ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2′ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φ. Ν. του Ν. , κατοίκου … , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσακίρη.
Του αναιρεσίβλητου: Α. (A.) Τ. (T.) του L. , κατοίκου … , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πιτταρά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-04-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12188/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 1688/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-09-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με την υπό κρίσιν, από 12.09.2023 (και αύξοντα αριθμό καταθέσεως 9789/960/24.11.2023), αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, υπ’ αριθμόν 1688/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά, πλην απέρριψε κατ’ ουσίαν, μετά από συνεκδίκασή της με την αντίθετη έφεση του αναιρεσιβλήτου, την από 13.10.2020 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθμόν 12188/2020 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 22.04.2014 αγωγή του αναιρεσιβλήτου με αίτημα να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να του καταβάλει ως υπόλοιπο οφειλόμενης εργολαβικής αμοιβής του το ποσό των 81.893,80 ευρώ, που απέρρεε από την καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση υπεργολαβίας, άλλως κατά τις διατάξεις περί αναγνωρίσεως χρέους, καθότι η αναιρεσείουσα είχε αναγνωρίσει την εν λόγω οφειλή της προς αυτόν.
2.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ) εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και από την επομένη της δημοσιεύσεώς της στις 31.03.2023, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στις 24.11.2023 δεν είχε συμπληρωθεί η διετία. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή, κατά το άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 του ΚΠολΔ).
3.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το αποδεικτικό -κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ- έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα αναγνώσεως) με την παραδοχή ότι αυτό περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει (ΟλΑΠ 1/1999). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναγράφονται στο αναιρετήριο: α) το έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου κατά λέξη παρατιθέμενο, γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από την σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του να υφίσταται η δυνατότητα κρίσεως από τον Άρειο Πάγο περί της υπάρξεως διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωσή του, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της αποφάσεως, ήτοι το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (ΑΠ 582/2023, ΑΠ 1081/2020, ΑΠ 922/2018, ΑΠ 194/2005), στ) να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από εκείνα, τα οποία προβλέπονται στα άρθρα 339 ή 432 και επ. του ΚΠολΔ (ΑΠ 1573/2006) και, επιπλέον, ότι το έγγραφο αυτό προσκομίσθηκε με επίκληση (ΑΠ 1875/2006) και μάλιστα παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1311/2018, ΑΠ 333/2011). Παραλλήλως, ο αναιρεσείων υποχρεούται να προσκομίσει το έγγραφο, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το αληθές περιεχόμενό του, για τη διαπίστωση της βασιμότητας του σχετικού λόγου αναιρέσεως, άλλως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 284/2025, ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 305/2016, ΑΠ 1414/2010).
4.- Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, το οποίο προσκόμισε με επίκληση στα δικαστήρια ουσίας. Ο λόγος αυτός, έτσι διατυπωμένος κατά το άνω σκέλος του, είναι προεχόντως απαράδεκτος ένεκα της πρόδηλης αοριστίας του, διότι η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη μάλιστα στο λόγο αυτό περισσότερα του ενός έγγραφα, δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ποίου εγγράφου το περιεχόμενο παραμόρφωσε το Εφετείο, ποιο είναι το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου αυτού και ποιο το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σε αυτό το δικαστήριο και μάλιστα κατά λέξη παρατιθέμενο. Ο ίδιος λόγος, ακόμη και αν εκτιμηθεί ότι προβάλλεται με αυτόν η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το περιεχόμενο του από …2010 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, το οποίο είχε προσκομίσει η αναιρεσείουσα για την απόδειξη της ενστάσεώς της περί μερικής εξοφλήσεως της οφειλής της προς τον αναιρεσίβλητο για πρόσθετες εργασίες με την άμεση καταβολή εκ μέρους της ποσού 5.200 ευρώ προς αυτόν, είναι αβάσιμος διότι η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει το φερόμενο ως άνω παραμορφωθέν έγγραφο, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το αληθές περιεχόμενό του και από τη σχετική σύγκριση με εκείνα που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση να διαπιστωθεί η βασιμότητα του διαγνωστικού σφάλματος του δικαστηρίου, παρά μόνον εκθέτει αποσπασματικά και μόνο το ως αληθινό περιεχόμενο, που η ίδια αποδίδει στο έγγραφο αυτό, και συγκεκριμένα ότι με “το από ….2010 ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε μεταξύ εμού και του αναιρεσιβλήτου και έγινε αποδεκτό από τον ίδιο, ότι για τις πρόσθετες εργασίες για τις οποίες ορίσθηκε αμοιβή 23.080,80 ευρώ κατέβαλα άμεσα ποσό 5.200 ευρώ και το υπόλοιπο 17.880 ευρώ θα καταβάλλονταν αφού πρώτα συμφωνήσω και υπογράψω με τους ιδιοκτήτες”, καθώς και ότι “η αναφορά στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό περί άμεσης καταβολής του άνω ποσού δεν αποτελεί απόδειξη ότι πράγματι καταβλήθηκαν τα χρήματα αυτά στον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο)”, χωρίς ωστόσο να αναφέρει και ότι στο πόρισμα αυτό κατέληξε το Εφετείο στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κυρίως στο φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός, ακόμη και εκτιμώμενος κατά τα προεκτεθέντα, ότι αφορά στο από ….2010 ιδιωτικό συμφωνητικό είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττεται ανεπίτρεπτα η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του ως άνω εγγράφου και η συναγωγή εξ αυτού αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο, το οποίο η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.
5.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, μεταξύ άλλων, και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι “πράγματα”, κατά την έννοια της άνω διατάξεως, των οποίων η μη λήψη υπόψη καίτοι προταθέντων ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν ιστορικώς, καταλύουν ή παρακωλύουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997). Ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν παραδεκτός και νόμιμος και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση κατ’ ουσίαν, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές αυτού, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 1277/2015, ΑΠ 739/2011 1632/2007). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ’ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι είτε για άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών (ΟλΑΠ 23/2008), και τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει το δικαστήριο της ουσίας κατά τις ως άνω διατάξεις και μόνον αυτά, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 258/2023, ΑΠ 53/2022), χωρίς όμως να επιβάλλεται η ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγηση ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην απόφασή του (ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 779/2019). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται, με βάση το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αμφιβολίες για το αν πράγματι το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1538/2022). Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 παρ. 2 του ΚΠολΔ και ήδη από τα άρθρα 421 – 424 του ΚΠολΔ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν από το ν. 4335/2015 αρχικά και από το ν. 4821/2021 στη συνέχεια, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, το οποίο αναφέρεται ρητώς και στην περιοριστική απαρίθμηση των νόμιμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 του ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη και ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 541/2024, ΑΠ 1278/2023, ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 1055/2019). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, την οποία υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 192/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017). Ο εκ του αριθμού 11 περ. γ’ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη ομολογία, που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στην ομολογία. Ειδικώς επί δικαστικής ομολογίας, η οποία περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων τα οποία λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο κατά το άρθρο 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για να δημιουργηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως απαιτείται ο αναιρεσείων να ισχυριστεί ότι επικαλέστηκε κατά νόμιμο τρόπο τη δικαστική ομολογία [δηλαδή την παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρισίμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεώς του, που πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη (Α.Π. 1711/2008, 325/2007, 1718/2014)], στην οποία προέβη ο αντίδικός του και να το αποδεικνύει προσκομίζοντας συγχρόνως το σχετικό δικόγραφο (πρακτικά δικαστηρίου, αγωγή ή προτάσεις αντιδίκου του κλπ) όπου η ομολογία καταχωρίστηκε, καθώς και τις δικές του προτάσεις, με τις οποίες την επικαλέστηκε (ΑΠ 53/2022, ΑΠ 1299/2021, ΑΠ 365/2020, ΑΠ 702/2019).
6.- Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 8 περ. α’ και 11 περ. γ’ του άρθρου 559 αναιρετικές πλημμέλειες με την αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά στοιχεία και αποδεικτικά μέσα, τα οποία αυτή νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του για την απόδειξη των δύο ενστάσεών της περί μερικής εξοφλήσεως της οφειλής που είχε προς τον αναιρεσίβλητο με την καταβολή στον τελευταίο των ποσών των 5.200 ευρώ και 10.800 ευρώ αντίστοιχα, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι: 1) για την απόδειξη της ενστάσεώς της περί καταβολής στον αναιρεσίβλητο ποσού 5.200 ευρώ δεν έλαβε υπόψη: α) το από ….2010 ιδιωτικό συμφωνητικό και β) την υπ’ αριθμόν …/2019 ένορκη βεβαίωση του Γ. Π. ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Μ. , εκ των οποίων προέκυπτε ότι για τις συμφωνηθείσες πρόσθετες εργασίες τις οποίες εκτέλεσε ο αναιρεσίβλητος στην αναφερόμενη οικοδομή κατέβαλε άμεσα σε αυτόν το παραπάνω ποσό των 5.200 ευρώ και 2) για την απόδειξη της ενστάσεώς της περί καταβολής στον προμηθευτή οικοδομικών υλικών του αναιρεσιβλήτου Ι. Φ. και συγκεκριμένα στην εταιρεία με την επωνυμία “… ΑΕ” ποσού 10.800 ευρώ δεν έλαβε υπόψη: α) το από 05.05.2011 έγγραφο, το οποίο της είχε κοινοποιήσει η πιο πάνω εταιρεία, και τα επισυναπτόμενα σε αυτό υπ’ αριθμούς ….2009, ….2009, ….2010, ….2010, ….2010, ….2010, ….2010, ….2010, ….2010, ….2010, ….2010 και ….2010 τιμολόγια, β) την ίδια ως άνω -υπ’ αριθμόν …/2019 – ένορκη βεβαίωση του Γ. Π., ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Μ. , γ) την ομολογία του αναιρεσιβλήτου, η οποία εμπεριέχεται στη σελίδα 3 της από 18.05.2011 εξώδικης απαντήσεως που τις επέδωσε στις 19.05.2011 και δ) την ομολογία του αναιρεσιβλήτου, η οποία εμπεριέχεται στη σελίδα 8 της αγωγής του και αναφέρεται στο λόγο αυτό και συγκεκριμένα ότι ο αναιρεσίβλητος ομολόγησε ότι σχετικά “με την οφειλή προς τον προμηθευτή Κο … το αναφερόμενο ποσό κατόπιν συμφωνίας μας έχει αφαιρεθεί από τον αρχικό λογαριασμό της οφειλής”, εκ των οποίων προέκυπτε ότι η ίδια κατέβαλε στην προμηθεύτρια εταιρεία για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου το παραπάνω ποσό των 10.800 ευρώ, παρά μόνο αρκέσθηκε στο να δεχθεί ότι, αν και έλαβε υπόψη το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό και την παραπάνω ένορκη βεβαίωση, η αναφορά στο συμφωνητικό αυτό περί άμεσης καταβολής των παραπάνω ποσών δεν αποτελεί απόδειξη ότι πράγματι καταβλήθηκαν τα χρήματα αυτά στον αναιρεσίβλητο και ότι οι αποδείξεις λιανικής πωλήσεως που προσκομίζει αφορούν την καταβολή εκ μέρους του συνιδιοκτήτη του έργου και όχι εκ μέρους της ίδιας συνολικού ποσού 5.906,14 ευρώ, με συνέπεια, όπως εκτιμάται, από τη μη λήψη υπόψη των αποδεικτικών αυτών μέσων να οδηγηθεί σε εσφαλμένες κρίσεις και να απορρίψει τις ως άνω ενστάσεις της περί μερικής εξοφλήσεως της οφειλής της προς τον αναιρεσίβλητο. Ο λόγος αυτός, καθ’ ο μέρος επιχειρείται θεμελίωσή του στον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη της παραπάνω ένορκης βεβαιώσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια για τη μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου συναρτάται με την ίδρυση της εκ του αριθμού 11 περ. γ’ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας. Καθ’ ο μέρος επιχειρείται, όπως εκτιμάται, θεμελίωσή του επίσης στον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη των αποδεικνυομένων από την ένορκη αυτή βεβαίωση, είναι ωσαύτως απαράδεκτος, διότι οι ισχυρισμοί, τους οποίους, δήθεν, δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν αποτελούν “πράγματα”, υπό την προεκτεθείσα έννοια της άνω διατάξεως (559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ). Ετέρωθεν, στην προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτώς επισκοπούμενη (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) ως προς τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο ως αποδεικνυόμενα, σχετικά με τους παραπάνω ισχυρισμούς και τις ενστάσεις της αναιρεσείουσας, αναφέρεται ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, πέρα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως και “όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι υπ’ αριθμ. …-2019, …-2019 και …/2019 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της εναγομένης Ε. Ν. , Ι. Λ. και Γ. Π. , που δόθηκαν ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Μ. , κατόπιν νόμιμης κλήτευσης του ενάγοντος…”. Από την ως άνω διαλαμβανόμενη ρητή διαβεβαίωση στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιον ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός του έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε, μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, και το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, ήτοι την υπ’ αριθμόν …2019 ένορκη βεβαίωση-μαρτυρία του τρίτου Γ. Π. και το περιεχόμενό της και μάλιστα με ρητή αναφορά σε αυτήν, γεγονός άλλωστε που συνομολογεί η αναιρεσείουσα με το αναιρετήριο, στο οποίο αναφέρεται ότι “η πληττόμενη απόφαση, ενώ έλαβε υπόψη της το από …2010 ιδιωτικό συμφωνητικό και την υπ’ αριθμόν …/2019 ένορκη βεβαίωση έκρινε ότι η εναγομένη …”. Επομένως, ο ως άνω πρώτος, κατά το άνω σκέλος του εκ του αριθμού 11 εδ. γ’ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη της ως άνω ένορκης βεβαιώσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος, ενώ οι λοιπές, με το σκέλος αυτό, προβαλλόμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, δηλαδή ότι από την προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση και τα αποδεικνυόμενα από αυτήν συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, απορρίπτοντας κατ’ ουσίαν τις ενστάσεις της περί μερικής εξοφλήσεως της οφειλής της προς τον αναιρεσίβλητο, είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίκλησή τους πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Ακολούθως, από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, πέρα από την παραπάνω διαβεβαίωση ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε σχετικά με τις λοιπές ως άνω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας και τα ακόλουθα: “Οι Ι. Λ. και Κ. Α. είναι ιδιοκτήτες οικοπέδου εμβαδού 157 τ.μ. ευρισκόμενου στο Παγκράτι Αττικής (οδός … και …). Δυνάμει του από …-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού κατασκευής νέας οικοδομής, ανέθεσαν στην εναγόμενη Φ. Ν. την κατασκευή στο προαναφερόμενο οικόπεδο εξαώροφης οικοδομής με 2 υπόγεια, δώμα και ισόγειο κατάστημα, εκδοθείσας προς τούτο της υπ’ αριθμ. 1163/2008 οικοδομικής άδειας…. Μετά τις εκσκαφές και την κατασκευή του σκελετού της οικοδομής από μπετόν αρμέ, η εναγόμενη συνήψε στις 23-6-2009 με τον ενάγοντα A. (Α.) T. (Τ.) , ο οποίος διατηρούσε ατομική κατασκευαστική επιχείρηση, ιδιωτικό συμφωνητικό, βάσει του οποίου ανέθεσε σε αυτόν υπεργολαβικά την αποπεράτωση της οικοδομής και ειδικότερα την εκτέλεση των εργασιών των οπτοπλινθοδομών, των υδραυλικών, του αποχετευτικού δικτύου…..αντί ανταλλάγματος 228.000 ευρώ. Επιπλέον, η εναγομένη ανέθεσε στον ενάγοντα την εκτέλεση πρόσθετων εργασιών έναντι ανταλλάγματος 23.080,80 ευρώ, οι οποίες δεν αναφέρονται στο μεταξύ τους συναφθέν συμφωνητικό και δεν εξειδικεύονται από τα διάδικα μέρη, πλην, όμως, εκτός του ότι συνομολογούνται από την εναγόμενη, η πραγματοποίησή τους μνημονεύεται στα κάτωθι αναφερόμενα, συναφθέντα μεταξύ των διαδίκων, ιδιωτικά συμφωνητικά. Ειδικότερα, στο μεταξύ των διαδίκων από 17-12-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό παράδοσης και παραλαβής του προαναφερόμενου έργου, αναφέρεται ότι ο ενάγων είχε εκτελέσει τόσο τις εργασίες που προβλέπονταν στο από 23-6-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, όσο και τις επιπλέον εργασίες, που προέκυψαν από την αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας και τις ανάγκες της κατασκευής, και επιπλέον στο από 16-12-2010 έτερο ιδιωτικό συμφωνητικό που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων αναφερόταν ρητά η πραγματοποίηση από τον εναγόμενο πρόσθετων εργασιών, πλέον των αναφερόμενων στο ως άνω από 23.6.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό.
Περαιτέρω, από το περιεχόμενο των άνω ιδιωτικών συμφωνητικών, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι α) η εναγόμενη παρέλαβε στις 17-12-2010 το έργο, που είχε αναθέσει ως υπεργολαβία στον ενάγοντα, αφού βρήκε τις εκτελεσθείσες από αυτόν εργασίες, ήτοι τόσο τις εργασίες που αναφέρονταν στο από 23-6-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό όσο και τις ανατεθείσες από την ίδια πρόσθετες εργασίες, της αρεσκείας της βάσει των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, επιφυλασσόμενη για τυχόν υπόλοιπα προς τον προμηθευτή υλικών οικοδομών Φ. , β) παρατηρήσεις ή παραλείψεις που θα εντοπίζονταν από τους ιδιοκτήτες του έργου (οικοπεδούχους) για τις πραγματοποιηθείσες από τον ενάγοντα εργασίες, οι οποίες δεν μπορούσαν να ελεγχθούν πριν την παραλαβή εκ μέρους τους της οικοδομής και τη διεξαγωγή δοκιμών για την ύδρευση και την αποχέτευση, θα αποτελούσαν αντικείμενο νεότερης συμφωνίας και γ) στις 17-12-2010 η εναγόμενη είχε αναγνωρίσει πως όφειλε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 66.580,80 ευρώ, ήτοι το ποσό των 43.500 ευρώ ως υπόλοιπο του αρχικώς συμφωνηθέντος ανταλλάγματος του έργου και το ποσό των 23.080,80 ως αντάλλαγμα για τις εκτελεσθείσες από αυτόν πρόσθετες εργασίες, ενώ ο τελευταίος (ενάγων) αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα πως η οφειλή της εναγόμενης ανερχόταν όντως στα 66.580,80 ευρώ……..
Περαιτέρω, η εκκαλούσα της πρώτης έφεσης Φ. Ν. προέβαλε πρωτοδίκως την ένσταση μερικής εξόφλησης της οφειλής, την οποία, λόγω της απορρίψεώς της από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επαναφέρει προς κρίση στο παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της. Ειδικότερα η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 5.200 ευρώ στις ….2010 και το ποσό των 10.800 ευρώ κατ’ εντολή και για λογαριασμό του στον προμηθευτή υλικών οικοδομών I. Φ. Όμως, δεν προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η εκ μέρους της καταβολή στον ίδιο τον ενάγοντα του ποσού των 5.200 ευρώ. Η αναφορά στο από ….2010 ιδιωτικό συμφωνητικό περί άμεσης καταβολής του άνω ποσού δεν αποτελεί απόδειξη ότι πράγματι καταβλήθηκαν τα χρήματα αυτά στον ενάγοντα.
Περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται ούτε η εξόφληση του ποσού των 10.800 ευρώ με τον επικαλούμενο από την ενάγουσα τρόπο, δεδομένου ότι η τελευταία προσκομίζει για το σκοπό αυτό αποδείξεις του I. Φ. (υπ’ αριθμ ….2009, ….2009, ….2010, …-2010, …-2010, …-2010, …-2010, …-2010, …-2010, …-2010, …-2010 και …-2010 αποδείξεις λιανικής πώλησης), οι οποίες όμως αφορούν την καταβολή εκ μέρους του συνιδιοκτήτη του έργου Κ. Α. και όχι εκ μέρους της ίδιας συνολικού ποσού 5.906,14 ευρώ και όχι ποσού 10.800 ευρώ.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε ως αβάσιμη την εν λόγω ένσταση της εναγόμενης δεν έσφαλε, απορριπτομένου ως αβάσιμου του πρώτου λόγου της πρώτης από τις συνεκδικαζόμενες εφέσεις, με τον οποίο η εκκαλούσα Φ. Ν. παραπονείται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αναφορικά με το θέμα αυτό”. Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι το Εφετείο σαφώς έλαβε υπόψη τα ως άνω φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία ρητώς μνημονεύονται και διεξοδικώς αναλύονται στο αιτιολογικό της, ήτοι το από ….2010 ιδιωτικό συμφωνητικό και τις προαναφερθείσες αποδείξεις λιανικής πωλήσεως του Ι. Φ. , είναι δε αναιρετικώς ανέλεγκτη η κρίση του Εφετείου ως προς τη βαρύτητα, που προσέδωσε σε ένα έκαστο από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, διότι ανάγεται στην περί των πραγμάτων κρίση του. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη εκ του αριθμού 11 περ. γ’ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και συνακόλουθα ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του και δη ως προς τις υπό τα στοιχεία (α) και (β) αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, ερευνώμενος κατά το σκέλος του αυτό και ως πλημμέλεια εκ του αριθμού 8 με την αιτίαση, όπως εκτιμάται, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του “πράγματα” που είχαν προταθεί και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς, τους οποίους προέβαλε η αναιρεσείουσα προς θεμελίωση των προβληθεισών ενστάσεών της περί μερικής εξοφλήσεως της οφειλής της προς τον αναιρεσίβλητο, είναι προεχόντως απαράδεκτος ένεκα της αοριστίας του, αφού δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και τον οποίο δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ούτε αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο και η επίδραση που ασκούσε στην έκβαση της δίκης, και, αν και το τελευταίο δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι πλήρεις κρίσιμες σχετικές πραγματικές παραδοχές του Δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση, ώστε να κριθεί αν ιδρύεται ο εν λόγω εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι κατά το άνω σκέλος του και αβάσιμος, διότι από τις προαναφερθείσες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τους προβληθέντες ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας που περιέχονταν στις προβληθείσες ως άνω δύο ενστάσεις της, τις οποίες απέρριψε κατ’ ουσίαν, δεχόμενο ανελέγκτως από τις αποδείξεις, κατά τρόπο σαφή, ότι από το …2010 ιδιωτικό συμφωνητικό και τις προαναφερθείσες αποδείξεις λιανικής πωλήσεως του Ι. Φ. δεν αποδείχθηκαν οι ενστάσεις αυτές της αναιρεσείουσας περί καταβολής στον αναιρεσίβλητο των ποσών των 5.200 ευρώ και 10.800 ευρώ αντίστοιχα και εκ τούτου της μερικής εξοφλήσεως, κατά τα ποσά αυτά, της οφειλής της προς αυτόν. Ως προς τις λοιπές -υπό τα στοιχεία (γ) και (δ)- αιτιάσεις, ήτοι περί της μη λήψεως υπόψη της ομολογίας του αναιρεσιβλήτου, εξώδικης και δικαστικής, η οποία εμπεριέχεται, κατά τα επικαλούμενα, η μεν πρώτη στην από 19.05.2011 εξώδικη απάντηση του αναιρεσιβλήτου προς την αναιρεσείουσα, η δε δεύτερη στη σελίδα 8 της ένδικης αγωγής του, ότι δηλαδή ο αναιρεσίβλητος ομολόγησε ότι η αναιρεσείουσα κατέβαλε για λογαριασμό του στην εταιρεία με την επωνυμία “… ΑΕ” το ποσό των 10.800 ευρώ για την εξόφληση της οφειλής του προς αυτήν, ο αυτός λόγος εκ του αριθμού 11 περ. γ’ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σχετικά με τις άνω αιτιάσεις, έτσι όπως πιο πάνω είναι διατυπωμένος, είναι προεχόντως απαράδεκτος, ένεκα της αοριστίας του, διότι η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει σε αυτόν ότι επικαλέστηκε ενώπιον του Εφετείου την ρηθείσα ομολογία του αναιρεσιβλήτου, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε άλλωστε προσκομίζει -ως προς την υπό το στοιχείο (γ) αιτίαση- την επικαλούμενη ως άνω εξώδικη απάντηση του αναιρεσιβλήτου, ώστε να κριθεί από το περιεχόμενό της η επίκληση εκ μέρους του τέτοιας ομολογίας. Ως προς την υπό το στοιχείο (δ) αιτίαση, που αφορά στην εμπεριεχόμενη στο δικόγραφο της αγωγής δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου, ο λόγος αυτός είναι, σε κάθε περίπτωση, και αβάσιμος, διότι από το παραδεκτώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκοπούμενο περιεχόμενο του δικογράφου της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, το οποίο προσκομίζει η αναιρεσείουσα, ουδόλως προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος ομολόγησε τα όσα αυτή ισχυρίζεται. Ο ίδιος λόγος, ως προς τις αυτές αιτιάσεις, εκτιμώμενος και ως πλημμέλεια εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 του ΚΠολΔ, η συναγωγή ομολογίας απόκειται στη διακριτική και συνακόλουθα ανέλεγκτη αναιρετικώς ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας και δεν αποτελεί “πράγμα” κατά την έννοια της άνω διατάξεως, ώστε να μπορεί να θεμελιώσει το σχετικό λόγο αναιρέσεως.
7.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005). Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και επομένως σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή του κανόνα δικαίου, ήτοι με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, η οποία καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Επομένως, για να είναι ορισμένος αυτός ο λόγος αναιρέσεως δεν αρκεί να αναφέρονται γενικώς στο αναιρετήριο οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η ανάλυση των εννοιών που ο αναιρεσείων αποδίδει στις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις και οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά πρέπει να εξειδικεύεται και το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ειδικότερα, στην τελευταία περίπτωση, που ακριβώς έγκειται το σφάλμα κατά την εφαρμογή του κανόνα (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1082/2022, ΑΠ 352/2022, ΑΠ 259/2019), καθώς επίσης πρέπει τα στοιχεία αυτά να εξειδικεύονται σε σχέση με καθέναν από τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν όταν αυτοί είναι περισσότεροι από ένας (ΑΠ 880/2015).
8.- Με το δεύτερο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 (και όχι και του αριθμού 8) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι με το να απορρίψει το Εφετείο την παραδεκτή και νόμιμη ένστασή της περί μονομερούς συμψηφισμού ληξιπρόθεσμης απαιτήσεώς της εις βάρος του αναιρεσιβλήτου ποσού 32.400 ευρώ, το οποίο αυτή κατέβαλε ως καταπεσούσα ποινική ρήτρα στους ιδιοκτήτες του έργου λόγω καθυστερημένης παραδόσεως δέκα (10) μηνών από την ημερομηνία που είχε ορισθεί με το από 06.11.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό επειδή από δική του και μόνον υπαιτιότητα έγινε υπερήμερη απέναντί τους, παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου χωρίς να λάβει υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν, ενώ δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, έτσι διατυπωμένος, είναι προεχόντως απαράδεκτος, ένεκα της πρόδηλης αοριστίας του, διότι, εκτός από τις σχετικές, αποσπασματικές έστω, παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και τις νομικές απόψεις της αναιρεσείουσας για τις διατάξεις των άρθρων 441, 681, 688, 689, 690, 692, 694 και 914 του ΑΚ, δεν διαλαμβάνεται σε αυτόν και μάλιστα ενάριθμα ποιος συγκεκριμένος κανόνας ή κανόνες του ουσιαστικού δικαίου παραβιάστηκαν ούτε εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή τους και μάλιστα για καθέναν από τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, κατά το μέρος που απορρίφθηκε η ένστασή της περί μονομερούς συμψηφισμού, ενόψει του ότι αυτοί (φαίνεται να) είναι περισσότεροι από ένας. Ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος και διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, δι’ αυτού, στην πραγματικότητα, υπό την επίφαση της ως άνω επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτό, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση και τα πορίσματα των αποδείξεων και όχι η αληθινή έννοια των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν πράγματι από το δικαστήριο αυτό ή η υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών περιστατικών.
9.- Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την ηττηθείσα αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναιρέσεως στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά του (άρθρα 106, 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.09.2023 αίτηση της Φ. Ν. του Ν. για αναίρεση της υπ’ αριθμόν 1688/2023 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
