ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Αγωγή αποζημίωσης για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση ηθικής βλάβης που ο ενάγων υπέστη, κατά τους ισχυρισμούς του, από την κατάρρευση, στις 9.11.2018, της ευρισκόμενης έμπροσθεν του παλαιού Νοσοκομείου Καβάλας γέφυρας, επί της οποίας κινούνταν με γερανοφόρο όχημά του. Παθητική νομιμοποίηση εναγομένων – Μη ένταξη επίμαχου τμήματος οδού σε νομοθετημένο οδικό άξονα και έλλειψη ειδικών χαρακτηριστικών που δύνανται να οδηγήσουν σε κατάταξη αυτού στο εθνικό ή επαρχιακό οδικό δίκτυο. Κατασκευή ευρισκόμενη εντός των διοικητικών ορίων του Δήμου Καβάλας, για την διαπλάτυνση δημοτικής οδού (Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού, νυν Νυρεμβέργης), προοριζόμενη, ως εκ της θέσης της, στην εξυπηρέτηση των πάσης φύσης αναγκών του Δήμου Καβάλας. Η ευθύνη για τη συντήρηση του εν λόγω τμήματος οδοστρώματος (με τη γέφυρα και τις προσβάσεις της), βάσει των παραπάνω περιστάσεων, εμπίπτει στην έννοια της δημοτικής οδού, ανήκε στο Δήμο Καβάλας. Η αρμοδιότητα του εναγόμενου Δήμου, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το επίμαχο τμήμα οδοστρώματος βρίσκεται εκτός του ρυμοτομικού σχεδίου πόλης, αλλά ούτε και από το γεγονός ότι κατά το μεγαλύτερο τμήμα του εμπίπτει σε αιγιαλό, δεδομένου ότι η θέση του εντός του αιγιαλού δημιουργεί απλώς την πρόσθετη υποχρέωση της προηγούμενης τήρησης της ειδικής διαδικασίας που προβλέπεται στα άρθρα 11 έως 15 του ν. 2971/2001 (Α’ 285), για την εκτέλεση ορισμένων έργων και πράξεων συντήρησης και, πάντως, δεν συνεπάγεται ότι η αρμοδιότητα συντήρησης μετακυλίεται στο Δημόσιο. Συνεκτίμηση του γεγονότος ότι ο Δήμος Καβάλας, επί σειρά ετών, με συγκεκριμένες ενέργειές του στο επίμαχο σημείο της δημοτικής οδού δημιούργησε, ευλόγως, στους οδηγούς κάθε είδους οχημάτων την πεποίθηση ότι η γέφυρα αυτή αποτελούσε προέκταση του παράλληλου προς αυτήν τμήματος της οδού Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού και άρα εν τοις πράγμασι δημοτική οδό. Διακοπή αιτιώδους συνδέσμου – Συντρέχει περίπτωση διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου, εάν ο οδηγός δεν τηρεί τις απορρέουσες από τον Κ.Ο.Κ. και τις συναφείς διατάξεις υποχρεώσεις και επιδείξει τέτοια αμελή οδηγητική συμπεριφορά, η οποία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου και ανάλογα με τις περιστάσεις, θα ήταν ικανή από μόνη της, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Κυκλοφορία μηχανήματος έργου χωρίς την προηγούμενη λήψη ειδικής άδειας διέλευσης του άρθρο 53 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ. (υποχρέωση που είχε γνωστοποιηθεί στον ενάγοντα με την άδειας κυκλοφορίας/χρήσης όσο και την απόφαση έγκρισης τύπου μηχανήματος έργου) και με υπέρβαρο φορτίο. Απορρίπτει την αγωγή.
ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΒΑΛΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄ – ΤΡΙΜΕΛΕΣ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις … 2025, με δικαστές τους Παρασκευά Παπαδόπουλο, Πρόεδρο Πρωτοδικών Διοικητικών Δικαστηρίων (Δ.Δ.), Παναγιώτα Τουρούντζη (εισηγήτρια) και Μάρθα Παπαδούλη, Πρωτοδίκες Δ.Δ. και με γραμματέα την Αικατερίνη Γιαννοπούλου, δικαστική υπάλληλο,
για να δικάσει την αγωγή με αριθμό και ημερομηνία κατάθεσης ΑΓ…/5.9.2023 και με εθνικό αριθμό υπόθεσης 2023034608,
του … …. του …, κατοίκου Καβάλας (…), για τον οποίο παραστάθηκε η πληρεξούσια δικηγόρος του, … ….,
κατά: 1) του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία «Δήμος Καβάλας» που εκπροσωπείται νομίμως από τον Δήμαρχό του, για τον οποίο παραστάθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, Απόστολος Αγελαράκης, δυνάμει της κατατεθείσας στις 25.9.2025 δήλωσης, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως ισχύει, 2) του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης», που εκπροσωπείται νομίμως από τον Περιφερειάρχη της, για τον οποίο παραστάθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, Αθανάσιος Πατσάκας και 3) του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νομίμως από τον Υπουργό Οικονομικών, για τον οποίο παραστάθηκε η δικαστική πληρεξούσια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Ιουλία Δήμου, δυνάμει της κατατεθείσας στις 25.9.2025 δήλωσης, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως ισχύει.
Κατά τη συζήτηση, οι διάδικοι που παραστάθηκαν στο ακροατήριο ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν όσα αναφέρονται στα πρακτικά.
Αφού μελέτησε τη δικογραφία
Σκέφτηκε κατά το νόμο
1. Επειδή, ο ενάγων, με την κρινόμενη αγωγή, όπως το αίτημά της μετατράπηκε από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό με το νομίμως κατατεθέν στις 29.9.2025 υπόμνημά του, καθώς και με σχετική προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στο εισαγωγικό μέρος, ζητά, να αναγνωριστεί, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή, η υποχρέωση των εναγομένων, αλληεγγύως και εις ολόκληρον ευθυνομένων, να του καταβάλουν, νομιμοτόκως, το συνολικό ποσό των 144.280 ευρώ, ως αποζημίωση (κατά το επιμέρους ποσό των 114.280 ευρώ), κατ’ άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και ως χρηματική ικανοποίηση (κατά το επιμέρους ποσό των 30.000 ευρώ), κατ’ άρθρο 932 του Αστικού Κώδικα, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που, κατά τους ισχυρισμούς του, υπέστη από την κατάρρευση, στις 9.11.2018, της ευρισκόμενης έμπροσθεν του παλαιού Νοσοκομείου Καβάλας γέφυρας επί της οποίας κινούνταν με το με αριθμό κυκλοφορίας … γερανοφόρο όχημά του, κατά την στιγμή της πτώσης της, οφειλόμενης, όπως υποστηρίζει, σε πλημμελή συντήρησή της από τα όργανα των εναγομένων.
2. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ., π.δ. 456/1984, Α΄ 164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που τέθηκε για χάρη του γενικού συμφέροντος. […]» και στο άρθρο 106 αυτού ότι: «Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων ευθύνη προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνον από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από τη μη νόμιμη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. ή από παραλείψεις οφειλόμενων νομίμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών ή των υπηρεσιών ν.π.δ.δ. και με αυτές παραβιάζεται κανόνας δικαίου, με τον οποίο προστατεύεται πέραν του γενικού συμφέροντος και ορισμένο ατομικό δικαίωμα και δεν ανάγονται στην ιδιωτική διαχείριση του Δημοσίου ή των ν.π.δ.δ. ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (ΑΕΔ 5/1995, ΣτΕ 1253/2017, 1140/2017, 596/2017). Εξάλλου, ευθύνη του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. συντρέχει, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνο όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνων του παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις που προσιδιάζουν σε συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και την αρχή της καλής πίστης (ΣτΕ 224/2023, 116/2019, 1370/2018, 969/2018, 15/2018, 1414/2017, 325/2017, 2776/2016, 877/2013). Ο κατά τα ανωτέρω παράνομος χαρακτήρας της ζημιογόνου πράξης, παράλειψης ή υλικής ενέργειας αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. χωρίς να απαιτείται και η διαπίστωση πταίσματος του οργάνου του (ΣτΕ 2101/2023, 1500/2022, 1972/2021, 1370/2018, 15/2018, 1413/2016). Κατά τις ίδιες διατάξεις του Εισ.Ν.Α.Κ., απαραίτητη προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης είναι και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας του δημόσιου οργάνου και της ζημίας που επήλθε. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η παράλειψη ή η υλική ενέργεια ή η παράλειψη αυτής εκ μέρους του οργάνου του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και μπορεί αντικειμενικώς, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, ενόψει δε και των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΣτΕ 2101/2023, 1196/2022 7μ, 1500/2022, 227/2021, 1774/2020, 2432-3/2018). Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου, σε κάθε περίπτωση, είναι ζήτημα πραγματικό και κρίνεται από τα δικαστήρια της ουσίας (ΣτΕ 969/2018, ΑΠ 1486/2005). Και δεν αποκλείεται, καταρχάς, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου από το ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε συνυπαιτιότητα του ζημιωθέντος, εφόσον πάντως δε διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος (ΣτΕ 1950/2020, 969/2018, 1370/2018, 2271/2013, 1219/2012, πρβλ. ΑΠ 53/2006). Επίσης, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί ευθύνη προς αποζημίωση κατ’ άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι προβλεπόμενες από τις εν λόγω διατάξεις προϋποθέσεις (ΣτΕ 2210/2023, 2101/2023, 2384/2021, 1183/2013). Τέλος, κατά την έννοια των ιδίων διατάξεων, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί, κατά το άρθρο 932 του Α.Κ., να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΣτΕ 116/2019, 1638/2017, 110/2017, 2774/2016, 1481/2014).
3. Επειδή, με το ν. 3155/1955 (Α΄ 63), με τίτλο «Περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών», οι δημόσιες οδοί της χώρας κατατάχθηκαν σε Εθνικές, Επαρχιακές και Δημοτικές (ή Κοινοτικές) (άρθρο 1). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 2, οι Εθνικές οδοί, οι οποίες καθορίζονται με βασιλικό διάταγμα, αποτελούν κύριες οδικές αρτηρίες που ενώνουν τα σπουδαιότερα αστικά κέντρα μεταξύ τους και με τα μεγαλύτερα λιμάνια, αεροδρόμια ή σιδηροδρομικούς σταθμούς, οι κυριότερες οδοί που συνδέουν τη χώρα με τις όμορες επικράτειες καθώς και οι οδοί που εξυπηρετούν τόπους εξαιρετικού τουριστικού ενδιαφέροντος ή την άμυνα της χώρας. Οι δημοτικές ή κοινοτικές οδοί, σύμφωνα με το άρθρο 4, εξυπηρετούν τις πάσης φύσης ανάγκες ενός δήμου ή κοινότητας εντός των διοικητικών ορίων αυτού και οι επαρχιακές οδοί, οι οποίες, ομοίως, καθορίζονται με βασιλικό διάταγμα είναι όλες εκείνες που δεν είναι εθνικές, δημοτικές ή κοινοτικές (άρθρο 3). Με βάση τον παραπάνω χαρακτηρισμό, οι εθνικές οδοί συντηρούνται από το Κράτος δια των υπηρεσιών των δημοσίων έργων, οι επαρχιακές οδοί από το Ταμείο Οδοποιίας των Νομών και οι Δημοτικές και Κοινοτικές οδοί από τους οικείους Δήμους και Κοινότητες (άρθρο 5). Κατόπιν εξουσιοδότησης των ανωτέρω διατάξεων, εκδόθηκαν τα β.δ. της 9/20.8.1955 (Α΄ 222) και 6.2.1956 (Α΄ 47) με τα οποία καθορίστηκαν οι εθνικές και επαρχιακές οδοί της χώρας, μεταξύ των οποίων και αυτές του Νομού Καβάλας, ενώ, ακολούθως, κατ’ εξουσιοδότηση του β.δ. 465/1970 (A΄ 150), οι εθνικές οδοί υποδιαιρέθηκαν σε βασικό (πρωτεύον), δευτερεύον και τριτεύον οδικό δίκτυο και οι επαρχιακές οδοί σε πρωτεύον και δευτερεύον. Ειδικότερα, ορίστηκε ότι βασικό εθνικό οδικό δίκτυο είναι το τμήμα εκείνο του εθνικού οδικού δικτύου που συνδέει τα σπουδαιότερα αστικά κέντρα μεταξύ τους και τη χώρα με άλλες επικράτειες απευθείας ή με παρέμβαση πορθμείων, δευτερεύον εθνικό οδικό δίκτυο είναι το τμήμα εκείνο του εθνικού οδικού δικτύου που συνδέει βασικούς εθνικούς οδικούς άξονες μεταξύ τους ή με μεγάλα αστικά κέντρα, λιμάνια, αεροδρόμια ή με τόπους εξαιρετικού τουριστικού ενδιαφέροντος ή είναι οδικοί άξονες για τους οποίους έχει γίνει παραλλαγή με βασικό εθνικό οδικό δίκτυο, τριτεύον εθνικό οδικό δίκτυο είναι το τμήμα εκείνο του εθνικού οδικού δικτύου που έχει αντικατασταθεί με νέες χαράξεις εθνικού οδικού δικτύου ή εξυπηρετεί μετακινήσεις σε περιοχές με αρχαιολογικό τουριστικό, ιστορικό ή αναπτυξιακό ενδιαφέρον, πρωτεύον επαρχιακό οδικό δίκτυο είναι το τμήμα εκείνο του επαρχιακού οδικού δικτύου που συνδέει αστικά κέντρα με το εθνικό οδικό δίκτυο, καθώς και περιοχές με αρχαιολογικό, τουριστικό, ιστορικό ή αναπτυξιακό ενδιαφέρον και, τέλος, δευτερεύον επαρχιακό οδικό δίκτυο είναι το τμήμα εκείνο του επαρχιακού οδικού δικτύου που συνδέει Δήμους ή Κοινότητες εκτός της πρωτεύουσας του Νομού μεταξύ τους. Με την 13/487-Κ/1980 απόφαση του Υπουργού Δημοσίων Έργων ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η οδός Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού, ως εντός πόλης Καβάλας τμήμα της εθνικής οδού θα συντηρείται από την 3η ΔΕΚΕ Καβάλας. Με την Δ1ε/οι.5554/1991 (Β΄ 314) απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του παραπάνω β.δ., καθορίστηκε το Βασικό Εθνικό Δίκτυο της Χώρας (στο οποίο περιλαμβανόταν η Εθνική οδός Θεσσαλονίκη (από Κ1 διά της Εξωτερικής Περιφερειακής μέχρι την συνάντησή της με οδό Λαγκαδά) – Δερβένι – Γέφυρα Στρυμόνα – Ν. Πέραμος – Καβάλα διά της προβλεπόμενης οδού παράκαμψης Καβάλας – Ξάνθη – Κομοτηνή – (οδό παράκαμψης) – Μέστη – Μάκρη (νέο τμήμα) – Αλεξανδρούπολη). Περαιτέρω, κατ’ εξουσιοδότηση του ανωτέρω β.δ., καθώς και του άρθρου 1 του π.δ. 347/1993 (Α΄ 146) με ταυτόσημο περιεχόμενο, εξεδόθη η ΔΜΕΟ/ε/Ο/1308/15.12.1995 (Β΄ 30) απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων έργων, με την οποία το Εθνικό Οδικό Δίκτυο, μεταξύ άλλων, της Μακεδονίας κατατάχθηκε σε βασικό (πρωτεύον), δευτερεύον και τριτεύον, ενώ με την ΔΜΕΟ/ε/0/266/1995 (Β΄ 293) απόφαση του παραπάνω Υπουργού ανακατατάχθηκε το επαρχιακό οδικό δίκτυο των Νομών της Χώρας, η Εγνατία Οδός δε, κατατάχθηκε στο βασικό εθνικό οδικό δίκτυο. Τέλος, ο ίδιος Υπουργός αφού έλαβε υπόψη ότι τα εν θέματι οδικά τμήματα της υφισταμένης εθνικής οδού (2) του πρωτεύοντος δικτύου «Θεσσαλονίκη – Γέφυρα Στρυμόνα – Νέα Πέραμος – Καβάλα – Ξάνθη – Κομοτηνή – Αλεξανδρούπολη – Γέφυρα Κήπων» έχουν αντικατασταθεί, ως προς τη λειτουργική τους σημασία, από υλοποιημένα τμήματα της Εγνατίας Οδού που αποτελούν νέες χαράξεις του βασικού εθνικού οδικού δικτύου και δια των οποίων πλέον εξυπηρετείται κατά μεγάλο ποσοστό ο διερχόμενος υπεραστικός κυκλοφοριακός φόρτος παρακάμπτοντας αστικά κέντρα και οικισμούς της εθνικής οδού (2) – όσον αφορά στα παραλλαχθέντα οδικά τμήματα αυτής – παραμένουσας για την εξυπηρέτηση, κατά κύριο λόγο, των αναγκών της τοπικής κυκλοφορίας, με την ΔΜΕΟ/ε/ο/1173/28.9.2005 (Δ΄ 1108) απόφασή του, όρισε ότι: «Εγκρίνουμε να ανακαταταχθούν τα κάτωθι οδικά τμήματα της υφισταμένης Εθνικής Οδού (2) του Πρωτεύοντος Δικτύου “Θεσσαλονίκη – Γέφυρα Στρυμόνα – Νέα Πέραμος – Καβάλα – Ξάνθη – Κομοτηνή – Αλεξανδρούπολη – Γέφυρα Κήπων”: α) Από την πόλη της Καβάλας στη χθ 0+000 μέχρι τη διασταύρωση Χρυσούπολης στη χθ 26+310, μήκους 26,310 χλμ. […]».
4. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 παρ. 2 του ν. 3155/1955 προκύπτει ότι, για τον χαρακτηρισμό μιας οδού ως εθνικής ή επαρχιακής, απαιτείται η τήρηση ειδικής διοικητικής διαδικασίας (έκδοση σχετικού διατάγματος, πρόταση του αρμόδιου Υπουργού και γνωμοδότηση του Συμβουλίου Δημοσίων Έργων, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στις διατάξεις αυτές), ενώ, μετά την ισχύ του ν. 1418/1984 (Α΄ 23), η επίλυση των αμφισβητήσεων τμημάτων οδών ως εθνικών ή επαρχιακών γίνεται με απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, κατ’ άρθρο 25 παρ. 3 του νόμου αυτού. Επίσης, από τις διατάξεις του άρθρου 1 του π.δ. 347/1993 συνάγεται ότι η κατάταξη των εθνικών οδών στο βασικό, δευτερεύον ή τριτεύον εθνικό οδικό δίκτυο και των επαρχιακών οδών στο πρωτεύον ή δευτερεύον επαρχιακό οδικό δίκτυο, για την οποία επίσης απαιτείται η τήρηση ειδικής διοικητικής διαδικασίας (απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε, σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Δημοσίων Έργων και δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, προκειμένου για εθνικό δίκτυο ή απόφαση του ίδιου Υπουργού, εισήγηση του Γενικού Γραμματέα περιφέρειας μετά από πρόταση των κατά τόπους αρμοδίων Νομαρχών και σύμφωνη γνώμη του Νομαρχιακού Συμβουλίου Δημοσίων Έργων και δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, προκειμένου για το επαρχιακό δίκτυο), προϋποθέτει να έχουν ήδη χαρακτηριστεί οι σχετικές οδοί ως εθνικές ή επαρχιακές, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα. Αντιθέτως, ούτε στα άρθρα 1 έως 4 του ν. 3155/1955 στα οποία προβλέπεται διάκριση των οδών και σε δημοτικές ή κοινοτικές, ούτε στο άρθρο 1 του από 24/31.5.1985 π.δ. (Δ΄ 270), για την τροποποίηση των όρων δόμησης στα εκτός σχεδίου και εκτός ορίου προϋφισταμένων του 1923 οικισμών γήπεδα, όπου δίδεται ο ορισμός των δημοτικών και κοινοτικών οδών, ούτε σε άλλη διάταξη της κειμένης νομοθεσίας καθορίζεται ειδική διοικητική διαδικασία για τον χαρακτηρισμό οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής ούτε, σε κάθε περίπτωση, παρέχεται σχετική αρμοδιότητα στα όργανα των Δήμων και Κοινοτήτων. Ως εκ τούτων, από τις ως άνω ισχύουσες διατάξεις (ν. 3155/1955) θεσπίζεται μεν ειδική διαδικασία για την ανακήρυξη και τον καθορισμό των εθνικών και επαρχιακών οδών, δεν προβλέπεται, ωστόσο, διαδικασία χαρακτηρισμού οδών ως δημοτικών ή κοινοτικών (ΣτΕ 921/2017, 2790/2014, 4391/2009, 1291/2008, 1603/2008). Η ιδιότητα, δηλαδή, μιας οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής συνιστά ζήτημα πραγματικό, εφόσον ο νόμος δεν προβλέπει ειδική διαδικασία, η οποία να προσδίδει στην οδό τον ανωτέρω χαρακτηρισμό [ΑΠ 1038/94 Δ/ΝΗ 1996 (141), ΣτΕ 2790/2014, 1603/2008].
5. Επειδή, με τον ν. 3481/2006 (Α΄162), με τίτλο «Τροποποιήσεις στη νομοθεσία για το Εθνικό Κτηματολόγιο, την ανάθεση και εκτέλεση συμβάσεων έργων και μελετών και άλλες διατάξεις», ρυθμίστηκαν, εκ νέου, μετά τον ν. 3155/1955, τα ζητήματα που αφορούν τον καθορισμό των κεντρικών και περιφερειακών κρατικών οργάνων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, τα οποία είναι αρμόδια για την κατασκευή, συντήρηση και εν γένει λειτουργία του οδικού δικτύου της χώρας. Ειδικότερα, τροποποιήθηκε το καθιερωθέν με το ν. 3155/1955 σύστημα καθορισμού συντήρησης του οδικού δικτύου της χώρας, το οποίο, υπό το προγενέστερο καθεστώς, συναρτάτο αποκλειστικώς με το χαρακτηρισμό εκάστης οδού ως εθνικής, επαρχιακής ή δημοτικής – κοινοτικής και, χωρίς να μεταβληθούν οι περί κατάταξης των οδών διατάξεις, εισήχθη ο κανόνας ότι τα αρμόδια για τη συντήρηση των δημοσίων οδών όργανα καθορίζονται, μεταξύ άλλων, με αποφάσεις των Γενικών Γραμματέων των οικείων Περιφερειών (ως Περιφερειακών οργάνων του Κράτους). Προβλέπεται δε, ειδικότερα (άρθρο 7 παρ. 3), ότι με τις αποφάσεις αυτές, προκειμένου, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, να επιτυγχάνεται η σαφής οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων μεταξύ των περιφερειακών κρατικών υπηρεσιών και των υπηρεσιών των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και, κατ’ επέκταση, η αποτελεσματική συντήρηση των δημοσίων οδών, καταγράφονται λεπτομερώς οι οδοί που ανήκουν στην αρμοδιότητα συντήρησης των Υπηρεσιών της οικείας Περιφέρειας (ως όργανο του Κράτους, κατά το χρόνο ισχύος του ν. 3481/2006) και των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων (ως δεύτερος βαθμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης, κατά το χρόνο ισχύος του ν. 3481/2006), ενώ ορίζεται ότι για τη συντήρηση όλων των υπόλοιπών δημόσιων οδών αρμόδιοι είναι οι δήμοι και οι κοινότητες, από την εδαφική περιφέρεια των οποίων οι εν λόγω οδοί διέρχονται και ο καθένας (δήμος ή κοινότητα) μέσα στα όρια της εδαφικής τους περιφέρειας. Μάλιστα, προκειμένου να παύσει η σύγχυση και η μετάθεση ευθυνών ως προς τη συντήρηση των δημοσίων οδών, με τις παραγράφους 2 έως 8 του άρθρου 7 του ν. 3481/2006, παρασχέθηκαν εξουσιοδοτήσεις για την έκδοση υπουργικής απόφασης και αποφάσεων των Γενικών Γραμματέων των (τότε) κρατικών Περιφερειών αντίστοιχα, για την καταγραφή των δημοσίων οδών και τον προσδιορισμό των φορέων (Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., Περιφέρειες, Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, Δήμοι και Κοινότητες) που είναι αρμόδιοι και εντεύθεν ευθυνόμενοι για τη συντήρησή τους σε περίπτωση ατυχημάτων που αποδίδονται σε έλλειψη συντήρησης των οδών, χωρίς να επαναπροσδιορίζεται, όπως προαναφέρθηκε, η κατάταξή τους σε εθνικές, επαρχιακές και δημοτικές. Συγκεκριμένα, ορίστηκε ότι: «[…] 3. Με αποφάσεις των κατά τόπους αρμόδιων Γενικών Γραμματέων των Περιφερειών της Χώρας, […] καθορίζονται οι οδοί που ανήκουν στην αρμοδιότητα συντήρησης των υπηρεσιών της οικείας Περιφέρειας και των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων. Αρμόδιοι προς συντήρηση όλων των υπόλοιπων δημόσιων οδών είναι οι δήμοι και οι κοινότητες, ο καθένας μέσα στα όρια της διοικητικής του περιφέρειας. 4. Για την εφαρμογή των παραγράφων 2 και 3, ως “συντήρηση” νοείται η αποκατάσταση των βλαβών του οδοστρώματος και των στοιχείων ασφαλείας της οδού (στηθαία, νησίδες ασφαλείας, σήμανση κ.ο.κ.), […] 5. Οι αρμόδιες για τη συντήρηση των οδών υπηρεσίες υποχρεούνται να ελέγχουν, τουλάχιστον ανά δεκαπενθήμερο, τις οδούς της αρμοδιότητάς τους, για τη διαπίστωση βλαβών του οδοστρώματος και των λοιπών στοιχείων ασφαλείας της οδού και να καταγράφουν τα ευρήματα σε ειδικό βιβλίο, που τηρείται με ευθύνη του Προϊσταμένου τους. Τα όργανα της Ελληνικής Αστυνομίας υποχρεούνται να ειδοποιούν αμέσως και εγγράφως τις αρμόδιες για τη συντήρηση των οδών υπηρεσίες, για την ύπαρξη βλαβών του οδοστρώματος και των στοιχείων ασφαλείας των οδών που υποπίπτουν στην αντίληψή τους και εκθέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια των χρηστών της οδού. Κάθε ενδιαφερόμενος πολίτης μπορεί να προβαίνει επίσης σε γραπτή ειδοποίηση των αρμόδιων για τη συντήρηση υπηρεσιών, με οποιοδήποτε μέσο (όπως ιδίως τηλεομοιοτυπία, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ταχυδρομική επιστολή), η οποία καταχωρίζεται από τις ως άνω υπηρεσίες στο τηρούμενο ειδικό βιβλίο. 6. Η αρμόδια προς συντήρηση της οδού υπηρεσία υποχρεούται να πραγματοποιήσει με όργανά της αυτοψία της βλάβης, μέσα σε δύο (2) εργάσιμες ημέρες αφότου λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση αυτής και να συντάξει συνοπτική έκθεση περί της έκτασης και του είδους της και της ύπαρξης ή μη ανάγκης άμεσης αντιμετώπισης. Εφόσον κατά την αυτοψία διαπιστωθεί επικινδυνότητα της βλάβης για την οδική ασφάλεια, λαμβάνονται άμεσα από τους διενεργούντες την αυτοψία τα απαραίτητα μέτρα για την προσωρινή της αποκατάσταση, εφόσον αυτή είναι δυνατή, άλλως για την οριοθέτηση και την κατάλληλη σήμανσή της, προς αποφυγή ατυχημάτων. Η αποκατάσταση των βλαβών που κρίνονται επικίνδυνες για την οδική ασφάλεια ολοκληρώνεται υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από τη διενέργεια της αυτοψίας. Οι ενέργειες της παραγράφου αυτές καταγράφονται σε ειδικό Πρωτόκολλο Αντιμετώπισης Βλάβης, το οποίο συντάσσεται και υπογράφεται από τον υπάλληλο ή τους υπαλλήλους που ορίσθηκαν υπεύθυνοι κατά τα ανωτέρω και θεωρείται από τον αρμόδιο προϊστάμενο της υπηρεσίας. Η μη τήρηση των υποχρεώσεων αυτής και της προηγούμενης παραγράφου με υπαιτιότητα των αρμόδιων οργάνων συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα. […] 8. Οι διατάξεις του παρόντος δεν επηρεάζουν την κατάταξη και χαρακτηρισμό των οδών και τις συνέπειες που απορρέουν από την κατάταξη, κατά τις ισχύουσες διατάξεις». Κατ’ εφαρμογή της διάταξης της παραγράφου 3 του προπαρατεθέντος άρθρου (7 του ν. 3481/2006), εκδόθηκε η 3884/5.9.2007 (Β΄ 1970) απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης [όπως συμπληρωθείσα με την 5360π.ε/7.1.2008 (Β΄ 224) όμοια απόφαση ισχύει], με την οποία καθορίστηκαν οι οδοί των οποίων η αρμοδιότητα συντήρησής τους ανήκει στις υπηρεσίες της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης, καθώς και αυτών των οποίων η αρμοδιότητα συντήρησής τους ανήκει στις υπηρεσίες των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων της Περιφέρειας, όρισε δε, ότι: «1. Καθορίζουμε τις οδούς που η αρμοδιότητα συντήρησης τους ανήκει στις υπηρεσίες της Περιφέρειας ΑΜ-Θ ως εξής: 1.1. Eθνική οδός 2 και διακλαδώσεις. 1.1.1. […] 1.1.4. Καβάλα – Ισόπεδος κόμβος Χρυσούπολης – Γέφυρα Νέστου – Ξάνθη (μέσω της οδού παράκαμψης) – Πόρτο Λάγος – Κομοτηνή – Σάππες – Μέστη – Μάκρη – Αλεξανδρούπολη – Παλαιός κόμβος Αρδανίου – Ελληνοτουρκικά Σύνορα, εκτός των τμημάτων εντός σχεδίων πόλεων Καβάλας, Κομοτηνής και Αλεξ/λης. […]».
6. Επειδή, ακολούθως, με τον ν. 3852/2010 (Α΄ 87) «Νέα Αρχιτεκτονική της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης», επαναθεμελιώθηκε ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και συγκροτήθηκε Πρωτοβάθμια (με λιγότερους Δήμους) και Δευτεροβάθμια Αυτοδιοίκηση, σε επίπεδο μεγαλύτερης ενότητας, ήτοι της Περιφέρειας. Οι νέοι αυτοί οργανισμοί (Περιφέρειες) προήλθαν από τη συνένωση των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, οι οποίες καταργήθηκαν, η χωρική τους, δε, ενότητα εκτάθηκε στις εδαφικές περιφέρειες των καταργούμενων Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων. Δηλαδή, την Περιφέρεια ως αποκεντρωμένη υπηρεσία του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία ασκούσε τις αρμοδιότητες που ενέπιπταν στη συνολική χωρική έκτασή της, όπως μεταβιβάστηκαν στις υπηρεσίες της, με τον ν. 2503/1997 (Α΄ 107) από τις περιφερειακές υπηρεσίες των υπουργείων, διαδέχθηκε εκ του νόμου η Περιφέρεια, ως δεύτερος βαθμός τοπικής αυτοδιοίκησης. Ειδικότερα, ο ως άνω ν. 3852/2010 ορίζει στο άρθρο 1 ότι: «Οι δήμοι και οι περιφέρειες συγκροτούν τον πρώτο και δεύτερο βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης […]», στο άρθρο 2 ότι: «1. Η εδαφική περιφέρεια του κάθε δήμου που συνιστάται με τον παρόντα νόμο αποτελείται από τις εδαφικές περιφέρειες των συνενούμενων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) […]», στο άρθρο 3 ότι: «1. Οι Περιφέρειες είναι αυτοδιοικούμενα κατά τόπο νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και αποτελούν το δεύτερο βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης. 2. […] 3. Συνιστώνται οι εξής Περιφέρειες: α. α. Η περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης η οποία περιλαμβάνει τους Νομούς Δράμας, Έβρου, Καβάλας, Ξάνθης και Ροδόπης. Έδρα της περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης είναι η Κομοτηνή. Κάθε νομός αποτελεί και περιφερειακή ενότητα και κάθε πρωτεύουσα νομού είναι έδρα της αντίστοιχης περιφερειακής ενότητας», στο άρθρο 94 ότι: « 2. Στο άρθρο 75 παρ. Ι του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, υπό τον τομέα γ΄ («Ποιότητα Ζωής και Εύρυθμης Λειτουργίας των Πόλεων»), προστίθενται οι ακόλουθες αρμοδιότητες: “15. Η μελέτη των έργων συντήρησης και βελτίωσης του οδικού δικτύου αρμοδιότητας δήμου […]”», στο άρθρο 186 ότι: «Ι. […] ΙΙ. Οι αρμοδιότητες των Περιφερειών, αφορούν τους τομείς: Α. […] ΣΤ. Έργων – Χωροταξίας – Περιβάλλοντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, ιδίως: 1. Η κατασκευή, η συντήρηση και ανακαίνιση των οδών, που η συντήρηση τους ανήκε στην αρμοδιότητα της Κρατικής Περιφέρειας και των αντίστοιχων πρώην Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων. 2. Η μελέτη των έργων συντήρησης και βελτίωσης των οδών, που η συντήρηση τους ανήκε στην αρμοδιότητα της Κρατικής Περιφέρειας και των αντίστοιχων πρώην Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων. 3. […] 5. Η εκπόνηση κυκλοφοριακών μελετών, καθώς και ο έλεγχος των μελετών αυτών. 6. Η άσκηση αρμοδιοτήτων επί θεμάτων οδικής κυκλοφορίας, όπως οι μετρήσεις, η σήμανση των οδών που η συντήρηση τους ανήκε στην αρμοδιότητα της Κρατικής Περιφέρειας και των αντίστοιχων πρώην Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, […]» και στο άρθρο 283 ότι: «1. […] 2. Από την έναρξη λειτουργίας των Περιφερειών καταργούνται οι ενιαίες νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, οι νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις και τα νομαρχιακά διαμερίσματα. Οι Περιφέρειες υπεισέρχονται, αυτοδικαίως, μετά την έναρξη ισχύος των αρμοδιοτήτων τους, σε όλα τα δικαιώματα, περιλαμβανομένων και των εμπραγμάτων, καθώς και στις υποχρεώσεις, των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων». Εξάλλου, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3852/2010 (και ιδιαίτερα του άρθρου 186 παρ. II περ. ΣΤ αριθμ. 1, 2 και 3 σε συνδυασμό με το άρθρο 282 παρ. 1β του ιδίου νόμου) και του ν. 3481/2006 (άρθρο 7) εκδόθηκε η 937/20.9.2011 (Β΄ 2277) απόφαση του Περιφερειάρχη Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης, με την οποία καθορίστηκαν οι οδοί που ανήκουν στην αρμοδιότητα ευθύνης της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης. Ειδικότερα, με αυτήν ορίστηκε ότι: «Καθορίζουμε τις οδούς που ανήκουν στην αρμοδιότητα συντήρησης των Υπηρεσιών της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης και αναθέτουμε τη συντήρηση και τεχνική αστυνόμευση ως εξής: 1. Στις Διευθύνσεις Τεχνικών Έργων Περιφερειακών Ενοτήτων Περιφέρειας A.M.-Θ.: • Τις οδούς του Οδικού Δικτύου που αποτελούσε ευθύνη της ΔΕΣΕ Περιφέρειας Α.Μ.-Θ. σύμφωνα με την ενότητα 1 της υπ’ αριθμ. 3884/5-9-2007 απόφασης Γεν. Γραμματέα Περιφέρειας Α.Μ.-Θ. όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. 5360π.ε./7-1-2008 απόφαση για το οδικό τμήμα που βρίσκεται στα διοικητικά όρια εκάστης. Σε περίπτωση οδού που διέρχεται από περισσότερες Περιφερειακές Ενότητες, η ευθύνη κατανέμεται για κάθε Διεύθυνση Τεχνικών Έργων Περιφερειακής Ενότητας που η οδός διέρχεται μέσα στα όρια της διοικητικής της ευθύνης. • Τις οδούς του Οδικού Δικτύου που αποτελούσε ευθύνη των Δ.Τ.Υ. των πρώην Νομαρχιών, σύμφωνα με την ενότητα 2 της υπ’ αριθμ. 3884/5-9-2007 απόφασης Γεν. Γραμματέα Περιφέρειας Α. Μ.-Θ. όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. 5360π.ε./7-1-2008 απόφαση, στις αντίστοιχες Δ.Τ.Ε. των Περιφερειακών Ενοτήτων (οι οποίες ταυτίζονται με τα διοικητικά όρια των πρώην Νομαρχιών). Κάθε Υπηρεσία σύμφωνα με τα παραπάνω έχει: • Την αρμοδιότητα εκπόνησης ή έγκρισης μελετών του άρθρου 52 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, όπως αυτός τροποποιήθηκε και ισχύει σήμερα (Ν. 2696/1999 και τροποποίηση του με το Ν. 3542/2007), καθώς και την έγκριση μελετών προσωρινής εργοταξιακής σήμανσης και την αντίστοιχη άδεια τομής εκ μέρους τρίτων και την άδεια διέλευσης βαρέων οχημάτων, στην αντίστοιχη Δ.Τ.Ε. της Περιφερειακής Ενότητας στης οποίας τα διοικητικά όρια βρίσκεται η κάθε οδός. […] 2. Η Κεντρική Δ/νση Τεχνικών Έργων της Περιφέρειας Α.Μ.-Θ. έχει την αρμοδιότητα παροχής οδηγιών και κατευθύνσεων, για την εφαρμογή της υφιστάμενης Νομοθεσίας, προς τις Δ.Τ.Ε. των Περιφερειακών Ενοτήτων, η οποία και κατά κρίση με δική της ευθύνη και πρωτοβουλία θα απευθύνεται προς τα καθ’ ύλη αρμόδια Υπουργεία, προς εξασφάλιση ενιαίας αντιμετώπισης των υπηρεσιακών θεμάτων. Όλες οι λοιπές οδοί ανήκουν στην αρμοδιότητα συντήρησης των Δήμων εντός των εδαφικών ορίων εκάστου».
7. Επειδή, εξάλλου, με το άρθρο 25 του προαναφερόμενου ν. 1418/1984, με τίτλο «Δημόσια έργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων», ορίστηκε ότι στην έννοια της εθνικής ή επαρχιακής οδού περιλαμβάνονται και οι κόμβοι και συνδέσεις άλλων οδών προς αυτές και μέχρι απόσταση 500 μέτρων για τις εθνικές οδούς και 200 μέτρων για τις επαρχιακές, βάσει κατά περίπτωση απόφασης του Υπουργού Δημοσίων Έργων, και ότι σε περίπτωση αμφιβολίας σχετικά με το χαρακτηρισμό τμημάτων οδών ως εθνικών ή επαρχιακών ο καθορισμός τους γίνεται με απόφαση του Υπουργού Δημοσίων έργων, ενώ, το π.δ. 609 της 24/31.12.85 (Α’ 223), με τίτλο «Κατασκευή δημοσίων έργων», ορίζει στο άρθρο 4 ότι: «1. Η δημοπρασία για την ανάθεση κατασκευής έργου διενεργείται με βάση τη σχετική διακήρυξη. […]», στο άρθρο 28 ότι: «1. Η διοίκηση του έργου, η παρακολούθηση και ο έλεγχος αυτού ασκούνται από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία. […]», στο άρθρο 52 ότι: «1. Όταν λήξει η προθεσμία περάτωσης του συνόλου ή τμημάτων του έργου, ο επιβλέπων αναφέρει στη Διευθύνουσα υπηρεσία αν τα έργα έχουν περατωθεί και έχουν υποστεί ικανοποιητικά τις δοκιμασίες που προβλέπονται στη σύμβαση ή αν τα έργα δεν έχουν περατωθεί οπότε αναφέρει συγκεκριμένα τις εργασίες που απομένουν για εκτέλεση. Αν οι εργασίες έχουν περατωθεί ο προϊστάμενος της Διευθύνουσας υπηρεσίας εκδίδει βεβαίωση για το χρόνο περάτωσης των εργασιών (βεβαίωση περάτωσης των εργασιών). Η βεβαίωση αυτή δεν αναπληρώνει την παραλαβή των έργων, η οποία διενεργείται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του διατάγματος αυτού. […]», στο άρθρο 53 ότι: «1. Για την διενέργεια της προσωρινής παραλαβής η Προϊσταμένη Αρχή ορίζει την επιτροπή παραλαβής, αφού προηγουμένως η Διευθύνουσα υπηρεσία της ανακοινώσει την περάτωση των εργασιών και τη σύνταξη της τελικής επιμέτρησης. […]», στο άρθρο 54 ότι: «1. Ο χρόνος εγγύησης, κατά τον οποίο ο ανάδοχος φέρει τον κίνδυνο του έργου και υποχρεούται στη συντήρησή του σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ 6 και άρθ. 11 παρ. 1 του ν. 1418/84 και μετά την πάροδο του οποίου ενεργείται η οριστική παραλαβή, ορίζεται γενικά σε δεκαπέντε μήνες. Σε εντελώς ειδικές περιπτώσεις μπορεί με τη σύμβαση να ορίζεται μεγαλύτερος χρόνος εγγύησης ενδεχόμενα και με ιδιαίτερο αντάλλαγμα, όχι όμως μεγαλύτερος από τρία χρόνια. Για έργα προϋπολογισμού υπηρεσίας μέχρι του ορίου που γίνονται δεκτές στις δημοπρασίες εργοληπτικές επιχειρήσεις Β τάξης εφόσον η φύση των εργασιών το επιτρέπει ή όχι έργα που δεν νοείται γι’ αυτά μακροχρόνια συντήρηση μπορεί με τη σύμβαση να καθορίζεται χρόνος εγγύησης μικρότερος των 15 μηνών. Ο χρόνος εγγύησης αρχίζει από τη βεβαιωμένη περάτωση των εργασιών αν μέσα σε δύο μήνες απ’ αυτή υποβληθεί από τον ανάδοχο η τελική επιμέτρηση άλλως από την ημερομηνία που υποβλήθηκε ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο συντάχθηκε η τελική επιμέτρηση. 2. Κατά το χρόνο εγγύησης και υποχρεωτικής συντήρησης ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να επιθεωρεί τακτικά τα έργα, να τα διατηρεί σε ικανοποιητική κατάσταση και να αποκαθιστά κάθε βλάβη τους. Εργασίες για την αποκατάσταση βλαβών από τη χρήση εκτελούνται με έγκριση της υπηρεσίας και η δαπάνη αποδίδεται στον ανάδοχο, ή οι εργασίες αυτές εκτελούνται από την υπηρεσία. 3. Αν ο ανάδοχος παραλείπει τις υποχρεώσεις του για τη συντήρηση των έργων κατά τον χρόνο εγγύησης, οι απαραίτητες εργασίες μπορεί να εκτελεσθούν από την υπηρεσία με οποιοδήποτε τρόπο σε βάρος και για λογαριασμό του υπόχρεου αναδόχου», στο άρθρο 55 ότι: «1. Στην οριστική παραλαβή εφαρμόζονται οι διατάξεις για την προσωρινή παραλαβή των παρ. 1, 3 και 5 του άρθρου 53. […]» και στο άρθρο 56 ορίζεται ότι: «1. Για να παραδοθεί σε χρήση το έργο ή αυτοτελή του τμήματα απαιτείται η διενέργεια διοικητικής παραλαβής για χρήση. Η διοικητική παραλαβή γίνεται με πρωτόκολλο μεταξύ του Προϊσταμένου της Διευθύνουσας υπηρεσίας, του επιβλέποντα και του αναδόχου. Αν το έργο παραδίδεται για χρήση σε υπηρεσία άλλη από το φορέα κατασκευής του συμπράπει στο πρωτόκολλο και εκπρόσωπος της υπηρεσίας αυτής. Αν ο ανάδοχος κληθεί και δεν παραστεί ή αρνηθεί την υπογραφή του πρωτοκόλλου, αυτό συντάσσεται από τους λοιπούς, με σχετική μνεία κατά περίπτωση, και του κοινοποιείται. Το πρωτόκολλο περιλαμβάνει μνεία του έργου ή των τμημάτων που παραδίνονται για χρήση και συνοπτική περιγραφή της κατάστασης των εργασιών. 2. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο διοικητική παραλαβή για χρήση γίνεται αμέσως μετά την περάτωση των εργασιών του έργου ή αυτοτελών τμημάτων του, αν αυτό προβλέπεται από τη σύμβαση. Αν δεν υπάρχει τέτοια πρόβλεψη μπορεί η διοικητική παραλαβή να γίνει ύστερα από απόφαση της Διευθύνουσας υπηρεσίας».
8. Επειδή, προσέτι, στο άρθρο 75 του ισχύοντος, κατά τον κρίσιμο χρόνο που συνέβη το ιστορούμενο στην αγωγή ατύχημα, Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006 (Α΄ 114), ορίζεται ότι: «Ι. Οι δημοτικές και οι Κοινοτικές αρχές διευθύνουν και ρυθμίζουν όλες τις τοπικές υποθέσεις, σύμφωνα με τις αρχές της επικουρικότητας και της εγγύτητας, με στόχο την προστασία, την ανάπτυξη και τη συνεχή βελτίωση των συμφερόντων και της ποιότητας ζωής της τοπικής κοινωνίας. Οι Αρμοδιότητες των Δήμων και Κοινοτήτων αφορούν, κυρίως, τους τομείς: α) Ανάπτυξης, στον οποίο περιλαμβάνεται, ιδίως: […] 7. Ο σχεδιασμός, η κατασκευή, συντήρηση και Διαχείριση υποδομών για τη στήριξη της τοπικής οικονομίας, όπως έργων οδοποιίας, συστημάτων άρδευσης, αντιπλημμυρικών και εγγειοβελτιωτικών έργων. […] γ) Ποιότητας Ζωής και Εύρυθμης Λειτουργίας των Πόλεων και των Οικισμών, στον οποίο περιλαμβάνεται, ιδίως: […] 15. Η μελέτη των έργων συντήρησης και βελτίωσης του οδικού δικτύου αρμοδιότητας δήμου […]», όπως η περίπτωση 15 προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 94 του ν. 3852/2010. Ακόμη, ο προϊσχύσας Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), κυρωθείς με τον ν. 2696/1999 (Α΄ 57), όριζε στο άρθρο 1 ότι: «Ο Κώδικας οδικής Κυκλοφορίας εφαρμόζεται σε οδούς και σε χώρους που χρησιμοποιούνται για δημόσια κυκλοφορία οχημάτων, πεζών και ζώων» και στο άρθρο 10 παρ. 1 ότι: «1. Όποιος έχει τις κατά τον παρόντα Κώδικα αρμοδιότητες ή την εξουσία επί του πράγματος, επί του οποίου διεξάγεται δημόσια κυκλοφορία, υποχρεούται να λαμβάνει κάθε μέτρο, ώστε από τη δημόσια κυκλοφορία να μη δημιουργείται κίνδυνος ή ζημία τρίτων προσώπων ή άλλων έννομων αγαθών».
9. Επειδή, περαιτέρω, ο ως άνω Κ.Ο.Κ., όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 115 περ. β΄ του ν. 5209/2025 (Α΄ 100/13.6.2025 και με έναρξη ισχύος, κατ’ άρθρο 132 παρ. 1 του αυτού νόμου, τρεις μήνες μετά από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης), όριζε, κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω, χρόνο, στο άρθρο 53, με τίτλο «Διαστάσεις και βάρη οχημάτων», ότι: «1.α. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και Μεταφορών και Επικοινωνιών καθορίζονται το μέγιστο όριο των διαστάσεων, του βάρους, του φορτίου και των ανά άξονα επιβαρύνσεων των αυτοκινήτων οχημάτων και των ρυμουλκούμενων από αυτά. β. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων καθορίζονται τα παραπάνω τεχνικά στοιχεία για τα αγροτικά μηχανήματα. γ. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και Ανάπτυξης καθορίζονται τα παραπάνω θέματα για τα μηχανήματα έργων. δ. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Δημόσιας Τάξης καθορίζονται τα παραπάνω θέματα για τα μοτοποδήλατα, ποδήλατα και χειροκίνητα οχήματα και ε. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Μεταφορών και Επικοινωνιών καθορίζονται τα παραπάνω θέματα για τα ζωήλατα οχήματα. Η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τα παραπάνω τεχνικά στοιχεία γίνεται αντίστοιχα με κοινές αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και των συναρμόδιων Υπουργών. 2. Τα πιο πάνω οχήματα των οποίων οι διαστάσεις, το βάρος, το φορτίο και οι ανά άξονα επιβαρύνσεις υπερβαίνουν τα καθοριζόμενα ανώτατα όρια της κάθε περίπτωσης, επιτρέπεται να κυκλοφορούν μόνο ύστερα από ειδική άδεια, η οποία μπορεί να δοθεί από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων ή των εξουσιοδοτημένων απ’ αυτόν αρχών. Στην άδεια αυτήν καθορίζονται περιορισμοί για την κυκλοφορία των οχημάτων αυτών αναφερόμενοι ιδίως στις οδούς διέλευσης, το χρόνο κυκλοφορίας, τη μέγιστη επιτρεπόμενη ταχύτητα και τα απαιτούμενα μέτρα οδικής ασφάλειας. 3. Στον καθορισμό του πλάτους των ρυμουλκούμενων και των συνδυασμών οχημάτων δεν συμπεριλαμβάνεται η εγκάρσια προέκταση: […] 5. Το όχημα το οποίο κυκλοφορεί παρά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου ακινητοποιείται από το αρμόδιο αστυνομικό όργανο που διαπίστωσε την παράβαση, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 46 του παρόντος Κώδικα. 6. Αυτός που παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδομένων κοινών υπουργικών αποφάσεων τιμωρείται με διοικητικό πρόστιμο […]». Συναφώς, το π.δ. 292/1999 (Α΄ 262) με τίτλο «Καθορισμός μεγίστων ορίων διαστάσεων και βαρών Μηχανημάτων Έργων (Μ.Ε.)», ορίζει στο άρθρο 1 ότι: «Οι μέγιστες διαστάσεις πορείας και το μέγιστο βάρος ανά άξονα των τροχοφόρων Μηχανημάτων Έργων (Μ.Ε.) που κυκλοφορούν στις οδούς της χώρας, χωρίς την προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 53 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας ειδική άδεια, δεν μπορούν να υπερβαίνουν τα παρακάτω οριζόμενα όρια: α) Μέγιστο μήκος: Δεκατρία (13), μέτρα β) Μέγιστο πλάτος: Δύο μέτρα και εξήντα εκατοστά (2,6 μέτρα) γ) Μέγιστο ύψος: Τέσσερα (4) μέτρα δ) Μέγιστο βάρος ανά άξονα: Έντεκα (11) τόνους. Το βάρος ανά άξονα προκύπτει από βάρος λειτουργίας του Μηχανήματος Έργων δια του αριθμού των αξόνων αυτού». Το δε π.δ. 77/1998 (Α΄ 71), με τίτλο «Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας προς τις διατάξεις της οδηγίας 96/53/ΕΚ του Συμβουλίου της 25ης Ιουλίου 1996 σχετικά με τον καθορισμό, για ορισμένα οδικά οχήματα που κυκλοφορούν στην Κοινότητα, των μέγιστων επιτρεπόμενων διαστάσεων στις εθνικές και διεθνείς μεταφορές και των μέγιστων επιτρεπόμενων βαρών στις διεθνείς μεταφορές» ορίζει στο άρθρο 5 παρ. 3 ότι: «Η κυκλοφορία οχημάτων ή συνδυασμών τους, τα οποία υπερβαίνουν τις μέγιστες διαστάσεις, όταν τα οχήματα αυτά ή συνδυασμοί τους μεταφέρουν ή προορίζονται να μεταφέρουν αδιαχώριστα φορτία, επιτρέπεται μόνον βάσει ειδικών αδειών που εκδίδονται χωρίς διακρίσεις από τις αρμόδιες για τις οδούς υπηρεσίες και όπου θα αναγράφονται τα οδικά τμήματα διέλευσης, η ημερομηνία και ώρες πραγματοποίησης της διαδρομής ως και το ανώτατο όριο ταχύτητας». Εξάλλου, η εκδοθείσα, κατ’ εξουσιοδότηση της ως άνω παραγράφου 2 του άρθρου 53 του Κ.Ο.Κ., Δ17α/04/88/ΦΝ416/1999 (Β΄ 2076) απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, με τίτλο «Χορήγηση ειδικής άδειας για την κυκλοφορία Μηχανημάτων Έργων (Μ.Ε.)», ορίζει στο άρθρο 1 ότι: «1. Απαγορεύεται η κυκλοφορία στο οδικό δίκτυο της χώρας Μηχανημάτων Έργων (ΜΕ) των οποίων οι διαστάσεις ή τα βάρη υπερβαίνουν τα μέγιστα όρια που καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 53 του κυρωθέντος με το Ν. 2696/99 (Α΄ 57) Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Στην περίπτωση που οι διαστάσεις ή τα βάρη ΜΕ υπερβαίνουν τα καθορισμένα μέγιστα όρια, απαιτείται άδεια διέλευσης Μηχανήματος Έργων. 2. Οι άδειες διέλευσης Μηχανήματος Έργων χορηγούνται: α. Από την οικεία Δ/νση Τεχνικών Υπηρεσιών όταν το ΜΕ πρόκειται να κυκλοφορήσει εντός των ορίων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης. β. Από την οικεία Δ/νση Δημοσίων Έργων όταν το ΜΕ πρόκειται να κυκλοφορήσει εντός των ορίων της Περιφέρειας γ. Από τις οικείες Δ/νσεις Δημοσίων Έργων, όταν το ΜΕ πρόκειται να κυκλοφορήσει εντός των ορίων περισσοτέρων Περιφερειών», στο άρθρο 2 ότι: «Για τη χορήγηση άδειας διέλευσης Μηχανήματος Έργων, απαιτείται να υποβληθούν στην αρμόδια Υπηρεσία: α) Αίτηση στην οποία θα αναφέρονται οι οδοί διέλευσης του Μ.Ε. και ο χρόνος εκτέλεσης της διαδρομής (ημερομηνία και ώρα). β) Φωτοαντίγραφο της άδειας κυκλοφορίας – χρήσης ΜΕ ή της προσωρινής άδειας κυκλοφορίας ΜΕ. γ) Βεβαίωση καταβολής των τελών χρήσης του ΜΕ. δ) Φωτοαντίγραφο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου του ΜΕ.», στο άρθρο 3 ότι: «Στην άδεια διέλευσης ΜΕ θα αναφέρονται: α) Ο κάτοχος του ΜΕ. β) Η άδεια κυκλοφορίας – χρήσης ΜΕ ή προσωρινή άδεια κυκλοφορίας ΜΕ. γ) Το εργοστάσιο κατασκευής, ο τύπος και ο αριθμός πλαισίου του ΜΕ. δ) Οι διαστάσεις πορείας (μήκος, πλάτος, ύφος) και το βάρος ανά άξονα του ΜΕ. ε) Οι οδοί διέλευσης του ΜΕ. στ) Ο χρόνος εκτέλεσης της διαδρομής (ημερομηνία και ώρα). ζ) Τα απαιτούμενα μέτρα οδικής ασφάλειας όλα τα ΜΕ, ανεξαρτήτως διαστάσεων πορείας, βαρών και συστήματος πορείας (τροχοφόρα, ερπυστριοφόρα, κυλινδροφόρα), πρέπει να φέρουν για λόγους ασφαλείας: α) Τουλάχιστο στέγαστρο – προστασίας του χειριστή. […] και κατά περίπτωση: α) Πινακίδες αναγνώρισης οχήματος μεγάλου μήκους, όταν το μήκος του ΜΕ υπερβαίνει τα δεκατρία (13) μέτρα. β) Πινακίδες αναγνώρισης (βαρέος οχήματος, όταν το βάρος λειτουργίας του ΜΕ υπερβαίνει τους επτάμισι (7,5) τόννους. Η άδεια διέλευσης ΜΕ χορηγείται σε δύο αντίγραφα. Τo ένα αντίγραφο διαβιβάζεται στο αρμόδιο Τμήμα Τροχαίας, τουλάχιστον 24 ώρες πριν την εκτέλεση της διαδρομής από το ΜΕ».
10. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων που εκτέθηκαν στις ανωτέρω σκέψεις, προκύπτει ότι υφίσταται αρμοδιότητα των Δήμων για τη συντήρηση: α) των δημόσιων οδών που διέρχονται από τα όριά τους, η συντήρηση των οποίων δεν έχει ανατεθεί στην οικεία Περιφερειακή Ενότητα, σύμφωνα με τις αποφάσεις που εκδίδονται κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 3481/2006 και β) των τμημάτων των οδών των οποίων η συντήρηση έχει μεν ανατεθεί στην οικεία Περιφερειακή Ενότητα, αλλά βρίσκονται εντός των εγκεκριμένων ορίων οικισμών του Δήμου. Η αρμοδιότητα αυτή προβλέπεται και οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 75 του ν. 3463/2006, 94 του ν. 3852/2010, 1 και 10 του Κ.Ο.Κ. σε συνδυασμό με τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 3155/1955 και του άρθρου 7 του ν. 3841/2006, καθώς και, εν προκειμένω, από τα οριζόμενα στις ανωτέρω 3884/2007 (σε συνδυασμό με την 5360/2008 όμοια) και 937/2011 αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης (ΣτΕ 2599/2011). Ειδικότερα, οι Δήμοι υποχρεούνται, στο πλαίσιο των καθηκόντων τους, να επιβλέπουν και να ελέγχουν την καταλληλότητα των δρόμων, που βρίσκονται εντός των διοικητικών τους ορίων και να φροντίζουν για τη συντήρηση τους. Εάν, δε, παρά την κατά τα ανωτέρω υποχρέωση του Δήμου, τα αρμόδια όργανα αυτού, παραβιάζοντας τις προαναφερθείσες διατάξεις του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, οι οποίες δεν έχουν τεθεί αποκλειστικώς χάριν του γενικού συμφέροντος, αλλά αποσκοπούν παραλλήλως και στην εξυπηρέτηση των πολιτών (πρβλ. ΣτΕ 1607/2016, 7μ, 1422/2006 7μ, 740/2001), παραλείψουν να προβούν, όπως οφείλουν, στα αναγκαία μέτρα συντήρησης, με αποτέλεσμα να προκληθεί βλάβη σε διερχόμενα οχήματα ή πρόσωπα, ο Δήμος ευθύνεται σε αποζημίωση, βάσει των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ (πρβλ. ΣτΕ 1438/2021, 2599/2011, 288/2011), εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις των άρθρων αυτών και δη εφόσον υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Ωστόσο, συντρέχει περίπτωση διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου, εάν ο οδηγός δεν τηρεί τις απορρέουσες από τον Κ.Ο.Κ. και τις συναφείς διατάξεις υποχρεώσεις (όπως κατοχή ειδικής άδειας διέλευσης) και επιδείξει τέτοια αμελή οδηγητική συμπεριφορά, η οποία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου και ανάλογα με τις περιστάσεις, θα ήταν ικανή από μόνη της, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα (πρβλ. ΣτΕ 1704/2019 σκ. 9, ΔΕφΑθ 1808/2024 σκ. 12, ΔΕφΘεσ 1108/2020 σκ. 11, 728/2000 σκ. 9).
11. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου, μεταξύ των οποίων η από 7.8.2019 έκθεση ελέγχου των Επιθεωρητών του Σώματος Επιθεωρητών Δημοσίων Έργων της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας … και …, συνταχθείσα δυνάμει των …/9.11.2018 και …/21.11.2018 εντολών ελέγχου του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών και της Γενικής Γραμματέα Καταπολέμησης της Διαφθοράς, αντιστοίχως, αναφορικά με τη διερεύνηση των αιτιών κατάρρευσης της γέφυρας στην οδό πρώην Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού και νυν Νυρεμβέργης, έμπροσθεν του παλαιού Νοσοκομείου Καβάλας, προκύπτουν τα εξής: Ο Δήμος Καβάλας, κατά το έτος 1986, προχώρησε σε διακήρυξη δημοπρασίας, στην οποία αναδείχθηκε ανάδοχος η κοινοπραξία … – … – … Τεχνική Α.Ε., για έργο που αφορούσε την διαπλάτυνση τμήματος της ανωτέρω παραλιακής οδού (χιλιομετρική θέση 0,75 της εθνικής οδού (2) – τμήματος Καβάλας – ισόπεδου κόμβου Χρυσούπολης), αρχής γενομένης από τη θέση Καρνάγιο και για μήκος περίπου 320 μέτρων, με γέφυρα μήκους 252 μέτρων, την κατασκευή τοίχου αντιστήριξης προ της υφιστάμενης οδού έμπροσθεν του παλιού Νοσοκομείου και από την πλευρά προς τη θάλασσα, την κατασκευή προσβάσεων, στρώσεων κυκλοφορίας και εξοπλισμού της οδού, καθώς και την κατασκευή κεντρικού αποχετευτικού αγωγού (ΚΑΑ), με τοποθέτησή του σε ανάρτηση από την γέφυρα. Το έργο αυτό πραγματοποιήθηκε, κατά τα έτη 1987 και 1988, με φορέα υλοποίησης και προϊσταμένη αρχή την Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Καβάλας (ΔΕΥΑΚ) του Δήμου Καβάλας, στα πλαίσια κατασκευής του κεντρικού αγωγού λυμάτων της πόλης και προς διευκόλυνση της κυκλοφορίας στο συγκεκριμένο σημείο. Έτσι, το τμήμα αυτό των 320 μέτρων (επί του οποίου βρισκόταν η γέφυρα συμπεριλαμβανομένων των προσβάσεων), λειτούργησε ως ένας δεύτερος, ξεχωριστός και ανισοεπίπεδος άξονας κυκλοφορίας, με κατεύθυνση από Καβάλα προς Ξάνθη, σε σχέση με την υφιστάμενη, εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου πόλης της Καβάλας [σχετ. το π.δ. της 16.1.1980 (Δ΄68), όπως τροποποιηθέν, με το π.δ. της 29.5.1985 (Δ΄ 279) και με την 4842π.ε./2006 (Δ΄ 375) απόφαση της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., ισχύει] οδού (πρώην) Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού, που, μετά την εν λόγω διαπλάτυνση, εξυπηρετούσε το ρεύμα Ξάνθη – Καβάλα, ενώ, μετά την ολοκλήρωση της γέφυρας αυτής, η ανωτέρω οδός λειτούργησε και πάλι ως ενιαίος άξονας κυκλοφορίας (με δύο κατευθύνσεις). Δηλαδή, ο διχασμός των αξόνων κυκλοφορίας σε διαφορετικά επίπεδα εξυπηρέτησε την ανάγκη αποσυμφόρησης που υπήρχε την δεδομένη χρονική περίοδο. Το έργο αυτό, αφού ετέθη σε χρήση/κυκλοφορία, ουδέποτε παραδόθηκε, με την έκδοση πρωτοκόλλου διοικητικής παράδοσης – παραλαβής, κατά τις διέπουσες τη σύμβαση έργου διατάξεις του π.δ. 609/1985, από τον φορέα υλοποίησης σε οιονδήποτε φορέα συντήρησης. Εξάλλου, το ως άνω τμήμα των 320 μέτρων, το οποίο παρέμεινε πάντοτε εκτός σχεδίου πόλης (σχετ. το ως άνω π.δ. της 16.1.1980) και δη, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, ενέπιπτε στον αιγιαλό, με ΚΑΕΚ 21025ΕΚ00193/0/0, κυριότητας Ελληνικού Δημοσίου (σχετ. το 992/14.2.2019 έγγραφο του Διευθυντή της Διεύθυνσης Δόμησης και Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Δήμου Καβάλας), συνενώθηκε, στην πραγματικότητα, οργανικά με την (πρώην) οδό Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού, η οποία αποτελούσε οδικό τμήμα της (τότε) υφιστάμενης εθνικής οδού (2) «Θεσσαλονίκη – Γέφυρα Στρυμόνα – Νέα Πέραμος – Καβάλα – Ξάνθη – Κομοτηνή – Αλεξανδρούπολη – Γέφυρα Κήπων» του πρωτεύοντος δικτύου (σχετ. η ΒΣ4 β-13/487-Κ/4.9.1980 απόφαση του Υπουργού Δημοσίων Έργων, με την οποία καθορίστηκαν τα εντός σχεδίου πόλης της Καβάλας τμήματα της εθνικής οδού -μεταξύ των οποίων η οδός Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού- που αναλαμβάνει να συντηρεί η 3η ΔΕΚΕ Καβάλας της πρώην Νομαρχίας Καβάλας), απ’ όπου διέρχονταν όλα τα βαρέα οχήματα έως την κατασκευή της Εγνατίας Οδού, οπότε και το τμήμα αυτό της εν λόγω εθνικής οδού υποβαθμίστηκε, εν συνεχεία, σε δευτερεύον εθνικό οδικό δίκτυο (σχετ. η ΔΜΕΟ/ε/ο/1173/28.9.2005 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.). Κατόπιν, με τις 3884/2007 και 5360/2008 αποφάσεις της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης, ορίστηκε ότι ο Δήμος Καβάλας είναι αρμόδιος για τη συντήρηση των εντός σχεδίου πόλης οδών του εθνικού δικτύου (2) (και ειδικότερα του τμήματος «Καβάλα – Ισόπεδος κόμβος Χρυσούπολης – Γέφυρα Νέστου – Ξάνθη»), ενώ, με την 937/2011 απόφαση του ίδιου Περιφερειάρχη, ορίστηκε ότι η αρμοδιότητα συντήρησης των υπολοίπων οδών που δεν αναφέρονται στις ως άνω (3884/2007 και 5360/2008) αποφάσεις του ίδιου Περιφερειάρχη, ανήκει στους οικείους Δήμους. Όπως προκύπτει από το ΔΟΥ6128/7.12.2018 έγγραφο του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών (σε απάντηση του 02/7495οικ./14.11.2018 εγγράφου της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων της Περιφερειακής Ενότητας Καβάλας), για το ανωτέρω τμήμα των 320 μέτρων (γέφυρα και προσβάσεις της), ουδέποτε εκδόθηκε υπουργική απόφαση στην οποία να χαρακτηρίζεται αποσπασματικά ως τμήμα του εθνικού οδικού δικτύου, ούτε υποβλήθηκε σχετικό αίτημα για τον χαρακτηρισμό του ούτε και τεκμηριώνεται η ένταξή του σε κάποιον νομοθετημένο εθνικό οδικό άξονα, δεδομένης δε, της οργανικής σύνδεσής του με την υφιστάμενη δημοτική οδό (πρώην Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού), οι οποιεσδήποτε ενέργειες συντήρησής του (συμπεριλαμβανομένης της γέφυρας) προέρχονταν αποκλειστικώς από τον Δήμο Καβάλας. Πράγματι, ελλείψει πρωτοκόλλου παραλαβής – παράδοσης του προπεριγραφόμενου έργου σε οιονδήποτε φορέα, πλην διάφορων αποσπασματικών ενεργειών συντήρησής του, κατά τα έτη 2016 (παρεμβάσεις για αποκατάσταση κακοτεχνιών οδοστρώματος) και 2019 (εντολή πίστωσης στο τεχνικό πρόγραμμά του για ανάθεση μελέτης ελέγχου στο στατικό φορέα γέφυρας) από τον Δήμο Καβάλας, ουδέποτε έλαβε χώρα, από οποιαδήποτε υπηρεσία, τακτικός και οργανωμένος έλεγχος ή επιθεώρηση αυτού [ιδίως, όσον αφορά την όποια διαβρωτική προστασία είχε επιτευχθεί με την ολοκλήρωσή του (ιδιαίτερα στα μεταλλικά του στοιχεία), τις φθορές και βλάβες του σκυροδέματος (ιδιαίτερα των τμημάτων που ήταν πλησιέστερα στο θαλάσσιο περιβάλλον ενόψει της οξείδωσης των εσωτερικών οπλισμών), την προένταση και τις αγκυρώσεις στα μέτωπα των προκατασκευασμένων δοκών, τα εφέδρανα, τις τυχόν μετακινήσεις δοκών – πλάκας στα μεσαία ανοίγματα, τη μονολιθικότητα και την πλήρη κατασκευαστική συνάφεια (σύνδεση) μεταξύ των προκατασκευασμένων δοκών και της πλάκας καταστρώματος, τον εξοπλισμό της οδοποιίας, την ασφαλτική επίστρωση (λακκούβες, ρηγματώσεις), τους αρμούς, τα φρεάτια, τις σωληνώσεις, τις σχετικές διοικητικές ενέργειες (πιστώσεις, μελέτες, δημοπρατήσεις) για απαιτούμενες επισκευές, καθώς και το επιτρεπόμενο μέγιστο βάρος διέλευσης βαρέων τροχοφόρων, με χορήγηση ή μη σχετικής άδειας από τον φορέα συντήρησης]. Η εν λόγω γέφυρα είχε μελετηθεί με περιορισμένη προένταση και είχε κατασκευαστεί σύμφωνα με το πρότυπο DIN1072 με προδιαγραφές φορτίων κλάσης 60 τόνων (αναθεωρηθείσα σε κλάση 60/30, μετά το έτος 1990), ενώ, εξαιτίας, μεταξύ άλλων παραγόντων, της πλημμελούς συντήρησής της, τα στοιχεία του φέροντος οργανισμού της (σκυρόδεμα, οπλισμοί και μεταλλικά μέρη) άρχισαν, σταδιακά, από την δεκαετία του 1990, να υποβαθμίζονται. Σύμφωνα με το περιλαμβανόμενο στο διοικητικό φάκελο, 2018/…/9.11.2018, δελτίο οδικού τροχαίου ατυχήματος της Τροχαίας Καβάλας, στις 9.11.2018 (ημέρα Παρασκευή) και ώρα 15:45, ενώ το γερανοφόρο όχημα με στοιχεία κυκλοφορίας … (μηχάνημα έργου), με οδηγό και ιδιοκτήτη τον ενάγοντα, και έτερο επιβατικό αυτοκίνητο (με στοιχεία κυκλοφορίας … – … ιδιωτικής χρήσης), με οδηγό και ιδιοκτήτη τον …, κινούνταν παραλλήλως στην έμπροσθεν του παλαιού Νοσοκομείου Καβάλας γέφυρα, εδραζόμενη επί της οδού (πρώην) Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού, με κατεύθυνση από το κέντρο προς την έξοδο της πόλης, και ειδικότερα, το μεν πρώτο στο δεξί τμήμα της (προς τη θάλασσα), το δε δεύτερο προς το αριστερό μέρος της, έλαβε χώρα καθίζηση τμήματός της (γέφυρας), με αποτέλεσμα την υποχώρηση του ερειδόμενου σε αυτήν οδοστρώματος και την επακόλουθη σύγκρουση των δύο οχημάτων που εφάρμοσαν ισχυρή πέδηση προς αποφυγή περαιτέρω (υλικών) ζημιών. Οι Επιθεωρητές του Σώματος Επιθεωρητών Δημοσίων Έργων της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, μετά από αυτοψία που πραγματοποίησαν στον τόπο του ατυχήματος, διαπίστωσαν καταρχάς ότι η γέφυρα παρουσίαζε εκτεταμένες και σημαντικές φθορές πιθανότατα λόγω της έκθεσής της σε πολύ διαβρωτικό παραθαλάσσιο περιβάλλον, ότι η οξείδωση στους οπλισμούς της είχε απομειώσει τη διατομή τους, καθώς και ότι ο οπλισμός σύνδεσης προκατασκευασμένων δοκών και πλάκας καταστρώματος ήταν ανεπαρκής (απόσχιση δοκών από πλάκα). Περαιτέρω, διαπίστωσαν ότι το βάρος του γερανού, τάξης 60 τόνων, με αυξημένο το φορτίο στο πίσω άξονά του, λόγω αντίβαρων, ήταν υπερβολικό ενώ προσέγγισε ποσοστό 60% – 70% του κανονιστικού φορτίου μελέτης της κλάσης 60/30 τόσο σε κάμψη όσο και σε διάτμηση, καθώς και ότι ο φορέας της γέφυρας -ενόψει συγκεκριμένων δυσμενών παραγόντων, όπως η διέλευση δυσμενούς διάταξης φορτίου αυτοκινούμενου γερανού, ο ανεπαρκής οπλισμός σύνδεσης πλάκας καταστρώματος και δοκών και η μείωση του διαθέσιμου συντελεστή ασφάλειας λόγω οξείδωσης του κύριου οπλισμού (χαλαρού και προέντασης) – οδηγήθηκε σε μία απροειδοποίητη και απρόσμενη για την ηλικία του (31 ετών περίπου) κατάρρευση. Από την επιθεώρηση που διενήργησαν τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα στο μηχάνημα έργου του ενάγοντος και στις εν γένει συνθήκες του ατυχήματος (σχετ. και η από 17.12.2018 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανολόγου μηχανικού, … …, συνταχθείσα δυνάμει της από 14.11.2018 έκθεσης διορισμού πραγματογνωμοσύνης της Τροχαίας Καβάλας), προέκυψε ότι, σε απάντηση της από 17.2.2006 αίτησης του ενάγοντος, εκδόθηκε η Δ13ε/…./21.2.2006 απόφαση του Διευθυντή της Διεύθυνσης Δ13 (Τμήμα ε΄) της Γενικής Διεύθυνσης Τεχνικής Υποστήριξης & Λ. Έργων του Υπουργείου Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων. Με αυτήν, εγκρίθηκε ο τύπος και, κατ’ επέκταση, η κυκλοφορία/χρήση στην Ελλάδα, του με στοιχεία κυκλοφορίας χρήσης ΜΕ … ΙΧ, έτους 2006, μηχανήματος έργου, ιδιοκτησίας του ενάγοντος (δηλαδή γερανού, έτους κατασκευής 1974, με κωδικό αριθμό Η-30134, εργοστασίου κατασκευής DEMAG, εργοστασιακού τύπου HC 200 και αριθμού πλαισίου … επί οχήματος, εργοστασίου κατασκευής FAUN, εργοστασιακού τύπου KF 7053/55 και αριθμού πλαισίου …). Στον ενάγοντα, είχε χορηγηθεί η 07/…/9.3.2006 άδεια κυκλοφορίας/χρήσης του ανωτέρω γερανοφόρου οχήματός του (με ημερομηνία έκδοσης πρώτης άδειας 16.1.1991), το οποίο έφερε 5 άξονες (2 στο πρόσθιο και 3 στο οπίσθιο τμήμα του), μήκος 15,70 μέτρα, πλάτος 3 μέτρα και ύψος 4 μέτρα και διέθετε χαρακτηριστικό βάρος λειτουργίας 40 τόνων. Ενόψει του ότι τα παραπάνω γεωμετρικά και τεχνικά χαρακτηριστικά (διαστάσεις και βάρος) του οχήματος του ενάγοντος, που ενεπλάκη στο ένδικο ατύχημα, ήταν μεγαλύτερα από τα επιτρεπόμενα βάσει του άρθρου 1 του π.δ. 292/9.11.1999 (ήτοι μήκος μεγαλύτερο των 13 μέτρων, πλάτος μεγαλύτερο των 2,6 μέτρων και βάρος ανά άξονα μεγαλύτερο των 11 τόνων), έπρεπε τούτος, σύμφωνα με το άρθρο 1 της Δ17α/04/88/ΦΝ416/1999 υπουργικής απόφασης, να κατέχει άδεια διέλευσης μηχανήματος έργου, για την νόμιμη κυκλοφορία/χρήση αυτού στο οδικό δίκτυο. Τούτη η υποχρέωσή του είχε στον ίδιο επισημανθεί, εγγράφως, όπως προκύπτει από το σώμα της ανωτέρω απόφασης έγκρισης και της ανωτέρω άδειας κυκλοφορίας που του είχαν χορηγηθεί το έτος 2006. Τέτοια άδεια διέλευσης, η οποία χορηγείται, αιτήσει του εκάστοτε ενδιαφερόμενου, από τον αρμόδιο κατά περίπτωση φορέα, με καθορισμό, μεταξύ άλλων, της πορείας του οχήματος στο οδικό δίκτυο (χρόνος και διαδρομή), δεν προέκυψε ότι ο ενάγων αιτήθηκε ενώπιον οποιασδήποτε υπηρεσίας των εναγομένων. Για το λόγο αυτό, εκδόθηκε, σε βάρος του, από την Τροχαία Καβάλας, η …/9.11.2018 πράξη βεβαίωσης παράβασης με επιβολή προστίμου. Ακόμη, διαπιστώθηκε ότι ο γερανός, ο οποίος με βάση την άδεια κυκλοφορίας του έφερε φορτίο λειτουργίας 40 τόνους [που σημαίνει 8 τόνους φορτίο ανά άξονα, ήτοι στους 3 άξονες του οπίσθιου τμήματος 24 (=3 * 8) τόνους], κατά τη διέλευσή του από την γέφυρα, τη στιγμή του ατυχήματος, έφερε υπέρβαρο φορτίο 67,16 τόνων, με συνέπεια, στην πραγματικότητα, το συνολικό βάρος του οπίσθιου τμήματος (3 άξονες) του να ανέλθει σε 46,2 τόνους (αντί του επιτρεπόμενου βάρους των 24 τόνων). Ο συνδυασμός του υπέρβαρου φορτίου του γερανού με την ισχυρή πέδηση που εφαρμόστηκε από αυτόν προκειμένου να αποφευχθεί η σύγκρουσή του με το παραλλήλως (προς την εσωτερική πλευρά της οδού) διερχόμενο Ι.Χ.Ε. όχημα, προκάλεσε ισχυρότατη και άνω της αντοχής της γέφυρας δυναμική φόρτιση που σε συνάρτηση με την μετατόπιση του φορτίου του οπίσθιου μέρους του (που προκλήθηκε από την πέδηση), οδήγησε σε αστοχία του δεξιού (προς την θάλασσα) στατικού συστήματος του φατνώματος της γέφυρας και, ακολούθως, στην κατάρρευσή του. Οι αρμόδιοι Επιθεωρητές, αφού έλαβαν υπόψη ότι, για την διέλευση του επίμαχου γερανού (μηχανήματος έργου), με τεχνικά και γεωμετρικά χαρακτηριστικά μεγαλύτερα των μεγίστων επιτρεπόμενων (όπως καθορίζονται στο π.δ. 292/1999), απαιτούνταν (κατά τα οριζόμενα στις προαναφερόμενες Δ13ε/3075/2006 και Δ17α/04/88/ΦΝ416/1999 αποφάσεις), για την κυκλοφορία/χρήση του, η χορήγηση, αιτήσει του εκάστοτε ενδιαφερομένου (εν προκειμένω ενάγοντος), από τον υπεύθυνο φορέα, ειδικής άδειας, κατέληξαν, με την προμνησθείσα από 7.8.2019 έκθεση ελέγχου, στο συμπέρασμα ότι η άδεια αυτή, σε περίπτωση που χορηγούνταν, θα προέβλεπε ενδεχομένως κάποιο διαφορετικό δρομολόγιο στο οδικό δίκτυο και όχι την διέλευση από μία γέφυρα που ήταν γενικώς αναγνωρισμένο και παραδεκτό ότι βρίσκεται σε κακή κατάσταση και λόγω κατασκευαστικών ατελειών και κυρίως λόγω έλλειψης συντήρησής της, ενώ, κατά την εκτίμησή τους, κύρια αιτία για την κατάρρευση της γέφυρας (7ου φατνώματος) αποτέλεσε η διέλευση του υπέρβαρου (σε σχέση με την αντοχή της γέφυρας) γερανού, σε συνδυασμό με την ισχυρή πέδηση που εφαρμόστηκε προς αποφυγή τροχαίου ατυχήματος με το παρακείμενο όχημα, ήτοι ενέργειες που οδήγησαν σε έντονο δυναμικό φάσμα πιέσεων επί του στατικού συστήματος της γέφυρας και ανισομερή μετατόπιση του φορτίου του οπίσθιου μέρους του γερανού (που κινούνταν στην εξωτερική, προς τη θάλασσα, λωρίδα κυκλοφορίας), που, εν συνεχεία, προκάλεσαν απότομη αστοχία του συστήματος των προκατασκευασμένων δοκών και της πλάκας κυκλοφορίας, με έναρξη από την εξωτερική περιοχή συμπαρασύροντας την εσωτερική πλευρά του φορέα. Περαιτέρω, επισημάνθηκε (από τους ίδιους Επιθεωρητές) ότι η υποβαθμισμένη ποιότητα της γέφυρας και πιθανόν η σοβαρή απομείωση του συντελεστή ασφαλείας αυτής, είτε σε σχέση με τη μείωση της φέρουσας ικανότητας λόγω φθοράς οπλισμού, είτε λόγω απώλειας εργασιμότητας και αντοχής στο στατικό σύστημα των προκατασκευασμένων δοκών και της πλάκας καταστρώματος, είτε πιθανόν με την σταδιακή απώλεια του βαθμού προέντασης, επιδείνωσαν την ποιότητά της (σε σχέση με την προβλεπόμενη από τις τεχνικές προδιαγραφές) και λειτούργησαν δυσμενώς ως προς την ευστάθειά της, σε συνδυασμό και με την διέλευση του υπέρβαρου γερανού και, ιδίως, την ισχυρή πέδηση που εφαρμόστηκε επί του φατνώματος που κατέρρευσε. Τέλος, σύμφωνα με το τελικό πόρισμα της ίδιας ως άνω από 7.8.2019 έκθεσης ελέγχου, ακόμα και εάν υλοποιούνταν τακτική συντήρηση του έργου, η εν λόγω γέφυρα, με την διέλευση του υπέρβαρου γερανού, θα κατέρρεε. Ήδη, όπως προκύπτει από το απόσπασμα πρακτικού της 5/2019 τακτικής συνεδρίασης του Περιφερειακού Συμβουλίου Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης (αριθ. απόφασης 40/2019) σε συνδυασμό με το από 20.8.2020 απευθυνόμενο στο Πταισματοδικείο Καβάλας έγγραφο της ανώνυμης εταιρίας “Εγνατία Οδός Α.Ε.”, που βρίσκονται εντός του διοικητικού φακέλου, προς αντιμετώπιση της κατάστασης αυτής, η Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης, ως φορέας χρηματοδότησης, και η ως άνω ανώνυμη εταιρία, ως φορέας υλοποίησης, συνήψαν, δυνάμει του άρθρου 100 του ν. 3852/2010, προγραμματική σύμβαση μεταξύ τους προκειμένου να υλοποιηθούν όλες οι αναγκαίες μελέτες για την αποκατάσταση του ως άνω οδικού δικτύου.
12. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, επιδοθείσα στον εναγόμενο Δήμο στις 7.9.2023 και στα υπόλοιπα εναγόμενα στις 6.9.2023 (βλ. τις …, … και …/2023 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας με έδρα το Πρωτοδικείο Καβάλας, … …), όπως αυτή αναπτύσσεται με το κατατεθέν στις …2025 υπόμνημα, ο ενάγων, εξιστορεί τα ακόλουθα: Ότι στις 9.11.2018 και ώρα 12:00, οδηγώντας το γερανοφόρο όχημα, ιδιοκτησίας του, εκκίνησε από την έδρα της εταιρείας του, που διατηρεί με τον αδελφό του, … …, στο … Καβάλας, με προορισμό το κεντρικό λιμάνι Καβάλας (Τελωνείο), όπου προέβη σε εργασία φορτοεκφόρτωσης, μετά το πέρας της οποίας, την ίδια ημέρα και ώρα 15:30, ακολουθώντας ακριβώς την αντίστροφη διαδρομή, δηλαδή μέσω της περιφερειακής οδού Καβάλας – Ξάνθης, με προπορευόμενο όχημα ασφαλείας το …-… ΙΧ φορτηγό, με οδηγό τον αδελφό του, κατά την επιστροφή του στην έδρα της επιχείρησής του, κινούμενος συνεχώς στη δεξιά λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας του οδοστρώματος, φτάνοντας στη μέση της γέφυρας στο ύψος του παλαιού Νοσοκομείου Καβάλας, ένιωσε ένα ισχυρό τράνταγμα, άκουσε έναν εκκωφαντικό θόρυβο και αισθάνθηκε να υποχωρεί το οδόστρωμα και, κατ’ επέκταση, το τμήμα της γέφυρας πάνω στο οποίο κινούνταν εκείνη τη στιγμή, βρέθηκε δε, εγκλωβισμένος, αφού διαπίστωσε ότι το όχημά του βρισκόταν με την καμπίνα του οδηγού στο ύψος της γέφυρας και η πίσω πλευρά του στο κάτω μέρος αυτής, η οποία είχε υποστεί καθίζηση και είχε ουσιαστικά καταρρεύσει. Ότι αμέσως μετά το αρχικό σοκ που υπέστη, κατέβαλε προσπάθεια με κίνδυνο της σωματικής του ακεραιότητας να εξέλθει αυτού και να μεταβεί σε ασφαλές σημείο, διότι από την έντονη κλίση φοβήθηκε το ενδεχόμενο πτώσης του στη θάλασσα. Τέλος, ότι αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο ολικής κατάρρευσης της γέφυρας, συνέδραμε τους δύο επιβαίνοντες του με στοιχεία κυκλοφορίας …-… αυτοκινήτου που κινούνταν παραλλήλως επί της αριστερής λωρίδας του οδοστρώματος. Τη μετάβασή τους δε, σε ασφαλές σημείο, ακολούθησε η πτώση του πίσω μέρους του γερανοφόρου οχήματος στο σημείο που «κόπηκε» το οδόστρωμα και η κατάληξη του μπροστινού μέρους του στο υψηλότερο σημείο αυτού με κατεύθυνση προς Ξάνθη. Κατά τα προβαλλόμενα με την κρινόμενη αγωγή, όλα τα οχήματα που κινούνταν στην εθνική οδό Θεσσαλονίκης – Καβάλας – Ξάνθης, χωρίς κανένα προσδιορισμό βάρους αυτών, διέρχονταν, επί δεκαετίες, ελλείψει σχετικής σήμανσης, από το συγκεκριμένο σημείο του ατυχήματος, ως μοναδικό τρόπο συνέχειας της υπάρχουσας τότε εθνικής οδού, με συνέπεια την υποβάθμιση και την φθορά της ευρισκόμενης εκεί γέφυρας. Περαιτέρω, ο ενάγων, επικαλούμενος το σκεπτικό της …/2021 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, μέρος του οποίου αναφέρεται αυτολεξεί στο εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής, υποστηρίζει ότι αποκλειστικώς υπαίτιοι για το προπεριγραφόμενο ατύχημα είναι τα εναγόμενα, ως συναρμόδια για τη συντήρηση της γέφυρας. Για τους λόγους αυτούς, ο ενάγων ζητά να αναγνωριστεί η εις ολόκληρον υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν, με την κήρυξη της απόφασης που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστής και με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την πλήρη εξόφληση, ως αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 105 και 106 Εισ.Ν.Α.Κ., και ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, κατ’ άρθρο 932 του Α.Κ., το συνολικό ποσό των 144.280 ευρώ, το οποίο, ειδικότερα, κατά τους ισχυρισμούς του, αναλύεται ως εξής: α) ποσό 52.000 ευρώ, ως αποζημίωση για την ολοκληρωτική καταστροφή του οχήματός του που αντιστοιχεί, όπως υποστηρίζει, στην εμπορική του αξία, κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, δεδομένου ότι η επισκευή του θα ήταν οικονομικά ασύμφορη, β) ποσό 24.800 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της υλικής ζημίας του από το κόστος ανέλκυσης του οχήματός του, γ) ποσό 2.480 ευρώ, ως αποζημίωση για τα έξοδα που δαπάνησε για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, δ) ποσό 35.000 ευρώ, ως διαφυγόν κέρδος, λόγω της απώλειας των εσόδων που θα αποκόμιζε από την επαγγελματική εκμετάλλευση του οχήματός του και δη, από την εκτέλεση ήδη συναφθεισών συμβάσεων παροχής υπηρεσιών (εργασιών γερανού) και ε) ποσό 30.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη την οποία υπέστη από την ίδια ως άνω αιτία, αναγόμενη στην έντονη ταραχή και στεναχώρια που βίωσε κατά το χρόνο του επίδικου, επικίνδυνου για την σωματική του ακεραιότητα, συμβάντος και στη θέα των εκτεταμένων υλικών ζημιών που προκλήθηκαν στο όχημά του και στη συνακόλουθη ταλαιπωρία του από την στέρηση αυτού και την οικονομική του αδυναμία ως προς τα σχετικά έξοδα επισκευής. Προς απόδειξη τούτων, ο ενάγων επικαλείται και προσκομίζει τα εξής: α) την …/2021 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι ο Διευθυντής και η Αντιδήμαρχος Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Καβάλας για την πράξη της «κοινώς επικίνδυνης βλάβης από αμέλεια κατ’ εξακολούθηση διά παραλείψεως από υπόχρεο από την οποία προέκυψε κίνδυνος για άνθρωπο και ξένα πράγματα», σύμφωνα με το σκεπτικό της οποίας: «[…] Το έργο της κατασκευής της γέφυρας εκτελέστηκε από τη ΔΕΥΑΚ, προκειμένου να διευκολυνθούν στην κατασκευή του κεντρικού αγωγού λυμάτων. Στην πορεία, η γέφυρα αυτή χρησιμοποιήθηκε για να διευκολύνει την κυκλοφορία σε εκείνο το σημείο, […] και τελικώς συνενώθηκε με το υπόλοιπο εθνικό δίκτυο […] Ωστόσο, η υποβαθμισμένη ποιότητα της γέφυρας και η σοβαρή απομείωση του συντελεστή ασφαλείας αυτής […] λόγω φθοράς οπλισμού […] αφού από αυτήν διέρχονταν όλα αυτά τα χρόνια βαρέα οχήματα, επιδείνωσαν την ποιότητά της και λειτούργησαν αρνητικά σωρευτικά σε συνδυασμό με τη διέλευση του γερανού εκείνη την ώρα από τη γέφυρα, ως προς την ευστάθεια της γέφυρας. […] Την ευθύνη για τη συντήρηση της γέφυρας είχε μέχρι το έτος 2007 ο Δήμος Καβάλας. […] Η οδός όπου βρίσκεται το επίμαχο μέρος της γέφυρας χαρακτηρίζεται ως δευτερεύον οδικό δίκτυο (Ε2) και αποτελεί τμήμα της Ε.Ο. Καβάλας – Χρυσουπόλεως […] και […] το επίμαχο σημείο της γέφυρας είναι εκτός σχεδίου πόλης. […] Επί τη βάσει αυτών των στοιχείων και άπαντες οι μάρτυρες υπεράσπισης αλλά και οι κατηγορούμενοι απολογούμενοι κατέθεσαν ότι η αρμοδιότητα συντήρησης δεν ανήκει στο Δήμο Καβάλας αλλά αποκλειστική ευθύνη συντήρησης της οδού επί της γέφυρας έχουν οι τεχνικές υπηρεσίες της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης. Ωστόσο, από το σύνολο της αποδεικτικής διαδικασίας προέκυψε ότι ο Δήμος Καβάλας κατά καιρούς προέβη σε διάφορες παρεμβάσεις, προκειμένου να αποκαταστήσει κακοτεχνίες και να αναθέσει έρευνες για την κατάσταση του στατικού φορέα της γέφυρας […] Επομένως, […] εν τοις πράγμασι ο Δήμος Καβάλας ήταν ο φορέας συντήρησης […] Προέκυψε από τις καταθέσεις των μαρτύρων ότι δεν μπορούν να ελεγχθούν από τις τεχνικές υπηρεσίες που έχουν οι Δήμοι και είναι αδύνατον να μπορέσουν να συντηρηθούν, διότι απαιτείται εξειδίκευση, ειδικά μηχανήματα για να μπορούν να τις ελέγξουν και πολύ περισσότερο στη συγκεκριμένη γέφυρα η οποία κατασκευάστηκε με τη μέθοδο της προέντασης. […] η συγκεκριμένη γέφυρα και ο τρόπος κατασκευής της ήταν τέτοια, που κανείς δεν θα μπορούσε να ελέγξει ποτέ την προένταση. Στην συγκεκριμένη, περίπτωση, δεν είχαν διακρίνει διαβρώσεις και σε κάθε περίπτωση ήταν αδύνατον να ελέγξει κάποιος εάν ήταν σε καλή κατάσταση εσωτερικά η γέφυρα. […] Τα στοιχεία συγκλίνουν στο ότι έφταιξε η προένταση της γέφυρας. […] Λόγω λοιπόν της κατασκευής της γέφυρας με τη μέθοδο της προέντασης, δεν υπήρχε ο τρόπος να ελέγξει κανείς την προέντασή της, γιατί πρέπει εξειδικευμένοι μηχανικοί με ειδικά μηχανήματα και όργανα να ελέγξουν εάν ισχύει ακόμη η προένταση αυτή. […] Ο Δήμος με το τεχνικό προσωπικό που έχει είναι αδύνατον να μπορέσει να κάνει μία τέτοια εργασία. […]», β) την 505/2019 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του … …, πραγματογνώμονα – διακανονιστή, περί των φθορών της γέφυρας και των ζημιών του οχήματος του ενάγοντος εξαιτίας της πτώσης της, για την οποία όμως δεν τηρήθηκαν οι απαιτούμενες από τον Κ.Δ.Δ. διατυπώσεις των άρθρων 159 έως 168, που αφορούν στη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης (ΣτΕ 1327/2012, 1349/2011), γ) αντίγραφο του …/1.7.2021 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών, έκδοσης του ως άνω … … με λήπτη τον ενάγοντα, ποσού 2.480 ευρώ, ως αμοιβή και έξοδα της παραπάνω πραγματογνωμοσύνης, δ) το …/9.11.2018 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών της επιχείρησης γερανών – πλατφορμών – κλαρκ «…», για ανυψωτικές εργασίες για την ανέλκυση του οχήματος του ενάγοντος, αξίας 24.800 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ε) αντίγραφο του …/9.1.2018 ιδιωτικού συμφωνητικού σε συνδυασμό με αντίγραφο της …/26.3.2018 επέκτασης σύμβασης εργολαβίας, δυνάμει των οποίων η εταιρεία «… ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», ως εργολάβος, ανέθεσε στον ενάγοντα, ως υπεργολάβο, τις εργασίες γερανού για την εκτέλεση του έργου με τίτλο «…», έναντι συνολικής αμοιβής ποσού 35.000 ευρώ και στ) αντίγραφο της από 1.9.2025 βεβαίωσης του συνεργείου χωματουργικών μηχανημάτων και ανταλλακτικών ακινησίας «… Ο.Ε.» περί ακινησίας του οχήματος του ενάγοντος. Αντιθέτως, τα εναγόμενα, με τις εκθέσεις απόψεων και τα υπομνήματά τους, ζητούν την απόρριψη της αγωγής, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, έλλειψη παθητικής νομιμοποίησής τους.
13. Επειδή, ενόψει των νομοθετικών διατάξεων που προπαρατέθηκαν, όπως ερμηνεύτηκαν και σε συνδυασμό με τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, επισημαίνονται τα εξής: Το εν λόγω τμήμα οδοστρώματος, μήκους 320 μέτρων, το οποίο βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης (π.δ. της 16.1.1980), περιλαμβάνει γέφυρα (με τις προσβάσεις της), μήκους 252 μέτρων, και αποτελεί, κατ’ ουσίαν, έργο διαπλάτυνσης της υφιστάμενης εντός σχεδίου πόλης δημοτικής οδού (πρώην) Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού (νυν Νυρεμβέργης), με κύριο – εργοδότη τον Δήμο Καβάλας και με προϊσταμένη – διευθύνουσα αρχή την ΔΕΥΑΚ Καβάλας. Η οδός αυτή δεν χαρακτηρίστηκε ως εθνική ή επαρχιακή οδός με τα β.δ. της 20.8.1955 και της 8.2.1956, ούτε συμπεριλήφθηκε στο βασικό εθνικό δίκτυο της Χώρας, με την ΔΜΕΟ/ε/ο/1173/28.9.2Δ1ε/οι.5554/2.5.1991 υπουργική απόφαση, περί κατάταξης του εθνικού οδικού δικτύου της Μακεδονίας σε πρωτεύον, δευτερεύον και τριτεύον, ούτε περιέχεται στην ΔΜΕΟ/ε/Ο/1308/15.12.1995 υπουργική απόφαση, περί υποβάθμισης του τμήματος της εθνικής οδού (2), από την πόλη της Καβάλας έως την διασταύρωση της Χρυσούπολης, σε δευτερεύον εθνικό οδικό δίκτυο. Δεν προέκυψε, επίσης, ότι το σημείο του επίμαχου οδοστρώματος, κατά τον τόπο και χρόνο του αναφερόμενου στην αγωγή ατυχήματος, απέχει 200 μέτρα από το σημείο σύνδεσης ή κόμβο της οδού με επαρχιακή οδό ή 500 μέτρα από σημείο σύνδεσης ή κόμβο με εθνική οδό και, άλλωστε, δεν προέκυψε ότι έχει εκδοθεί απόφαση του Υπουργού Δημοσίων Έργων, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 25 του ν. 1418/1984 που, για το λόγο αυτό, να το κατατάσσει σε εθνική ή επαρχιακή οδό. Τούτο βεβαιώνεται και στο από 7.12.2018 έγγραφο του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, όπου αναφέρεται ρητώς ότι, για το εν λόγω (εκτός σχεδίου πόλης) οδικό τμήμα, όπου έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, δεν υπάρχει υπουργική απόφαση στην οποία να χαρακτηρίζεται αποσπασματικά ως τμήμα του εθνικού οδικού δικτύου ούτε έχει υποβληθεί αίτημα για τον χαρακτηρισμό του ούτε και τεκμηριώνεται η ένταξή του σε κάποιον νομοθετημένο οδικό άξονα. Επομένως, ενόψει της μη ένταξής του σε κάποιον νομοθετημένο οδικό άξονα, δεν καθιδρύθηκε αρμοδιότητα συντήρησής του από την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης, δυνάμει των 3884/2007 (σε συνδυασμό με την 5360/2008 όμοια) και 937/2011 αποφάσεών της, οι οποίες ορίζουν ότι η τελευταία ευθύνεται για τη συντήρηση του (χαρακτηρισμένου) εθνικού οδικού δικτύου (2) και ειδικότερα του τμήματος Καβάλα – Ισόπεδος Κόμβος Χρυσούπολης, με εξαίρεση τα τμήματα που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλης, όπως η οδός (πρώην) Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού, για την οποία, κατά συνέπεια, υπεύθυνος παραμένει ο Δήμος Καβάλας. Μάλιστα, όπως προέκυψε, το επίμαχο (εκτός σχεδίου πόλης) τμήμα οδοστρώματος (μετά της γέφυρας και των προσβάσεών της), πέραν του ότι, κατά τα προαναφερθέντα, δεν έχει χαρακτηριστεί, κατά τη διαδικασία που προβλέπεται από το νόμο, ως εθνική ή επαρχιακή οδός ή τμήμα αυτών, δεν διαθέτει τα ειδικά εκείνα χαρακτηριστικά που δύνανται να το κατατάξουν στο εθνικό ή επαρχιακό οδικό δίκτυο, αλλά, αντιθέτως, κατασκευάστηκε, εντός των διοικητικών ορίων του Δήμου Καβάλας, για την διαπλάτυνση δημοτικής οδού (Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού, νυν Νυρεμβέργης), προοριζόμενο, ως εκ της θέσης του, στην εξυπηρέτηση των πάσης φύσης αναγκών του Δήμου Καβάλας, ο οποίος, πάντως, ως κύριος έργου, ουδέποτε μερίμνησε για την οριστική παραλαβή του, με την σύνταξη πρωτοκόλλου παράδοσης – παραλαβής, κατά τις διέπουσες τη σχετική σύμβαση διατάξεις του π.δ. 609/1985. Τέλος, κατά ρητή μνεία της 937/2011 απόφασης του Περιφερειάρχη Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης, η αρμοδιότητα συντήρησης των υπολοίπων οδών που δεν αναφέρονται στις 3884/2007 και 5360/2008 αποφάσεις του ίδιου Περιφερειάρχη, ανήκει στους οικείους Δήμους. Υπό το σύνολο των ανωτέρω δεδομένων, το Δικαστήριο κρίνει ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο του ένδικου συμβάντος (ΔΕφΛαρ 49/2026, ΔΕφΑθ 4605/2022, 76/2022), ήτοι στις 9.11.2018, η ευθύνη για τη συντήρηση του εν λόγω τμήματος οδοστρώματος (με τη γέφυρα και τις προσβάσεις της), το οποίο, βάσει των παραπάνω περιστάσεων, εμπίπτει στην έννοια της δημοτικής οδού, ανήκε στο Δήμο Καβάλας, καθιστάμενο υπόχρεο προς αποκατάσταση τυχόν ζημίας ή ηθικής βλάβης, οφειλόμενης σε πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του (ΔΕφΑθ 177/2011 και 2337/2010). Η αρμοδιότητα δε, του εναγόμενου Δήμου, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το επίμαχο τμήμα οδοστρώματος βρίσκεται εκτός του ρυμοτομικού σχεδίου πόλης, αλλά ούτε και από το γεγονός ότι κατά το μεγαλύτερο τμήμα του εμπίπτει σε αιγιαλό, δεδομένου ότι η θέση του εντός του αιγιαλού δημιουργεί απλώς την πρόσθετη υποχρέωση της προηγούμενης τήρησης της ειδικής διαδικασίας που προβλέπεται στα άρθρα 11 έως 15 του ν. 2971/2001 (Α’ 285), για την εκτέλεση ορισμένων έργων και πράξεων συντήρησης και, πάντως, δεν συνεπάγεται ότι η αρμοδιότητα συντήρησης μετακυλίεται στο Δημόσιο (ΔΕφΠατ 315/2025 σκ. 9). Συνεκτιμάται, συναφώς, ότι ο διάδικος Δήμος, επί σειρά ετών, με συγκεκριμένες ενέργειές του στο επίμαχο σημείο της δημοτικής οδού Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού και ειδικότερα, την δημοπράτηση και την ανάθεση από τον ίδιο σε τρίτο (κοινοπραξία), χωρίς να απευθυνθεί σε υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου ή της τότε Νομαρχίας Καβάλας και χωρίς οποιαδήποτε εμπλοκή αυτών, του έργου, μεταξύ άλλων, διαπλάτυνσης της οδού με κατασκευή γέφυρας, καθώς και τις διάφορες αποσπασματικές πρωτοβουλίες συντήρησής της, κατά τα έτη 2016 και 2019, και πάλι χωρίς ποτέ να απευθυνθεί σε υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου, ενόψει του ότι τμήμα της (γέφυρας) ανήκε σε αυτό, ή της τότε Νομαρχίας Καβάλας, ενόψει δικής της -κατά το παρελθόν και πάντως προ του έτους 2007- αρμοδιότητας, δημιούργησε, ευλόγως, στους οδηγούς κάθε είδους οχημάτων την πεποίθηση ότι η γέφυρα αυτή αποτελούσε προέκταση του παράλληλου προς αυτήν τμήματος της οδού Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού και άρα εν τοις πράγμασι δημοτική οδό. Ως εκ τούτων, στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 72 του Κ.Δ.Δ., στην παρούσα δίκη νομιμοποιείται παθητικώς μόνον ο εναγόμενος Δήμος, ενώ, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί κατά το μέρος που στρέφεται κατά της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης και του Ελληνικού Δημοσίου, ελλείψει παθητικής νομιμοποίησής τους, κατά τον βασίμως προβαλλόμενο ισχυρισμό τους. Κατά τα λοιπά, η αγωγή ασκείται παραδεκτώς, καθ’ ο μέρος στρέφεται κατά του Δήμου Καβάλας, και θα πρέπει να εξεταστεί ως προς την νομική και ουσιαστική βασιμότητά της.
14. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, το Δικαστήριο λαμβάνει, καταρχάς, υπόψη ότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη δεύτερη σκέψη, απαραίτητη, σε κάθε περίπτωση, προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης, στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας του οργάνου του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. και της ζημίας που επήλθε, αιτιώδης δε, σύνδεσμος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη αυτής εκ μέρους των οργάνων του εναγομένου Δημοσίου είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και μπορεί αντικειμενικά, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού να επιφέρει τη ζημία, ενώ, όπως, άλλωστε, εκτέθηκε ανωτέρω, για τη στοιχειοθέτηση αστικής ευθύνης, κατ’ άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., του Ελληνικού Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικώς οι προϋποθέσεις της παρανομίας, της βλάβης και του αιτιώδους συνδέσμου, το βάρος απόδειξης της συνδρομής των οποίων φέρει ο ενάγων. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι, ανεξαρτήτως της στοιχειοθέτησης παράνομης παράλειψης των οργάνων του εναγομένου Δήμου να συντηρούν τακτικά την γέφυρα έμπροσθεν του παλιού Νοσοκομείου Καβάλας, δεν υφίσταται, πάντως, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της εν λόγω αποδιδόμενης παράλειψης και της επικαλούμενης θετικής και αποθετικής ζημίας, προκληθείσας από την ανωτέρω παράλειψη, καθώς και της επικαλούμενης ηθικής βλάβης. Τούτο, διότι, όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα -με την αυξημένη αποδεικτική ισχύ του δημοσίου εγγράφου (σχετ. το άρθρο 171 παρ. 1 και 4 του Κ.Δ.Δ.)- στην από 7.8.2019 έκθεση ελέγχου των Επιθεωρητών του Σώματος Επιθεωρητών Δημοσίων Έργων της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, σε συνδυασμό με το από 9.11.2018 δελτίο οδικού τροχαίου ατυχήματος υλικών ζημιών της Τροχαίας Καβάλας, ο ενάγων, οδηγώντας το με στοιχεία κυκλοφορίας … μηχάνημα έργου, ιδιοκτησίας του, με κατεύθυνση από Καβάλα προς Ξάνθη, δεν κατείχε, ως όφειλε, την ειδική άδεια διέλευσης που προβλέπεται ειδικώς στο άρθρο 53 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ. Με την τελευταία διάταξη, ορίζεται ότι η κυκλοφορία ορισμένων οχημάτων, συμπεριλαμβανομένου του εμπλεκόμενου, ήτοι αυτών με διαστάσεις, βάρος, φορτίο και ανά άξονα επιβαρύνσεις που υπερβαίνουν τα καθοριζόμενα στο π.δ. 292/9.11.1999 ανώτατα όρια, επιτρέπεται μόνον ύστερα από την έκδοση, αιτήσει του εκάστοτε ενδιαφερόμενου κατόχου οχήματος, ενώπιον του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων ή των εξουσιοδοτημένων απ’ αυτόν αρχών, ειδικής άδειας, η οποία περιλαμβάνει περιορισμούς, ως προς την κυκλοφορία τους, αναφερόμενους, ιδίως, στις οδούς διέλευσης που δύνανται να ακολουθήσουν δεδομένων των τεχνικών και γεωμετρικών χαρακτηριστικών τους. Ωστόσο, ο ενάγων ουδέποτε αιτήθηκε, σε σχέση με την επίμαχη μετακίνησή του, την ημέρα του συμβάντος, προς και από την πόλη της Καβάλας, ενώπιον οποιουδήποτε φορέα είτε του εναγομένου Δήμου είτε της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης είτε του Ελληνικού Δημοσίου, την ανωτέρω άδεια, ως αναγκαίο όρο κυκλοφορίας του γερανοφόρου οχήματός του, προκειμένου, μετά από σχετικό τεχνικό έλεγχο της διοίκησης, να εγκριθεί συγκεκριμένη διαδρομή διέλευσής του, γεγονός, άλλωστε, που δεν αμφισβητείται με την αγωγή, παρότι η υποχρέωσή του αυτή του είχε επισημανθεί, εγγράφως, όπως προκύπτει ρητώς από το περιεχόμενο τόσο της 07/…/2006 άδειας κυκλοφορίας/χρήσης όσο και της Δ13ε/…/2006 απόφασης έγκρισης τύπου μηχανήματος έργου, που του είχαν χορηγηθεί, ήδη, από το έτος 2006. Εξάλλου, οι αρμόδιοι Επιθεωρητές, με την συνταχθείσα ως άνω έκθεση ελέγχου, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η ειδική αυτή άδεια, στην περίπτωση που την είχε λάβει ο ενάγων, ενδεχομένως, δεν θα όριζε την διέλευσή του από την ανωτέρω γέφυρα που ήταν γενικώς αναγνωρισμένο ότι βρισκόταν σε κακή κατάσταση, κυρίως, λόγω έλλειψης συντήρησής της, αλλά θα όριζε κάποιο εναλλακτικό δρομολόγιο. Άλλωστε, ο ενάγων δεν επικαλείται και δεν αποδεικνύει ότι η ως άνω ειδική άδεια, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι του χορηγούνταν, θα υποδείκνυε την διαδρομή που εν τέλει ο ίδιος αυτοβούλως ακολούθησε, διά του συγκεκριμένου άξονα κυκλοφορίας, ο οποίος, πάντως, από τα στοιχεία του φακέλου, δεν προέκυψε ότι ήταν ο μοναδικός στο τότε υπάρχον οδικό δίκτυο, λαμβανομένου υπόψη και του ότι, ήδη, από το έτος 2006, η οδός Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού είχε υποβαθμιστεί από οδικό τμήμα πρωτεύοντος εθνικού οδικού δικτύου σε οδικό τμήμα δευτερεύοντος εθνικού οδικού δικτύου, λόγω της κατασκευής και της λειτουργίας της Εγνατίας Οδού. Σύμφωνα, μάλιστα, με το πόρισμα της αυτής έκθεσης ελέγχου, ακόμη και εάν υλοποιούνταν τακτική συντήρηση της παραπάνω γέφυρας, αυτή και πάλι θα κατέρρεε από μόνη τη διέλευση του εν λόγω μηχανήματος έργου, διότι τούτο έφερε φορτίο υπέρβαρο (67,16 τόνοι) σε σχέση με την αντοχή της γέφυρας (κλάση 60/30) και σημαντικά αποκλίνον από το χαρακτηριστικό βάρος λειτουργίας του (40 τόνοι), κατά τα οριζόμενα στην άδεια κυκλοφορίας/χρήσης και στην απόφαση έγκρισης τύπου μηχανήματος έργου αυτού. Επομένως, εκ της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του ενάγοντος, δηλαδή της μη τήρησης εκ μέρους του της προδιαγραφόμενης στις διατάξεις του Κ.Ο.Κ., καίριας σημασίας για την οδική ασφάλεια, υποχρέωσης εφοδιασμού του με ειδική άδεια διέλευσης -η οποία πιθανότατα, ενόψει των προαναφερόμενων παραγόντων, θα απέκλειε από τεχνική άποψη τη διέλευσή του με το γερανοφόρο όχημά του από το συγκεκριμένο σημείο- και εκ της, κατά συνέπεια αυτής (συμπεριφοράς του), εκτέλεσης δρομολογίου, με δική του ευθύνη και χωρίς την απαραίτητη άδεια για την έγκρισή του και δη, με το προπεριγραφόμενο υπέρβαρο φορτίο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, επήλθε διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ της παράνομης παράλειψης των οργάνων των εναγομένων να μεριμνήσουν για τη συντήρηση της ανωτέρω γέφυρας και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος. Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν στοιχειοθετείται, στην προκειμένη περίπτωση, ευθύνη του εναγόμενου Δήμου προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 – 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. και 932 του Α.Κ., κατ’ απόρριψη των σχετικών αγωγικών ισχυρισμών.
15. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να απορριφθεί, ως αβάσιμη, ως προς τον εναγόμενο Δήμο και ως απαράδεκτη, ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης, ως προς τα λοιπά εναγόμενα. Τέλος, κατ’ εκτίμηση των συντρεχουσών περιστάσεων, πρέπει να απαλλαγεί ο ενάγων από τα δικαστικά έξοδα των εναγομένων (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. ε΄ του Κ.Δ.Δ.).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την αγωγή.
Απαλλάσσει τον ενάγοντα από τα δικαστικά έξοδα των εναγομένων.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε, στις 17-2-2026, στην Καβάλα, όπου και δημοσιεύτηκε, στις 23-4-2026, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
