Αίτηση επανάληψης διαδικασίας σε συμμόρφωση προς απόφαση του ΕΔΔΑ. Εκ νέου εξέταση του παραδεκτού λόγου αναίρεσης από την άποψη των προϋποθέσεων του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010. Αφετηρία παραγραφής αξίωσης ερειδόμενης στο άρθρο 22 του ν. 1650/1986. Η αξίωση του θιγόμενου ιδιοκτήτη προς αποζημίωση γεννάται από την παρέλευση ευλόγου χρόνου από την επιβολή του περιορισμού και αναγεννάται για όσο χρόνο διαρκεί ο περιορισμός.
Πρόεδρος: Α. Καλογεροπούλου, Αντιπρόεδρος
Εισηγήτρια: Χ. Χαραλαμπίδη, Σύμβουλος Επικρατείας
1 Με τη ΣτΕ 1012/2026 κρίθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αποδοχής αίτησης επανάληψης διαδικασίας, ασκηθείσας κατ’ επίκληση της από 19.11.2024 απόφασης του ΕΔΔΑ, Τσιώλης κατά Ελλάδος, εφόσον: α) Η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παράβαση, συνιστάμενη στην απόρριψη ως απαράδεκτων των αιτιάσεων που είχε προβάλει ο δικαιοπάροχος της αιτούσας με αίτηση αναίρεσης με την 115/2017 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, μπορεί να αρθεί μόνο με την ολική εξαφάνιση της απορριπτικής αυτής απόφασης και την εκ νέου εξέταση του παραδεκτού των προβαλλομένων λόγων. β) Η συμμόρφωση προς την πιο πάνω απόφαση του ΕΔΔΑ δεν συνεπάγεται παραβίαση συνταγματικού κανόνα ή παραβίαση υποχρέωσης της Ελλάδας απορρέουσα από το διεθνές δίκαιο ούτε προσκρούει σε άλλο επιτακτικό κανόνα δημοσίου συμφέροντος. γ) Η κρίση του ΕΔΔΑ αιτιολογείται επαρκώς και σαφώς και σε καμία περίπτωση δεν παρίσταται αυθαίρετη ούτε κλονίζεται από νεότερα δεδομένα. δ) Δεν έχει μεσολαβήσει πράξη κρατικού οργάνου, με την οποία να θεραπεύεται κατ’ ουσίαν η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
2 Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι οι διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 κρίθηκαν από το ΕΔΔΑ ως αντικείμενες στις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και ότι, συνακολούθως, οι διατάξεις αυτές (αρ. 12 παρ. 1 ν. 3900/2010) δεν έπρεπε να εφαρμοστούν στην υπό κρίση περίπτωση απορρίφθηκε ως αβάσιμος. Κρίθηκε δε ότι ότι η πιο πάνω απόφαση του ΕΔΔΑ δεν περιέχει κρίση περί του ότι οι διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 αντίκεινται προς το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, in abstracto, αλλά ότι ο τρόπος που εφαρμόστηκαν οι διατάξεις αυτές παραβίασε την πιο πάνω διάταξη της ΕΣΔΑ, in concretο. Ειδικότερα, κατά το ΕΔΔΑ, στην παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ συνήργησαν, λειτουργώντας συνδυαστικώς, η στενή ερμηνευτική προσέγγιση του Συμβουλίου της Επικρατείας ως προς την έννοια της αντίθεσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς τη νομολογία (η οποία είχε ως συνέπεια να μην θεωρηθούν ως αντίθετες προς την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση συναφείς προς τα τιθέμενα ζητήματα αποφάσεις του ΕΔΔΑ), η περιορισμένη, κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της κρινόμενης αίτησης, πρόσβαση του κοινού στη νομολογιακή βάση δεδομένων του Δικαστηρίου τούτου (πρόσβαση η οποία θα επέτρεπε στον διάδικο να ερευνήσει επαρκώς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και να ανεύρει ενδεχομένως αποφάσεις που ενέπιπταν στην πιο πάνω στενώς ερμηνευόμενη έννοια της «αντίθεσης») και η παράλειψη του Δικαστηρίου να εξετάσει τον ισχυρισμό περί έλλειψης νομολογίας ως προς τα τεθέντα με τους λόγους αναίρεσης νομικά ζητήματα.
3 Κατά την εξέταση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης από την άποψη της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη: α) ότι με την κρινόμενη αίτηση πλήσσεται η κρίση του διοικητικού εφετείου περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης με αιτιάσεις που διατυπώνονται ως τρεις (3) λόγοι αναίρεσης, ο πρώτος και τρίτος από τους οποίους είναι συναφείς μεταξύ τους, αφού αφορούν την αφετηρία της παραγραφής της ερειδόμενης ευθέως στο άρθρο 22 του ν. 1650/1986 ένδικης αξίωσης. Με τους δύο αυτούς λόγους προβάλλεται, μεταξύ άλλων, ότι η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου περί εκκίνησης της παραγραφής πέντε (5) έτη μετά την απόρριψη αιτήματος επέκτασης της μονάδας ιχθυοκαλλιέργειας του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας είναι μη νόμιμη, διότι η πιο πάνω αξίωση συνδέεται με τη διαρκή στέρηση της χρήσης της ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας κατά τον προορισμό της και όχι με την πιο πάνω απορριπτική πράξη, το δε δικάσαν δικαστήριο προσδιόρισε το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής της αξίωσης που γεννήθηκε λόγω της διαρκούς αυτής στέρησης, κατά τρόπο αυθαίρετο και μη προβλέψιμο, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας εσφαλμένως τις διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 6 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 22 παρ. 1 και 4 του ν. 1650/1986 και 90 και 91 του ν. 2362/1995. β) ότι με βάση αυτόν τον λόγο αναίρεσης, τίθεται νομικό ζήτημα που αφορά την αφετηρία της προβλεπόμενης στα άρθρα 91 του ν.δ. 321/1969 και 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995 πενταετούς παραγραφής της ερειδόμενης ευθέως στο άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 1650/1986 αξίωσης, για ζημία που προκαλείται από τη διαρκή στέρηση της χρήσης της ιδιοκτησίας εξαιτίας (νόμιμων) περιορισμών που επιβάλλονται χάριν προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος. γ) ότι προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου αυτού αναίρεσης προβάλλεται, αφενός ότι η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου περί προσδιορισμού της αφετηρίας της παραγραφής της ένδικης αξίωσης μετά την παρέλευση πέντε ετών από την απόρριψη αιτήματος επέκτασης μονάδας ιχθυοκαλλιέργειας τελεί σε αντίθεση προς τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 4ης.9.2008, Forminster Enterprises Limited κατά Τσεχίας, της 6ης.11.2008, Κοκκίνης κατά Ελλάδας και της 4ης.12.2008, Ρεβελιώτης κατά Ελλάδας, αφετέρου ότι για το πιο πάνω νομικό ζήτημα δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.
4 Ακολούθως, με τη ΣτΕ 1012/2026 κρίθηκε ότι η απόφαση του ΕΔΔΑ της 4ης.9.2008, Forminster Enterprises Limited κατά Τσεχίας δεν περιέχει κρίση τελούσα σε αντίθεση προς την πλησσόμενη κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ως προς το πιο πάνω ζήτημα. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή του ΕΔΔΑ κρίθηκε ότι η επέμβαση του κράτους στην ειρηνική απόλαυση της ιδιωτικής περιουσίας πρέπει να είναι νόμιμη, υπό την έννοια ότι πρέπει να ορίζεται κατά τρόπο επαρκώς σαφή στον νόμο, έτσι ώστε ο ενδιαφερόμενος να μπορεί να προβλέψει, έστω και με τη βοήθεια καταρτισμένου νομικού, το ενδεχόμενο να λάβει χώρα η επέμβαση αυτή, αν συντρέξουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ωστόσο, στην περίπτωση εκείνη δεν διαπιστώθηκε έλλειψη σαφήνειας και προβλεψιμότητας των εθνικών διατάξεων αλλά κρίθηκε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, λόγω του ότι η επέμβαση διήρκεσε για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.
5 Περαιτέρω, με τη ΣτΕ 1012/2026 κρίθηκε ότι ούτε οι αποφάσεις της 6ης.11.2008, Κοκκίνης κατά Ελλάδας και της 4ης.12.2008, Ρεβελιώτης κατά Ελλάδας ήταν αντίθετες προς την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Τούτο διότι με τις αποφάσεις αυτές διαπιστώθηκε παράβαση του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ λόγω του ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο, ερμηνεύοντας το άρθρο 60 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων, προσδιόρισε την αφετηρία της προβλεπόμενης στο πιο πάνω άρθρο τριετούς αποσβεστικής προθεσμίας για την αναγνώριση αξιώσεων από συντάξεις στο μη γνωστό εκ των προτέρων χρονικό σημείο δημοσίευσης των αποφάσεών του και όχι στον σαφώς προσδιορισμένο χρόνο έκδοσης των ακυρωθεισών συνταξιοδοτικών αποφάσεων.
6 Ακολούθως, με τη ΣτΕ 1012/2026 κρίθηκε ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης προβάλλεται παραδεκτώς, διότι ο ισχυρισμός περί έλλειψης νομολογίας ως προς το ζήτημα αυτό παρίσταται βάσιμος. Κατά την εξέταση δε του λόγου αυτού αναίρεσης ως προς τη βασιμότητά του κρίθηκαν τα εξής: α) Σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1του Συντάγματος, για την επίτευξη του συνταγματικού σκοπού της διαφύλαξης του φυσικού περιβάλλοντος επιτρέπεται να επιβάλλονται περιορισμοί στην ιδιοκτησία. β) Σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 1650/1986, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με τα άρθρα 4 παρ. 5, 17 παρ. 1 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος και 1 παρ. 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, η νομιμότητα των πιο πάνω περιορισμών δεν αναιρείται εκ μόνου του λόγου ότι η επιβολή τους συνεπάγεται ουσιώδη στέρηση της χρήσης της ιδιοκτησίας, εφόσον, όταν υφίσταται ουσιώδης στέρηση, υφίσταται, παραλλήλως, υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου και αντίστοιχο δικαίωμα των θιγόμενων ιδιοκτητών προς αποζημίωση, ανάλογα με την έκταση, την ένταση και τη χρονική διάρκεια της στέρησης χρήσης. Η υποχρέωση δε του Δημοσίου προς αποζημίωση του ιδιοκτήτη λόγω ουσιώδους στέρησης της ιδιοκτησίας του εξαιτίας νόμιμων περιορισμών επιβαλλόμενων χάριν της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, εκτείνεται καθ’ όλο το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο διαρκεί η στέρηση της χρήσης της ιδιοκτησίας, αποτελώντας το αντιστάθμισμα των περιοριστικών της ιδιοκτησίας μέτρων. γ) Όταν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, και εφόσον δεν έχει εκδοθεί το προβλεπόμενο στην παρ. 4 του άρθρου 22 του ν. 1650/1986 π.δ. για τον καθορισμό ειδικής διοικητικής διαδικασίας χορήγησης αντισταθμισμάτων λόγω στέρησης της χρήσης της ιδιοκτησίας, ο ιδιοκτήτης του βαρυνόμενου ακινήτου δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση για τη μείωση της αξίας του ακινήτου του λόγω του περιορισμού των δυνατοτήτων αξιοποίησης και εκμετάλλευσής του, ασκώντας ευθεία αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου. δ) Σύμφωνα με τα άρθρα 24 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του Συντάγματος ο ιδιοκτήτης του βαρυνόμενου ακινήτου, ενόψει του κοινωνικού περιεχομένου του ιδιοκτησιακού δικαιώματός του, υποχρεούται να επιδείξει την αναγκαία κοινωνική αλληλεγγύη και να ανεχθεί για εύλογο χρονικό διάστημα τυχόν καθυστέρηση στην καταβολή αποζημίωσης για τη ζημιογόνα κατάσταση που συνεπάγεται ο αποβλέπων στην προστασία του περιβάλλοντος περιορισμός της ιδιοκτησίας του. Για τον λόγο αυτόν, η αξίωση του θιγόμενου ιδιοκτήτη προς αποζημίωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι γεννάται αμέσως μόλις επιβληθεί ο περιορισμός στην ιδιοκτησία του, αλλά μετά την πάροδο του ευλόγου αυτού χρόνου από την επιβολή του επαχθούς μέτρου. Η διάρκεια του εύλογου χρόνου μετά την πάροδο του οποίου γεννάται και καθίσταται επιδιώξιμη η πιο πάνω αξίωση προς αποζημίωση, προσδιορίζεται από τα δικαστήρια της ουσίας, τα οποία εκφέρουν αιτιολογημένη κρίση για το ζήτημα αυτό, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις που συντρέχουν σε κάθε περίπτωση, στις οποίες περιλαμβάνονται οι ενέργειες στις οποίες προβαίνει η Διοίκηση σε συνδυασμό με τις ενέργειες του θιγόμενου ιδιοκτήτη μετά την επιβολή του ουσιώδους περιορισμού, η πολυπλοκότητα του νομοθετικού καθεστώτος που διέπει το ακίνητο ή την περιοχή που αποτελεί αντικείμενο προστασίας, καθώς και το είδος του επαχθούς για την ιδιοκτησία μέτρου. ε) Κατά τα άρθρα 91 και 93 του ν.δ. 321/1969 και 90 και 91 του ν. 2362/1995 και 22 παρ. 1 του ν. 1650/1986, ερμηνευόμενα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 4, 17 παρ. 1, 24 παρ. 1 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος και 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, η αξίωση του ιδιοκτήτη που στερείται τη χρήση της ιδιοκτησίας του εξαιτίας ουσιώδους περιορισμού επιβαλλόμενου χάριν της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, γεννάται και καθίσταται δικαστικώς επιδιώξιμη μετά την παρέλευση ευλόγου χρόνου από την επιβολή του πιο πάνω περιορισμού, εφόσον δε διατηρείται ο περιορισμός αυτός, η αξίωση αναγεννάται εξακολουθητικώς για όσο χρόνο διαρκεί ο περιορισμός αυτός. Εφόσον δε η αξίωση του θιγόμενου ιδιοκτήτη προς αποζημίωση δεν γεννάται άπαξ από την παρέλευση ευλόγου χρόνου από την επιβολή του περιορισμού, αλλά αναγεννάται συνεχώς , για όσο χρόνο διαρκεί ο νόμιμος, πλην ζημιογόνος περιορισμός, η αποζημιωτική αυτή αξίωση υπόκειται για κάθε έτος δέσμευσης της ιδιοκτησίας σε αυτοτελή πενταετή παραγραφή, αρχόμενη από το τέλος του έτους αυτού. στ) Με βάση τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά, το δικάσαν δικαστήριο, μη νομίμως προσδιόρισε τη γέννηση της ένδικης αξίωσης 5 έτη μετά την απόρριψη του αιτήματος επέκτασης της μονάδας ιχθυοκαλλιέργειας του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας, θεωρώντας ότι ο εύλογος χρόνος μετά την παρέλευση του οποίου γεννήθηκε η αξίωση αυτή ανέρχεται στα πέντε έτη χωρίς προηγούμενη εκτίμηση των περιστάσεων της υπό κρίση υπόθεσης. Περαιτέρω, το δικάσαν δικαστήριο κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία των άρθρων 5 παρ. 4, 17 παρ. 1, 24 παρ. 1 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, 91 του ν.δ. 321/1969, 90 του ν. 2362/1995 και 22 παρ. 1 του ν. 1650/1986 έκρινε ότι η ένδικη αξίωση, περιγραφόμενη στην αγωγή ως αξίωση αποζημίωσης απορρέουσα από την επιβολή ουσιώδους περιορισμού της ιδιοκτησίας χάριν της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, γεννήθηκε και κατέστη δικαστικώς επιδιώξιμη άπαξ και ότι η παραγραφή της άρχισε να τρέχει, άπαξ, από το τέλος του οικονομικού έτους, εντός του οποίου (άπαξ) γεννήθηκε και κατέστη δικαστικώς επιδιώξιμη (1997), με συνέπεια να υποκύψει σε παραγραφή μετά την παρέλευση πενταετίας (2002).
ΠΗΓΗ adjustice.gr
