νέας Προποντίδας Χαλκιδικής, και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, αλλά παραστάθηκε με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου, Δημήτρη Μπακρατσά, και 3) του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Πράσινο Ταμείο», που εδρεύει στην Αθήνα (Λεωφ. Κηφισίας αρ. 241) και εκπροσωπείται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, αλλά παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 Κ.Δ.Δ., της Δικαστικής Πληρεξούσιας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Βάγιας Ματσίκα.
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ η δ ι κ ο γ ρ α φ ί α
Σ κ έ φ τ η κ ε κ α τ ά τ ο ν ό μ ο
1. Επειδή, με την κρινόμενη ανακοπή, για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. το με κωδικό ….. ηλεκτρονικό παράβολο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων), ζητείται η ακύρωση της …./26.3.2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, …., με την οποία, κατασχέθηκε αναγκαστικώς ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας ενός αυτοτελούς και διηρημένου διαμερίσματος πολυκατοικίας, όπως η εν λόγω ακίνητη περιουσία περιγράφεται και προσδιορίζεται επακριβώς κατά θέση και όρια στην ως άνω έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, προκειμένου να εισπραχθούν οφειλές της ανακόπτουσας, προερχόμενες από πολεοδομικό πρόστιμο, συνολικού ποσού 39.122,97 ευρώ (κεφαλαίου ποσού 34.303,13 ευρώ, πλέον συνεισπραττομένων ποσού 4.819,84 ευρώ), προερχόμενες από πρόστιμα ανέγερσης και διατήρησης αυθαιρέτων κατασκευών χρονικού διαστήματος 1.1.2010 έως 2.11.2021.
2. Επειδή, στο άρθρο 216 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν.2717/1999 (Α’ 97) Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.) ορίζεται ότι: «Στις, υπό τον πρώτο τίτλο, ρυθμίσεις του τμήματος τούτου υπάγονται οι διαφορές που αναφύονται κατά τη σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 356/74 (Κ.Ε.Δ.Ε.) είσπραξη των δημοσίων εσόδων,…», στο άρθρο 217 ότι: «1.Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, β)…,γ)…»,στο άρθρο 224 ότι:«1.Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά το νόμο και την ουσία, στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. 2. ….3. Κατά τον έλεγχο του κύρους των προσβαλλόμενων με την ανακοπή πράξεων της εκτέλεσης, δεν επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας προηγούμενων πράξεων της εκτέλεσης. 4. Στην περίπτωση της ανακοπής κατά της ταμειακής βεβαίωσης, επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος, κατά το νόμο και τα πράγματα, του τίτλου με βάση τον οποίο έγινε η βεβαίωση, εφόσον δεν προβλέπεται κατ’ αυτού ένδικο βοήθημα που επιτρέπει τον έλεγχό του κατά το νόμο και την ουσία, ή δεν υφίσταται σχετικώς δεδικασμένο. 5. Ισχυρισμοί, που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η εκτέλεση, μπορούν να προβάλλονται με την ευκαιρία άσκησης ανακοπής κατά της πράξης ταμειακής βεβαίωσης ή οποιασδήποτε πράξης της εκτέλεσης, πρέπει δε να αποδεικνύονται αμέσως.» και στο άρθρο 225 ότι: «Το δικαστήριο, αν διαπιστώσει παράβαση νόμου ή ουσιαστικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης πράξης, προβαίνει στην ολική ή μερική ακύρωση ή στην τροποποίησή της. Σε διαφορετική περίπτωση, προβαίνει στην απόρριψη της ανακοπής».
3. Επειδή στον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4978/2022 (Α΄ 190), με ημερομηνία έναρξης ισχύος από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, σύμφωνα με το άρθρο δεύτερο του ίδιου νόμου, ορίζεται στο άρθρο 1 παρ. 1 ότι: «Η είσπραξη των από κάθε αιτία δημοσίων εσόδων ενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα», στο άρθρο 2 ότι: «1. Με την εξαίρεση των φόρων και των λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), για τα οποία εφαρμόζεται αποκλειστικά ο ως άνω Κώδικας, η είσπραξη των δημοσίων εσόδων ανήκει στην αρμοδιότητα της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) και των λοιπών οργάνων που ορίζονται με ειδικές διατάξεις για τον σκοπό αυτόν … 4. Για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων απαιτείται νόμιμος τίτλος. Με την εξαίρεση των φόρων και των λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κ.Φ.Δ., για τα οποία εφαρμόζεται αποκλειστικά ο ως άνω Κώδικας, νόμιμο τίτλο αποτελούν: α) τα έγγραφα στα οποία οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις τον οφειλέτη, το είδος, το ποσό και την αιτία της οφειλής, …» και στο άρθρο 85 ότι: «1. Όπου σε κείμενες διατάξεις γίνεται παραπομπή ή αναφορά σε διάταξη του ν.δ. 356/1974 (Α΄ 90) ή του Κ.Ε.Δ.Ε. ή γενικά στο ν.δ. 356/1974 ή τον Κ.Ε.Δ.Ε., εφεξής νοείται η αντίστοιχη διάταξη του παρόντος Κώδικα ή ο παρών Κώδικας. 2. … 4. Διαδικαστικές πράξεις που διενεργούνται ή πράξεις που εκδίδονται ή ενέργειες που λαμβάνουν χώρα μετά την ισχύ του παρόντος Κώδικα διέπονται από τον παρόντα Κώδικα. 5. Το 356/1974 “Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων” καταργείται».
4. Επειδή, στο άρθρο 71 του ν. 542/1977 «Περί τροποποιήσεως, αντικαταστάσεως και συμπληρώσεως φορολογικών και άλλων τινών διατάξεων» (Α΄ 41), ορίζεται ότι: «1. Η βεβαίωσις οιουδήποτε φόρου, τέλους, προστίμου, δικαιώματος ή εισφοράς υπέρ του Δημοσίου, μετά των πάσης φύσεως προσθέτων και υπέρ τρίτων, ενεργείται εντός προθεσμίας τριών μηνών από της λήξεως του μηνός εντός του οποίου εκτήθη ο τίτλος βεβαιώσεως… Ανεξαρτήτως των υπό του προηγουμένου εδαφίου οριζομένων, η βεβαίωσις δύναται να ενεργηθή και μετά την πάροδον της τριμήνου προθεσμίας και ουχί πέραν των τριών ετών, από της λήξεως του έτους εντός του οποίου εκτήθη ο τίτλος βεβαιώσεως». Από την ως άνω διάταξη συνάγεται ότι το Δημόσιο δεν δύναται να προβεί σε ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση εν στενή εννοία) απαιτήσεων μετά την πάροδο τριετίας από της λήξεως του έτους εντός του οποίου εκτήθησαν οι σχετικοί τίτλοι βεβαιώσεως (βλ. ΣτΕ 1105/2022, 1408/2017, 3288/2013 κ.ά.). Συνεπώς, κατά την ανωτέρω νομολογία, η κατά τη διάταξη του άρθρου 71 παρ. 1 του ν. 542/1977 τριετής προθεσμία έχει αποσβεστικό χαρακτήρα. Εξάλλου, τα ως άνω ισχύουν και στην περίπτωση που την είσπραξη των απαιτήσεων των ν.π.δ.δ. έχει αναλάβει το Ελληνικό Δημόσιο μέσω των αρμοδίων Δ.Ο.Υ. (πρβλ. ΣτΕ1503/2006, βλ. ΔΕφΑθ. 3309/2024). Περαιτέρω, η εν λόγω διάταξη του άρθρου 71 παρ. 1 του ν. 542/1977, η οποία εφαρμόζεται σε άπασες, αδιακρίτως, τις απαιτήσεις (βλ. ΣτΕ 3412/2015), εξακολουθεί να ισχύει και μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 86 του ν.2362/1995, καθώς και για την ταυτότητα του νομικού λόγου και μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 136 του ν. 4270/2014 και, συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα κατάργησης της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 71 παρ. 1 του ν.542/1977 από την περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 86 παρ. 1 του ν.2362/1995 και τη νεότερη διάταξη του άρθρου 136 παρ. 1 του ν. 4270/2014 (ΣτΕ 1105/2022, 1408/2017), η οποία αναφέρεται στην παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου να εισπράξει τη βεβαιωμένη οφειλή και εφαρμόζεται μετά από την εν στενή εννοία βεβαίωση αυτής (ΣτΕ 1408/2017, 1366/2016 ).
5. Επειδή, περαιτέρω, το Σύνταγμα στο άρθρο 2 παρ. 1 προβλέπει ότι: «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας», στο δε άρθρο 21 παρ. 4 ότι: «Η απόκτηση κατοικίας από αυτούς που τη στερούνται ή που στεγάζονται ανεπαρκώς αποτελεί αντικείμενο ειδικής φροντίδας του Κράτους». Επιπλέον, η αρχή της αναλογικότητας, που απορρέει από την έννοια και τους θεσμούς του κράτους δικαίου και κατοχυρώνεται, ήδη, ρητώς από το Σύνταγμα (άρθρο 25 παρ. 1), υπαγορεύει όπως, μεταξύ του συγκεκριμένου διοικητικού μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού, υπάρχει εύλογη σχέση. Η σχέση δε αυτή υφίσταται μόνο όταν το λαμβανόμενο μέτρο είναι κατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (καταλληλότητα), συνεπάγεται κατ’ ένταση και διάρκεια τα λιγότερα δυνατά μειονεκτήματα για τον διοικούμενο (αναγκαιότητα) και τέλος, τα συνεπαγόμενα μειονεκτήματα δεν υπερσκελίζουν τα πλεονεκτήματα (αναλογικότητα) (πρβλ. ΣτΕ 3474/2011 Ολομ., 713/2010 κ.ά.). Αντίθετα, μέτρο προβλεπόμενο από διάταξη νόμου αντίκειται στην ανωτέρω αρχή, μόνο όταν από το είδος ή τη φύση του είναι προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού ή όταν οι δυσμενείς συνέπειες του μέτρου τελούν σε προφανή δυσαναλογία ή υπερακοντίζουν τον επιδιωκόμενο σκοπό (πρβλ. ΣτΕ 2383/2018, 2151/2017, 1210/2010 Ολομ. κ.ά.). Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 9 του Κ.Ε.Δ.Ε., συνάγεται ότι η κρίση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. για τη λήψη των μέτρων διοικητικής εκτέλεσης που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές είναι μεν ελεύθερη, όμως δεν πρέπει να παραβιάζει τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας, κατά τις οποίες η Διοίκηση οφείλει να απέχει από τη λήψη μέτρων αναγκαστικής είσπραξης, τα οποία δεν είναι αναγκαία ούτε κατάλληλα για την επίτευξη του σκοπού της είσπραξης των εσόδων, ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων (πρβλ. ΣτΕ 359/2018, 848 – 850/2012). Εξάλλου, η φορολογική Διοίκηση δεν υποχρεούται να εξαιρεί την πρώτη κατοικία του οφειλέτη από τη λήψη αναγκαστικών μέτρων, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις του Δημοσίου κατ’ αυτού και μάλιστα όταν πρόκειται για οφειλές, οι οποίες εδράζονται στη μη εκπλήρωση των φορολογικών του υποχρεώσεων. Και αυτό, γιατί οι διατάξεις αυτές δεν εγκαθιδρύουν συνταγματικό δικαίωμα στην επαρκή στέγαση στο πλαίσιο του σεβασμού και της προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, αλλά έχουν μόνον κατευθυντήριο χαρακτήρα (βλ. ΣτΕ Ολομ. 1087/2017), εξουσιοδοτώντας τον κοινό νομοθέτη να προσδιορίσει ο ίδιος, κατά την εκτίμησή του, το είδος και την έκταση της ειδικής φροντίδας του κράτους για την απόκτηση κατοικίας από αυτούς, οι οποίοι την στερούνται ή οι οποίοι στεγάζονται ανεπαρκώς (πρβλ. ΔΕφΑθ 1411/2019). Ωστόσο, η λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης στην πρώτη κατοικία του οφειλέτη, παραβιάζει τις ανωτέρω αρχές της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας στην περίπτωση που αυτός διαθέτει και άλλα περιουσιακά στοιχεία επί των οποίων θα μπορούσαν να επιβληθούν τα συγκεκριμένα μέτρα, καλύπτοντας τη σχετική απαίτηση (πρβλ. ΔΕφΠειρ 66/2025, 1536, 2046/2023, ΔΕφΘεσ 308, 1489/2025, ΔΕφΠατ 66/2024, ΔΕφΑθ 1811/2022).
6. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Στις ….2002 διενεργήθηκε αυτοψία από υπάλληλο του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών (Τ.Π.Ε.) Νέων Μουδανιών της Διεύθυνσης Οικισμού και Χωροταξίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χαλκιδικής στην περιοχή της Καλλικράτειας (οικισμός “….”) του Δήμου Μουδανιών Χαλκιδικής (σχετ. η από …..2002 έκθεση αυτοψίας) και διαπιστώθηκε ότι η ανακόπτουσα προέβη σε αυθαίρετη κατασκευή κατοικίας, με χρόνο κατασκευής κατά δήλωση ιδιοκτήτη το έτος 1996 (όπως προκύπτει από σχετικώς υποβληθείσα αίτηση προς το Δήμο Νέων Μουδανιών για ηλεκτροδότηση του εν λόγω ακινήτου). Κατόπιν τούτου, με την ίδια έκθεση αυτοψίας υπολογίστηκε το πρόστιμο ανέγερσης της παραπάνω αυθαίρετης κατασκευής σε 2.106,85 ευρώ και το πρόστιμο διατήρησης σε 421,37 ευρώ, προσαυξανόμενο κάθε έτος με 10%. Εξάλλου, στην εν λόγω έκθεση αυτοψίας αναγράφεται ότι ο ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία 30 ημερών από την ημερομηνία της τοιχοκόλλησης της έκθεσης αυτής, να καταθέσει ένσταση. Ακολούθως, η ανακόπτουσα υπέβαλε προς το Τ.Π.Ε. την από ….2002 αίτηση, με την οποία αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα τα πρόστιμα που της επιβλήθηκαν με την ως άνω την έκθεση αυτοψίας. Ακολούθως, εκδόθηκε από τον ίδιο Προϊστάμενο ο …../2007 χρηματικός κατάλογος, στον οποίο περιελήφθη το επιβληθέν πρόστιμο ανέγερσης και διατήρησης αυθαιρέτου, που ανήλθε για το χρονικό διάστημα από το 1.1.2001 έως 31.12.2006, στο συνολικό ποσό των 1.565,70 ευρώ, απεστάλη δε συναφώς ο χρηματικός κατάλογος προς τη ΔΟΥ Αμπελοκήπων με την από 9.1.2008 τριπλότυπη περιληπτική κατάστασης βεβαίωσης προστίμου. Εν συνεχεία, εκδόθηκε από τον ίδιο Προϊστάμενο ο …./2009 χρηματικός κατάλογος, στον οποίο περιελήφθη το επιβληθέν πρόστιμο ανέγερσης και διατήρησης αυθαιρέτου, που ανήλθε για το χρονικό διάστημα από το 1.1.2007 έως 31.12.2008, στο συνολικό ποσό των 670,96 ευρώ, απεστάλη δε συναφώς ο χρηματικός κατάλογος προς τη ΔΟΥ Αμπελοκήπων με την από 13.4.2009 τριπλότυπη περιληπτική κατάστασης βεβαίωσης προστίμου. Ακολούθως, εκδόθηκε από τον ίδιο Προϊστάμενο ο …./2010 χρηματικός κατάλογος, στον οποίο περιελήφθη το επιβληθέν πρόστιμο ανέγερσης και διατήρησης αυθαιρέτου, που ανήλθε για το χρονικό διάστημα από το 1.1.2009 έως 31.12.2009, στο συνολικό ποσό των 345,56 ευρώ, απεστάλη δε συναφώς ο χρηματικός κατάλογος προς τη ΔΟΥ Αμπελοκήπων με την από 28.6.2010 τριπλότυπη περιληπτική κατάστασης βεβαίωσης προστίμου. Τέλος, εκδόθηκε από τον ίδιο Προϊστάμενο ο …./2022 χρηματικός κατάλογος, στον οποίο περιελήφθη το επιβληθέν πρόστιμο ανέγερσης και διατήρησης αυθαιρέτου, που ανήλθε για το χρονικό διάστημα από το 1.1.2010 έως 2.11.2021, στο συνολικό ποσό των 35.877,56 ευρώ, απεστάλη δε συναφώς ο χρηματικός κατάλογος προς τη ΔΟΥ Αμπελοκήπων με την από 20.9.2022 τριπλότυπη περιληπτική κατάστασης βεβαίωσης προστίμου. Κατόπιν τούτων, την 1.9.2023 εστάλη με συστημένη επιστολή από τη Δ.Ο.Υ. Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης η …/2023 ατομική ειδοποίηση καταβολής υπερημερίας. Στη συνέχεια το Κ.Ε.Β.ΕΙΣ. Θεσσαλονίκης προέβη στην έκδοση της …./27.2.2025 (αρ. ειδ. Βιβλ. …/2025) παραγγελία αναγκαστικής κατάσχεσης, οπότε και συντάχθηκε η …/26.3.2025 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, …., με την οποία, κατασχέθηκε αναγκαστικώς ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας ενός αυτοτελούς και διηρημένου διαμερίσματος πολυκατοικίας, όπως η εν λόγω ακίνητη περιουσία περιγράφεται και προσδιορίζεται επακριβώς κατά θέση και όρια στην ως άνω έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, προκειμένου να εισπραχθούν οφειλές της ανακόπτουσας, προερχόμενες από πολεοδομικό πρόστιμο, συνολικού ποσού 39.122,97 ευρώ (κεφαλαίου ποσού 34.303,13 ευρώ, πλέον συνεισπραττομένων ποσού 4.819,84 ευρώ), για αποδιδόμενες πολεοδομικές παραβάσεις
7. Επειδή, ήδη, με την κρινόμενη ανακοπή, όπως αναπτύσσεται με το νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, η ανακόπτουσα ζητεί την ακύρωση της της …./26.3.2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, …, προβάλλοντας ότι το δικαίωμα του Δημοσίου να βεβαιώσει την ένδικη οφειλή είχε ήδη, σύμφωνα με το άρθρο 71 παρ. 1 ν. 542/1977 (Α΄41), αποσβεσθεί κατά τον χρόνο έκδοσης τόσο της ταμειακής βεβαίωσης, όσο και τη προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, αφού είχε ήδη παρέλθει τριετία από τα έτη κατά τα οποία είχαν κτηθεί οι σχετικοί νόμιμοι τίτλοι, ήτοι η …./29.7.2002 έκθεση αυτοψίας και η …/29.7.2002 αίτηση αποδοχής των προστίμων. Αντιθέτως οι καθ’ ων ζητούν την απόρριψη της κρινόμενης ανακοπής, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι, στην προκείμενη περίπτωση, δεν ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 71 παρ. 1 του ν. 542/1977 περί τριετούς αποσβεστικής προθεσμίας του δικαιώματος έκδοσης ταμειακής βεβαίωσης, αλλά η διάταξη του άρθρου 86 παρ. 3 του προισχύσαντος ν. 2362/1995 περί εικοσαετούς παραγραφής των σχετικών απαιτήσεων, σύμφωνα με την οποία «Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου που α) … στ) γεννήθηκε από καταλογισμό που έγινε από οποιαδήποτε αρμόδια δημόσια αρχή … παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή έννοια βεβαίωση αυτής», όπως εξάλλου προβλέπεται και στην ήδη ισχύουσα διάταξη του άρθρου 136 παρ. 3 περ. στ΄ του ν. 4270/2014.
8. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 71 παρ. 1 του ν. 542/1977, το οποίο εξακολουθεί να ισχύει και μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 86 του ν. 2362/1995 και το οποίο εφαρμόζεται αναλογικά και στους ΟΤΑ, οι τελευταίοι δεν δύνανται να προβούν σε ταμειακή βεβαίωση απαιτήσεων μετά την πάροδο τριετίας από τη λήξη του έτους εντός του οποίου εκτήθησαν οι σχετικοί τίτλοι βεβαίωσης, η δε ως άνω τριετής προθεσμία έχει αποσβεστικό χαρακτήρα. Η εκδιδόμενη από την πολεοδομική υπηρεσία του Δήμου έκθεση αυτοψίας, με την οποία επιβάλλονται πρόστιμα ανέγερσης και διατήρησης αυθαίρετων κτισμάτων και κατασκευών, σε περίπτωση μη άσκησης ένστασης από το βαρυνόμενο και μετά την οριστικοποίησή της, αποτελεί τον νόμιμο τίτλο για την είσπραξή του. Εν προκειμένω, νόμιμος τίτλος για τη διενέργεια της ένδικης ταμειακής βεβαίωσης υπήρξε η από 11.7.2002 έκθεση αυτοψίας με την οποία επιβλήθηκε το πρόστιμο διατήρησης αυθαιρέτου για το χρονικό διάστημα μέχρι την έκδοση της πράξης αυτής, προσαυξανόμενο κάθε χρόνο. Δεδομένου, ωστόσο, ότι με την πράξη αυτή επιβλήθηκε πρόστιμο και για μελλοντικό χρονικό διάστημα υπό την αίρεση διατήρησης της αυθαίρετης κατασκευής, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 3 του ν. 13371983, σύμφωνα με τις οποίες το πρόστιμο διατήρησης αυθαιρέτου οφείλεται καθ’ όλο το χρόνο που υπάρχει το αυθαίρετο από την ανέγερση μέχρι την κατεδάφισή του, ο νόμιμος τίτλος βεβαίωσης των σχετικών προστίμων διατήρησης αυθαιρέτου συγκροτείται στο τέλος εκάστου έτους διατήρησης του αυθαιρέτου (πρβλ ΔΕφΠειρ 2340/2023). Επομένως, κατά το χρόνο έκδοσης της ένδικης κατασχετήριας έκθεσης, είχε ήδη παρέλθει η προβλεπόμενη από το άρθρο 71 παρ. 1 του ν. 542/1977 αποσβεστική προθεσμία των τριών ετών, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 31.12.2018.
9. Επειδή, επιπλέον, η ανακόπτουσα υποστηρίζει ότι η επιβληθείσα σε βάρος της αναγκαστική κατάσχεση ακίνητης περιουσίας παραβιάζει την κατοχυρωμένη στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι το ακίνητο αυτό αποτελεί την κύρια κατοικία της ιδίας και της οικογένειάς της, ενώ, δεδομένου ότι κατέχει έτερα ακίνητα, οι ένδικες απαιτήσεις του καθ’ ου θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν με την επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης επί κάποιου άλλου ακινήτου της, αξίας ανάλογης των απαιτήσεων. Προς απόδειξη των ισχυρισμών της προσκομίζει και επικαλείται, μεταξύ άλλων, βεβαίωση δηλωθείσας περιουσιακής κατάστασης, όπως έχει δηλωθεί την 1.1.2025, και πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου ν. 4223/2013 (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) έτους 2025, σύμφωνα με τις οποίες η ανακόπτουσα, εκτός από το ποσοστό συγκυριότητας 50% επί του επίδικου ακινήτου, αντικειμενικής αξίας 20.736 ευρώ, έχει στην κυριότητά της το ακίνητο στην Καλλικράτεια, εμβαδού 62 τ.μ, αντικειμενικής αξίας 28.697,75 ευρώ, καθώς και ποσοστό συνδιοκτησίας 25% επί ενός ακινήτου στην οδό … στους Αμπελόκηπους, εμβαδού 71,25 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 9.776,50 ερυώ. Εξάλλου, το καθ’ ου ελληνικό δημόσιο προβάλλει ότι νομίμως επιβλήθηκε η κατάσχεση επί του συγκεκριμένου ακινήτου, παρότι αποτελεί την κύρια κατοικία της ανακόπτουσας, καθώς τα άλλα ακίνητα είχαν μεγαλύτερη αντικειμενική αξία, επομένως η κατάσχεση εκείνων των ακινήτων θα παραβίαζε την αναλογικότητα.
10. Επειδή, ενόψει του ότι, όπως έγινε δεκτό στη σκέψη 5η της παρούσας, η κρίση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. για τη λήψη μέτρων διοικητικής εκτέλεσης του Κ.Ε.Δ.Ε. και ιδίως η εξουσία αυτού κατά το άρθρο 9 του εν λόγω Κώδικα, ως ισχύει τον κρίσιμο χρόνο, είναι μεν ελεύθερη και οι διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. δεν εξαιρούν την πρώτη κατοικία από την επιβολή κατάσχεσης, πλην όμως δεν πρέπει να παραβιάζει τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας, κατά τις οποίες η Διοίκηση οφείλει να απέχει από τη λήψη μέτρων αναγκαστικής είσπραξης, τα οποία δεν είναι αναγκαία ούτε ακατάλληλα για την επίτευξη του σκοπού της είσπραξης των εσόδων, ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων. Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι, όπως δεν αμφισβητείται ειδικώς από το καθ’ ου, το κατασχεθέν ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικία της ανακόπτουσας, η δε ανακόπτουσα επικαλέστηκε και απέδειξε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο επιβολής της ένδικης κατάσχεσης, πέραν από τη συγκυριότητα επί του κατασχεθέντος ακινήτου, είχε την κυριότητα και επί άλλων ακινήτων, η αξία των οποίων, εξάλλου, κάλυπτε την απαίτηση του καθ’ ου. Ωστόσο, το καθ’ ου δεν εξάντλησε τη λήψη ηπιότερου μέτρου σε βάρος της ανακόπτουσας πριν την κατάσχεση του εν λόγω εμπράγματου δικαιώματος επί της κατοικίας της και ούτε προέβη σε ουσιαστική έρευνα ώστε να διαπιστώσει αν η αξία των λοιπών ακινήτων της ήταν ικανή ή όχι για την ικανοποίηση των συγκεκριμένων απαιτήσεών του, όπως, κατ’ εφαρμογή της χρηστής διοίκησης, είχε υποχρέωση (πρβλ. ΔΕφΠειρ 66/2025 2046/2023, ΔΕφΘεσ 308/2025, ΔΕφΠατ 66/2024). Συνακόλουθα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ένδικη κατάσχεση δεν παρίσταται νόμιμη (ΔΕφΘεσ 435/2026), κατά τα βασίμως σχετικώς προβαλλόμενα από την ανακόπτουσα, οπότε πρέπει να ακυρωθεί, ενώ παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων της ανακοπής.
11. Επειδή, κατ’ ακολουθία, πρέπει η ανακοπή να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η …./26.3.2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ….. Περαιτέρω, πρέπει να αποδοθεί στην ανακόπτουσα το καταβληθέν παράβολο (άρθρο 277 παρ. 9 εδ. α΄ του Κ.Δ.Δ.), ενώ, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, να απαλλαγούν οι καθ’ ων από τα δικαστικά έξοδα αυτής (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. τελ. του Κ.Δ.Δ.).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Δέχεται την ανακοπή.
Ακυρώνει την …/26.3.2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, …..
Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στην ανακόπτουσα.
Απαλλάσσει τους καθ’ ων από τα δικαστικά έξοδα της ανακόπτουσας.
Η απόφαση δημοσιεύθηκε στην Θεσσαλονίκη στις 04-06-2026, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΠΗΓΗ adjustice.gr
