Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δικαιώνει υπερχρεωμένους δανειολήπτες με τρία παιδιά, απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί δόλου και ορίζει μηδενικές μηνιαίες καταβολές για την προστασία του σπιτιού τους
Μια σημαντική δικαστική απόφαση για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο εξέτασε την έφεση ενός ζευγαριού και ανέτρεψε την απορριπτική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, δικαιώνοντας τους δανειολήπτες.
Το ζευγάρι βρέθηκε αντιμέτωπο με σωρευμένες οφειλές προς τραπεζικά ιδρύματα που είχαν ξεκινήσει από το 2006. Ο σύζυγος εργαζόταν ως συμβασιούχος καθαριότητας στον Δήμο Κηφισιάς με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, ενώ η σύζυγος έμεινε άνεργη από το καλοκαίρι του 2012. Η κατάσταση της οικογένειας μεταβλήθηκε ουσιαστικά με τη γέννηση τριών ανήλικων τέκνων τα έτη 2016, 2019 και 2021, γεγονός που αύξησε δραστικά τις καθημερινές ανάγκες διαβίωσης.
Για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι οφειλέτες κατάφερναν να παραμένουν συνεπείς στις υποχρεώσεις τους χάρη στην οικονομική συνδρομή των γονέων του συζύγου. Οι τελευταίοι είχαν αναλάβει να καλύπτουν εξ ολοκλήρου τις μηνιαίες δόσεις των στεγαστικών δανείων, έχοντας συμβληθεί ως εγγυητές. Ωστόσο, η στήριξη αυτή διακόπηκε όταν οι γονείς αναγκάστηκαν και οι ίδιοι να υπαχθούν στον Νόμο Κατσέλη για τα δικά τους χρέη.
Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι το σημερινό καθαρό μηνιαίο εισόδημα του ζευγαριού ανέρχεται σε 1.559,68 ευρώ, τη στιγμή που οι απολύτως βασικές και εύλογες δαπάνες διαβίωσης για την πενταμελή οικογένεια προσδιορίζονται στα 2.300 ευρώ μηνιαίως, καλύπτοντας διατροφή, στέγαση, λογαριασμούς και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.
«Ανάσα» σε τρίτεκνη οικογένεια: Το σκεπτικό της απόφασης
Οι τράπεζες προέβαλαν ισχυρισμούς περί δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε κατάσταση αφερεγγυότητας, οι οποίοι ωστόσο απορρίφθηκαν από το δικαστήριο. Οι δικαστές σημείωσαν χαρακτηριστικά ότι «οι αιτούντες φάνηκαν συνεπείς στις οικονομικές τους υποχρεώσεις για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, ήτοι από το έτος 2006 έως και το έτος 2011». Παράλληλα, επισημάνθηκε πως «η αύξηση των οικογενειακών τους δαπανών δεν επήλθε από ανακυκλούμενο υπερδανεισμό, αλλά από την απόκτηση τριών τέκνων», ενώ καταγράφηκε η πρόθεσή τους για αποπληρωμή, καθώς είχαν ήδη εξοφλήσει πιστωτικές κάρτες στο παρελθόν και είχαν προσημειώσει την κατοικία τους.
Στο επίκεντρο της διαδικασίας βρέθηκε η κύρια κατοικία τους, ένα διαμέρισμα με αποθήκη συνολικής αντικειμενικής αξίας 38.781,86 ευρώ, το οποίο ανήκει κατά 50% εξ αδιαιρέτου σε καθέναν από τους συζύγους. Το δικαστήριο υπενθύμισε ότι «σημασία δεν έχει η αξία κτήσης της κατοικίας (τίμημα πώλησης) του ακινήτου που αναγράφεται στο συμβόλαιο, ούτε η αντικειμενική αξία του ακινήτου κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης, αλλά η αντικειμενική αξία του ακινήτου κατά τη συζήτηση της αίτησης». Επειδή η τρέχουσα αξία του ακινήτου κινείται κάτω από το αφορολόγητο όριο απόκτησης πρώτης κατοικίας, το δικαστήριο έκρινε ότι το ακίνητο πρέπει να εξαιρεθεί από την εκποίηση.
Λαμβάνοντας υπόψη τις εξαιρετικές περιστάσεις, τη μακροχρόνια ανεργία και το αδιέξοδο μιας πενταμελούς οικογένειας με χαμηλά εισοδήματα, το δικαστήριο αποφάσισε να ορίσει μηδενικές μηνιαίες καταβολές τόσο για τη γενική ρύθμιση όσο και ειδικά για τη διάσωση της πρώτης κατοικίας, για χρονικό διάστημα τριών ετών.
Κρίνοντας μάλιστα ότι οι οικονομικές δυσχέρειες της οικογένειας έχουν μόνιμο χαρακτήρα, το δικαστήριο αποφάσισε ρητά ότι «παρέλκει ο ορισμός νέας δικασίμου για τον επαναπροσδιορισμό του ύψους των καταβολών». Αυτό σημαίνει ότι οι οφειλέτες απαλλάσσονται οριστικά από τη διαδικασία νέων δικαστικών κύκλων και επανεξέτασης των εισοδημάτων τους μετά την τριετία, διασφαλίζοντας την πλήρη και απρόσκοπτη προστασία του σπιτιού τους.
