ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 15ης Οκτωβρίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά – Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 – Μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής – Άρθρο 73 – Ευθύνη του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών – Άρθρο 74 – Ευθύνη του πληρωτή – Υποχρέωση άμεσης επιστροφής την οποία υπέχει ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών – Περιεχόμενο – Κατανομή της ευθύνης μεταξύ του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και του πληρωτή – Άρθρο 69 – Υποχρεώσεις του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών – Βαριά αμέλεια – Άρνηση του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών να επιστρέψει αμέσως στον πληρωτή το ποσό μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής επειδή ο πληρωτής κατέστησε δυνατή την πράξη λόγω βαριάς αμέλειας »
Στην υπόθεση C‑70/25 [Tukowiecka] (i),
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Sąd Rejonowy w Koszalinie (πρωτοδικείο Koszalin, Πολωνία) με απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 2025, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Φεβρουαρίου 2025, στο πλαίσιο της δίκης
N.O.
κατά
PKO BP S.A.,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. Biltgen, πρόεδρο τμήματος, S. Gervasoni, A. Kumin, I. Ziemele και M. Bošnjak (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Α. Ράντος
γραμματέας: V. Di Bucci
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η PKO BP S.A., εκπροσωπούμενη από τον M. Trepka και τη M. Wurm, radcowie prawni, καθώς και από τον Ł. Hejmej και την A. Szczęśniak, adwokaci,
– η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,
– η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την J. Očková καθώς και από τους M. Smolek και J. Vláčil,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Fiorentino, επικουρούμενο από την G. Iappelli, avvocato dello Stato,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την G. Goddin και τον J. Szczodrowski,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Μαρτίου 2026,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 73, παράγραφος 1, και του άρθρου 74, παράγραφος 1, της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ (ΕΕ 2015, L 337, σ. 35, και διορθωτικό ΕΕ 2018, L 102, σ. 97) (στο εξής: οδηγία 2015/2366).
2 Η ως άνω αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της N.O., φυσικού προσώπου, και της τράπεζας PKO BP S.A. σχετικά με την άρνηση της δεύτερης να επιστρέψει στην N.O. το ποσό μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η οδηγία 2007/64/ΕΚ
3 Το άρθρο 60 της οδηγίας 2007/64/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, για τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ, 2005/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ και την κατάργηση της οδηγίας 97/5/ΕΚ (ΕΕ 2007, L 319, σ. 1), το οποίο έφερε τον τίτλο «Ευθύνη του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών για μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής», όριζε στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, με την επιφύλαξη του άρθρου 58, σε περίπτωση μη εγκεκριμένης πράξης πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή να επιστρέφει αμέσως στον πληρωτή το ποσό της μη εγκεκριμένης πράξης και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, να επαναφέρει τον χρεωθέντα λογαριασμό πληρωμών στην κατάσταση που θα βρισκόταν εάν δεν είχε πραγματοποιηθεί η μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής.»
Η οδηγία 2015/2366
4 Οι αιτιολογικές σκέψεις 6 και 71 της οδηγίας 2015/2366 έχουν ως εξής:
«(6) Θα πρέπει να θεσπιστούν νέοι κανόνες, με σκοπό να καλύψουν τα ρυθμιστικά κενά, ενώ ταυτόχρονα θα παρέχουν μεγαλύτερη νομική σαφήνεια και θα διασφαλίζουν τη συνεπή εφαρμογή του νομοθετικού πλαισίου σε ολόκληρη την [Ευρωπαϊκή] Ένωση. Θα πρέπει να διασφαλιστούν ισοδύναμες συνθήκες λειτουργίας τόσο για τους υφιστάμενους, όσο και για τους νέους συντελεστές της αγοράς, επιτρέποντας στα νέα μέσα πληρωμών να προσεγγίσουν μια ευρύτερη αγορά και εξασφαλίζοντας υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών κατά τη χρήση των εν λόγω υπηρεσιών πληρωμών σε ολόκληρη την Ένωση. Αυτό θα πρέπει να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα του συστήματος πληρωμών στο σύνολό του και να οδηγήσει σε περισσότερες επιλογές και περισσότερη διαφάνεια στις υπηρεσίες πληρωμών, ενισχύοντας ταυτόχρονα την εμπιστοσύνη των καταναλωτών σε μία εναρμονισμένη αγορά πληρωμών.
[…]
(71) Σε περίπτωση μη εγκεκριμένης πράξης πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών θα πρέπει να επιστρέφει αμέσως το ποσό της εν λόγω πράξης στον πληρωτή. Ωστόσο, όταν υπάρχει σοβαρή υπόνοια ότι πρόκειται για μη εγκεκριμένη πράξη που προκύπτει από δόλια συμπεριφορά του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και όταν η εν λόγω υπόνοια στηρίζεται σε αντικειμενικούς λόγους που γνωστοποιούνται στην αρμόδια εθνική αρχή, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών θα πρέπει να είναι σε θέση να διενεργεί, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, έρευνα πριν από την επιστροφή του ποσού στον πληρωτή. Για την προστασία του πληρωτή από οποιαδήποτε επιβάρυνση, η ημερομηνία αξίας για την πίστωση του επιστρεπτέου ποσού δεν επιτρέπεται να είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας κατά την οποία το ποσό έχει χρεωθεί. Για να δοθεί κίνητρο στον χρήστη των υπηρεσιών να γνωστοποιεί στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τυχόν κλοπή ή απώλεια του μέσου πληρωμών και να περιορίζεται έτσι ο κίνδυνος διενέργειας μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής, θα πρέπει να φέρει την ευθύνη μόνο ενός περιορισμένου ποσού, εκτός εάν έχει ενεργήσει με δόλο ή βαριά αμέλεια. Στο πλαίσιο αυτό, το ποσό των 50 [ευρώ] φαίνεται να είναι επαρκές ώστε να διασφαλίζεται η εναρμονισμένη και υψηλού επιπέδου προστασία των χρηστών στο εσωτερικό της Ένωσης. Δεν θα πρέπει να υπάρχει ευθύνη όταν ο πληρωτής δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί την απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεση του μέσου πληρωμής. Επιπλέον, άπαξ οι χρήστες ενημερώσουν τον πάροχο για τον κίνδυνο δόλιας χρήσης του μέσου επαλήθευσης πληρωμών, οι χρήστες υπηρεσιών πληρωμών δεν θα πρέπει να είναι υπόχρεοι να καλύψουν περαιτέρω ζημίες που απορρέουν από τη μη εγκεκριμένη χρήση του εν λόγω μέσου. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να ισχύει υπό την επιφύλαξη της ευθύνης πληρωμής του παρόχου υπηρεσίας για την τεχνική ασφάλεια των προϊόντων τους.»
5 Το άρθρο 1 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αντικείμενο», προβλέπει στην παράγραφο 2, στοιχείο βʹ, τα ακόλουθα:
«Η παρούσα οδηγία θεσπίζει επίσης κανόνες που αφορούν:
[…]
β) τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που αντιστοιχούν τόσο στους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών όσο και στους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών πληρωμών ως τακτική απασχόληση ή επιχειρηματική δραστηριότητα.»
6 Το άρθρο 69 της ως άνω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Υποχρεώσεις του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών όσον αφορά τα μέσα πληρωμών και τα εξατομικευμένα διαπιστευτήρια ασφαλείας», ορίζει τα εξής:
«1. Ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών που έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το μέσο πληρωμών:
α) χρησιμοποιεί το μέσο πληρωμών σύμφωνα με τους όρους που διέπουν την έκδοση και χρήση του, οι οποίοι πρέπει να είναι αντικειμενικοί, χωρίς διακρίσεις και αναλογικοί·
β) ειδοποιεί χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών ή τον φορέα που αυτός ορίζει, μόλις υποπέσει στην αντίληψή του η απώλεια, η κλοπή, η υπεξαίρεση ή η μη εγκεκριμένη χρήση του μέσου πληρωμών.
2. Για τους σκοπούς του στοιχείου α) της παραγράφου 1, μόλις ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών λάβει το μέσο πληρωμών, λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για την ασφαλή φύλαξη των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφαλείας.»
7 Το άρθρο 71, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Γνωστοποίηση και αποκατάσταση μη εγκεκριμένων ή εσφαλμένα εκτελεσθεισών πράξεων πληρωμής», ορίζει τα ακόλουθα:
«Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών αποκαθιστά μία μη εγκεκριμένη ή εσφαλμένα εκτελεσθείσα πράξη πληρωμής στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, μόνο εάν ο τελευταίος ειδοποιήσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών μόλις πληροφορηθεί οποιαδήποτε τέτοια πράξη πληρωμής που θεμελιώνει δικαίωμα απαιτήσεως, συμπεριλαμβανομένων των προβλεπομένων στο άρθρο 89, και το αργότερο έως 13 μήνες από την ημερομηνία χρέωσης.
[…]»
8 Το άρθρο 72 της οδηγίας 2015/2366, το οποίο φέρει τον τίτλο «Στοιχεία που τεκμηριώνουν τη γνησιότητα και την εκτέλεση πράξεων πληρωμών», ορίζει στην παράγραφο 2 τα εξής:
«Εάν ένας χρήστης υπηρεσίας πληρωμών αρνείται ότι έχει εγκρίνει εκτελεσθείσα πράξη πληρωμής, η χρήση ενός μέσου πληρωμών που έχει καταγραφεί από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, περιλαμβανομένου του παρόχου υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμής ανάλογα με την περίπτωση, δεν αποτελεί αναγκαστικά, αφ’ εαυτής, επαρκή απόδειξη του ότι ο πληρωτής είχε εγκρίνει την πράξη πληρωμής ή ότι ενήργησε με δόλο ή δεν εκπλήρωσε από πρόθεση ή βαριά αμέλεια μία ή περισσότερες από τις υποχρεώσεις του άρθρου 69. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, συμπεριλαμβανομένου, κατά περίπτωση, του παρόχου υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής, παρέχει αποδεικτικά στοιχεία για την απόδειξη απάτης ή βαριάς αμέλειας εκ μέρους του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών.»
9 Το άρθρο 73 της ως άνω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ευθύνη του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών για μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής», ορίζει στην παράγραφο 1 τα ακόλουθα:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, με την επιφύλαξη του άρθρου 71, σε περίπτωση μη εγκεκριμένης πράξης πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή να επιστρέφει στον πληρωτή το ποσό της μη εγκεκριμένης πράξης πληρωμής αμέσως, και σε κάθε περίπτωση το αργότερο έως το τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας, μετά από ενημέρωση ή ειδοποίηση σχετικά με τη συναλλαγή, εκτός εάν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμής του πληρωτή έχει βάσιμες υπόνοιες απάτης και κοινοποιεί τους λόγους αυτούς στην αρμόδια εθνική αρχή γραπτώς. Κατά περίπτωση, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή επαναφέρει τον λογαριασμό πληρωμών που χρεώθηκε στην κατάσταση που θα βρισκόταν αν η μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής δεν είχε πραγματοποιηθεί. Η εν λόγω ενέργεια διασφαλίζει επίσης ότι η ημερομηνία αξίας για την πίστωση του λογαριασμού πληρωμών του πληρωτή δεν είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας κατά την οποία χρεώθηκε το ποσό.»
10 Το άρθρο 74 της οδηγίας 2015/2366, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ευθύνη του πληρωτή για μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 73, ο πληρωτής μπορεί να υποχρεωθεί να αναλάβει όλες τις ζημίες που σχετίζονται με μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής μέχρι ανώτατου ποσού 50 [ευρώ], για τις ζημίες που απορρέουν από τη χρήση απολεσθέντος ή κλαπέντος μέσου πληρωμών ή από υπεξαίρεση μέσου πληρωμών.
Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται, εάν:
α) η απώλεια, η κλοπή ή η υπεξαίρεση του μέσου πληρωμών δεν ήταν δυνατό να εντοπιστεί από τον πληρωτή πριν από την πληρωμή, εκτός εάν ο πληρωτής ενήργησε με δόλο· ή
β) η ζημία προκλήθηκε από πράξεις ή παραλείψεις υπαλλήλου, αντιπροσώπου ή υποκαταστήματος ενός παρόχου υπηρεσιών πληρωμών ή οντότητας στην οποία ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών είχε αναθέσει τις δραστηριότητές του.
Ο πληρωτής ευθύνεται για όλες τις ζημίες που σχετίζονται με μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής, εφόσον οι ζημίες αυτές οφείλονται στο γεγονός ότι ενήργησε με δόλο ή δεν εκπλήρωσε μία ή περισσότερες από τις κατά το άρθρο 69 υποχρεώσεις του από πρόθεση ή βαριά αμέλεια. Στις περιπτώσεις αυτές δεν ισχύει το ανώτατο ποσό που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.
Όταν ο πληρωτής δεν έχει ενεργήσει με δόλο, ούτε έχει αμελήσει εκ προθέσεως να εκπληρώσει τις κατά το άρθρο 69 υποχρεώσεις του, τα κράτη μέλη μπορούν να μειώσουν το όριο ευθύνης που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τη φύση των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφαλείας και τις ειδικότερες περιστάσεις υπό τις οποίες το μέσο πληρωμής απωλέσθη, εκλάπη ή υπεξαιρέθηκε.»
11 Το άρθρο 102 της ίδιας οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διαδικασίες ΕΕΔ», ορίζει στην παράγραφο 1 τα ακόλουθα:
«Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι έχουν θεσπιστεί οι δέουσες, ανεξάρτητες, αμερόληπτες, διαφανείς και αποτελεσματικές διαδικασίες ΕΕΔ για την επίλυση διαφορών οι οποίες ανακύπτουν μεταξύ των χρηστών και των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών και αφορούν τα απορρέοντα εκ των τίτλων ΙΙΙ και IV της παρούσας οδηγίας δικαιώματα και υποχρεώσεις, σύμφωνα με το σχετικό […] ενωσιακό δίκαιο […], μέσω της χρησιμοποίησης των υφιστάμενων αρμόδιων φορέων όπου συντρέχει τέτοια περίπτωση. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι διαδικασίες ΕΕΔ εφαρμόζονται στους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών.»
12 Το άρθρο 107 της οδηγίας 2015/2366, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πλήρης εναρμόνιση», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 2, του άρθρου 8 παράγραφος 3, του άρθρου 32, του άρθρου 38 παράγραφος 2, του άρθρου 42 παράγραφος 2, του άρθρου 55 παράγραφος 6, του άρθρου 57 παράγραφος 3, του άρθρου 58 παράγραφος 3, του άρθρου 61 παράγραφοι 2 και 3, του άρθρου 62 παράγραφος 5, του άρθρου 63 παράγραφοι 2 και 3, του άρθρου 74 παράγραφος 1 τέταρτο εδάφιο και του άρθρου 86, στο μέτρο που η παρούσα οδηγία περιλαμβάνει εναρμονισμένες διατάξεις, τα κράτη μέλη δεν διατηρούν ούτε θεσπίζουν άλλες διατάξεις από αυτές που ορίζει η παρούσα οδηγία.»
Το πολωνικό δίκαιο
13 Το άρθρο 46 του ustawa o usługach płatniczych (νόμου περί υπηρεσιών πληρωμών), της 19ης Αυγούστου 2011 (Dz. U. αριθ. 199, θέση 1175), όπως έχει τροποποιηθεί (Dz. U. 2024, θέση 30), με το οποίο μεταφέρονται στην πολωνική έννομη τάξη τα άρθρα 73 και 74 της οδηγίας 2015/2366, ορίζει στις παραγράφους του 1 και 3 τα εξής:
«1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 44, παράγραφος 2, σε περίπτωση μη εγκεκριμένης πράξης πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή επιστρέφει στον πληρωτή το ποσό της μη εγκεκριμένης πράξης πληρωμής αμέσως, και σε κάθε περίπτωση το αργότερο έως το τέλος της εργάσιμης ημέρας που έπεται εκείνης κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι ο λογαριασμός του πληρωτή χρεώθηκε για τη μη εγκεκριμένη πράξη ή της ημέρας κατά την οποία ελήφθη η σχετική ειδοποίηση, εκτός εάν ο πάροχος [υπηρεσιών πληρωμών] του πληρωτή έχει βάσιμες και δεόντως τεκμηριωμένες υπόνοιες απάτης και ενημερώνει εγγράφως τις αρμόδιες για τη δίωξη της αξιόποινης πράξεως αρχές. Όταν ο πληρωτής χρησιμοποιεί λογαριασμό πληρωμών, ο πάροχος [υπηρεσιών πληρωμών] του πληρωτή επαναφέρει τον λογαριασμό πληρωμών που χρεώθηκε στην κατάσταση που θα βρισκόταν αν η μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής δεν είχε πραγματοποιηθεί. Η ημερομηνία αξίας για την πίστωση του λογαριασμού πληρωμών του πληρωτή δεν μπορεί να είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας κατά την οποία χρεώθηκε το ποσό. […]
3. Ο πληρωτής ευθύνεται για τις μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής στο ακέραιο, εφόσον τις προκάλεσε εκ προθέσεως ή εφόσον αυτές οφείλονται σε παράβαση από πρόθεση ή βαριά αμέλεια μίας ή περισσοτέρων από τις υποχρεώσεις που μνημονεύονται στο άρθρο 42.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
14 Η ενάγουσα της κύριας δίκης συνήψε σύμβαση για την τήρηση τρεχούμενου λογαριασμού με την εδρεύουσα στην Πολωνία τράπεζα PKO BP.
15 Η ενάγουσα της κύριας δίκης υπήρξε θύμα ηλεκτρονικής απάτης με σκοπό τη δόλια απόσπαση προσωπικών στοιχείων εκ μέρους μη ταυτοποιηθέντος αυτουργού, ο οποίος, προσποιούμενος τον ενδιαφερόμενο για την αγορά αντικειμένου το οποίο διέθετε προς πώληση η ενάγουσα της κύριας δίκης μέσω διαδικτυακής πύλης δημοπρασιών, απέστειλε στην εν λόγω παραπλανητικό διαδικτυακό σύνδεσμο ικανό να την κάνει να πιστέψει ότι προερχόταν από τη συγκεκριμένη διαδικτυακή πύλη και ότι αποσκοπούσε στην επιβεβαίωση της πωλήσεως. Ακολουθώντας τον διαδικτυακό σύνδεσμο, η ενάγουσα της κύριας δίκης οδηγήθηκε σε ιστότοπο που μιμούνταν την εμφάνιση του ιστοτόπου της τράπεζάς της και εισήγαγε τα στοιχεία συνδέσεώς της με την υπηρεσία ηλεκτρονικών συναλλαγών της τράπεζας. Χάρη στα στοιχεία που είχε αποσπάσει με τον ανωτέρω τρόπο, ο αυτουργός της απάτης κατόρθωσε να μεταφέρει από τον λογαριασμό της ενάγουσας σε δικό του λογαριασμό ποσό ύψους 3 000 πολωνικών ζλότι (PLN) (περίπου 705 ευρώ). Η εν λόγω πράξη πληρωμής εγκρίθηκε από τον απατεώνα μέσω κωδικού επιβεβαιώσεως ο οποίος είχε διαβιβασθεί με γραπτό μήνυμα κινητής τηλεφωνίας (SMS) και τον οποίο είχε λάβει η ενάγουσα της κύριας δίκης έχοντας εξαπατηθεί.
16 Την επομένη, η ενάγουσα της κύριας δίκης διαπίστωσε την απάτη και ειδοποίησε αμέσως την PKO BP και τις αστυνομικές αρχές για τη μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής. Ο αυτουργός της απάτης δεν έχει ταυτοποιηθεί.
17 Η PKO BP αρνήθηκε να επιστρέψει στην ενάγουσα της κύριας δίκης το ποσό της μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής για τον λόγο, ιδίως, ότι η ζημία την οποία αυτή υπέστη οφειλόταν στο ότι η ίδια, λόγω βαριάς αμέλειας, παρέβη την υποχρέωσή της να φυλάσσει με τη δέουσα επιμέλεια το μέσο πληρωμής και να μην το θέτει στη διάθεση μη εξουσιοδοτημένων προσώπων.
18 Εν συνεχεία, η ενάγουσα της κύριας δίκης άσκησε αγωγή ενώπιον του Sąd Rejonowy w Koszalinie (πρωτοδικείου Koszalin, Πολωνία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, με αίτημα να υποχρεωθεί η PKO BP να της καταβάλει ποσό 3 000 PLN (περίπου 705 ευρώ).
19 Προς στήριξη της αξιώσεώς της, η ενάγουσα της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι η PKO BP, ως πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, όφειλε να της επιστρέψει αμέσως το ποσό της μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής, εκτός και αν υπήρχαν βάσιμες υπόνοιες περί τελέσεως απάτης εκ μέρους του πληρωτή.
20 Η PKO BP υποστηρίζει ότι η εκ μέρους του πληρωτή παράβαση των υποχρεώσεών του, συνεπεία βαριάς αμέλειας, συνιστά επίσης λόγο απαλλαγής του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών από την υποχρέωσή του να επιστρέψει το ποσό της μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής. Διατείνεται συναφώς ότι μπορεί να προβεί σε ανεξάρτητη εκτίμηση όλων των προϋποθέσεων της ευθύνης της για μη εγκεκριμένη συναλλαγή και ότι απαλλάσσεται από την υποχρέωση επιστροφής εάν αποδείξει την ύπαρξη βαριάς αμέλειας εκ μέρους του πληρωτή.
21 Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι με την οδηγία 2015/2366 και με τις εθνικές διατάξεις περί μεταφοράς της στην πολωνική έννομη τάξη καθιερώνεται η γενική αρχή κατά την οποία ο κίνδυνος της ευθύνης για την εκτέλεση μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής βαρύνει εξ ολοκλήρου τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών. Κατά το αιτούν δικαστήριο, ο εν λόγω πάροχος, ως εξειδικευμένος επαγγελματίας, οφείλει να εγγυάται την ασφάλεια των συναλλαγών έναντι των κινδύνων απάτης καθώς και την προστασία των κεφαλαίων τα οποία του έχουν εμπιστευθεί οι πελάτες του.
22 Επισημαίνει επίσης ότι, τόσο βάσει της προμνημονευθείσας οδηγίας όσο και βάσει των εθνικών διατάξεων, παρέχεται στον πληρωτή δικαίωμα σε επιστροφή των ποσών των μη εγκεκριμένων πράξεων, όπερ συνεπάγεται δικαίωμα άμεσης ανακτήσεως των χρηματικών ποσών που απωλέσθησαν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Το συγκεκριμένο δικαίωμα υπόκειται σε περιορισμό μόνον σε περίπτωση που υφίστανται βάσιμες υπόνοιες τελέσεως απάτης εκ μέρους του πληρωτή και εφόσον τούτο γνωστοποιείται στις αρμόδιες εθνικές αρχές.
23 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει επιπλέον ότι τα πολωνικά δικαστήρια δεν έχουν επιληφθεί αγωγών τραπεζών με αίτημα να υποχρεωθεί καταναλωτής σε επιστροφή του ποσού μη εγκεκριμένων συναλλαγών, λόγω διαπιστώσεως βαριάς αμέλειάς του. Αντιθέτως, υφίσταται σημαντικός αριθμός αγωγών που ασκήθηκαν ενώπιον των πολωνικών δικαστηρίων από καταναλωτές κατά τραπεζών λόγω μη επιστροφής των ποσών μη εγκεκριμένων συναλλαγών.
24 Κατά το αιτούν δικαστήριο, η συγκεκριμένη κατάσταση τείνει να καταδείξει ότι η εκ μέρους των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών εφαρμογή των διατάξεων περί αποκλεισμού του δικαιώματος επιστροφής χρημάτων έχει καταστεί ο κανόνας σε περίπτωση μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής. Οι πάροχοι υπηρεσιών δεν επιστρέφουν συνήθως το ποσό μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής, με αποτέλεσμα οι πληρωτές, ιδίως δε οι καταναλωτές, να είναι υποχρεωμένοι να προσφεύγουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων προκειμένου να επικαλούνται το δικαίωμά τους σε επιστροφή του συγκεκριμένου ποσού.
25 Στο ανωτέρω πλαίσιο, το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι η ερμηνεία της οδηγίας 2015/2366 την οποία υποστηρίζει η PKO BP δεν καθιστά δυνατή την επίτευξη του σκοπού της προστασίας του πληρωτή που επιδιώκεται με την επιβαλλόμενη βάσει των διατάξεων της εν λόγω οδηγίας υποχρέωση άμεσης επιστροφής των ποσών μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής. Ως εκ τούτου, εκτιμά ότι οι εν λόγω διατάξεις πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι αντιτίθενται στη δυνατότητα παρόχου υπηρεσιών πληρωμών να αρνείται να επιστρέψει αμέσως το ποσό μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής ισχυριζόμενος ότι ο πληρωτής υπέστη την οφειλόμενη στη μη εγκεκριμένη πράξη ζημία λόγω βαριάς αμέλειάς του.
26 Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, με την ως άνω ερμηνεία, το βάρος αμφισβητήσεως της ευθύνης, ιδίως δε της κινήσεως της ένδικης διαδικασίας, των δικαστικών εξόδων, της διεξαγωγής αποδείξεων και της προπαρασκευής των δικονομικών πράξεων, μετατοπίζεται από τον πληρωτή, ο οποίος συχνά είναι καταναλωτής, στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, ήτοι στον επαγγελματία.
27 Υπό τις ως άνω συνθήκες, το Sąd Rejonowy w Koszalinie (πρωτοδικείο Koszalin) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχουν οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 73, παράγραφος 1, και του άρθρου 74, παράγραφος 1, της οδηγίας [2015/2366] την έννοια ότι ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών μπορεί να αρνηθεί να επιστρέψει αμέσως στον πληρωτή το ποσό μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής σε περίπτωση κατά την οποία ο πληρωτής υπέστη ζημία που σχετίζεται με τη μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής λόγω βαριάς αμέλειας κατά την εκπλήρωση των κατά το άρθρο 69 [της προμνημονευθείσας οδηγίας] υποχρεώσεών του;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
28 Με το μόνο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 73, παράγραφος 1, και το άρθρο 74, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366 έχουν την έννοια ότι ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δύναται να αρνηθεί να επιστρέψει αμέσως στον πληρωτή το ποσό μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής επειδή ο δεύτερος κατέστησε δυνατή τη συγκεκριμένη πράξη λόγω βαριάς αμέλειας, κατά παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει από το άρθρο 69 της εν λόγω οδηγίας.
29 Κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη το γράμμα της, το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (πρβλ. αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1983, Merck, 292/82, EU:C:1983:335, σκέψη 12, και της 1ης Αυγούστου 2025, Veracash, C‑665/23, EU:C:2025:598, σκέψη 34). Το ιστορικό θεσπίσεως μιας διατάξεως του δικαίου της Ένωσης είναι επίσης δυνατόν να παρέχει κρίσιμα στοιχεία για την ερμηνεία της (απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2021, CRCAM, C‑337/20, EU:C:2021:671, σκέψη 31).
30 Κατά πρώτον, όσον αφορά τη γραμματική ερμηνεία, επισημαίνεται ότι τα άρθρα 73 και 74 της οδηγίας 2015/2366 διέπουν, αντιστοίχως, την ευθύνη του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και την ευθύνη του πληρωτή σε περίπτωση μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής.
31 Συγκεκριμένα, πρώτον, από το γράμμα του άρθρου 73, παράγραφος 1, της ως άνω οδηγίας προκύπτει ότι, κατ’ αρχήν, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή επιστρέφει στον δεύτερο το ποσό μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής αμέσως μόλις λάβει γνώση της πράξεως ή μόλις ενημερωθεί σχετικώς και, σε κάθε περίπτωση, το αργότερο έως το τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας.
32 Η ως άνω υποχρέωση επιστροφής ισχύει «με την επιφύλαξη του άρθρου 71» της οδηγίας 2015/2366, του οποίου η παράγραφος 1 προβλέπει ότι ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών τυγχάνει της εκ μέρους του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών αποκαταστάσεως μη εγκεκριμένης ή μη προσηκόντως εκτελεσθείσας πράξεως πληρωμών μόνον εφόσον ειδοποιήσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τoν πάροχο υπηρεσιών πληρωμών.
33 Επιπλέον, επισημαίνεται ότι το γράμμα του άρθρου 73, παράγραφος 1, της προμνημονευθείσας οδηγίας προβλέπει μόνον μία εξαίρεση από την υποχρέωση άμεσης επιστροφής, συγκεκριμένα δε εκείνην της περιπτώσεως κατά την οποία ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών έχει βάσιμες υπόνοιες απάτης και γνωστοποιεί εγγράφως τους λόγους αυτούς στην οικεία εθνική αρχή.
34 Κατά συνέπεια, το άρθρο 73, παράγραφος 1, της ως άνω οδηγίας δεν προβλέπει καμία εξαίρεση από την υποχρέωση άμεσης επιστροφής σε περίπτωση υπόνοιας περί του ότι ο πληρωτής κατέστησε δυνατή μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής λόγω βαριάς αμέλειας, κατά παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει από το άρθρο 69 της οδηγίας.
35 Όσον αφορά, δεύτερον, το άρθρο 74, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366, τα πρώτα δύο εδάφιά του παρέχουν στα κράτη μέλη, κατά παρέκκλιση, τη δυνατότητα να υποχρεώνουν τον πληρωτή να αναλαμβάνει, μέχρις ανωτάτου ποσού 50 ευρώ, τις ζημίες που σχετίζονται με οποιανδήποτε μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής συνεπεία της απώλειας, της κλοπής ή της υπεξαιρέσεως μέσου πληρωμών, εκτός αν οι εν λόγω ενέργειες δεν ήταν δυνατόν να διαπιστωθούν από τον πληρωτή πριν από την πληρωμή. Το τρίτο εδάφιο του προμνημονευθέντος άρθρου 74, παράγραφος 1, προβλέπει ότι ο πληρωτής ευθύνεται για όλες τις ζημίες που σχετίζονται με μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής, εφόσον οι ζημίες αυτές οφείλονται στο γεγονός ότι ενήργησε με δόλο ή δεν εκπλήρωσε μία ή περισσότερες από τις κατά το άρθρο 69 της οδηγίας υποχρεώσεις του από πρόθεση ή βαριά αμέλεια. Μεταξύ των εν λόγω υποχρεώσεων καταλέγεται, ιδίως, εκείνη η οποία μνημονεύεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 69 της οδηγίας και η οποία συνίσταται στη λήψη κάθε εύλογου μέτρου για την ασφαλή φύλαξη των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφαλείας του πληρωτή.
36 Επίσης, βάσει του τετάρτου εδαφίου του άρθρου 74, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366, τα κράτη μέλη επιτρέπεται να περιορίζουν την ευθύνη του πληρωτή σε περίπτωση κατά την οποία δεν έχει ενεργήσει με δόλο και δεν έχει αμελήσει εκ προθέσεως να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 69 της οδηγίας. Πάντως, ουδόλως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής ή από τις υποβληθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου παρατηρήσεις ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας έκανε χρήση της συγκεκριμένης δυνατότητας.
37 Καθορίζοντας τα αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και του πληρωτή, τα άρθρα 73 και 74 της εν λόγω οδηγίας προβαίνουν σε κατανομή του κινδύνου μεταξύ των δύο αυτών προσώπων.
38 Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ των υποχρεώσεων που προβλέπονται, αντιστοίχως, στα άρθρα 73 και 74 της οδηγίας 2015/2366, διαπιστώνεται ότι το γράμμα του άρθρου 74, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν καθιστά δυνατό τον άνευ αμφισημίας καθορισμό του περιεχομένου της προβλεπόμενης στη συγκεκριμένη διάταξη παρεκκλίσεως. Κατά μία πρώτη ερμηνεία, η παρέκκλιση αφορά την υποχρέωση άμεσης επιστροφής, βάσει του άρθρου 73, παράγραφος 1, της προμνημονευθείσας οδηγίας, σε περίπτωση που ο πληρωτής παρέβη, λόγω βαριάς αμέλειας, τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο της 69. Κατά δεύτερη ερμηνεία, η συγκεκριμένη παρέκκλιση αφορά μόνον τον οριστικό χαρακτήρα της επιστροφής, καθόσον ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών υποχρεούται, εν πρώτοις, να επιστρέψει άμεσα το σχετικό ποσό, εν συνεχεία δε, έχει τη δυνατότητα να αξιώσει από τον πληρωτή την αποκατάσταση των ζημιών που σχετίζονται με μη εγκεκριμένες πράξεις κάνοντας χρήση των προβλεπόμενων προς τούτο μέσων έννομης προστασίας.
39 Όσον αφορά, κατά δεύτερον, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα άρθρα 73 και 74 της οδηγίας 2015/2366, επισημαίνεται, αφενός, ότι η αιτιολογική σκέψη 71 της εν λόγω οδηγίας αφορά την περίπτωση κατά την οποία ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών έχει σοβαρές υπόνοιες για δόλια συμπεριφορά εκ μέρους του χρήστη των υπηρεσιών πληρωμών και γνωστοποιεί εγγράφως στην αρμόδια εθνική αρχή τους αντικειμενικούς λόγους στους οποίους στηρίζονται οι υπόνοιες αυτές. Η ως άνω αιτιολογική σκέψη 71 φαίνεται να επιρρωννύει την ερμηνεία κατά την οποία η μόνη εξαίρεση από την υποχρέωση άμεσης επιστροφής είναι η ρητώς προβλεπόμενη στο άρθρο 73, παράγραφος 1, της οδηγίας.
40 Αφετέρου, υπενθυμίζεται ότι, στο πλαίσιο της κατανομής του βάρους αποδείξεως, κατά το άρθρο 72, παράγραφος 2, της οδηγίας 2015/2366 ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών υποχρεούται να αποδείξει την ύπαρξη βαριάς αμέλειας εκ μέρους του πληρωτή. Η συγκεκριμένη κατανομή του βάρους αποδείξεως αντικατοπτρίζει την εν γένει οικονομία του καθεστώτος το οποίο θεσπίζεται με τα άρθρα 73 και 74 της προμνημονευθείσας οδηγίας και το οποίο κατατείνει στην ενίσχυση της προστασίας που παρέχεται στον πληρωτή σε περίπτωση μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής.
41 Πράγματι, ένας τέτοιος κανόνας επιβεβαιώνει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης είχε την πρόθεση να διασφαλίσει την ύπαρξη συνέπειας μεταξύ του καθεστώτος που θεσπίζεται με το άρθρο 73, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366 και των δικονομικών κανόνων που αποσκοπούν στην αποτελεσματική εφαρμογή του.
42 Από τα προεκτεθέντα στις σκέψεις 39 έως 41 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει επομένως ότι η εξέταση του πλαισίου στο οποίο εντάσσονται τα άρθρα 73 και 74 της οδηγίας 2015/2366 επιρρωννύει την ερμηνεία κατά την οποία τα συγκεκριμένα άρθρα ρυθμίζουν διαφορετικές πτυχές της διαδικασίας επιστροφής του ποσού μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής, υπό την έννοια ότι το άρθρο 73 της οδηγίας επιβάλλει στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών υποχρέωση άμεσης επιστροφής του εν λόγω ποσού, ενώ το άρθρο της 74 καθορίζει την κατανομή της ευθύνης μεταξύ του παρόχου και του πληρωτή σε μεταγενέστερο στάδιο, όπως συνάγεται από τον μηχανισμό που περιγράφεται στη σκέψη 38 της παρούσας αποφάσεως.
43 Όσον αφορά, κατά τρίτον, τους σκοπούς που επιδιώκονται με την οδηγία 2015/2366, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, η οδηγία αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στη θέσπιση κανόνων οι οποίοι αφορούν τα αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών και των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών στο πλαίσιο της παροχής τέτοιων υπηρεσιών ως τακτικής απασχολήσεως ή ως επιχειρηματικής δραστηριότητας.
44 Επομένως, η συγκεκριμένη οδηγία αποσκοπεί, όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική της σκέψη 6, στη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών (πρβλ. αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 2020, DenizBank, C‑287/19, EU:C:2020:897, σκέψη 102, και της 11ης Ιουλίου 2024, Eurobank Bulgaria, C‑409/22, EU:C:2024:600, σκέψη 79 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
45 Τυχόν ερμηνεία, όμως, του άρθρου 74, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366 υπό την έννοια ότι απαλλάσσει τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών από την υποχρέωσή του άμεσης επιστροφής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 73, παράγραφος 1, της οδηγίας, σε περίπτωση που ο πληρωτής παρέβη, λόγω βαριάς αμέλειας, τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 69 της ίδια οδηγίας, θα είχε ως συνέπεια όχι μόνον να καταστήσει άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας την υποχρέωση άμεσης επιστροφής του ποσού στον πληρωτή, αλλά και να υποχρεώσει τον χρήστη να αναλάβει την πρωτοβουλία να διεκδικήσει το δικαίωμά του, επικαλούμενός το, ενδεχομένως, ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων, και να υποστεί τη σχετική επιβάρυνση, ιδίως δε εκείνην των ενδεχόμενων δικαστικών εξόδων. Μια τέτοια κατανομή της ευθύνης και των κινδύνων εις βάρος του πληρωτή αποδεικνύεται δυσχερώς συμβιβάσιμη με τον σκοπό διασφαλίσεως υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών, όπως υπομνήσθηκε στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως.
46 Αντιθέτως, ερμηνεία του άρθρου 74, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366 υπό την έννοια ότι δεν απαλλάσσει τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών από την υποχρέωσή του άμεσης επιστροφής είναι σύμφωνη με τον σκοπό διασφαλίσεως υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών. Η συγκεκριμένη ερμηνεία δεν παρεμποδίζει τη δυνατότητα του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών να αξιώσει μεταγενέστερα από τον πληρωτή, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 74, παράγραφος 1, της προμνημονευθείσας οδηγίας, την αποκατάσταση των ζημιών που σχετίζονται με μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής σε περίπτωση που αυτές οφείλονται σε παράβαση, λόγω βαριάς αμέλειας, των υποχρεώσεων που υπέχει ο πληρωτής από το άρθρο 69 της οδηγίας.
47 Κατά συνέπεια, οι επιδιωκόμενοι με την οδηγία 2015/2366 σκοποί επιρρωννύουν την ερμηνεία κατά την οποία η εκ μέρους του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών εκτίμηση ότι ο πληρωτής παρέβη, λόγω βαριάς αμέλειας, τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 69 της οδηγίας δεν μπορεί να συνεπάγεται την απαλλαγή του παρόχου από την υποχρέωση άμεσης επιστροφής του ποσού μη εγκεκριμένης πράξεως, βάσει του άρθρου 73, παράγραφος 1, της προμνημονευθείσας οδηγίας.
48 Κατά τέταρτον, όσον αφορά το ιστορικό θεσπίσεως της οδηγίας 2015/2366, επισημαίνεται ότι το καθεστώς που θεσπίζεται με το άρθρο 73, παράγραφος 1, της οδηγίας διαφέρει ουσιωδώς από εκείνο που είχε τεθεί προγενέστερα σε εφαρμογή με την οδηγία 2007/64 όσον αφορά τις εξαιρέσεις από την υποχρέωση άμεσης επιστροφής του ποσού μη εγκεκριμένης πράξεως.
49 Πράγματι, το άρθρο 60 της οδηγίας 2007/64, το οποίο καθόριζε την ευθύνη του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών σε περίπτωση μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής, δεν προέβλεπε ρητώς καμία εξαίρεση από την ως άνω υποχρέωση. Το αυτό ίσχυε και στην περίπτωση της αρχικής προτάσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με την οποία κινήθηκε η νομοθετική διαδικασία που κατέληξε στην έκδοση της οδηγίας 2015/2366 [COM(2013) 547 final]. Μόνο στο πλαίσιο της συγκεκριμένης διαδικασίας εισήγαγε ο νομοθέτης της Ένωσης ειδική εξαίρεση από την υποχρέωση άμεσης επιστροφής ποσού σε περίπτωση κατά την οποία ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών έχει βάσιμες υπόνοιες για την ύπαρξη απάτης, χωρίς να επιτρέψει στα κράτη μέλη να διατηρήσουν σε ισχύ ή να θεσπίσουν διατάξεις διαφορετικές από εκείνες της οδηγίας 2015/2366, όπως προκύπτει από το άρθρο της 107, παράγραφος 1.
50 Τέλος, διευκρινίζεται ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν η Τσεχική και η Ιταλική Κυβέρνηση στις γραπτές παρατηρήσεις τους, η ερμηνεία που μνημονεύεται στη σκέψη 47 της παρούσας αποφάσεως δεν έχει ως αποτέλεσμα την καταστρατήγηση του μηχανισμού εξωδικαστικής επιλύσεως των διαφορών που διαλαμβάνεται στο άρθρο 102, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366.
51 Συναφώς, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 51 των προτάσεών του, υπενθυμίζεται ότι ο προμνημονευθείς μηχανισμός δεν αφορά μόνον την επίλυση διαφορών σχετικών με την κατά το άρθρο 73 της οδηγίας άμεση επιστροφή, αλλά καταλαμβάνει κάθε είδος διαφοράς εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής των τίτλων III και IV της εν λόγω οδηγίας. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η ύπαρξη του συγκεκριμένου μηχανισμού συνιστά το αναγκαίο συμπλήρωμα της εφαρμογής μίας μόνον διατάξεως της εν λόγω οδηγίας, ήτοι του άρθρου της 73, ούτε, ως εκ τούτου, ότι αντιστοιχεί σε μηχανισμό υποχρεωτικού ελέγχου της τηρήσεως των υποχρεώσεων που προβλέπει το άρθρο 69 της οδηγίας.
52 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου το προεκτεθέντων, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 73, παράγραφος 1, και το άρθρο 74, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2366 έχουν την έννοια ότι ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν δύναται να αρνηθεί να επιστρέψει αμέσως στον πληρωτή το ποσό μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής επειδή ο δεύτερος κατέστησε δυνατή τη συγκεκριμένη πράξη λόγω βαριάς αμέλειας, κατά παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει από το άρθρο 69 της εν λόγω οδηγίας.
Επί των δικαστικών εξόδων
53 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 73, παράγραφος 1, και το άρθρο 74, παράγραφος 1, της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ,
έχουν την έννοια ότι:
ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν δύναται να αρνηθεί να επιστρέψει αμέσως στον πληρωτή το ποσό μη εγκεκριμένης πράξεως πληρωμής επειδή ο δεύτερος κατέστησε δυνατή τη συγκεκριμένη πράξη λόγω βαριάς αμέλειας, κατά παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει από το άρθρο 69 της οδηγίας 2015/2366.
(υπογραφές)
