Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική πολιτική – Οδηγία 2003/88/ΕΚ – Άρθρο 2, παράγραφος 1 – Έννοια του όρου “χρόνος εργασίας” – Άρθρο 6, στοιχείο βʹ – Μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας – Προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων – Χρόνος εργασίας των πυροσβεστών – Μη προσμέτρηση στον χρόνο εργασίας του χρόνου εφημερίας στον χώρο εργασίας – Δικαίωμα ικανοποίησης της ηθικής βλάβης το οποίο ασκείται κατά κράτους μέλους λόγω παράβασης του δικαίου της Ένωσης – Προϋποθέσεις – Τρόπος υπολογισμού της αποζημίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε λόγω της παράβασης του άρθρου 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88 – Αρχή της ισοδυναμίας – Αρχή της αποτελεσματικότητας »
Στην υπόθεση C‑808/24 [Zálečta] (i),
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Okresný súd Lučenec (πρωτοδικείο Lučenec, Σλοβακία) με απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 26 Νοεμβρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
M. R.
κατά
Ministerstvo vnútra Slovenskej republiky,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. Biltgen, πρόεδρο τμήματος, S. Gervasoni, A. Kumin, I. Ziemele (εισηγήτρια) και M. Bošnjak, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Richard de la Tour
γραμματέας: V. Di Bucci
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Σλοβακική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την E. V. Larišová και τον A. Lukáčik,
– η Ιρλανδία, εκπροσωπούμενη από τη M. Browne, Chief State Solicitor, την A. Burke και τον A. Joyce, επικουρούμενους από τον D. Ryan, BL,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τη D. Recchia, τον A. Tokár και την F. van Schaik,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Μαρτίου 2026,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 2, σημείο 1, και του άρθρου 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (ΕΕ 2003, L 299, σ. 9).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Μ. R., πυροσβέστη και διασώστη, και του Ministerstvo vnútra Slovenskej republiky (Υπουργείου Εσωτερικών της Σλοβακικής Δημοκρατίας) σχετικά με την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που ο Μ. R. ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω της εσφαλμένης μεταφοράς από τη Σλοβακική Δημοκρατία της οδηγίας 2003/88 στην έννομη τάξη της.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3 Το άρθρο 2 της οδηγίας 2003/88, το οποίο επιγράφεται «Ορισμοί», προβλέπει στα σημεία 1 και 2 τα εξής:
«Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
1. “χρόνος εργασίας”: κάθε περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται στην εργασία, στη διάθεση του εργοδότη, και ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές·
2. “περίοδος ανάπαυσης”: κάθε περίοδος που δεν είναι χρόνος εργασίας».
4 Το άρθρο 6 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας», έχει ως εξής:
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε, σε συνάρτηση με τις επιταγές προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων:
α) η εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας να περιορίζεται με νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις ή με συλλογικές συμβάσεις ή συμφωνίες μεταξύ κοινωνικών εταίρων·
β) ο χρόνος εργασίας να μην υπερβαίνει, ανά επταήμερο, τις 48 ώρες, κατά μέσο όρο, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών.»
Το σλοβακικό δίκαιο
5 Κατά το άρθρο 85, παράγραφος 1, του zákon č. 315/2001 Z. z. o Hasičskom a záchrannom zbore (νόμου 315/2001 περί της μονάδας πυρόσβεσης και διασώσεων), της 2ας Ιουλίου 2001:
«Χρόνος εργασίας μέλους [του σώματος πυρόσβεσης και διασώσεων] είναι το διάστημα κατά το οποίο ο εν λόγω εργαζόμενος ασκεί τη δημόσια υπηρεσία και ευρίσκεται στη διάθεση της αρχής στην οποία υπηρετεί.»
6 Το άρθρο 86, παράγραφος 2, του νόμου αυτού ορίζει τα ακόλουθα:
«Σε περίπτωση ανομοιόμορφης κατανομής του χρόνου εργασίας, ο χρόνος υπηρεσίας ανά ημέρα υπηρεσίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 18 ώρες. Η συνολική διάρκεια της εκτέλεσης δημόσιας υπηρεσίας και της επιβεβλημένης εφημερίας στον χώρο εργασίας, η οποία έπεται αμέσως της άσκησης της εν λόγω δημόσιας υπηρεσίας, δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 24 ώρες ανά ημέρα υπηρεσίας.»
7 Το άρθρο 92, παράγραφος 1, του νόμου αυτού προβλέπει τα εξής:
«Στο πλαίσιο της κατανομής του χρόνου υπηρεσίας, η αρχή στην οποία υπηρετούν τα μέλη [του σώματος πυρόσβεσης και διασώσεων], καθορίζει τον χρόνο κατά τον οποίο τα μέλη της θα πραγματοποιούν, στο πλαίσιο της άσκησης της δημόσιας υπηρεσίας, εφημερία στον χώρο εργασίας, η οποία έπεται αμέσως της άσκησης της δημόσιας υπηρεσίας, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 86, παράγραφος 2.»
8 Το άρθρο 122, παράγραφος 3, του νόμου αυτού ορίζει τα εξής:
«Η αμοιβή για τις εφημερίες […] δεν καταβάλλεται για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο, στη διάρκεια της εφημερίας, παρασχέθηκε υπηρεσία· η υπηρεσία που παρασχέθηκε υπό αυτές τις συνθήκες συνιστά υπερωριακή εργασία.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
9 Ο Μ. R., μέλος του σώματος πυρόσβεσης και διασώσεων του Δήμου Lučenec (Σλοβακία), εκτιμά ότι το γεγονός ότι ο χρόνος των εφημεριών που πραγματοποίησε στον χώρο της εργασίας του δεν εξομοιώθηκε με χρόνο εργασίας συνιστά παράβαση του άρθρου 2, σημείο 1, και του άρθρου 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88. Κατά συνέπεια, ισχυρίζεται ότι υπέστη ηθική βλάβη λόγω της εσφαλμένης μεταφοράς του άρθρου 2, σημείο 1, στη σλοβακική έννομη τάξη, η οποία είχε ως συνέπεια τη μη τήρηση, στην περίπτωσή του, της μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας, όπως αυτή καθορίζεται στο ως άνω άρθρο 6, στοιχείο βʹ. Οι παραβάσεις αυτές, κατά τον M. R., προσβάλλουν, μεταξύ άλλων, το δικαίωμά του στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής του ζωής.
10 Ο Μ. R. άσκησε αγωγή ενώπιον του Okresný súd Lučenec (πρωτοδικείου Lučenec, Σλοβακία), με αίτημα την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω προσβολής του δικαιώματός του στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, του δικαιώματός του σε επαρκή ανάπαυση μετά την εργασία καθώς και του δικαιώματός του στην προστασία της ασφάλειας και της υγείας στην εργασία. Αντιθέτως, δεν ζήτησε αποζημίωση για τον χρόνο των εφημεριών ο οποίος δεν προσμετρήθηκε στον χρόνο εργασίας του, γεγονός το οποίο, στην περίπτωσή του, είχε ως συνέπεια την υπέρβαση του ορίου των 48 ωρών που προβλέπεται στο άρθρο 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88, όσον αφορά τη μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας.
11 Με απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2023, το εν λόγω δικαστήριο διαπίστωσε ότι η σλοβακική νομοθεσία προέβλεπε, κατά παράβαση του άρθρου 2, σημείο 1, της οδηγίας 2003/88, όπως η διάταξη αυτή έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο με την απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2018, Matzak (C‑518/15, EU:C:2018:82), τη δυνατότητα μη προσμέτρησης στον χρόνο εργασίας του χρόνου εφημερίας που πραγματοποιεί πυροσβέστης τόσο στον χώρο εργασίας του όσο και στην κατοικία του. Το Okresný súd Lučenec (πρωτοδικείο Lučenec) επισήμανε συναφώς ότι, για την αποκατάσταση της ζημίας, δεν αρκεί το γεγονός ότι ο χρόνος εφημερίας δεν προσμετρήθηκε στον κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 1, της οδηγίας 2003/88 χρόνο εργασίας. Απαιτείται, επιπλέον, ο χρόνος εργασίας, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου εφημερίας, να υπερβαίνει τη μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας που επιβάλλει το άρθρο 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88.
12 Επ’ αυτού του ζητήματος, το Okresný súd Lučenec (πρωτοδικείο Lučenec) διαπίστωσε ότι, κατά την επίμαχη εξάμηνη περίοδο αναφοράς, η διάρκεια του χρόνου εργασίας του Μ. R., συμπεριλαμβανομένου του χρόνου εφημερίας, υπερέβαινε κατά 28 ημέρες τον αριθμό των εργάσιμων ημερών που μπορούσαν να πραγματοποιηθούν κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου, κατά παράβαση του άρθρου 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88, και ότι η υπέρβαση αυτή ήταν αντικειμενικά αναπόφευκτο να έχει επιπτώσεις στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του Μ. R.
13 Κατά συνέπεια, το δικαστήριο αυτό διέταξε τη Σλοβακική Δημοκρατία να καταβάλει στον Μ. R. χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, η οποία υπολογίστηκε λαμβανομένων υπόψη, αφενός, της διάρκειας της εν λόγω υπέρβασης και, αφετέρου, της απώλειας της προσδοκίας για τροποποίηση της εθνικής νομοθεσίας, δεδομένου ότι παρά τη νομολογία του Δικαστηρίου και, ιδίως, την απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2018, Matzak (C‑518/15, EU:C:2018:82), τέτοια τροποποίηση δεν είχε λάβει χώρα.
14 Το Υπουργείο Εσωτερικών της Σλοβακικής Δημοκρατίας άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Krajský súd v Banskej Bystrici (περιφερειακού δικαστηρίου Banská Bystrica, Σλοβακία), το οποίο, με διάταξη της 30ής Μαΐου 2024, εξαφάνισε την εν λόγω απόφαση με την αιτιολογία ότι το Okresný súd Lučenec (πρωτοδικείο Lučenec) απεφάνθη ultra petita, δεδομένου ότι ο Μ. R. δεν προέβαλε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού ούτε δικαίωμα αντλούμενο από την απώλεια της προσδοκίας τροποποίησης της εθνικής νομοθεσίας ούτε δικαίωμα ικανοποίησης της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω του γεγονότος ότι οι ώρες κατά τις οποίες εργάστηκε υπερβαίνουν το όριο που θέτει το άρθρο 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88. Συγκεκριμένα, ο Μ. R. προέβαλε μόνον ότι υπέστη ηθική βλάβη, ιδίως λόγω του ότι δεν προσμετρήθηκε στον χρόνο εργασίας του ο χρόνος των εφημεριών που είχε πραγματοποιήσει κατά την επίμαχη περίοδο. Επιπλέον, το Krajský súd v Banskej Bystrici (περιφερειακό δικαστήριο Banská Bystrica) έκρινε ότι η ηθική βλάβη που προκλήθηκε από το γεγονός ότι το εθνικό δίκαιο αντιβαίνει προς το άρθρο 2, σημείο 1, της ως άνω οδηγίας θεμελιώνει δικαίωμα αποζημίωσης, χωρίς να προσαπαιτείται διαπίστωση παράβασης του άρθρου 6, στοιχείο βʹ, της εν λόγω οδηγίας.
15 Το Krajský súd v Banskej Bystrici (περιφερειακό δικαστήριο Banská Bystrica) ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Okresný súd Lučenec (πρωτοδικείου Lučenec), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο και το οποίο διατηρεί αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία του άρθρου 2, σημείο 1, και του άρθρου 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, κατ’ ουσίαν, αν, όπως φαίνεται να δέχθηκε το Krajský súd v Banskej Bystrici (περιφερειακό δικαστήριο Banská Bystrica), για να επιδικαστεί στον Μ. R. χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, αρκεί το γεγονός ότι ο χρόνος των εφημεριών που πραγματοποίησε δεν προσμετρήθηκε στον χρόνο εργασίας του, κατά παράβαση του άρθρου 2, σημείο 1, της οδηγίας 2003/88, ή αν προσαπαιτείται να έχει λάβει χώρα υπέρβαση του ορίου των 48 ωρών ανά επταήμερο, το οποίο τίθεται με το άρθρο 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής.
16 Κατά το αιτούν δικαστήριο, το άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας 2003/88 ορίζει απλώς την έννοια του «χρόνου εργασίας», ενώ το άρθρο 6, στοιχείο βʹ, της ίδιας οδηγίας θεσπίζει ρητώς απαγόρευση υπέρβασης των ορίων που θέτει όσον αφορά τη μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας, όπως η έννοια αυτή ορίστηκε. Επομένως, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι δικαίωμα αποζημίωσης υπέρ των ενδιαφερομένων προσώπων γεννάται μόνο σε περίπτωση παράβασης του άρθρου 6, στοιχείο βʹ, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, σημείο 1, και όχι σε περίπτωση παράβασης μόνο της τελευταίας αυτής διάταξης.
17 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Okresný súd Lučenec (πρωτοδικείο Lučenec) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Γεννάται από το γεγονός ότι, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας ο χρόνος εφημερίας δεν προσμετρήθηκε στον χρόνο εργασίας, κατά παράβαση του άρθρου 2, σημείο 1, της οδηγίας [2003/88], αξίωση αποζημίωσης κατά κράτους μέλους λόγω παράβασης του δικαίου της Ένωσης, χωρίς να απαιτείται να αποδειχθεί ότι σημειώθηκε συγχρόνως παράβαση του άρθρου 6, στοιχείο βʹ, της εν λόγω οδηγίας, όσον αφορά τον εργαζόμενο αυτόν;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο προηγούμενο προδικαστικό ερώτημα, πρέπει το εθνικό δικαστήριο, κατά τον προσδιορισμό της προσήκουσας αποζημίωσης, να συνυπολογίσει τον αριθμό των ωρών των εφημεριών οι οποίες, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, δεν έχουν προσμετρηθεί στον χρόνο εργασίας του εργαζομένου, ή πρέπει το ποσό της αποζημίωσης που οφείλει να καταβάλει το κράτος μέλος να προσδιοριστεί με βάση τη διάρκεια της πλημμελούς καταστάσεως που απορρέει από εθνική ρύθμιση η οποία επιτρέπει να μην προσμετράται ο χρόνος των εφημεριών του εργαζομένου στον χρόνο εργασίας του κατά παράβαση της οδηγίας 2003/88;
3) Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο [πρώτο] προδικαστικό ερώτημα, πρέπει το εθνικό δικαστήριο, κατά τον προσδιορισμό της προσήκουσας αποζημίωσης, να λάβει υπόψη τον αριθμό των ωρών ως προς τις οποίες σημειώθηκε παράβαση του άρθρου 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88 ή πρέπει το ποσό της οφειλόμενης από το κράτος μέλος αποζημίωσης να προσδιοριστεί με βάση τη διάρκεια της πλημμελούς καταστάσεως που απορρέει από το γεγονός ότι εθνική ρύθμιση επιτρέπει να μην προσμετράται ο χρόνος των εφημεριών στον χρόνο εργασίας του εργαζομένου κατά παράβαση της ως άνω οδηγίας;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
18 Προκαταρκτικώς υπενθυμίζεται ότι η αρχή της ευθύνης του κράτους για ζημίες οι οποίες προκαλούνται στους ιδιώτες από παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης οι οποίες του καταλογίζονται είναι σύμφυτη προς το σύστημα των Συνθηκών στις οποίες στηρίζεται η Ένωση (αποφάσεις της 19ης Νοεμβρίου 1991, Francovich κ.λπ., C‑6/90 και C‑9/90, EU:C:1991:428, σκέψη 35, και της 8ης Σεπτεμβρίου 2026, Ferreira da Silva e Brito κ.λπ., C‑293/24, EU:C:2026:723, σκέψη 42).
19 Η αρχή αυτή ισχύει για κάθε περίπτωση παραβίασης του δικαίου της Ένωσης από κράτος μέλος, ανεξαρτήτως του ποιο είναι το όργανο του κράτους μέλους του οποίου η πράξη ή παράλειψη προκάλεσε την παραβίαση, συμπεριλαμβανομένου του εθνικού νομοθέτη, και ανεξαρτήτως του ποια δημόσια αρχή φέρει κατ’ αρχήν, κατά το δίκαιο του οικείου κράτους μέλους, το βάρος της αποκατάστασης της εν λόγω ζημίας [πρβλ. αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1996, Brasserie du pêcheur και Factortame, C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79, σκέψεις 32 και 63, καθώς και της 28ης Ιουνίου 2022, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Παραβίαση του δικαίου της Ένωσης από τον νομοθέτη), C‑278/20, EU:C:2022:503, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
20 Όσον αφορά τις προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της ευθύνης του κράτους για τις ζημίες που υπέστησαν ιδιώτες λόγω καταλογιστέων σε αυτό παραβιάσεων του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένως ότι οι ζημιωθέντες ιδιώτες έχουν δικαίωμα αποζημίωσης εφόσον συντρέχουν τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις και, συγκεκριμένα, εφόσον ο παραβιαζόμενος κανόνας του δικαίου της Ένωσης αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, εφόσον η παράβαση του κανόνα αυτού είναι κατάφωρη και εφόσον υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της εν λόγω παράβασης και της ζημίας που υπέστησαν οι ιδιώτες (πρβλ. αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1996, Brasserie du pêcheur και Factortame, C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79, σκέψη 51, και της 8ης Σεπτεμβρίου 2026, Ferreira da Silva e Brito κ.λπ., C‑293/24, EU:C:2026:723, σκέψη 44).
21 Οι τρεις αυτές προϋποθέσεις είναι αναγκαίες και ικανές να στοιχειοθετήσουν αξίωση των ιδιωτών προς αποζημίωση, χωρίς πάντως να αποκλείουν τη δυνατότητα θεμελίωσης της ευθύνης του κράτους υπό λιγότερο περιοριστικές προϋποθέσεις, βάσει του εθνικού δικαίου [απόφαση της 28ης Ιουνίου 2022, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Παραβίαση του δικαίου της Ένωσης από τον νομοθέτη), C‑278/20, EU:C:2022:503, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
22 Υπό την επιφύλαξη του δικαιώματος αποζημίωσης το οποίο στηρίζεται, κατά τα προεκτεθέντα, απευθείας στο δίκαιο της Ένωσης, εφόσον συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που υπομνήσθηκαν στη σκέψη 20 της παρούσας απόφασης, το κράτος υποχρεούται να θεραπεύσει τις συνέπειες της προκληθείσας ζημίας στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου περί ευθύνης, εξυπακουομένου ότι οι προϋποθέσεις τις οποίες ορίζουν οι εθνικές νομοθεσίες σχετικά με την αποκατάσταση της ζημίας δεν μπορεί να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που αφορούν παρόμοιες απαιτήσεις στηριζόμενες στο εσωτερικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε μπορούν να είναι τέτοιες ώστε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την αποζημίωση (αρχή της αποτελεσματικότητας) [απόφαση της 28ης Ιουνίου 2022, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Παραβίαση του δικαίου της Ένωσης από τον νομοθέτη), C‑278/20, EU:C:2022:503, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
23 Η απάντηση στα ερωτήματα που έθεσε το αιτούν δικαστήριο πρέπει να δοθεί υπό το πρίσμα των αρχών που υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 18 έως 22 της παρούσας αποφάσεως.
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
24 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας 2003/88 έχει την έννοια ότι αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, οπότε η παράβασή του από κράτος μέλος μπορεί να θεμελιώσει υπέρ των ιδιωτών δικαίωμα αποζημίωσης βάσει του δικαίου της Ένωσης, χωρίς να προσαπαιτείται να αποδείξουν ότι έχει σημειωθεί συγχρόνως παράβαση του άρθρου 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής.
25 Πρώτον, το άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας 2003/88 ορίζει ότι ως «χρόνος εργασίας» νοείται «κάθε περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται στην εργασία, στη διάθεση του εργοδότη, και ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του». Κατά το άρθρο 2, σημείο 2, της οδηγίας, ως «περίοδος ανάπαυσης» νοείται «κάθε περίοδος που δεν είναι χρόνος εργασίας».
26 Δεύτερον, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι κατά την οδηγία 2003/88 έννοιες του «χρόνου εργασίας» και της «περιόδου ανάπαυσης» συνιστούν έννοιες του δικαίου της Ένωσης που πρέπει να ορίζονται βάσει αντικειμενικών χαρακτηριστικών, σε συνάρτηση με το σύστημα και τον σκοπό της οδηγίας, αντικείμενο της οποίας είναι η θέσπιση ελάχιστων προδιαγραφών για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας των εργαζομένων. Πράγματι, μόνον μία τέτοια αυτοτελής ερμηνεία μπορεί να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα της οδηγίας καθώς και την ομοιόμορφη εφαρμογή των εν λόγω εννοιών στο σύνολο των κρατών μελών (απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2025, STAS-IV, C‑110/24, EU:C:2025:768, σκέψη 22 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
27 Τρίτον, το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει ότι το άρθρο 2 της οδηγίας 2003/88 δεν συγκαταλέγεται στις διατάξεις της οδηγίας από τις οποίες χωρεί παρέκκλιση (απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2025, STAS-IV, C‑110/24, EU:C:2025:768, σκέψη 23 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
28 Επομένως, η έννοια του «χρόνου εργασίας» αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις έννοιες στις οποίες στηρίζεται το σύνολο των διατάξεων της οδηγίας 2003/88 και η συμβατότητα του εθνικού δικαίου με την έννοια αυτή, όπως έχει οριστεί, είναι απαραίτητη για την ορθή εφαρμογή του συνόλου των εν λόγω διατάξεων.
29 Εντούτοις, από το γράμμα του άρθρου 2, σημείο 1, της οδηγίας 2003/88 δεν μπορεί να συναχθεί ότι η διάταξη αυτή έχει, αφ’ εαυτής, ως αντικείμενο την απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, ώστε η παράβασή της από κράτος μέλος να είναι ικανή να θεμελιώσει δικαίωμα αποζημίωσης υπέρ των ιδιωτών από το εν λόγω κράτος μέλος λόγω της παράβασης αυτής. Πράγματι, το άρθρο 2 της ως άνω οδηγίας, όπως προκύπτει από τον τίτλο του, ορίζει απλώς, στο σημείο 1, ότι η έννοια του «χρόνου εργασίας», για τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας, θα πρέπει να γίνεται αντιληπτή ως καταλαμβάνουσα «κάθε περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται στην εργασία, στη διάθεση του εργοδότη, και ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές», χωρίς να απονέμει δικαιώματα στους ιδιώτες ή να επιβάλλει θετικές ή αρνητικές υποχρεώσεις στους ιδιώτες, στα κράτη μέλη ή στα θεσμικά όργανα της Ένωσης, κατά την έννοια της πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου, η οποία απορρέει ιδίως από την απόφαση της 5ης Μαρτίου 2024, Kočner κατά Ευρωπόλ (C‑755/21 P, EU:C:2024:202, σκέψη 119 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
30 Συνάγεται, επομένως, ότι, σε περίπτωση παραβάσεως του άρθρου 2, σημείο 1, της οδηγίας 2003/88 και μόνον, δεν πληρούται η πρώτη προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης του κράτους μέλους, η οποία μνημονεύεται στη σκέψη 20 της παρούσας αποφάσεως.
31 Πρέπει όμως να υπομνησθεί, εν πάση περιπτώσει, ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το δίκαιο της Ένωσης ουδόλως αποκλείει τη δυνατότητα θεμελιώσεως της ευθύνης του κράτους λόγω παραβιάσεως του δικαίου αυτού υπό προϋποθέσεις λιγότερο αυστηρές βάσει του εθνικού δικαίου (απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2010, Fuß, C‑429/09, EU:C:2010:717, σκέψη 66), όπερ εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διαπιστώσει αν συντρέχει εν προκειμένω.
32 Κατά συνέπεια, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας 2003/88 έχει την έννοια ότι δεν αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, οπότε η παράβασή του από κράτος μέλος δεν μπορεί να θεμελιώσει δικαίωμα αποζημίωσης υπέρ των ιδιωτών βάσει του δικαίου της Ένωσης.
Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
33 Δεδομένου ότι το δεύτερο προδικαστικό προδικαστικό ερώτημα τέθηκε από το αιτούν δικαστήριο για την περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, παρέλκει η απάντηση σε αυτό.
Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
34 Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο έχει υποβληθεί για την περίπτωση αρνητικής απάντησης στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88 έχει την έννοια ότι η αποκατάσταση, από τα κράτη μέλη, της μη υλικής ζημίας που προκάλεσαν στους ιδιώτες λόγω παράβασης της διάταξης αυτής πρέπει να καθορίζεται, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, λαμβανομένου υπόψη του αριθμού των ωρών κατά τις οποίες παρασχέθηκε εργασία καθ’ υπέρβαση του ορίου που προβλέπει η εν λόγω διάταξη ή της διάρκειας της παράβασης του δικαίου της Ένωσης, η οποία συνίσταται στο γεγονός ότι η οικεία εθνική ρύθμιση δεν προβλέπει την προσμέτρηση του χρόνου εφημερίας στον κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 1, της οδηγίας «χρόνο εργασίας».
35 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης του κράτους, οι οποίες υπομνήσθηκαν στη σκέψη 20 της παρούσας αποφάσεως.
36 Συναφώς, ως προς την πρώτη προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης του κράτους, ήτοι την προϋπόθεση περί παράβασης κανόνα του δικαίου της Ένωσης αποσκοπούντος στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι το άρθρο 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88 αποτελεί κανόνα του εργατικού δικαίου της Ένωσης ο οποίος παρέχει στους ιδιώτες δικαιώματα τα οποία αυτοί δύνανται να επικαλούνται ευθέως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, καθόσον επιβάλλει στα κράτη μέλη ανώτατο όριο ως προς τη μέση εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας, το οποίο πρέπει να τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε εργαζόμενο ως στοιχειώδης προδιαγραφή (πρβλ. αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 2004, Pfeiffer κ.λπ., C‑397/01 έως C‑403/01, EU:C:2004:584, σκέψη 100, και της 25ης Νοεμβρίου 2010, Fuß, C‑429/09, EU:C:2010:717, σκέψεις 49 και 50).
37 Επομένως, υπό την προϋπόθεση ότι ο Μ. R. στηρίζει την αγωγή του όχι μόνο σε παράβαση του άρθρου 2, σημείο 1, της οδηγίας 2003/88, αλλά και σε παράβαση του άρθρου 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής, όπερ εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, προκύπτει ότι πληρούται η πρώτη προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης της Σλοβακικής Δημοκρατίας.
38 Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης του κράτους, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το αποφασιστικό κριτήριο για να κριθεί αν μια παράβαση του δικαίου της Ένωσης είναι κατάφωρη είναι η πρόδηλη και σοβαρή παραβίαση των ορίων της εξουσίας εκτιμήσεως που προβλέπει ο παραβιαζόμενος κανόνας. Οσάκις η οικεία αρχή δεν διαθέτει παρά μόνον πολύ περιορισμένο, αν όχι ανύπαρκτο, περιθώριο εκτιμήσεως, η απλή παραβίαση του δικαίου της Ένωσης μπορεί να αρκεί προς απόδειξη της υπάρξεως κατάφωρης παραβιάσεως του δικαίου αυτού. Η εκτίμηση που πρέπει να πραγματοποιηθεί απαιτεί να λαμβάνονται υπόψη ο τομέας, οι προϋποθέσεις και το πλαίσιο της υποχρεώσεως την οποία υπέχει εν προκειμένω η οικεία αρχή. Επιπλέον, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ άλλων, ο βαθμός σαφήνειας και ακρίβειας του παραβιασθέντος κανόνα καθώς και το εύρος των περιθωρίων εκτιμήσεως που αφήνει ο κανόνας αυτός στην οικεία αρχή, η πολυπλοκότητα των προς ρύθμιση καταστάσεων και οι δυσχέρειες εφαρμογής ή ερμηνείας των διατάξεων (απόφαση της 5ης Μαρτίου 2024, Kočner κατά Ευρωπόλ, C‑755/21 P, EU:C:2024:202, σκέψεις 126 έως 128 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
39 Εν πάση περιπτώσει, παραβίαση του δικαίου της Ένωσης θεωρείται κατάφωρη όταν προδήλως αντιβαίνει στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2010, Fuß, C‑429/09, EU:C:2010:717, σκέψη 52, καθώς και, συναφώς, απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Minister for Children, Equality, Disability, Integration and Youth κ.λπ., C‑97/24, EU:C:2025:594, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
40 Από τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι ο χρόνος εφημερίας του Μ. R. κατά την επίμαχη περίοδο, ήτοι κατά το διάστημα μεταξύ 1ης Αυγούστου 2020 και 30ής Ιουνίου 2023, δεν θεωρήθηκε «χρόνος υπηρεσίας», κατά την έννοια του σλοβακικού δικαίου. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει επίσης ότι, κατά τη διάρκεια της εξάμηνης περιόδου αναφοράς, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο εργάστηκε ο Μ. R. είχε υπερβεί τη μέγιστη διάρκεια των 48 ωρών ανά επταήμερο, την οποία προβλέπει το άρθρο 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88, γεγονός που συνιστά παράβαση της εν λόγω διάταξης.
41 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά την περίοδο από την 1η Αυγούστου 2020 έως τις 30 Ιουνίου 2023, το Δικαστήριο είχε ήδη εκδώσει πάγια νομολογία σχετικά με την έννοια του «χρόνου εργασίας», ιδίως όσον αφορά τους πυροσβέστες. Το Δικαστήριο έχει κρίνει, μεταξύ άλλων, ότι «οι δραστηριότητες των δυνάμεων άμεσης επεμβάσεως μιας δημόσιας πυροσβεστικής υπηρεσίας […] εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/88, οπότε το άρθρο της 6, στοιχείο βʹ, απαγορεύει, κατ’ αρχήν, την υπέρβαση του ορίου των 48 ωρών που προβλέπεται ως μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας, περιλαμβανομένων των περιόδων εφημερίας» (απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2010, Fuß, C‑429/09, EU:C:2010:717, σκέψη 57).
42 Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει επίσης διευκρινίσει, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 27 της παρούσας αποφάσεως, ότι το άρθρο 2 της οδηγίας 2003/88, το οποίο ορίζει τις έννοιες τον όρων «χρόνος εργασίας» και «περίοδος ανάπαυσης», δεν συγκαταλέγεται στις διατάξεις της οδηγίας από τις οποίες χωρεί παρέκκλιση (αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Federación de Servicios Privados del sindicato Comisiones obreras, C‑266/14, EU:C:2015:578, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 9ης Οκτωβρίου 2025, STAS-IV, C‑110/24, EU:C:2025:768, σκέψη 23 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
43 Αν, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 41 και 42 της παρούσας αποφάσεως, αποδειχθεί ότι η μη τήρηση των προδιαγραφών του άρθρου 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88 κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της 1ης Αυγούστου 2020 και της 30ής Ιουνίου 2023 έλαβε χώρα κατά προφανή αντίθεση προς τη νομολογία του Δικαστηρίου, όπερ εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, θεμελιώνεται η ύπαρξη κατάφωρης παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης.
44 Κατά συνέπεια, πληρούται η δεύτερη προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης του κράτους, κατά τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 20 της παρούσας αποφάσεως.
45 Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης του κράτους λόγω παραβάσεως του δικαίου της Ένωσης, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν, όπως φαίνεται να προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπέρβασης της προβλεπόμενης στο άρθρο 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88 διάρκειας εργασίας και της ηθικής βλάβης της οποίας την ικανοποίηση ζητεί ο Μ. R.
46 Όσον αφορά τον τρόπο ικανοποίησης της ηθικής βλάβης που προκαλείται από την παράβαση του δικαίου της Ένωσης, επισημαίνεται, πρώτον, ότι η οδηγία 2003/88 δεν περιέχει κανέναν ειδικό κανόνα όσον αφορά την αποκατάσταση της ζημίας που ενδεχομένως υπέστησαν οι εργαζόμενοι λόγω παραβιάσεως των στοιχειωδών προδιαγραφών που υπαγορεύει, ιδίως ως προς τη διάρκεια του χρόνου εργασίας. Κατά συνέπεια, από τις διατάξεις της οδηγίας αυτής δεν μπορεί να συναχθεί ότι προκρίνεται κάποια μορφή αποκαταστάσεως έναντι κάποιας άλλης (πρβλ. αποφάσεις της 25ης Νοεμβρίου 2010, Fuß, C‑429/09, EU:C:2010:717, σκέψεις 44, 96 και 98, και της 20ής Ιουνίου 2024, Artemis security, C‑367/23, EU:C:2024:529, σκέψεις 26 και 27).
47 Δεύτερον, ελλείψει σχετικών διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, το κράτος υποχρεούται να θεραπεύσει τις συνέπειες της προκληθείσας ζημίας στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου περί ευθύνης, εξυπακουομένου ότι οι προϋποθέσεις τις οποίες ορίζουν οι εθνικές νομοθεσίες σχετικά με την αποκατάσταση της ζημίας δεν μπορεί να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που αφορούν παρόμοιες απαιτήσεις στηριζόμενες στο εσωτερικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε μπορούν να είναι τέτοιες ώστε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την αποζημίωση (αρχή της αποτελεσματικότητας) [αποφάσεις της 25ης Νοεμβρίου 2010, Fuß, C‑429/09, EU:C:2010:717, σκέψη 62, και της 28ης Ιουνίου 2022, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Παραβίαση του δικαίου της Ένωσης από τον νομοθέτη), C‑278/20, EU:C:2022:503, σκέψεις 176 έως 184].
48 Τρίτον, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η αποκατάσταση της ζημίας που υφίστανται ιδιώτες από παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης πρέπει να είναι ανάλογη προς τη βλάβη που υπέστησαν και ικανή να εξασφαλίσει την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων τους (απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2010, Fuß, C‑429/09, EU:C:2010:717, σκέψη 92).
49 Υπό τις συνθήκες αυτές, εναπόκειται στα κράτη μέλη, τηρουμένων των αρχών αυτών, αφενός, να προσδιορίσουν αν η αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ιδιώτης από την παράβαση των διατάξεων της οδηγίας 2003/88 πρέπει να συντελεσθεί διά της χορηγήσεως χρηματικής αποζημιώσεως και, αφετέρου, να ορίσει τους κανόνες που αφορούν τον τρόπο υπολογισμού της εν λόγω αποκαταστάσεως (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2010, Fuß, C‑429/09, EU:C:2010:717, σκέψη 94).
50 Όσον αφορά, ειδικότερα, τον τρόπο διά του οποίου τα κράτη μέλη οφείλουν να αποκαταστήσουν τις ζημίες που προκάλεσαν στους ιδιώτες λόγω παράβασης του άρθρου 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88, ο τρόπος ακποκατάστασης πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, όχι σε συνάρτηση με τη διάρκεια της παραβάσεως του δικαίου της Ένωσης η οποία απορρέει από το γεγονός ότι η οικεία εθνική ρύθμιση δεν προβλέπει την προσμέτρηση του χρόνου εφημερίας στον κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 1, της οδηγίας αυτής «χρόνο εργασίας», αλλά σε συνάρτηση με τη συγκεκριμένη ζημία που υπέστησαν πράγματι οι οικείοι ιδιώτες σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με την παράβαση του άρθρου 6, στοιχείο βʹ, της εν λόγω οδηγίας και τηρουμένων των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.
51 Εν προκειμένω, θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, ο αριθμός των ωρών των εφημεριών που ο Μ. R. πραγματοποίησε καθ’ υπέρβαση του ορίου που θέτει το άρθρο 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88, συνεπεία του οποίου, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, ενδεχομένως επηρεάστηκε η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του.
52 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88 έχει την έννοια ότι η αποκατάσταση, από τα κράτη μέλη, της μη υλικής ζημίας που προκάλεσαν στους ιδιώτες λόγω παραβάσεως της διατάξεως αυτής πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, όχι σε συνάρτηση με τη διάρκεια της παραβάσεως του δικαίου της Ένωσης, η οποία απορρέει από το γεγονός ότι η οικεία εθνική ρύθμιση δεν προβλέπει την προσμέτρηση του χρόνου εφημερίας στον κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 1, της οδηγίας «χρόνο εργασίας», αλλά σε συνάρτηση με τη συγκεκριμένη ζημία που υπέστησαν πράγματι οι ιδιώτες σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με την παράβαση του άρθρου 6, στοιχείο βʹ, της εν λόγω οδηγίας και τηρουμένων των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.
Επί των δικαστικών εξόδων
53 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας,
έχει την έννοια ότι:
δεν αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, οπότε η παράβασή του από κράτος μέλος δεν μπορεί να θεμελιώσει δικαίωμα αποζημίωσης υπέρ των ιδιωτών βάσει του δικαίου της Ένωσης.
2) Το άρθρο 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88
έχει την έννοια ότι:
η αποκατάσταση, από τα κράτη μέλη, της μη υλικής ζημίας που προκάλεσαν στους ιδιώτες λόγω παραβάσεως της διατάξεως αυτής πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, όχι σε συνάρτηση με τη διάρκεια της παραβάσεως του δικαίου της Ένωσης, η οποία απορρέει από το γεγονός ότι η οικεία εθνική ρύθμιση δεν προβλέπει την προσμέτρηση του χρόνου εφημερίας στον κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 1, της οδηγίας «χρόνο εργασίας», αλλά σε συνάρτηση με τη συγκεκριμένη ζημία που υπέστησαν πράγματι οι ιδιώτες σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με την παράβαση του άρθρου 6, στοιχείο βʹ, της εν λόγω οδηγίας και τηρουμένων των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.
(υπογραφές)
