ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 24ης Σεπτεμβρίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Πολιτική ασύλου – Κριτήρια και μηχανισμοί προσδιορισμού του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεως διεθνούς προστασίας – Κανονισμός (ΕΕ) 604/2013 – Κράτος μέλος που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεως διεθνούς προστασίας με βάση το άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού – Αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε άλλο κράτος μέλος – Άρθρο 17 – Ρήτρα διακριτικής ευχέρειας – Πεδίο εφαρμογής »
Στην υπόθεση C‑511/25 [Prokoda] (i),
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Nejvyšší správní soud (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Τσεχική Δημοκρατία) με διάταξη της 16ης Ιουλίου 2025, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 31 Ιουλίου 2025, στο πλαίσιο της δίκης
Ministerstvo vnitra
κατά
E. K.,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Jürimäe (εισηγήτρια), πρόεδρο τμήματος, K. Lenaerts, Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του δευτέρου τμήματος, F. Schalin, M. Gavalec και Z. Csehi, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Spielmann
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο E. K., εκπροσωπούμενος από τη Z. Candigliota, advokátka,
– η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Vláčil, την A. Edelmannová και τη L. Halajová,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την E. Garello, την Α. Κατσιμέρου και τη M. Monfort,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 17, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΕ) 604/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεως διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα (ΕΕ 2013, L 180, σ. 31, στο εξής: κανονισμός Δουβλίνο III).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Ministerstvo vnitra (Υπουργείου Εσωτερικών, Τσεχική Δημοκρατία) και του E. K., Ρώσου υπηκόου, σχετικά με τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της υποβληθείσας από τον τελευταίο αιτήσεως διεθνούς προστασίας.
Το νομικό πλαίσιο
3 Ο κανονισμός (EK) 343/2003 του Συμβουλίου, της 18ης Φεβρουαρίου 2003, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας (ΕΕ 2003, L 50, σ. 1, στο εξής: κανονισμός Δουβλίνο II), καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό Δουβλίνο III. Εφαρμοστέος ratione temporis στη διαφορά της κύριας δίκης είναι ο κανονισμός Δουβλίνο III, ο οποίος, πάντως, καταργήθηκε με τη σειρά του από τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1351 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, για τη διαχείριση του ασύλου και της μετανάστευσης και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) 2021/1147 και (ΕΕ) 2021/1060 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 604/2013 (ΕΕ L, 2024/1351).
Ο κανονισμός Δουβλίνο II
4 Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού Δουβλίνο II όριζε τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη εξετάζουν κάθε αίτηση ασύλου που υποβάλλεται από υπήκοο τρίτης χώρας σε οποιοδήποτε από αυτά, είτε στα σύνορα είτε εντός του εδάφους του. Η αίτηση εξετάζεται από ένα μόνο κράτος μέλος, το οποίο είναι το οριζόμενο ως υπεύθυνο σύμφωνα με τα κριτήρια που αναφέρονται στο κεφάλαιο ΙΙΙ.
2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, κάθε κράτος μέλος δύναται να εξετάζει αίτηση ασύλου που έχει κατατεθεί από υπήκοο τρίτης χώρας, ακόμη και αν δεν είναι υπεύθυνο για την εξέταση δυνάμει των κριτηρίων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Στην περίπτωση αυτή, το εν λόγω κράτος μέλος καθίσταται το υπεύθυνο κράτος μέλος κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού και αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις που συνδέονται με αυτή την ευθύνη. Ενδεχομένως, ενημερώνει το κράτος μέλος που ήταν προηγουμένως υπεύθυνο, το κράτος μέλος που διεξάγει διαδικασία προσδιορισμού του υπευθύνου κράτους μέλους ή το κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε αίτημα αναδοχής ή εκ νέου ανάληψης του αιτούντος.»
5 Στο κεφάλαιο III του κανονισμού Δουβλίνο II γινόταν ιεράρχηση των κριτηρίων για τον προσδιορισμό του υπεύθυνου κράτους μέλους και καθορίζονταν τα κριτήρια αυτά.
6 Το κεφάλαιο III περιείχε το άρθρο 13 του κανονισμού, που προέβλεπε τα ακόλουθα:
«Εάν δεν είναι δυνατόν να καθορισθεί το κράτος μέλος το οποίο είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης ασύλου βάσει των κριτηρίων που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό, υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης είναι το πρώτο κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση ασύλου.»
7 Το κεφάλαιο IV του κανονισμού Δουβλίνο II, το οποίο επιγραφόταν «Ανθρωπιστική ρήτρα», αποτελούνταν αποκλειστικά από το άρθρο 15 του κανονισμού.
Ο κανονισμός Δουβλίνο III
8 Κατά την αιτιολογική σκέψη 17 του κανονισμού Δουβλίνο III:
«Κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να μπορεί να παρεκκλίνει από τα κριτήρια ευθύνης, ιδίως για ανθρωπιστικούς λόγους ή λόγους ευσπλαχνίας, ώστε να καθίσταται δυνατή η επανένωση μελών της οικογένειας, συγγενών ή οποιωνδήποτε άλλων προσώπων έχουν σχέση μεταξύ τους, και να εξετάζει αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε αυτό ή σε άλλο κράτος μέλος, ακόμα και εάν η εξέταση αυτή δεν εμπίπτει στην ευθύνη του σύμφωνα με τα δεσμευτικά κριτήρια που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.»
9 Το κεφάλαιο II του κανονισμού Δουβλίνο III, στο οποίο καθιερώνονταν «[γ]ενικές αρχές και εγγυήσεις», περιλάμβανε το άρθρο 3 του κανονισμού, που είχε τον τίτλο «Πρόσβαση στη διαδικασία εξέτασης αίτησης διεθνούς προστασίας» και όριζε στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη εξετάζουν κάθε αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα στο έδαφος οποιουδήποτε από αυτά, συμπεριλαμβανομένων των συνόρων ή των ζωνών διέλευσης. Η αίτηση εξετάζεται από ένα μόνο κράτος μέλος, το οποίο είναι το οριζόμενο ως υπεύθυνο σύμφωνα με τα κριτήρια που αναφέρονται στο κεφάλαιο III.
2. Εάν δεν είναι δυνατόν να καθορισθεί το υπεύθυνο κράτος μέλος βάσει των κριτηρίων που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό, υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης είναι το πρώτο κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας.
Όταν είναι αδύνατη η μεταφορά αιτούντος στο κράτος μέλος που έχει προσδιορισθεί πρωτίστως ως υπεύθυνο, εξαιτίας βάσιμων λόγων που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν συστημικές ελλείψεις στη διαδικασία ασύλου και στις συνθήκες υποδοχής των αιτούντων στο εν λόγω κράτος μέλος, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, κατά την έννοια του άρθρου 4 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης [(στο εξής: Χάρτης)], το προσδιορίζον κράτος μέλος εξακολουθεί να εξετάζει τα κριτήρια του κεφαλαίου ΙΙΙ, ώστε να διαπιστώσει αν άλλο κράτος μέλος μπορεί να προσδιοριστεί ως υπεύθυνο.
Όταν η μεταφορά δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, βάσει της παρούσας παραγράφου, σε κάποιο κράτος μέλος που έχει προσδιορισθεί σύμφωνα με τα κριτήρια του κεφαλαίου ΙΙΙ ή στο πρώτο κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση, το προσδιορίζον κράτος μέλος καθίσταται το υπεύθυνο κράτος μέλος.»
10 Το κεφάλαιο III του κανονισμού Δουβλίνο III καθόριζε τα κριτήρια για τον προσδιορισμό του υπεύθυνου κράτους μέλους. Περιλάμβανε τα άρθρα 7 έως 15 του κανονισμού.
11 Το άρθρο 17 του κανονισμού Δουβλίνο III τιτλοφορούνταν «Ρήτρες διακριτικής ευχέρειας» και προέβλεπε στην παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο, τα ακόλουθα:
«Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 3 παράγραφος 1, κάθε κράτος μέλος δύναται να αποφασίζει να εξετάζει αίτηση διεθνούς προστασίας που έχει κατατεθεί από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα, ακόμη και αν δεν είναι υπεύθυνο για την εξέταση δυνάμει των κριτηρίων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
12 Ο E. K., Ρώσος υπήκοος και μέλος της εβραϊκής κοινότητας, γεννήθηκε και καταχωρίστηκε επισήμως ως θήλυ. Αυτοπροσδιορίζεται ως άνδρας και έχει ξεκινήσει διαδικασία φυλομετάβασης.
13 Ο E. K. υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας ενώπιον των αρχών της Τσεχικής Δημοκρατίας. Με απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2025 το Υπουργείο Εσωτερικών εκτίμησε ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού Δουβλίνο IIIΙ, υπεύθυνο κράτος μέλος για την εξέταση της αιτήσεώς του ήταν το Βασίλειο των Κάτω Χωρών.
14 Κατόπιν ένδικης προσφυγής που άσκησε ο E. K., το Krajský soud v Brně (περιφερειακό δικαστήριο Brno, Τσεχική Δημοκρατία) ακύρωσε, με απόφαση της 9ης Απριλίου 2025, την ανωτέρω απόφαση του Υπουργείου Εσωτερικών. Το δικαστήριο εκείνο αποφάνθηκε, πρώτον, ότι το Υπουργείο Εσωτερικών δεν είχε ελέγξει επαρκώς μήπως το ολλανδικό σύστημα ασύλου παρουσίαζε συστημικές ελλείψεις οι οποίες θα μπορούσαν να εκθέσουν τον E. K. σε κίνδυνο απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης κατά την έννοια του άρθρου 4 του Χάρτη. Δεύτερον, έκρινε ότι το Υπουργείο Εσωτερικών δεν είχε εξηγήσει επαρκώς τους λόγους για τους οποίους δεν ασκήθηκε η διακριτική ευχέρεια που προβλέπεται στο άρθρο 17 του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ.
15 Κατά της αποφάσεως αυτής το Υπουργείο Εσωτερικών άσκησε αναίρεση ενώπιον του Nejvyšší správní soud (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, Τσεχική Δημοκρατία), που είναι το αιτούν δικαστήριο. Με την αίτηση αναιρέσεως αμφισβητείται ο τρόπος με τον οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκτίμησε την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας κατά το άρθρο 17 του κανονισμού Δουβλίνο III.
16 Το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, στο τσεχικό δίκαιο, η άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας από τις διοικητικές αρχές υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Συγχρόνως, το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς το πεδίο εφαρμογής της διακριτικής ευχέρειας, όπως αυτό οριοθετείται από τη φράση «κατά παρέκκλιση από το άρθρο 3 παράγραφος 1 [του παρόντος κανονισμού]» που απαντά στο άρθρο 17, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού Δουβλίνο III. Κατά την εκτίμησή του, η συγκεκριμένη διάταξη επιδέχεται δύο αντίθετες μεταξύ τους ερμηνείες.
17 Σύμφωνα με την πρώτη ερμηνευτική εκδοχή, η διακριτική ευχέρεια εκ του άρθρου 17, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο III παρέχεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το υπεύθυνο κράτος μέλος έχει προσδιοριστεί κατ’ εφαρμογήν των κανόνων στους οποίους παραπέμπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού, ήτοι των κριτηρίων που παρατίθενται στο κεφάλαιο III του κανονισμού. Συνεπώς, η διακριτική ευχέρεια παρεκκλίσεως δεν ισχύει όταν για τον προσδιορισμό του υπεύθυνου κράτους μέλους έχει γίνει χρήση του επικουρικού κριτηρίου που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού. Η ερμηνεία αυτή στηρίζεται στο ίδιο το λεκτικό του άρθρου 17, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού και ειδικότερα στη διατύπωση «κατά παρέκκλιση από το άρθρο 3 παράγραφος 1 [του παρόντος κανονισμού]».
18 Σύμφωνα με τη δεύτερη ερμηνευτική εκδοχή, υπέρ της οποίας συνηγορούν συστηματικά και τελολογικά επιχειρήματα, χωρεί άσκηση της διακριτικής ευχέρειας εκ του άρθρου 17, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο III και στην περίπτωση κατά την οποία το υπεύθυνο κράτος μέλος έχει καθοριστεί βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού. Καταρχάς, το προβλεπόμενο στην τελευταία αυτή διάταξη επικουρικό κριτήριο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των κανόνων προσδιορισμού του υπεύθυνου κράτους μέλους. Περαιτέρω, το να περιορίζεται η άσκηση της επίμαχης διακριτικής ευχέρειας δεν παρίσταται συνεπές με το γεγονός ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν συναφώς ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως. Τέλος, υπό το καθεστώς του κανονισμού Δουβλίνο II, παρεχόταν τέτοια διακριτική ευχέρεια παρεκκλίσεως από τον προσδιορισμό του υπεύθυνου κράτους μέλους με τη χρήση του επικουρικού κριτηρίου του άρθρου 13 του κανονισμού εκείνου.
19 Υπό τα δεδομένα αυτά, το Nejvyšší správní soud (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Μπορεί κράτος μέλος, στηριζόμενο στο άρθρο 17, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του [κανονισμού Δουβλίνο III], να παρεκκλίνει και από τον καθορισμό του υπεύθυνου κράτους μέλους σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, ή μήπως η σχετική διακριτική ευχέρεια παρεκκλίσεως ισχύει μόνο για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες το υπεύθυνο κράτος μέλος έχει καθοριστεί βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
20 Με το μοναδικό προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 17, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού Δουβλίνο III έχει την έννοια ότι κράτος μέλος το οποίο δεν είναι υπεύθυνο με βάση τα κριτήρια του κεφαλαίου III του εν λόγω κανονισμού δύναται να αποφασίσει να εξετάσει αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε αυτό και στην περίπτωση που το υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεως κράτος μέλος έχει καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού.
21 Υπενθυμίζεται, προκαταρκτικώς, ότι, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο III, η αίτηση διεθνούς προστασίας εξετάζεται από ένα μόνο κράτος μέλος, το οποίο είναι το οριζόμενο ως υπεύθυνο σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στο κεφάλαιο III του κανονισμού. Το κεφάλαιο III περιλαμβάνει τα άρθρα 7 έως 15 του κανονισμού.
22 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού, εάν δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί το υπεύθυνο κράτος μέλος βάσει των κριτηρίων που αναφέρονται στον κανονισμό, υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεως διεθνούς προστασίας είναι το πρώτο κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε τέτοια αίτηση.
23 Σε αυτήν ακριβώς τη διάταξη στηρίχτηκε το Υπουργείο Εσωτερικών στην υπόθεση της κύριας δίκης για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεως διεθνούς προστασίας του E. K. ήταν το Βασίλειο των Κάτω Χωρών.
24 Το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο III πρέπει να ερμηνευτεί υπό το πρίσμα των εισαγωγικών παρατηρήσεων που προηγήθηκαν.
25 Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, «[κ]ατά παρέκκλιση από το άρθρο 3 παράγραφος 1, [του παρόντος κανονισμού,] κάθε κράτος μέλος δύναται να αποφασίζει να εξετάζει αίτηση διεθνούς προστασίας που έχει κατατεθεί από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα, ακόμη και αν δεν είναι υπεύθυνο για την εξέταση δυνάμει των κριτηρίων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό».
26 Είναι, βεβαίως, αληθές ότι η φράση «[κ]ατά παρέκκλιση από το άρθρο 3 παράγραφος 1 [του παρόντος κανονισμού]» στο λεκτικό του άρθρου 17, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο III θα μπορούσε να συνηγορεί υπέρ μιας ερμηνείας της εν λόγω διάταξης σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη δύνανται να παρεκκλίνουν μόνον από τα κριτήρια προσδιορισμού του υπεύθυνου κράτους μέλους τα οποία παρατίθενται στο κεφάλαιο III του κανονισμού. Υπό την ερμηνεία αυτή, η ανωτέρω διάταξη δεν θα έβρισκε, συνεπώς, εφαρμογή επί περιπτώσεων στις οποίες ο προσδιορισμός του υπεύθυνου κράτους μέλους έγινε κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού Δουβλίνο III, δεδομένου ότι η τελευταία αυτή ρύθμιση δεν ανήκει στο κεφάλαιο III.
27 Ωστόσο, το λεκτικό του άρθρου 17, παράγραφος 1, του κανονισμού προβλέπει επίσης ότι κάθε κράτος μέλος δύναται να εξετάσει αίτηση διεθνούς προστασίας «ακόμη και αν δεν είναι υπεύθυνο για την εξέταση δυνάμει των κριτηρίων που ορίζονται στον [εν λόγω] κανονισμό». Μέσω της τελευταίας αυτής φράσης το άρθρο 17, παράγραφος 1, παραπέμπει στο σύνολο των κριτηρίων που προβλέπει ο κανονισμός, συμπεριλαμβανομένου, επομένως, του κριτηρίου του άρθρου 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού.
28 Επομένως, το γράμμα του άρθρου 17, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο III είναι αμφίσημο.
29 Δεδομένου ότι αυτό καθεαυτό το γράμμα της εν λόγω διάταξης δεν καθιστά δυνατό να δοθεί απάντηση στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα, πρέπει, για την ερμηνεία της, να ληφθούν υπόψη το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται και ο σκοπός που επιδιώκεται με αυτήν [πρβλ. απόφαση της 22ας Ιουνίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Αποτελέσματα αποφάσεως απομακρύνσεως), C‑719/19, EU:C:2021:506, σκέψη 70 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Περαιτέρω, το ιστορικό της θέσπισης μιας διάταξης του δικαίου της Ένωσης μπορεί επίσης να περιέχει στοιχεία χρήσιμα για την ερμηνεία της (απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 50).
30 Όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο III, πρέπει να ληφθεί υπόψη το σύστημα προσδιορισμού του υπεύθυνου κράτους μέλους που διαμόρφωσε ο νομοθέτης της Ένωσης, αναπόσπαστο τμήμα του οποίου αποτελεί η συγκεκριμένη διάταξη [πρβλ. αποφάσεις της 16ης Φεβρουαρίου 2017, C. K. κ.λπ., C‑578/16 PPU, EU:C:2017:127, σκέψη 53, και της 18ης Απριλίου 2024, Minister for Justice (Ρήτρα διακριτικής ευχέρειας – Ένδικο βοήθημα), C‑359/22, EU:C:2024:334, σκέψεις 32 και 51].
31 Υπογραμμίζεται, συναφώς, ότι το άρθρο 3 του κανονισμού Δουβλίνο III, το οποίο περιλαμβάνεται στο τιτλοφορούμενο «Γενικές αρχές και εγγυήσεις» κεφάλαιο II του κανονισμού, καθορίζει τις αρχές που διέπουν την πρόσβαση στη διαδικασία εξέτασης αιτήσεως διεθνούς προστασίας.
32 Ειδικότερα, το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού καθιερώνει την αρχή της μίας και μόνης εξέτασης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, κατά την οποία κάθε αίτηση διεθνούς προστασίας εξετάζεται από ένα μόνο κράτος μέλος, ήτοι από το κράτος μέλος το οποίο ορίζεται ως υπεύθυνο σύμφωνα με τα δεσμευτικά κριτήρια που παρατίθενται στο κεφάλαιο III του κανονισμού.
33 Το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού Δουβλίνο III εφαρμόζεται επικουρικώς [πρβλ. απόφαση της 1ης Αυγούστου 2022, Bundesrepublik Deutschland (Τέκνο προσφύγων το οποίο γεννήθηκε εκτός του κράτους υποδοχής), C‑720/20, EU:C:2022:603, σκέψη 44] στις ειδικές περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται. Στο πλαίσιο αυτό, πρώτον, το άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού θεσπίζει ένα επικουρικό κριτήριο για τον προσδιορισμό του υπεύθυνου κράτους μέλους επί περιπτώσεων στις οποίες δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί το υπεύθυνο κράτος μέλος βάσει των κριτηρίων που παρατίθενται στο κεφάλαιο III του κανονισμού. Όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 22 της παρούσας αποφάσεως, σε μια τέτοια περίπτωση, η ευθύνη για την εξέταση της αιτήσεως διεθνούς προστασίας βαρύνει το πρώτο κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση. Δεύτερον, το άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ρυθμίζει την περίπτωση κατά την οποία η μεταφορά αιτούντος στο υπεύθυνο κράτος μέλος είναι αδύνατη εξαιτίας βάσιμων λόγων που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν συστημικές ελλείψεις στη διαδικασία ασύλου και στις συνθήκες υποδοχής των αιτούντων στο εν λόγω κράτος μέλος, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης κατά την έννοια του άρθρου 4 του Χάρτη.
34 Με βάση τα ανωτέρω πρέπει να θεωρηθεί ότι, όπως εξάλλου υποστήριξαν όλοι οι διάδικοι και οι ενδιαφερόμενοι που υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις, το άρθρο 3 του κανονισμού Δουβλίνο III συνιστά ένα πλέγμα κανόνων οι οποίοι ρυθμίζουν το ζήτημα του προσδιορισμού του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεως διεθνούς προστασίας. Στις δύο πρώτες παραγράφους του άρθρου 3 προβλέπεται τόσο η βασική αρχή που διέπει τον προσδιορισμό όσο και τα σχετικά επικουρικά κριτήρια. Τα επικουρικά αυτά κριτήρια βρίσκουν εφαρμογή, αφενός, όταν δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί το υπεύθυνο κράτος μέλος με βάση τα κριτήρια στα οποία παραπέμπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο III και τα οποία παρατίθενται στο κεφάλαιο III του κανονισμού, ή, αφετέρου, όταν τα κριτήρια του κεφαλαίου III οδηγούν στον ορισμό ως υπεύθυνου ενός κράτους μέλους στο οποίο δεν μπορεί να μεταφερθεί ο αιτών εξαιτίας συστημικών ελλείψεων ή της ύπαρξης κινδύνου απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης κατά την έννοια του άρθρου 4 του Χάρτη.
35 Υπό τα δεδομένα αυτά, θα ήταν ανακόλουθο να ερμηνευτεί το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο III υπό την έννοια ότι παρέχει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να παρεκκλίνουν μόνον από τον προσδιορισμό του υπεύθυνου κράτους μέλους δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού και όχι από τον προσδιορισμό που γίνεται δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού.
36 Η ερμηνεία υπέρ της δυνατότητας παρέκκλισης και στην τελευταία περίπτωση επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο εάν ληφθεί υπόψη το ιστορικό θέσπισης του άρθρου 3 και του άρθρου 17, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο III.
37 Στο πλαίσιο αυτό υπενθυμίζεται ότι το επικουρικό κριτήριο του άρθρου 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού Δουβλίνο III προβλεπόταν αρχικώς στο άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο II. Σε αντίθεση με τη συστηματική θέση του κριτηρίου αυτού στον κανονισμό Δουβλίνο III, εντός του συστήματος του κανονισμού Δουβλίνο II το ίδιο κριτήριο συγκαταλεγόταν στα κριτήρια προσδιορισμού του υπεύθυνου κράτους μέλους, όπως αυτά παρετίθεντο στο κεφάλαιο III του κανονισμού εκείνου.
38 Η ρύθμιση του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο II, η οποία επαναλήφθηκε στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο III, καθιέρωνε την αρχή της μίας και μόνης εξέτασης κάθε αιτήσεως διεθνούς προστασίας από το κράτος μέλος που προσδιοριζόταν ως υπεύθυνο κατ’ εφαρμογήν των κριτηρίων του κεφαλαίου III του κανονισμού Δουβλίνο II. Όπως προκύπτει από την προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως, τα κριτήρια αυτά περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, το επικουρικό κριτήριο του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού εκείνου. Το δε άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού Δουβλίνο II, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο III, προέβλεπε τη δυνατότητα των κρατών μελών να εξετάζουν, «[κ]ατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1», αιτήσεις διεθνούς προστασίας για τις οποίες δεν ήταν υπεύθυνα.
39 Επομένως, δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού Δουβλίνο II, σε συνδυασμό με το άρθρο 13, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, παρείχε στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να εξετάζουν αιτήσεις διεθνούς προστασίας υποβληθείσες ενώπιον των εθνικών τους αρχών και στην περίπτωση κατά την οποία, όπως συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης, το υπεύθυνο κράτος μέλος είχε καθοριστεί βάσει του επικουρικού κριτηρίου του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού εκείνου.
40 Συγχρόνως, από τη σελίδα 6, σημείο 3, και από τη σελίδα 8, σημείο 4, της αιτιολογικής έκθεσης της πρότασης της Επιτροπής της 3ης Δεκεμβρίου 2008 [COM(2008) 820 τελικό], η οποία κατέληξε στη θέσπιση του κανονισμού Δουβλίνο III, προκύπτει ότι, με τον κανονισμό αυτόν, ο νομοθέτης της Ένωσης επιδίωξε, αφενός, να διατηρήσει τις βασικές αρχές που καθιερώνονταν στον κανονισμό Δουβλίνο II, μεταξύ αυτών και την αρχή της μίας και μόνης εξέτασης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, και, αφετέρου, για λόγους σαφήνειας, να τοποθετήσει μαζί στο ίδιο άρθρο, ήτοι στο άρθρο 17 του κανονισμού Δουβλίνο III, τη ρήτρα διακριτικής ευχέρειας και την ανθρωπιστική ρήτρα, οι οποίες προβλέπονταν, αντιστοίχως, στο άρθρο 3, παράγραφος 2, και στο άρθρο 15 του κανονισμού Δουβλίνο II. Επομένως, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν απέβλεπε στην τροποποίηση του πεδίου εφαρμογής της ρήτρας διακριτικής ευχέρειας που αρχικώς περιλαμβανόταν στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού Δουβλίνο II και, στη συνέχεια, αποτυπώθηκε στο άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο III.
41 Λαμβανομένης υπόψη της σαφώς εκπεφρασμένης βούλησης του νομοθέτη της Ένωσης να διατηρήσει τις βασικές αρχές του κανονισμού Δουβλίνο II, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η φράση «[κ]ατά παρέκκλιση από το άρθρο 3 παράγραφος 1 [του παρόντος κανονισμού]» στο άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο III βρίσκει εξήγηση στην οικονομία του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού Δουβλίνο II, όπως αυτή υπομνήσθηκε στη σκέψη 38 της παρούσας αποφάσεως, και οφείλεται μάλλον σε αβλεψία του νομοθέτη, ο οποίος παρέλειψε να διαγράψει την παραπομπή στην παράγραφο 1, παρά στη βούλησή του να τροποποιήσει το πεδίο εφαρμογής της ρήτρας διακριτικής ευχέρειας που περιλήφθηκε στο άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο III.
42 Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ως προς τη ρήτρα διακριτικής ευχέρειας του άρθρου 17, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο III ότι το γράμμα της διάταξης αυτής συμπίπτει κατ’ ουσίαν με εκείνο της ρήτρας κυριαρχίας που περιλαμβανόταν στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού Δουβλίνο II, και, επομένως, η ερμηνεία της τελευταίας αυτής διάταξης μπορεί να εφαρμοστεί και σε σχέση με το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο III (αποφάσεις της 16ης Φεβρουαρίου 2017, C. K. κ.λπ., C‑578/16 PPU, EU:C:2017:127, σκέψη 53, και της 23ης Ιανουαρίου 2019, M.A. κ.λπ., C‑661/17, EU:C:2019:53, σκέψη 55).
43 Όπως, δε, επισημάνθηκε στη σκέψη 39 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού Δουβλίνο II παρείχε στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να εξετάζουν αιτήσεις διεθνούς προστασίας υποβληθείσες ενώπιον των εθνικών τους αρχών και στην περίπτωση κατά την οποία το υπεύθυνο κράτος μέλος είχε καθοριστεί βάσει του επικουρικού κριτηρίου του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού εκείνου.
44 Από τα ανωτέρω στοιχεία που αφορούν το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο III προκύπτει ότι η διάταξη αυτή έχει την έννοια ότι παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να εξετάζουν υποβληθείσες ενώπιόν τους αιτήσεις διεθνούς προστασίας ακόμη και σε περίπτωση που, κατ’ εφαρμογήν των κριτηρίων που προβλέπει ο κανονισμός αυτός, ως υπεύθυνο για την εξέτασή τους έχει προσδιοριστεί άλλο κράτος μέλος, περιλαμβανομένης της περίπτωσης κατά την οποία ο σχετικός προσδιορισμός έχει γίνει βάσει του επικουρικού κριτηρίου του άρθρου 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού.
45 Η ως άνω ερμηνεία επιρρωννύεται και από τους σκοπούς που επιδιώκει το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο III.
46 Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η συγκεκριμένη διάταξη αποσκοπεί στη διαφύλαξη των προνομίων των κρατών μελών κατά την άσκηση του δικαιώματος χορήγησης διεθνούς προστασίας (απόφαση της 5ης Ιουλίου 2018, X, C‑213/17, EU:C:2018:538, σκέψη 61 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), παρέχοντας σε κάθε κράτος μέλος τη δυνατότητα να αποφασίζει, ασκώντας τα κυριαρχικά του δικαιώματα, με βάση πολιτικά, ανθρωπιστικά ή πρακτικά κριτήρια, να δεχθεί να εξετάσει αίτηση διεθνούς προστασίας, ακόμη και αν δεν είναι υπεύθυνο κατ’ εφαρμογήν των κριτηρίων του κανονισμού Δουβλίνο III [πρβλ. αποφάσεις της 4ης Οκτωβρίου 2018, Fathi, C‑56/17, EU:C:2018:803, σκέψη 53, της 23ης Ιανουαρίου 2019, M.A. κ.λπ., C‑661/17, EU:C:2019:53, σκέψη 58, και της 16ης Φεβρουαρίου 2023, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Αγέννητο τέκνο κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης ασύλου), C‑745/21, EU:C:2023:113, σκέψη 50].
47 Δεδομένου ότι πρόκειται για διάταξη προαιρετικής εφαρμογής, τα κράτη μέλη απολαύουν σχετικώς ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως (πρβλ. απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2013, Abdullahi, C‑394/12, EU:C:2013:813, σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Ως προς την έκταση της εξουσίας εκτιμήσεως που παρέχεται στα κράτη μέλη, εναπόκειται στο οικείο κράτος μέλος να καθορίσει τις περιστάσεις υπό τις οποίες προτίθεται να κάνει χρήση της δυνατότητας που παρέχει η προβλεπόμενη στο άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ ρήτρα διακριτικής ευχέρειας και να δεχθεί να εξετάσει το ίδιο μια αίτηση διεθνούς προστασίας για την οποία δεν είναι υπεύθυνο βάσει των κριτηρίων του κανονισμού [αποφάσεις της 23ης Ιανουαρίου 2019, M. A. κ.λπ., C‑661/17, EU:C:2019:53, σκέψη 59, και της 30ής Νοεμβρίου 2023, Ministero dell’Interno κ.λπ. (Κοινό φυλλάδιο – Έμμεση επαναπροώθηση), C‑228/21, C‑254/21, C‑297/21, C‑315/21 και C‑328/21, EU:C:2023:934, σκέψη 147]. Επομένως, η άσκηση της ευχέρειας αυτής δεν υπόκειται σε καμία ιδιαίτερη προϋπόθεση (πρβλ. απόφαση της 30ής Μαΐου 2013, Halaf, C‑528/11, EU:C:2013:342, σκέψη 36).
48 Λαμβανομένων υπόψη της έκτασης της σχετικής διακριτικής ευχέρειας και του σκοπού που επιδιώκει το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο III, ο οποίος συνίσταται στην παροχή σε κάθε κράτος μέλος της δυνατότητας να αποφασίζει κυριαρχικώς αν θα εξετάσει αίτηση διεθνούς προστασίας για την εξέταση της οποίας δεν είναι υπεύθυνο, πρέπει να θεωρηθεί ότι το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης δεν εξαντλείται στις περιπτώσεις στις οποίες το υπεύθυνο κράτος μέλος έχει οριστεί βάσει των κριτηρίων του κεφαλαίου III του κανονισμού.
49 Τουναντίον, κάθε κράτος μέλος δύναται να εξετάσει μια αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβλήθηκε ενώπιον των εθνικών του αρχών και στην περίπτωση που το υπεύθυνο για την εξέτασή του κράτος μέλος ορίστηκε κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού Δουβλίνο III.
50 Υπό το πρίσμα του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 17, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού Δουβλίνο III έχει την έννοια ότι κράτος μέλος το οποίο δεν είναι υπεύθυνο με βάση τα κριτήρια του κεφαλαίου III του εν λόγω κανονισμού δύναται να αποφασίσει να εξετάσει αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε αυτό και στην περίπτωση που το υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεως κράτος μέλος έχει καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού.
Επί των δικαστικών εξόδων
51 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 17, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΕ) 604/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεως διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα,
έχει την έννοια ότι:
κράτος μέλος το οποίο δεν είναι υπεύθυνο με βάση τα κριτήρια του κεφαλαίου III του εν λόγω κανονισμού δύναται να αποφασίσει να εξετάσει αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε αυτό και στην περίπτωση που το υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεως κράτος μέλος έχει καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού.
(υπογραφές)
