Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική πολιτική – Υποχρέωση του εργοδότη να ενημερώνει τον εργαζόμενο για τους όρους που διέπουν τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας – Oδηγία 91/533/ΕΟΚ – Άρθρο 8, παράγραφος 1 – Υπεράσπιση των δικαιωμάτων – Περιεχόμενο της διατάξεως αυτής – Προστασία των δικαιωμάτων που απορρέουν από την οδηγία – Άρθρο 3 – Δικαίωμα του εργαζομένου να λάβει έγγραφο που να περιέχει πληροφορίες για τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας »
Στην υπόθεση C‑369/25,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Tribunale di Napoli (πρωτοδικείο Νάπολης, Ιταλία) με απόφαση της 31ης Μαρτίου 2025, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Ιουνίου 2025, στο πλαίσιο της δίκης
LW
κατά
Trenitalia SpA,
Istituto nazionale della previdenza sociale (INPS),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. L. Arastey Sahún (εισηγήτρια), πρόεδρο τμήματος, J. Passer, E. Regan, Δ. Γρατσία και B. Smulders, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: T. Ćapeta
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο LW, εκπροσωπούμενος από τους F. Riccardi και V. Riccardi, avvocati,
– η Trenitalia SpA, εκπροσωπούμενη από τους A. Abignente και G. Ronconi, avvocati,
– το Istituto nazionale della previdenza sociale (INPS), εκπροσωπούμενο από την C. D’Aloisio, την E. De Rose, την E. A. V. Sciplino και τον A. Sgroi, avvocati,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Fiorentino, επικουρούμενο από την E. Farinelli και τον P. Garofoli, avvocati dello Stato,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον C. Biz και την S. Delaude,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 2 και 8, της οδηγίας 91/533/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Οκτωβρίου 1991, σχετικά με την υποχρέωση του εργοδότη να ενημερώνει τον εργαζόμενο για τους όρους που διέπουν τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας (ΕΕ 1991, L 288, σ. 32).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του LW, αφενός, και της Trenitalia SpA και του Istituto nazionale della previdenza sociale (INPS) [Εθνικού Ιδρύματος Κοινωνικής Ασφάλισης (INPS), Ιταλία], αφετέρου, σχετικά με την καταβολή από την Trenitalia προς το INPS εισφορών κοινωνικής ασφάλισης οι οποίες αντιστοιχούν σε αποδοχές του LW και οι οποίες, σύμφωνα με το INPS, έχουν υποπέσει σε παραγραφή.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3 Η δεύτερη, η έβδομη, η δωδέκατη και η δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 91/533 είχαν ως εξής:
«εκτιμώντας ότι […] ορισμένα κράτη μέλη έκριναν απαραίτητο να προβλέψουν διατάξεις με στόχο την υπαγωγή των εργασιακών σχέσεων σε απαιτήσεις τύπου· ότι οι διατάξεις αυτές στοχεύουν στην καλύτερη προστασία των εργαζομένων απέναντι σε μια πιθανή ελλιπή γνώση των δικαιωμάτων τους και στην ύπαρξη μεγαλύτερης διαφάνειας στην αγορά εργασίας·
[…]
ότι θα πρέπει να καθιερωθεί σε κοινοτικό επίπεδο η γενική υποχρέωση βάσει της οποίας κάθε μισθωτός εργαζόμενος πρέπει να διαθέτει ένα έγγραφο που να περιέχει πληροφορίες για τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης εργασίας ή της εργασιακής του σχέσης·
[…]
ότι είναι αναγκαίο να εξασφαλίζουν τα κράτη μέλη στους εργαζόμενους τη δυνατότητα διεκδίκησης των δικαιωμάτων τους που προκύπτουν από την παρούσα οδηγία·
ότι τα κράτη μέλη […] οφείλουν να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή σε θέση να εγγυηθούν τα επιβαλλόμενα από την παρούσα οδηγία αποτελέσματα».
4 Το άρθρο 2 της οδηγίας, το οποίο έφερε τον τίτλο «Υποχρέωση ενημέρωσης», όριζε τα εξής:
«1. Ο εργοδότης οφείλει να γνωστοποιεί στον μισθωτό εργαζόμενο στον οποίο εφαρμόζεται η παρούσα οδηγία, εφεξής καλούμενος “εργαζόμενος”, τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας.
2. Η πληροφόρηση της παραγράφου 1 αναφέρεται κατ’ ελάχιστον στα ακόλουθα στοιχεία:
α) τα στοιχεία ταυτότητας των μερών·
β) ο τόπος εργασίας· ελλείψει ορισμένου ή κύριου τόπου εργασίας, η αρχή ότι ο εργαζόμενος απασχολείται σε διάφορα σημεία, καθώς και η έδρα ή, ενδεχομένως, η κατοικία του εργοδότη·
γ) i) η ονομασία, ο βαθμός, η φύση ή η κατηγορία της απασχόλησης του εργαζόμενου,
ή
ii) o συνοπτικός χαρακτηρισμός ή περιγραφή της εργασίας·
δ) η ημερομηνία έναρξης της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας·
ε) εάν πρόκειται για σύμβαση ή σχέση προσωρινής εργασίας, η προβλεπόμενη διάρκεια της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας·
στ) η διάρκεια της άδειας μετ’ αποδοχών την οποία δικαιούται ο εργαζόμενος ή, αν δεν είναι δυνατή η ένδειξη αυτή κατά τη στιγμή παροχής της πληροφορίας, οι λεπτομέρειες χορήγησης και προσδιορισμού της αδείας αυτής·
ζ) η διάρκεια των προθεσμιών καταγγελίας που πρέπει να τηρεί ο εργοδότης και ο εργαζόμενος σε περίπτωση λύσης της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας ή, αν δεν είναι δυνατή η ένδειξη αυτή κατά τη στιγμή παροχής της πληροφορίας, τα περί καθορισμού αυτών των προθεσμιών καταγγελίας·
η) το αρχικό βασικό ποσό, τα άλλα συστατικά στοιχεία καθώς και η περιοδικότητα καταβολής της αμοιβής που δικαιούται ο εργαζόμενος·
θ) η διάρκεια της κανονικής ημερήσιας ή εβδομαδιαίας εργασίας του εργαζόμενου·
ι) κατά περίπτωση:
i) η αναφορά των συλλογικών συμβάσεων ή/και συλλογικών συμφωνιών που ρυθμίζουν τους όρους εργασίας του εργαζόμενου
ή
ii) εάν πρόκειται για συλλογικές συμβάσεις που έχουν συναφθεί εκτός επιχειρήσεως από ειδικά όργανα ίσης εκπροσώπησης, η μνεία του αρμόδιου οργάνου ίσης εκπροσώπησης στα πλαίσια του οποίου έχουν συναφθεί.
3. Η ενημέρωση για τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 2[,] στοιχεία στ), ζ), η) και θ) μπορεί, ενδεχομένως, να γίνεται και με παραπομπή στις νομοθετικές, κανονιστικές, διοικητικές ή καταστατικές διατάξεις ή στις συλλογικές συμβάσεις που ρυθμίζουν τα οικεία θέματα.»
5 Το άρθρο 3 της οδηγίας 91/533, τιτλοφορούμενο «Τρόποι ενημέρωσης», είχε ως εξής:
«1. Η ενημέρωση για τα στοιχεία του άρθρου 2[,] παράγραφος 2[,] μπορεί να γίνεται με παράδοση στον εργαζόμενο, δύο μήνες το αργότερο μετά από την έναρξη της εργασίας του:
α) γραπτής σύμβασης εργασίας
ή/και
β) επιστολής πρόσληψης
ή/και
γ) ενός ή περισσοτέρων άλλων εγγράφων, εφόσον ένα από αυτά τα έγγραφα περιλαμβάνει τουλάχιστον όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 2[,] παράγραφος 2[,] στοιχεία α), β), γ), δ), η) και θ).
2. Όταν κανένα από τα έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν παραδίδεται στον εργαζόμενο εντός της προβλεπόμενης στην εν λόγω παράγραφο προθεσμίας, ο εργοδότης οφείλει να παραδώσει στον εργαζόμενο, το αργότερο εντός δύο μηνών από την έναρξη της εργασίας του, γραπτή δήλωση που υπογράφεται από τον εργοδότη και περιέχει τουλάχιστον τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 2[,] παράγραφος 2.
[…]»
6 Το άρθρο 4 της ίδιας οδηγίας, τιτλοφορούμενο «Εκπατριζόμενος εργαζόμενος», προέβλεπε στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Εάν ο εργαζόμενος πρέπει να ασκήσει την εργασία του σε ένα ή πολλά άλλα κράτη εκτός του κράτους μέλους στου οποίου τη νομοθεσία ή/και την πρακτική υπόκειται η σύμβαση ή η σχέση εργασίας, το ή τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 3 πρέπει να βρίσκονται στην κατοχή του εργαζόμενου πριν την αναχώρησή του και πρέπει να περιέχουν τουλάχιστον τα εξής πρόσθετα στοιχεία:
α) τη διάρκεια της εργασίας στο εξωτερικό·
β) το νόμισμα στο οποίο θα καταβάλλεται η αμοιβή·
γ) ενδεχομένως, τα πλεονεκτήματα, σε χρήμα ή σε είδος, που συνδέονται με τον εκπατρισμό·
δ) ενδεχομένως, τους όρους επαναπατρισμού του εργαζόμενου.»
7 Το άρθρο 5 της οδηγίας 91/533, το οποίο έφερε τον τίτλο «Μεταβολή των στοιχείων της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας» όριζε στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Για κάθε μεταβολή των στοιχείων που προβλέπονται στο άρθρο 2[,] παράγραφος 2[,] και στο άρθρο 4[,] παράγραφος 1, ο εργοδότης πρέπει να συντάσσει σχετικό έγγραφο και να το παραδίδει στον εργαζόμενο το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο ένα μήνα μετά τη χρονολογία που πραγματοποιείται η σχετική μεταβολή.»
8 Το άρθρο 8 της οδηγίας, τιτλοφορούμενο «Υπεράσπιση των δικαιωμάτων», προέβλεπε στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Τα κράτη μέλη εισάγουν στην εσωτερική τους έννομη τάξη τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου να καταστεί δυνατό σε κάθε εργαζόμενο που θεωρεί ότι θίγεται από την μη τήρηση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από την παρούσα οδηγία να διεκδικεί τα δικαιώματά του διά της δικαστικής οδού, αφού, ενδεχομένως, προσφύγει σε άλλες αρμόδιες αρχές.»
Το ιταλικό δίκαιο
Ο αστικός κώδικας
9 Το άρθρο 2114 του codice civile (αστικού κώδικα) ορίζει τα εξής:
«Οι ειδικοί νόμοι […] καθορίζουν τις περιπτώσεις και τις μορφές υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης και κοινωνικής πρόνοιας, καθώς και τις συναφείς εισφορές και παροχές.»
10 Κατά το άρθρο 2116 του αστικού κώδικα:
«Οι αναφερόμενες στο άρθρο 2114 παροχές καταβάλλονται στον εργαζόμενο ακόμη και αν ο εργοδότης δεν έχει καταβάλει τακτικά τις οφειλόμενες εισφορές στα ιδρύματα κοινωνικής ασφάλισης και πρόνοιας, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά από τους ειδικούς νόμους.
Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, σύμφωνα με τις διατάξεις ειδικών νόμων, τα ιδρύματα κοινωνικής ασφάλισης και πρόνοιας δεν υποχρεούνται, λόγω μη καταβολής ή παράτυπης καταβολής εισφορών, να καταβάλλουν το σύνολο ή μέρος των παροχών που οφείλονται, ο εργοδότης ευθύνεται για τη ζημία που προκαλείται στον εργαζόμενο.»
Ο νόμος 1338/62
11 Το άρθρο 13 του legge n. 1338 – Disposizioni per il miglioramento dei trattamenti di pensione dell’assicurazione obbligatoria per l’invalidità, la vecchiaia e i superstiti (νόμου 1338, περί διατάξεων για τη βελτίωση των συνταξιοδοτικών παροχών υποχρεωτικής ασφάλισης αναπηρίας, γήρατος και θανάτου), της 12ης Αυγούστου 1962 (GURI 229, της 11ης Σεπτεμβρίου 1962, σ. 3727), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: νόμος 1338/62), ορίζει τα εξής:
«[…] [Ο] εργοδότης ο οποίος παρέλειψε να καταβάλει εισφορές για την υποχρεωτική ασφάλιση αναπηρίας, γήρατος και θανάτου και ο οποίος δεν μπορεί πλέον να τις καταβάλει λόγω επελθούσας παραγραφής […], μπορεί να ζητήσει από το [INPS] να συστήσει […] ισόβια πρόσοδο μεταβιβάσιμη στους επιζώντες δικαιούχους, ίση με τη σύνταξη ή το αντίστοιχο τμήμα της συντάξεως που θα δικαιούνταν ο μισθωτός βάσει της υποχρεωτικής ασφάλισης για τις μη καταβληθείσες εισφορές.
[…]
Όταν ο εργαζόμενος δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη σύσταση της προσόδου από τον εργοδότη σύμφωνα με το παρόν άρθρο, μπορεί να υποκαταστήσει ο ίδιος τον εργοδότη, με την επιφύλαξη του δικαιώματος αποζημιώσεως […]
[…]».
Ο νόμος 335/95
12 Το άρθρο 1, παράγραφος 6, του legge n. 335 – Riforma del sistema pensionistico obbligatorio e complementare (νόμου 335, για τη μεταρρύθμιση του υποχρεωτικού και επικουρικού συνταξιοδοτικού συστήματος), της 8ης Αυγούστου 1995 (GURI 190, της 16ης Αυγούστου 1995, τακτικό συμπλήρωμα αριθ. 101), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: νόμος 335/95), προβλέπει τα εξής:
«Το ύψος της ετήσιας σύνταξης στο υποχρεωτικό γενικό σύστημα ασφάλισης και στα συστήματα που το αντικαθιστούν ή αποκλείουν την υπαγωγή σε αυτό καθορίζεται σύμφωνα με το ανταποδοτικό σύστημα, με πολλαπλασιασμό του ατομικού ποσού εισφορών επί τον συντελεστή μετατροπής που προβλέπεται στον επισυναπτόμενο πίνακα Α και αντιστοιχεί στην ηλικία του ασφαλισμένου κατά τον χρόνο συνταξιοδότησής του. […]»
13 Το άρθρο 3, παράγραφος 9, του νόμου αυτού έχει ως εξής:
«Οι υποχρεωτικές εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και πρόνοιας παραγράφονται και δεν μπορούν να καταβληθούν μετά την πάροδο τον ακόλουθων προθεσμιών:
α) προθεσμίας δέκα ετών για τις εισφορές στο ταμείο συντάξεων μισθωτών […]. Από 1ης Ιανουαρίου 1996, η προθεσμία αυτή μειώνεται σε πέντε έτη, με εξαίρεση τις περιπτώσεις καταγγελίας από τον εργαζόμενο ή τους επιζώντες του·
[…]».
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
14 Ο LW είναι εργαζόμενος ο οποίος, τον Μάιο του 2003, τέθηκε στη διάθεση της εταιρείας Trenitalia από εταιρεία προσωρινής απασχόλησης.
15 Με απόφαση της 31ης Οκτωβρίου 2018, το Corte d’appello di Napoli (εφετείο Νάπολης, Ιταλία) διαπίστωσε ότι η τοποθέτηση αυτή πραγματοποιήθηκε κατά παράβαση της ιταλικής νομοθεσίας με την οποία μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη η οδηγία 2008/104/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, περί της εργασίας μέσω εταιρείας προσωρινής απασχόλησης (ΕΕ 2008, L 327, σ. 9), και, κατά συνέπεια, αναγνώρισε ότι από τον Μάιο του 2003 είχε συσταθεί σχέση εργασίας μεταξύ του LW και της Trenitalia.
16 Σε εκτέλεση αυτής της απόφασης, η Trenitalia ενέταξε τον LW στο προσωπικό της με ισχύ από 1ης Ιουλίου 2019.
17 Ο LW πέτυχε επίσης, με άλλη δικαστική απόφαση, να υποχρεωθεί η Trenitalia να του καταβάλει ποσό ύψους 110 308,13 ευρώ ως αναδρομικές αποδοχές.
18 Κατόπιν τούτου, η Trenitalia κατέβαλε στο INPS τις ασφαλιστικές εισφορές που αντιστοιχούσαν στους μισθούς που έλαβε ο LW για την περίοδο από τον Ιανουάριο του 2016 έως τον Ιούνιο του 2019.
19 Αντιθέτως, δεν κατέβαλε στο INPS τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης που αντιστοιχούσαν στους μισθούς που έλαβε ο LW για την περίοδο από τον Μάιο του 2003 έως τον Δεκέμβριο του 2015 (στο εξής: επίμαχες εισφορές), για τον λόγο ότι το INPS θεωρούσε ότι οι εν λόγω εισφορές είχαν υποπέσει σε παραγραφή δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 9, του νόμου 335/95, το οποίο προβλέπει πενταετή προθεσμία παραγραφής.
20 Ο LW άσκησε αγωγή ενώπιον του Tribunale di Napoli (πρωτοδικείου Νάπολης, Ιταλία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο, με αίτημα την καταβολή των επίμαχων εισφορών.
21 Ο LW ζήτησε επίσης, επικουρικώς, τη σύσταση ισόβιας προσόδου δυνάμει του άρθρου 13 του νόμου 1338/62 και, όλως επικουρικώς, την καταβολή αποζημίωσης δυνάμει του άρθρου 2116, δεύτερο εδάφιο, του αστικού κώδικα.
22 Η Trenitalia και το INPS αντιτάχθηκαν στο κύριο αίτημα του LW. Ειδικότερα, το INPS υποστηρίζει ότι το αίτημα αυτό είναι απαράδεκτο καθόσον αφορά τις περιόδους οι οποίες καλύπτονται από την παραγραφή του άρθρου 3, παράγραφος 9, του νόμου 335/95. Κατά συνέπεια, η Trenitalia δεν μπορούσε να καταβάλει τις επίμαχες εισφορές στο INPS, αλλά μπορούσε να ζητήσει τη σύσταση ισόβιας προσόδου δυνάμει του άρθρου 13 του νόμου 1338/62.
23 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το ως άνω επιχείρημα του INPS φαίνεται να συνάδει με την πάγια νομολογία του Corte suprema di cassazione (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Ιταλία).
24 Διερωτάται, ωστόσο, αν η παραγραφή των επίμαχων εισφορών είναι σύμφωνη με την οδηγία 91/533 και, σε περίπτωση που δεν είναι σύμφωνη, αν θα μπορούσε ο LW να επιτύχει να υποχρεωθεί η Trenitalia να καταβάλει τις επίμαχες εισφορές βάσει αυτής της οδηγίας.
25 Συναφώς, πρώτον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν τα κράτη μέλη υποχρεούνται να μεριμνούν μόνο για την παράδοση του προβλεπόμενου στο άρθρο 3 της οδηγίας εγγράφου πρόσληψης, το οποίο περιέχει τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 2 της ίδιας οδηγίας, ή αν υποχρεούνται επίσης, δυνάμει της ίδιας οδηγίας, να διασφαλίζουν την προστασία των δικαιωμάτων που πρέπει να μνημονεύονται στο έγγραφο αυτό, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος αμοιβής.
26 Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι οι διατάξεις της οδηγίας 91/533 συνηγορούν υπέρ της δεύτερης εκδοχής. Αφενός, από τη δωδέκατη και τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής φαίνεται να προκύπτει ότι σκοπός της είναι η διασφάλιση των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη σχέση εργασίας και τα οποία πρέπει να μνημονεύονται στο εν λόγω έγγραφο, οπότε το κράτος μέλος οφείλει να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα που κατατείνουν στη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των εν λόγω δικαιωμάτων. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι, στο άρθρο 8 της εν λόγω οδηγίας, χρησιμοποιείται η λέξη «δικαιώματα» στον πληθυντικό και όχι στον ενικό αριθμό, στοιχείο που φαίνεται να υποδηλώνει ότι η οδηγία αποσκοπεί στην προστασία των δικαιωμάτων που μνημονεύονται στο ίδιο έγγραφο, και όχι απλώς στην προστασία του δικαιώματος ενημέρωσης σχετικά με τα εν λόγω δικαιώματα.
27 Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, σύνταξη γήρατος η οποία καταβάλλεται από δημόσιο οργανισμό συνιστά «ετεροχρονισμένη αμοιβή» όταν καταβάλλεται σε συγκεκριμένη κατηγορία εργαζομένων και υπολογίζεται βάσει των αποδοχών και της διάρκειας της ασφάλισης. Τούτο συμβαίνει στην Ιταλία, όπου το ύψος των συντάξεων γήρατος εξαρτάται από τον αριθμό των ετών καταβολής εισφορών και από το ύψος των καταβληθεισών εισφορών, υπολογιζόμενο ως ποσοστό επί των μηνιαίων αποδοχών που έχουν καταβληθεί στον ασφαλισμένο, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 6, του νόμου 335/95.
28 Το ίδιο δικαστήριο διερωτάται αν, σε περίπτωση που γίνει δεκτός ένας τέτοιος χαρακτηρισμός της σύνταξης γήρατος ως «ετεροχρονισμένης αμοιβής», τούτο θα είχε ως συνέπεια την υπαγωγή του δικαιώματος καταβολής εισφορών κοινωνικής ασφάλισης στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 91/533.
29 Τρίτον και τελευταίον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι από πάγια νομολογία του Corte suprema di cassazione (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) προκύπτει ότι δεν υφίσταται, στο ιταλικό δίκαιο, ένδικο βοήθημα διά του οποίου να μπορεί ο εργαζόμενος να ζητήσει να υποχρεωθεί το INPS να τακτοποιήσει την κατάσταση του εργαζομένου όσον αφορά τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης.
30 Οι μόνες δυνατότητες που έχει ο εργαζόμενος σε μια κατάσταση, όπως επίμαχη στην κύρια δίκη, είναι είτε να ζητήσει από τον εργοδότη την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη, δυνάμει του άρθρου 2116, δεύτερο εδάφιο, του αστικού κώδικα, είτε να υποκαταστήσει τον εργοδότη για τη σύσταση ισόβιας προσόδου κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 13 του νόμου 1338/62. Τέτοιες όμως ενέργειες μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνον κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης του εργαζομένου, ήτοι σε χρόνο κατά τον οποίο οι οικείες εισφορές κοινωνικής ασφάλισης έχουν παραγραφεί, όπως εν προκειμένω.
31 Προκειμένου να αποφευχθεί μια τέτοια παραγραφή, ο εργαζόμενος θα πρέπει να κινήσει ένδικη διαδικασία κατά του εργοδότη του και του INPS κατά τη διάρκεια της σχέσης εργασίας. Ωστόσο, προκειμένου η ένδικη αυτή διαδικασία να καταλήξει στην καταβολή εισφορών κοινωνικής ασφάλισης από τον εργοδότη στο INPS, θα ήταν αναγκαίο το INPS να μετάσχει ως διάδικος στη δίκη και να αξιώσει την καταβολή αυτή.
32 Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, αν ήθελε θεωρηθεί ότι η σύνταξη γήρατος συνιστά «ετεροχρονισμένη αμοιβή», ο εργαζόμενος θα μπορούσε να διεκδικήσει τις μισθολογικές απαιτήσεις που απορρέουν από τη σχέση εργασίας εντός πέντε ετών από τη λύση της σχέσεως αυτής, χωρίς να υποχρεούται να προσφύγει στη δικαιοσύνη κατά τη διάρκεια της σχέσης εργασίας.
33 Στο πλαίσιο αυτό το Tribunale di Napoli (πρωτοδικείο Νάπολης) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Συνίστανται τα δικαιώματα που διαλαμβάνονται στο άρθρο 8 της [οδηγίας 91/533], την προστασία των οποίων πρέπει να διασφαλίζει το κράτος μέλος, αποκλειστικά στο δικαίωμα λήψης του εγγράφου πρόσληψης κατά το άρθρο 2 της εν λόγω οδηγίας ή στα δικαιώματα που πρέπει να αναγράφονται στο έγγραφο αυτό και, ειδικότερα, στην αμοιβή;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης του Δικαστηρίου στο πρώτο ερώτημα, συνιστά, στο πλαίσιο που περιγράφηκε, η σύνταξη την οποία θα λάβει ο ενάγων, και η οποία εξαρτάται από την εισφορά που καταβάλλεται κατ’ αναλογία προς την αμοιβή που λαμβάνεται και τα έτη υπαγωγής στο γενικό σύστημα υποχρεωτικής ασφάλισης, ετεροχρονισμένη αμοιβή για τους ασφαλισμένους του ιδιωτικού τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 2 της [οδηγίας 91/533];
3) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στα δύο πρώτα ερωτήματα, εμπίπτει επίσης στο πεδίο προστασίας του άρθρου 8 της [οδηγίας 91/533] το δικαίωμα του εργαζομένου για καταβολή εισφορών, το οποίο επηρεάζει καθοριστικά το συνταξιοδοτικό δικαίωμα και το ύψος της σύνταξης;
4) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στα προηγούμενα ερωτήματα, αντιβαίνει στο άρθρο 8 της [οδηγίας 91/533] το να είναι αναγκασμένος ο εργαζόμενος, κατά τη διάρκεια της σχέσης εργασίας, να κινηθεί δικαστικώς κατά του εργοδότη, πέραν του INPS, με αίτημα την καταβολή των εισφορών, προκειμένου να αποφύγει την παραγραφή των δικαιωμάτων του, ενώ τα δικαιώματα αυτά εξαρτώνται αποκλειστικά από τη βούληση του INPS να μετάσχει στη δίκη και να αξιώσει την εξόφληση της απαίτησης, σε αντίθεση προς ό,τι συμβαίνει με τις τακτικές αποδοχές, και τούτο ακόμη και αν ο εργαζόμενος δεν προστατεύεται επαρκώς από παράνομη απόλυση, με αποτέλεσμα να διατρέχει τον κίνδυνο απόλυσης ή μη συνέχισης της σχέσης εργασίας που προστατεύεται από την [οδηγία 2008/104];
5) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στα προηγούμενα ερωτήματα, ποια είναι τα μέσα που έχει στη διάθεσή του το αιτούν δικαστήριο και, εν προκειμένω, μπορεί η εναρμόνιση του συστήματος παραγραφής των εισφορών και του συστήματος παραγραφής των αμοιβών να θεωρηθεί επαρκές μέτρο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που θέτει το άρθρο 8 της [οδηγίας 91/533];»
Επί του παραδεκτού της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως
34 Η Trenitalia και το INPS υποστηρίζουν ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη.
35 Η Trenitalia διατείνεται ότι η διαφορά της κύριας δίκης αφορά αμιγώς εσωτερική κατάσταση και δεν συνδέεται με το δίκαιο της Ένωσης. Ειδικότερα, τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 91/533, καθόσον η οδηγία αυτή δεν αφορά ούτε τις παροχές κοινωνικής ασφάλισης ούτε τα ένδικα βοηθήματα που είναι δυνατόν να ασκηθούν για τη διεκδίκηση της καταβολής των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης που δεν κατέβαλε ο εργοδότης. Ενδεχόμενη ερμηνεία του άρθρου 8 της οδηγίας υπό την έννοια ότι επεκτείνει στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας το προστατευτικό πλαίσιο που ισχύει στο εργατικό δίκαιο, δεν μπορεί να στηριχθεί στις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας και βαίνει πέραν των σκοπών που αυτή επιδιώκει.
36 Το INPS φρονεί, από την πλευρά του, ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη λόγω ελλείψεως αιτιολογίας, καθόσον, από τη διατύπωση του σκεπτικού της δεν προκύπτει κανένα επιχείρημα το οποίο να συνηγορεί υπέρ ενδεχόμενης ερμηνείας των άρθρων 2 και 8 της οδηγίας 91/533 δυνάμενης να οδηγήσει στο επιδιωκόμενο από το αιτούν δικαστήριο αποτέλεσμα. Εξάλλου, τα υποβληθέντα ερωτήματα είναι αλυσιτελή και, εν πάση περιπτώσει, με αυτά προτείνεται μια ερμηνεία των άρθρων 2 και 8 η οποία θα υπερέβαινε το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
37 Διαπιστώνεται ότι οι ενστάσεις απαραδέκτου που προέβαλαν η Trenitalia και το INPS στηρίζονται, κατ’ ουσίαν, σε επιχειρήματα σχετικά με την ερμηνεία του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 91/533 καθώς και των άρθρων της 2 και 8.
38 Επομένως, τα επιχειρήματα αυτά αφορούν την ουσία των υποβληθέντων ερωτημάτων και όχι το παραδεκτό τους, οπότε πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο της επί της ουσίας εξετάσεως των ερωτημάτων (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 12ης Μαρτίου 2026, Harry et Associés, C‑205/24, EU:C:2026:192, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
39 Συνεπώς, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
40 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/533 έχει την έννοια ότι ο όρος «δικαιώματα», κατά την εν λόγω διάταξη, καταλαμβάνει μόνον τα δικαιώματα που απορρέουν από την οδηγία 91/533, όπως το δικαίωμα του εργαζομένου να λαμβάνει ένα από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 της οδηγίας έγγραφα, ή καταλαμβάνει επίσης και τα δικαιώματα που απορρέουν από τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας για τα οποία ο εργοδότης οφείλει, μέσω ενός τέτοιου εγγράφου, να ενημερώσει τον εργαζόμενο δυνάμει του άρθρου 2 της εν λόγω οδηγίας.
41 Συναφώς, υπενθυμίζεται, κατ’ αρχάς, ότι το άρθρο 2 της οδηγίας 91/533 ορίζει, στην παράγραφο 1, ότι ο εργοδότης υποχρεούται να γνωστοποιεί στον μισθωτό εργαζόμενο στον οποίο εφαρμόζεται η οδηγία τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αφορούν τουλάχιστον, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου 2, τα στοιχεία που απαριθμούνται στην τελευταία αυτή παράγραφο.
42 Εν συνεχεία, το άρθρο 3 της οδηγίας 91/533 προβλέπει τα είδη των εγγράφων με τα οποία ο εργοδότης οφείλει να παρέχει στον εργαζόμενο την ενημέρωση σχετικά με τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας, καθώς και τις προθεσμίες εντός των οποίων πρέπει να παρέχεται η ενημέρωση αυτή.
43 Τέλος υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/533, τα κράτη μέλη εισάγουν στην εσωτερική τους έννομη τάξη τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου να καταστεί δυνατό σε κάθε εργαζόμενο που θεωρεί ότι θίγεται από την μη τήρηση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από την εν λόγω οδηγία να διεκδικεί τα δικαιώματά του διά της δικαστικής οδού, αφού, ενδεχομένως, προσφύγει σε άλλες αρμόδιες αρχές.
44 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για την ερμηνεία διάταξης του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (βλ. αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1983, Merck, 292/82, EU:C:1983:335, σκέψη 12, και της 4ης Ιουνίου 2026, Landkreis Schweinfurt, C‑621/24, EU:C:2026:450, σκέψη 56).
45 Πρώτον, από τη διατύπωση του άρθρου 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/533 προκύπτει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν ότι είναι δυνατό «σε κάθε εργαζόμενο που θεωρεί ότι θίγεται από την μη τήρηση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από την [εν λόγω] οδηγία να διεκδικεί τα δικαιώματά του διά της δικαστικής οδού».
46 Επομένως, από τη συνολική θεώρηση του λεκτικού της εν λόγω διάταξης προκύπτει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν ότι οι εργαζόμενοι μπορούν να διεκδικήσουν διά της δικαστικής οδού όχι τα δικαιώματα που απορρέουν από τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας τους, αλλά τα δικαιώματα που αντλούν από τις υποχρεώσεις ενημέρωσης που η εν λόγω οδηγία επιβάλλει στους εργοδότες.
47 Δεύτερον, η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η εν λόγω διάταξη.
48 Συναφώς, όσον αφορά το ζήτημα του ποια είναι τα «δικαιώματα» που απορρέουν από την οδηγία 91/533, κατά την έννοια του άρθρου της 8, παράγραφος 1, υπενθυμίζεται ότι η εν λόγω οδηγία θεσπίζει, όπως προκύπτει από τον ίδιο τον τίτλο της, «την υποχρέωση του εργοδότη να ενημερώνει τον εργαζόμενο για τους όρους που διέπουν τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας», η δε έβδομη αιτιολογική σκέψη της χαρακτηρίζει την εν λόγω υποχρέωση ως «γενική υποχρέωση».
49 Από αυτή τη «γενική υποχρέωση» απορρέουν πλείονες συγκεκριμένες υποχρεώσεις του εργοδότη, οι οποίες, με τη σειρά τους, αντιστοιχούν σε ισάριθμα συγκεκριμένα δικαιώματα του εργαζομένου. Τούτο ισχύει, ειδικότερα, για τα εξής:
– την υποχρέωση γνωστοποίησης των ουσιωδών στοιχείων της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 2 της ίδιας οδηγίας·
– την υποχρέωση η ως άνω γνωστοποίηση να διενεργηθεί μέσω ενός από τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 3 της οδηγίας 91/533 και εντός των προθεσμιών που προβλέπει το ίδιο άρθρο·
– την υποχρέωση να γνωστοποιούνται στους εκπατριζόμενους εργαζομένους, πριν από την αναχώρησή τους, επιπλέον των ουσιωδών αυτών στοιχείων, και πρόσθετα στοιχεία σχετικά με την απόσπασή τους, όπως προκύπτει από το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας·
– ή ακόμη, την υποχρέωση να γνωστοποιείται στους εργαζομένους κάθε μεταβολή των ουσιωδών στοιχείων και πρόσθετων στοιχείων εντός της προθεσμίας και με τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 5 της εν λόγω οδηγίας.
50 Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα «δικαιώματα» που απορρέουν από την οδηγία 91/533, κατά την έννοια του άρθρου της 8, παράγραφος 1, είναι τα δικαιώματα που οι εργαζόμενοι αντλούν από τις μνημονευόμενες στην προηγούμενη σκέψη υποχρεώσεις που υπέχουν οι εργοδότες από τα άρθρα της οδηγίας, όπερ συνεπάγεται ότι αντικείμενο των δικαιωμάτων αυτών αποτελεί μόνον η ενημέρωση που οφείλεται στους εργαζομένους όσον αφορά ορισμένα στοιχεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας καθώς και ο τρόπος κατά τον οποίο πρέπει να διενεργηθεί η εν λόγω ενημέρωση.
51 Αντιθέτως, το άρθρο 8, παράγραφος 1, δεν αφορά τα δικαιώματα που απορρέουν από τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας, τα οποία ενδεχομένως μνημονεύονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/533.
52 Βεβαίως, το εν λόγω άρθρο 2, παράγραφος 2, περιέχει μη εξαντλητική απαρίθμηση των ουσιωδών στοιχείων της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας, ορισμένα από τα οποία συνιστούν δικαιώματα για τα οποία ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να ενημερωθεί.
53 Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα ως άνω ουσιώδη στοιχεία μνημονεύονται απλώς στην εν λόγω οδηγία ως πληροφορίες οι οποίες πρέπει να γνωστοποιούνται στους εργαζομένους.
54 Αντιθέτως, το νομικό καθεστώς των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται υπέρ των εργαζομένων και τα οποία περιλαμβάνονται στα ως άνω ουσιώδη στοιχεία δεν διέπεται από την εν λόγω οδηγία, αλλά από άλλες πράξεις του δικαίου της Ένωσης ή του εθνικού δικαίου. Όπως επισημαίνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, τούτο επιβεβαιώνεται από το άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/533, από το οποίο προκύπτει ότι ορισμένα από τα στοιχεία που μνημονεύονται στο εν λόγω άρθρο 2, παράγραφος 2, διέπονται από τέτοιες άλλες πράξεις, συμπεριλαμβανομένων των συλλογικών συμβάσεων.
55 Επομένως, ενδεχόμενη προσβολή των εν λόγω δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται υπέρ των εργαζομένων δεν είναι, αυτή καθεαυτήν, κρίσιμη για την εκτίμηση της συμμόρφωσης προς την οδηγία 91/533, δεδομένου ότι η τελευταία επιβάλλει, όσον αφορά τα εν λόγω δικαιώματα, μόνον υποχρέωση ενημέρωσης.
56 Η ερμηνεία που παρατίθεται στη σκέψη 46 της παρούσας απόφασης επιρρωννύεται, τρίτον και τελευταίον, και από τον σκοπό που επιδιώκει η εν λόγω οδηγία, ο οποίος, όπως προκύπτει από τη δεύτερη και την έβδομη αιτιολογική σκέψη της, συνίσταται στην υπαγωγή των εργασιακών σχέσεων σε προϋποθέσεις τύπου, προκειμένου να προστατεύονται καλύτερα οι εργαζόμενοι απέναντι σε μια πιθανή ελλιπή γνώση των δικαιωμάτων τους, καθώς και στην ύπαρξη μεγαλύτερης διαφάνειας στην αγορά εργασίας, μέσω της ενημέρωσης των εργαζομένων για τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας τους.
57 Επομένως, η εν λόγω οδηγία αποβλέπει, σύμφωνα με τον σκοπό αυτόν, στη θέσπιση τυπικής υποχρέωσης ενημέρωσης και διαφάνειας.
58 Βεβαίως, η επιδίωξη του σκοπού αυτού καθιστά δυνατή την προστασία των εργαζομένων από ενδεχόμενη ελλιπή γνώση των δικαιωμάτων τους που κατοχυρώνονται σε άλλες πράξεις του δικαίου της Ένωσης ή του εθνικού δικαίου, ακόμη και σε συλλογικές συμβάσεις, μέσω της ενημέρωσης των εργαζομένων σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους έναντι του εργοδότη τους.
59 Εντούτοις, και όπως προκύπτει επίσης από τη σκέψη 54 της παρούσας αποφάσεως, η οδηγία 91/533 δεν αφορά, αυτή καθεαυτήν, την υποχρέωση διασφάλισης της προστασίας των δικαιωμάτων αυτών.
60 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/533 έχει την έννοια ότι ο όρος «δικαιώματα», κατά την εν λόγω διάταξη, καταλαμβάνει μόνον τα δικαιώματα που απορρέουν από τη συγκεκριμένη οδηγία, όπως το δικαίωμα του εργαζομένου να λαμβάνει ένα από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 της οδηγίας έγγραφα, και επομένως δεν εμπίπτουν στον όρο αυτόν τα δικαιώματα που απορρέουν από τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας για τα οποία ο εργοδότης οφείλει, μέσω ενός τέτοιου εγγράφου, να ενημερώσει τον εργαζόμενο δυνάμει του άρθρου 2 της εν λόγω οδηγίας.
Επί του δευτέρου, του τρίτου, του τετάρτου και του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος
61 Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο, το τρίτο, το τέταρτο και το πέμπτο ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
62 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/533/ΕΟΚ, του Συμβουλίου, της 14ης Οκτωβρίου 1991, σχετικά με την υποχρέωση του εργοδότη να ενημερώνει τον εργαζόμενο για τους όρους που διέπουν τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας,
έχει την έννοια ότι:
ο όρος «δικαιώματα», κατά την εν λόγω διάταξη, καταλαμβάνει μόνον τα δικαιώματα που απορρέουν από τη συγκεκριμένη οδηγία, όπως το δικαίωμα του εργαζομένου να λαμβάνει ένα από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 της οδηγίας έγγραφα, και επομένως δεν εμπίπτουν στον όρο αυτόν τα δικαιώματα που απορρέουν από τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας για τα οποία ο εργοδότης οφείλει, μέσω ενός τέτοιου εγγράφου, να ενημερώσει τον εργαζόμενο δυνάμει του άρθρου 2 της εν λόγω οδηγίας.
