Δικαστική απόφαση «σφραγίζει» το τέλος των διεκδικήσεων για τα έτη μετά το 2016, δικαιώνοντας μόνο όσους προσέφυγαν εγκαίρως για την περίοδο Ιουνίου 2015 – Μαΐου 2016
Στην εφαρμογή της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας για τα αναδρομικά των επικουρικών συντάξεων προχώρησε το Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, εκδίδοντας απόφαση επί αγωγής συνταξιούχων. Στηριζόμενο στην πιλοτική απόφαση του Επταμελούς Α’ Τμήματος του ΣτΕ (1342/2023), το δικαστήριο προσδιόρισε με σαφήνεια ποιες αξιώσεις γίνονται δεκτές και ποιες απορρίπτονται.
Όπως έχει κριθεί από το ΣτΕ, η θέσπιση του νόμου Κατρούγκαλου (ν. 4387/2016) από τις 12 Μαΐου 2016 αναμόρφωσε εκ βάθρων το ασφαλιστικό σύστημα. Το ανώτατο δικαστήριο είχε αποσαφηνίσει ότι ο νέος νόμος δεν προβλέπει την καταβολή Δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και Επιδόματος Αδείας στις επικουρικές συντάξεις, ούτε τα διατήρησε κατά τον επανυπολογισμό τους. Ακολουθώντας τη γραμμή αυτή, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι συνταξιούχοι δεν έχουν καμία νόμιμη αξίωση για τα δώρα των επικουρικών για το διάστημα μετά το 2016 και απέρριψε τη σχετική αίτηση.
Στον αντίποδα, για το κρίσιμο 11μηνο από τις 11 Ιουνίου 2015 έως τις 12 Μαΐου 2016, δηλαδή το μοναδικό διάστημα για το οποίο οι παλαιότερες περικοπές είχαν κριθεί αντισυνταγματικές, το Πρωτοδικείο αναγνώρισε το δικαίωμα επιστροφής των χρημάτων. Ωστόσο, έθεσε τον προβλεπόμενο αυστηρό όρο: δικαιούχοι είναι αποκλειστικά όσοι είχαν καταθέσει δικαστική αγωγή μέχρι τις 31 Ιουλίου 2020.
Η νέα αυτή απόφαση επιβεβαιώνει στην πράξη ότι δεν υπάρχει κανένα περιθώριο δικαστικής διεκδίκησης για τα δώρα των επικουρικών συντάξεων για τα έτη από το 2016 έως σήμερα. Η μόνη κατηγορία συνταξιούχων που δικαιώνεται και θα λάβει αναδρομικά είναι εκείνοι που είχαν προσφύγει εγκαίρως στη δικαιοσύνη έως το καλοκαίρι του 2020, και αποκλειστικά για τους 11 μήνες της περιόδου 2015-2016.
