ΣτΕ Δ΄ 1084/2026
Πρόεδρος: Ό. Ζύγουρα, Σύμβουλος Επικρατείας
Εισηγητής: Ι. Παπαγιάννης, Σύμβουλος Επικρατείας
1. Απορρίπτεται αίτηση του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Παιδικών Τροφών και Ειδικής Διατροφής Ελλάδος περί ακυρώσεως της 69687/2024 αποφάσεως Υπουργού Ανάπτυξης με αντικείμενο τον προσδιορισμό του λειτουργικού κόστους των επιχειρήσεων παραγωγής και εμπορίας παρασκευασμάτων για βρέφη, βάσει του οποίου καθορίζεται το μικτό περιθώριο κέρδους των επιχειρήσεων στην οικεία κατηγορία προϊόντων.
2. Απορρίπτονται λόγοι περί παραβάσεως του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος.
3. Τα αγορανομικά μέτρα, με τα οποία ρυθμίζονται τιμές αγαθών ή υπηρεσιών για την προστασία των καταναλωτών συνιστούν θεμιτούς κατ’ αρχήν περιορισμούς της ελευθερίας του εμπορίου, εφόσον τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. Οι κανονιστικώς καθοριζόμενες, αμέσως ή εμμέσως, τιμές δεν μπορεί πάντως να είναι κατώτερες του πραγματικού κόστους ορθολογικώς οργανωμένης επιχείρησης και πρέπει να διασφαλίζουν εύλογο κέρδος.
4. Οι επιβληθέντες με το άρθρο 39 του ν. 5082/24 και την προσβ/νη ΥΑ περιορισμοί στο εμπόριο προϊόντων για βρέφη με τον καθορισμό ανώτατου μικτού περιθωρίου κέρδους υπαγορεύθηκαν από σοβαρούς λόγους υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος που συνίστανται στην άμεση και επιτακτική ανάγκη προστασίας των καταναλωτών (διαχρονικώς υψηλές τιμές, αγαθά με ανελαστική ζήτηση για ορισμένες κατηγορίες καταναλωτών, δημογραφικοί λόγοι, προστασία της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών στο πλαίσιο της οξείας διεθνούς πληθωριστικής κρίσης) Δεν προκύπτει πρόδηλο σφάλμα του κοινού και κανονιστικού νομοθέτη περί την εκτίμηση της σχετικής πραγματικής κατάστασης, ούτε ενδείξεις ότι ο εισαχθείς περιορισμός οδηγεί σε οικονομικό αποτέλεσμα υπολειπόμενο του πραγματικού κόστους των επιχειρήσεων και πάντως σε συνολικώς ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Το επιβληθέν μέτρο είναι πρόσφορο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, δεν υπερβαίνει το αναγκαίο προς τούτο μέτρο και είναι και υπό στενή έννοια αναλογικό, διότι το προσδοκώμενο κοινωνικό όφελος δεν τελεί σε δυσαναλογία -και μάλιστα πρόδηλη- προς τον επιβληθέντα πρόσκαιρο περιορισμό της επιχειρηματικής ελευθερίας.
Εφόσον εξάλλου οι επίμαχες ρυθμίσεις ήταν πρόσφορες και αναγκαίες για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού δημοσίου συμφέροντος, δεν υφίστατο περαιτέρω υποχρέωση της πολιτείας να τεκμηριώσει ότι ήταν και οι μόνες κατάλληλες προς τούτο.
Το κριτήριο καθορισμού του ανώτατου μικτού περιθωρίου κέρδους με βάση το μέσο λειτουργικό κόστος στηρίζεται στην αρχή της κοστοστρεφούς διαμόρφωσης των τιμών προς αποτροπή των δυσαναλογιών που διαπιστώθηκαν κατά την διάθεση στους καταναλωτές ενός απολύτως αναγκαίου και κρίσιμου για την ανάπτυξη και την υγεία των βρεφών αγαθού. Το κριτήριο αυτό είναι γενικό και αντικειμενικό και αποτυπώνεται κατά τρόπο σαφή στις σχετικές διατάξεις.
Εν προκειμένω δεν ετέθη εν αμφιβόλω το σύνολο του κόστους των επιχειρήσεων, αλλά αυτό αποτελεί την βάση για τον καθορισμό του μικτού περιθωρίου κέρδους κόστους τους, ώστε να διασφαλίζεται πλήρως η βιωσιμότητά τους.
Δεν υφίσταται παραβίαση της αρχής της ισότητας λόγω των διαφοροποιήσεων των επιχειρήσεων σε σχέση με την ειδικότερη διαμόρφωση του λειτουργικού τους κόστους, ως αποτέλεσμα των επιχειρηματικών επιλογών τους.
Απορρίπτονται λόγοι περί παραβάσεως των άρθρων 5 παρ.1 και 4 παρ. 1 του Συντάγματος και της αρχής της αναλογικότητος.
6. Δεν έχουν εν προκειμένω εφαρμογή οι διατάξεις της ΣΛΕΕ για την ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων και υπηρεσιών.
7. Διατάξεις του εθνικού δικαίου ρυθμίζουσες την πώληση αγαθών καθ’ εαυτήν αποτελούν μέτρα αφορώντα αποκλειστικώς την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων και ελέγχονται με βάση τις διατάξεις της ΣΛΕΕ που απαγορεύουν τους ποσοτικούς περιορισμούς στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
Το επίμαχο μέτρο εισάγει μορφή πώλησης αφορώσα τον τρόπο διαμόρφωσης της τιμής, εφαρμόζεται δε αδιακρίτως σε όλες τις επιχειρήσεις και επηρεάζει κατά τον ίδιο τρόπο τόσο τα εισαγόμενα προϊόντα όσο και τα εγχώρια, είναι δε αδιάφορο από την άποψη αυτή ότι τα ρυθμιζόμενα παρασκευάσματα για βρέφη εισάγονται ως επί το πλείστον από άλλα κράτη μέλη. Συνεπώς, δεν παρακωλύει το ενδοκοινοτικό εμπόριο ούτε συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος με ποσοτικό περιορισμό.
8. Οι διατάξεις της ΣΛΕΕ για την προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού δεν απαγορεύουν την θέσπιση κανόνων που αφορούν τον καθορισμό τιμών πώλησης εμπορευμάτων χάριν προστασίας των καταναλωτών, διότι οι σχετικές ρυθμίσεις δεν έχουν σκοπό ούτε να επιβάλουν ούτε να ενθαρρύνουν την νόθευση του ανταγωνισμού δια του καθορισμού εναρμονισμένων τιμών.
9. Δοθέντος ότι τα προϊόντα για βρέφη παρασκευάζονται εξ ολοκλήρου από πρωτεΐνες γάλακτος και φέρουν στην ονομασία τους τον όρο «γάλα», η δε Διοίκηση δεν αμφισβητεί τον εν λόγω χαρακτηρισμό, το επίμαχο μέτρο εξετάζεται και υπό το πρίσμα του κανονισμού 1308/2013 για την θέσπιση κοινής οργάνωσης αγοράς (ΚΟΑ) γεωργικών προϊόντων.
Ο ελεύθερος καθορισμός των τιμών πώλησης των γεωργικών προϊόντων αποτελεί συστατικό στοιχείο του κανονισμού 1308/2013 και συνιστά έκφραση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων υπό συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού. Η θέσπιση ωστόσο της ΚΟΑ δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν και εφαρμόζουν κανόνες με στόχο την εξυπηρέτηση σκοπών δημοσίου συμφέροντος πέραν εκείνων που επιδιώκει η ΚΟΑ, ακόμη και αν ενδέχεται να επηρεάσουν την λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, αρκεί να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για τον επιδιωκόμενο σκοπό και να μην υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο.
Το επίδικο μέτρο δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας όπως προκύπτει και από την ειδικότερη στάθμιση με τους σκοπούς της ΚΓΠ, στους οποίους περιλαμβάνεται και η διασφάλιση λογικών τιμών για τους καταναλωτές, όπως και από το γεγονός ότι με το εν λόγω μέτρο, σε συνδυασμό με άλλα που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση της πληθωριστικής κρίσης, επιδιώχθηκε κατά τρόπο συστηματικό και συνεπή η επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού δημοσίου συμφέροντος.
10. Η έννοια και το πεδίο εφαρμογής των κρίσιμων εν εφαρμοστέων κανόνων του ενωσιακού δικαίου είναι σαφή σε ό,τι αφορά τα κρίσιμα για την υπόθεση ζητήματα, η δε ειδικότερη αξιολόγηση ενός εθνικού μέτρου από την άποψη της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας και κατά το ενωσιακό δίκαιο απόκειται τελικώς πάντοτε στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο. Ως εκ τούτου δεν συντρέχει περίπτωση υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ.
