ΠΕΡΙΛΗΨΗ
ν. 1406/83 – Πρόστιμα (Λοιπά) – Υποχρεωτική καταχώριση μεταβολών στη νομική μορφή και στους δικαιούχους μιας εταιρείας ή άλλης νομικής οντότητας στο Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων (Κ.Μ.Π.Δ.) – Σκοπός η πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας με την πρόσβαση σε επίκαιρες πληροφορίες – Οι ανωτέρω πληροφορίες περιλαμβάνουν τη νομική μορφή της εταιρείας και βασικά στοιχεία από τα οποία καθίσταται δυνατός ο προσδιορισμός και η ταυτοποίηση των πραγματικών δικαιούχων της και το είδος/ έκταση των δικαιωμάτων που κατέχουν στην εταιρεία – Οποιαδήποτε αλλαγή στα εν λόγω στοιχεία είναι υποχρεωτικό να καταχωρίζεται εντός ορισμένης προθεσμίας στο Κ.Μ.Π.Δ. – Υποχρέωση υποβολής της τροποποιητικής δήλωσης στο Κ.Μ.Π.Δ. ακόμη και στην περίπτωση που μετά τη μετατροπή της νομικής μορφής της προσφεύγουσας εξακολουθούν να ασκούν έλεγχο και πράξεις διαχείρισης και εκπροσώπησης τα ίδια πρόσωπα με άλλη ονομασία των ιδιοτήτων τους – Αποτελεσματική και αναλογική η κύρωση για την παράλειψη υποβολής δήλωσης καταχώρισης των στοιχείων των πραγματικών δικαιούχων στο Κ.Μ.Π.Δ. – Λαμβάνεται υπόψη η σοβαρότητα της παράβασης και η οικονομική ισχύς του παραβάτη- Επιβολή προστίμου κλιμακούμενου αναλόγως του καθαρού κύκλου εργασιών του παραβάτη κατά το έτος που προηγείται της παράβασης- Απορρίπτει την προσφυγή.
ΤΟ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ Δ΄
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2025, με δικαστή την Αντωνία Δαγγίλα, Πρωτοδίκη Διοικητικών Δικαστηρίων και με γραμματέα τη Γεσθημανή Μουρατίδου, δικαστική υπάλληλο,
για να δικάσει την προσφυγή με ημερομηνία κατάθεσης 8.7.2024 (αριθμ. καταχώρισης ΠΡ…/8.7.2024 και Ε.Α.Υ. …),
της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης (οδός … αρ. …) και εκπροσωπείται νομίμως, για την οποία παραστάθηκε με την κατατεθείσα στις 5.2.2025 δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ. – ν. 2717/1999, Α΄ 97), ο πληρεξούσιος δικηγόρος Δημήτριος Φινοκαλιώτης,
κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Επιχειρησιακής Διεύθυνσης του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) Μακεδονίας, για τον οποίο παραστάθηκε με την κατατεθείσα στις 3.2.2025 δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., η Δικαστική Πληρεξούσια Α΄ του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ζωή-Αθηνά Αγοραστού.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα.
Σκέφθηκε κατά τον νόμο.
Η κρίση του Δικαστηρίου είναι η εξής:
1. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (σχετικό το ηλεκτρονικό παράβολο με κωδικό πληρωμής …), ζητείται, παραδεκτώς, η ακύρωση της από 14.5.2024 απόφασης του Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Επιχειρησιακής Διεύθυνσης Σ.Δ.Ο.Ε. Μακεδονίας της Γενικής Διεύθυνσης του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία απορρίφθηκε η …/4.4.2024 ενδικοφανής προσφυγή που άσκησε η ήδη προσφεύγουσα εταιρεία κατά της …/6.3.2024 Έκθεσης Βεβαίωσης Παράβασης αρμοδίων οργάνων της ως άνω Επιχειρησιακής Διεύθυνσης Σ.Δ.Ο.Ε. Μακεδονίας. Με την τελευταία (Έκθεση Βεβαίωσης Παράβασης) επιβλήθηκε σε βάρος της προσφεύγουσας εταιρείας πρόστιμο ποσού 40.000,00 ευρώ, λόγω μη υποβολής τροποποιητικής δήλωσης καταχώρισης των στοιχείων των πραγματικών δικαιούχων της στο Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων, κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ. 8 περ. α΄ του ν. 4557/2018 (Α΄ 139).
2. Επειδή, με την Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Μαΐου 2015 (EE L141/73) θεσπίστηκαν κανόνες σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Στις αιτιολογικές σκέψεις αυτής διαλαμβάνονται τα εξής: «(1) Ροές παράνομου χρήματος μπορούν να βλάψουν την ακεραιότητα, τη σταθερότητα και το κύρος του χρηματοπιστωτικού τομέα και να απειλήσουν την εσωτερική αγορά της Ένωσης, καθώς και τη διεθνή ανάπτυξη […] (14) Η ανάγκη για ακριβείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τον εντοπισμό των εγκληματιών, οι οποίοι αλλιώς θα μπορούσαν να αποκρύπτουν την ταυτότητά τους πίσω από μια εταιρική δομή. Τα κράτη μέλη θα πρέπει, επομένως, να μεριμνούν ώστε οι οντότητες που έχουν συσταθεί στο έδαφός τους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία να αποκτούν και να διατηρούν επαρκείς, ακριβείς και επίκαιρες πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους τους, πέραν των βασικών πληροφοριών όπως η επωνυμία και η διεύθυνση της εταιρείας και η απόδειξη συστάσεως και η νομική ιδιοκτησία. Προκειμένου να βελτιωθεί η διαφάνεια με σκοπό την καταπολέμηση της εκμετάλλευσης των νομικών οντοτήτων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο αποθηκεύονται σε κεντρικό μητρώο που βρίσκεται εκτός της εταιρείας, σε πλήρη συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο. Τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν για τον σκοπό αυτό κεντρική βάση δεδομένων όπου συγκεντρώνονται οι πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο ή το μητρώο επιχειρήσεων ή άλλο κεντρικό μητρώο […] Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίσουν ότι οι εν λόγω πληροφορίες καθίστανται διαθέσιμες στις αρμόδιες αρχές και τις ΜΧΠ [Μονάδες Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών της ΕΕ], καθώς και ότι παρέχονται στις υπόχρεες οντότητες όταν αυτές λαμβάνουν μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Επίσης τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίσουν ότι παρέχεται πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο, σύμφωνα με τους κανόνες για την προστασία των δεδομένων, σε άλλα πρόσωπα που μπορούν να αποδείξουν έννομο συμφέρον όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και συναφή βασικά αδικήματα – όπως η διαφθορά, τα φορολογικά εγκλήματα και η απάτη. Τα πρόσωπα που μπορούν να αποδείξουν έννομο συμφέρον θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τη φύση και το ποσοστό του πραγματικού δικαιώματος ιδιοκτησίας, δηλαδή πληροφορίες σχετικά με την κατά προσέγγιση στάθμισή του. […] (64) Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, ήτοι η προστασία του χρηματοπιστωτικού συστήματος μέσω της πρόληψης, του εντοπισμού και της διερεύνησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, επειδή μεμονωμένα μέτρα που λαμβάνονται από τα κράτη μέλη για την προστασία των χρηματοπιστωτικών τους συστημάτων μπορεί να μη συνάδουν με τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και με τους κανόνες του κράτους δικαίου και της δημόσιας τάξης της Ένωσης, μπορεί όμως, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων της δράσης, να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού […]». Εξάλλου, στο άρθρο 30 της εν λόγω Οδηγίας, όπως αυτό ίσχυε αρχικά, ορίζονται τα εξής: «1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εταιρικές και άλλες νομικές οντότητες που έχουν την εταιρική τους έδρα στην επικράτειά τους υποχρεούνται να αποκτούν και να φυλάσσουν επαρκείς, ακριβείς και τρέχουσες πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους τους, συμπεριλαμβανομένων των λεπτομερειών των δικαιωμάτων που κατέχουν οι πραγματικοί δικαιούχοι. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εν λόγω οντότητες υποχρεούνται να παρέχουν στις υπόχρεες οντότητες εκτός από τις πληροφορίες σχετικά με τον νόμιμο δικαιούχο, πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο, όταν οι υπόχρεες οντότητες λαμβάνουν μέτρα δέουσας επιμέλειας σύμφωνα με το κεφάλαιο II. 2. Τα κράτη μέλη απαιτούν οι αρμόδιες αρχές και οι ΜΧΠ να μπορούν να έχουν πρόσβαση εγκαίρως στις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1. 3. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 φυλάσσονται σε κεντρικό μητρώο σε κάθε κράτος μέλος, για παράδειγμα σε εμπορικό μητρώο, σε μητρώο εταιρειών σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 2009/101/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (1) ή σε δημόσιο μητρώο. […] 4. Τα κράτη μέλη απαιτούν οι πληροφορίες που φυλάσσονται στο κεντρικό μητρώο που αναφέρεται στην παράγραφο 3 να είναι επαρκείς, ακριβείς και τρέχουσες. 5. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο έχουν πρόσβαση σε κάθε περίπτωση: α) οι αρμόδιες αρχές και οι ΜΧΠ, χωρίς κανένα περιορισμό· β) οι υπόχρεες οντότητες, στο πλαίσιο των μέτρων δέουσας επιμέλειας για τον πελάτη σύμφωνα με το κεφάλαιο II· γ) κάθε πρόσωπο ή οργανισμός που μπορεί να αποδείξει έννομο συμφέρον. Τα πρόσωπα ή οι οργανισμοί που αναφέρονται στο στοιχείο γ) έχουν πρόσβαση τουλάχιστον στο όνομα, τον μήνα και το έτος γέννησης, την υπηκοότητα και τη χώρα διαμονής του πραγματικού δικαιούχου, καθώς επίσης και το είδος και την έκταση των δικαιωμάτων που κατέχει. […] 6. Το κεντρικό μητρώο που αναφέρεται στην παράγραφο 3 διασφαλίζει ταχεία και απεριόριστη πρόσβαση των αρμόδιων αρχών και των μονάδων χρηματοοικονομικών πληροφοριών (ΜΧΠ), χωρίς να ειδοποιείται η οντότητα. Επιτρέπει επίσης την ταχεία πρόσβαση των υπόχρεων οντοτήτων, όταν λαμβάνονται μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. 7 […]». Επίσης, στο άρθρο 58 της Οδηγίας προβλέπεται ότι: «1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι υπόχρεες οντότητες μπορούν να υπέχουν ευθύνη για παραβάσεις των εθνικών διατάξεων για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας σύμφωνα με το παρόν άρθρο και τα άρθρα 59 έως 61. Οι τυχόν σχετικές κυρώσεις ή μέτρα πρέπει να είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά. 2. Με την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών να προβλέπουν και να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις, τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες σχετικά με τις διοικητικές κυρώσεις και μέτρα και διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές τους μπορούν να επιβάλλουν τέτοιες κυρώσεις και μέτρα σε περίπτωση παράβασης των εθνικών διατάξεων που μεταφέρουν την παρούσα οδηγία στο εθνικό δίκαιο και διασφαλίζουν την εφαρμογή τους. […]» και στο άρθρο 60 ότι: «1. […] 4. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, κατά τον καθορισμό του είδους και του επιπέδου των διοικητικών κυρώσεων ή μέτρων, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τους όλες τις σχετικές περιστάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται κατά περίπτωση: α) η σοβαρότητα και η διάρκεια της παράβασης· β) […] γ) η οικονομική ισχύς του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου, όπως προκύπτει, για παράδειγμα, από τον συνολικό κύκλο εργασιών του υπαίτιου νομικού προσώπου ή από το ετήσιο εισόδημα του υπαίτιου φυσικού προσώπου· δ) […]». Μεταγενεστέρως, η προαναφερόμενη Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 τροποποιήθηκε με την Οδηγία (ΕΕ) 2018/843 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 30ής Μαΐου 2018 (EE L 156/43).
3. Επειδή, με τον ν. 4557/2018 (Α΄ 139) ενσωματώθηκαν στην ελληνική νομοθεσία οι διατάξεις της προμνησθείσας Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, ενώ, ακολούθως, ο νόμος αυτός τροποποιήθηκε με τον ν. 4734/2020 (Α΄ 196), προκειμένου να ενσωματωθούν οι διατάξεις της ως άνω Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843. Ειδικότερα, στο άρθρο 20 του εν λόγω ν. 4557/2018, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 16 του ν. 4734/2020 και το άρθρο 80 του ν. 4941/2022 (Α΄ 113) και ισχύει κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ορίζεται ότι: «1. Οι εταιρικές και άλλες νομικές οντότητες που είτε έχουν μόνιμη εγκατάσταση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 6 του ν. 4172/2013 και είναι υπόχρεοι σε υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, είτε έχουν έδρα στην Ελλάδα υποχρεούνται να συλλέγουν και να φυλάσσουν σε ειδικό μητρώο που τηρούν στην έδρα ή τη μόνιμη εγκατάστασή τους επαρκείς, ακριβείς και επίκαιρες πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους τους. Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν τουλάχιστον το ονοματεπώνυμο, την ημερομηνία γέννησης, την υπηκοότητα και τη χώρα διαμονής των πραγματικών δικαιούχων, καθώς επίσης και το είδος και την έκταση των δικαιωμάτων που κατέχουν. Συμπληρώνονται δε με κάθε αναγκαίο στοιχείο για την ταυτοποίηση του πραγματικού δικαιούχου. Το ειδικό αυτό μητρώο τηρείται επαρκώς τεκμηριωμένο και επικαιροποιημένο με ευθύνη του νομίμου εκπροσώπου ή ειδικώς εξουσιοδοτημένου προσώπου με απόφαση του αρμόδιου εταιρικού καταστατικού οργάνου. Με την επιφύλαξη της παρ. 2, τα στοιχεία αυτού του μητρώου καταχωρίζονται στο Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων (Κ.Μ.Π.Δ.), με τη χρήση των κωδικών-διαπιστευτηρίων (taxisnet) της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης (Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ.), εντός της προθεσμίας που καθορίζει η απόφαση του Υπουργού Οικονομικών του πρώτου εδαφίου της παρ. 11. Η καταχώριση αλλαγών στα στοιχεία των πραγματικών δικαιούχων πραγματοποιείται εντός εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία επέλευσής τους. Οι πραγματικοί δικαιούχοι των εταιρικών ή άλλων νομικών οντοτήτων, μεταξύ άλλων μέσω μετοχών, δικαιωμάτων ψήφου, δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, μετοχών στον κομιστή, ή ελέγχου με άλλα μέσα, υποχρεούνται να παρέχουν στις εν λόγω οντότητες όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες, προκειμένου η εταιρική ή άλλη νομική οντότητα να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του παρόντος. Οι πληροφορίες που καταχωρίζονται στο Κ.Μ.Π.Δ. καθίστανται διαθέσιμες για δέκα (10) έτη από τη διαγραφή της εταιρικής ή άλλης νομικής οντότητας από αυτό. […] 4. Το Κ.Μ.Π.Δ. δημιουργείται στη Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ. του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης με τη χρήση διαδικτυακής ηλεκτρονικής εφαρμογής και συνδέεται ηλεκτρονικά με τον Α.Φ.Μ. κάθε νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας για το οποίο η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) διαθέτει τα απαραίτητα στοιχεία από το φορολογικό μητρώο κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων […] Η Γενική Διεύθυνση Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Γ.Δ.Σ.Δ.Ο.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών αποτελεί τον ελεγκτικό μηχανισμό για τη διακρίβωση της τήρησης και ακρίβειας των στοιχείων που καταχωρίζονται στο Κ.Μ.Π.Δ., στο οποίο έχει πρόσβαση άμεσα, χωρίς κανέναν περιορισμό και χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας. Η Γ.Δ.Σ.Δ.Ο.Ε. είναι αρμόδια για τη διενέργεια ελέγχου για την εκπλήρωση των σκοπών του παρόντος, συμπεριλαμβανομένου του επιτόπιου ελέγχου για το ειδικό μητρώο που φυλάσσεται στην έδρα ή την εγκατάσταση των υπόχρεων εταιρικών και άλλων νομικών οντοτήτων κατά τα οριζόμενα στην παρ. 1. […] 6. Πρόσβαση στο Κ.Μ.Π.Δ. έχουν […] η Αρχή, οι αρμόδιες εισαγγελικές ή άλλες αρχές με ερευνητικές ή ελεγκτικές αρμοδιότητες στον τομέα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων του άρθρου 4 και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι αρμόδιες αρχές του άρθρου 6 στο πλαίσιο άσκησης της εποπτείας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και τα υπόχρεα πρόσωπα αποκλειστικά στο πλαίσιο της εφαρμογής μέτρων δέουσας επιμέλειας. […] 8. Επιβάλλεται πρόστιμο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρ. 9 και 11, για καθεμία από τις κάτωθι παραβάσεις, εφόσον το νομικό πρόσωπο ή η νομική οντότητα της παρ. 1: α) δεν υποβάλλει αρχική ή τροποποιητική δήλωση καταχώρισης των στοιχείων των πραγματικών δικαιούχων στο Κ.Μ.Π.Δ. κατά τα οριζόμενα στην παρ. 1, β) […] 9. Τα πρόστιμα για τις παραβάσεις που αναφέρονται στην παρ. 8 καθορίζονται ως εξής: α) για κάθε παράβαση των περ. α΄ […] της παρ. 8: αα) […] αδ) 40.000 ευρώ για νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες κερδοσκοπικού χαρακτήρα με καθαρό κύκλο εργασιών άνω των 8.000.000 ευρώ, κατά το προηγούμενο έτος της παράβασης, αε) […] 10. Σε περίπτωση διαπίστωσης παράβασης της παρ. 8 πλην της περ. β΄, ο προϊστάμενος της κατά τόπον αρμόδιας επιχειρησιακής διεύθυνσης της Γ.Δ.Σ.Δ.Ο.Ε. διαβιβάζει Έκθεση Βεβαίωσης Παράβασης στις αρμόδιες υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε., για τη σύνταξη χρηματικού καταλόγου, τη βεβαίωση του προστίμου, τον καταλογισμό και την είσπραξη αυτού. […] Η πράξη επιβολής διοικητικής κύρωσης υπόκειται σε ενδικοφανή προσφυγή, η οποία ασκείται ενώπιον του επικεφαλής της υπηρεσίας των ελεγκτών, εντός τριάντα (30) εργάσιμων ημερών από την έκδοση της έκθεσης βεβαίωσης [παράβασης]. […] 11. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα σχετικά με την τήρηση και τη λειτουργία του Κ.Μ.Π.Δ., τον χρόνο και τον τρόπο καταχώρισης σε αυτό του ειδικού μητρώου της παρ. 1 του παρόντος […]. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται το υπόδειγμα της Έκθεσης Βεβαίωσης παράβασης της παρ. 10 και ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο θέμα σχετικά με τη διενέργεια του ελέγχου και τη διαδικασία διαπίστωσης των παραβάσεων. […]».
4. Επειδή, κατ’ εξουσιοδότηση της ανωτέρω διάταξης της παρ. 11 του άρθρου 20 του ν. 4557/2018 εκδόθηκε η 159477 ΕΞ 2022/1.11.2022 απόφαση των Υπουργού, Αναπληρωτή Υπουργού και Υφυπουργού Οικονομικών (Β΄ 5644), με την οποία αφ’ ενός ρυθμίσθηκαν ειδικά θέματα διαδικασίας ελέγχου και διαπίστωσης παράβασης των υποχρεώσεων σχετικά με την καταχώριση και τήρηση επικαιροποιημένων στοιχείων για τον πραγματικό δικαιούχο νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων, αφ’ ετέρου καθορίσθηκε υπόδειγμα έκθεσης βεβαίωσης παράβασης της παρ. 8 του άρθρου 20 του ν. 4557/2018. Ειδικότερα, στο άρθρο 3 της εν λόγω Υ.Α., όπως διαμορφώθηκε με την 94958 ΕΞ 2023/2023 Υ.Α. (Β΄ 4146/23.6.2023), ορίζεται ότι: «1. Τα εντεταλμένα ελεγκτικά όργανα υποχρεούνται σε περίπτωση που διαπιστώνουν παράβαση της παρ. 8 του άρθρου 20 του ν. 4557/2018 να συντάσσουν άμεσα στον χώρο ελέγχου “Έκθεση Βεβαίωσης Παράβασης” εις τριπλούν, η οποία συνιστά την πράξη επιβολής της κύρωσης. […] 2. Στην Έκθεση αναφέρονται τα στοιχεία του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας που τελεί την παράβαση, ο χρόνος και τόπος τέλεσης της παράβασης, η συνοπτική περιγραφή της παράβασης, η συγκεκριμένη διάταξη νόμου που παραβιάστηκε καθώς και το επιβαλλόμενο διοικητικό πρόστιμο. 3. Τα πρόστιμα των παραβάσεων των περ. α΄ […] της παρ. 8 του άρθρου 20 προσδιορίζονται: α. για νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες κερδοσκοπικού χαρακτήρα βάσει του καθαρού κύκλου εργασιών κατά το προηγούμενο έτος της παράβασης […] 4. Σε κάθε περίπτωση ο ελεγχόμενος δικαιούται να καταθέσει τις απόψεις του στο προβλεπόμενο πεδίο με τίτλο «ΑΠΟΨΕΙΣ ΕΛΕΓΧΟΜΕΝΟΥ». 5. Η «Έκθεση Βεβαίωσης Παράβασης» υπογράφεται από τους ελεγκτές και τον ελεγχόμενο. Σε περίπτωση άρνησης του ελεγχομένου να υπογράψει, γίνεται σχετική μνεία από τους ελεγκτές επί της Έκθεσης Βεβαίωσης Παράβασης. […]». Εξάλλου, με την 67343 ΕΞ 2019/19.6.2019 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 2443), επίσης εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 11 του άρθρου 20 του ν. 4557/2018, ρυθμίσθηκαν ειδικά θέματα σχετικά με την τήρηση και τη διαδικασία καταχώρισης στο Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων του άρθρου 20 και 21 του ν. 4557/2018 (βλ. σχετικώς ΣτΕ 924/2025). Ειδικότερα, η εν λόγω Υ.Α., όπως ισχύει κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ορίζει στο άρθρο 2 ότι: «Α. Οι εταιρικές και άλλες νομικές οντότητες που είτε έχουν μόνιμη εγκατάσταση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 6 του ν. 4172/2013 και είναι υπόχρεοι σε υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, είτε έχουν έδρα στην Ελλάδα υποχρεούνται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 4557/2018 να καταχωρίζουν τις πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους τους στο Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων που τηρείται στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης (Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ.). Ειδικότερα, υπόχρεοι καταχώρισης είναι: 1. Εμπορικές επιχειρήσεις […]: α) […] στ) Ανώνυμες Εταιρείες. ζ) […] η) Ιδιωτικές Κεφαλαιουχικές Εταιρείες. […]», στο άρθρο 4 ότι: «Α. Ο πάροχος στοιχείων [κατά το άρθρο 1 περ. 1 της ίδιας Υ.Α. νοείται ο νόμιμος εκπρόσωπος ή το ειδικώς εξουσιοδοτημένο πρόσωπο με απόφαση του αρμόδιου εταιρικού καταστατικού οργάνου που τηρεί το Μητρώο της παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 4557/2018] καταχωρίζει: 1. Για νομικά πρόσωπα α) Για το νομικό πρόσωπο ή τη νομική οντότητα που εκπροσωπεί: ΑΦΜ, Επωνυμία, Διακριτικό τίτλο, ΑΡ.ΓΕΜΗ, μορφή νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας, […] β) Για τον ίδιο: […] γ) Για τους πραγματικούς δικαιούχους: i) Βασικά στοιχεία: […] ii) Διεύθυνση επικοινωνίας/αλληλογραφίας: […] iii) Ιδιότητες πραγματικού δικαιούχου: Μέλος Δ.Σ., δ/νων σύμβουλος, […], εταίρος, μέτοχος, […] iv) Είδος και έκταση δικαιωμάτων: Είδος μέλους, είδος τίτλου, ποσοστό ιδιοκτησίας, ποσοστό δικαιώματος ψήφου, […]» και στο άρθρο 8 ότι: «1. Κάθε υπόχρεο νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα καταχωρίζει το ειδικό μητρώο της παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 4557/2018 εντός προθεσμίας 60 ημερών από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της διαδικασίας έναρξης εργασιών στη φορολογική διοίκηση. Ως ημερομηνία ολοκλήρωσης ορίζεται η ημερομηνία κατά την οποία εγγράφεται στο φορολογικό μητρώο. 2. Κάθε υπόχρεο νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα καταχωρίζει τις αλλαγές στα στοιχεία των πραγματικών δικαιούχων του, εντός προθεσμίας 60 ημερών από την ημερομηνία επέλευσής τους. 3. […]».
5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Η προσφεύγουσα εταιρεία συνεστήθη αρχικώς ως Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία με την επωνυμία «…», η οποία καταχωρίσθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) στις 12.7.2016. Ιδρυτικά μέλη-εταίροι της ήταν οι Α.Κ. του Ν., Β. Κ. του Σ., Μ. Κ. του Β.υ, Ε. Κ. του Ν. και Ε. Π. του Γ., ενώ διαχειριστές και νόμιμοι εκπρόσωποί της ορίσθηκαν σύμφωνα με το αρχικό καταστατικό της (από 1.7.2016) ο Μ. Κ. του Β. και ο Ε. Π. του Γ., για ορισμένα ζητήματα ο καθένας κεχωρισμένως και ανεξαρτήτως από τον άλλο, για άλλα δε (ειδικώς οριζόμενα στο καταστατικό) από κοινού (βλ. την από 1.7.2016 πράξη σύστασης Ι.Κ.Ε. και το από 1.7.2016 αρχικό καταστατικό της). Κατόπιν τροποποιήσεων επιμέρους άρθρων του ως άνω καταστατικού, στις 28.7.2020 αποχώρησε από την εταιρεία ο εταίρος και διαχειριστής Ε. Π. του Γ., ενώ οι λοιποί τέσσερεις εταίροι παρέμειναν, αποκλειστικός δε διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ορίσθηκε ο Μ. Κ. του Β., ακολούθησαν δε και μεταγενέστερες τροποποιήσεις επιμέρους άρθρων του καταστατικού της [βλ. τις …(σχετ….)/9.5.2018, …/27.7.2020, …/31.7.2020, …/14.12.2021 και …/12.6.2023 Ανακοινώσεις Καταχώρισης στο Γ.Ε.ΜΗ. τροποποιήσεων του καταστατικού της προσφεύγουσας, συνταχθείσες από τη Διευθύντρια Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης, καθώς και τα συνημμένα σε εκάστη των εν λόγω Ανακοινώσεων τροποποιημένα κείμενα του καταστατικού της εταιρείας]. Ακολούθως, στις 24.8.2023 καταχωρίσθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. Η …/24.8.2023 Απόφαση της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης, με την οποία εγκρίθηκε η μετατροπή της προσφεύγουσας από Ι.Κ.Ε. σε συστηνόμενη Ανώνυμη Εταιρεία με τον ίδιο αριθμό φορολογικού μητρώου (Α.Φ.Μ.) και αριθμό Γ.Ε.ΜΗ.. Με την ίδια απόφαση εγκρίθηκε και το Καταστατικό της Α.Ε., που καταρτίσθηκε με την …/27.7.2023 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …. και κατά το οποίο μέτοχοι της εταιρείας είναι ο Μ. Κ. του Β., με ποσοστό 72,50%, ο Β. Κ. του Σ., με ποσοστό 4,167%, η Α. Κ. του Ν., με ποσοστό 21,25% και ο Ε. Κ. του Ν., με ποσοστό 2,083%, ενώ διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ορίζεται ο Μ. Κ. του Β. [βλ. την …/24.8.2023 Ανακοίνωση Καταχώρισης στο Γ.Ε.ΜΗ. της μετατροπής της προσφεύγουσας από Ι.Κ.Ε. σε Α.Ε., συνταχθείσα από τη Διευθύντρια Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης, το συνημμένο στην ως άνω Ανακοίνωση …/27.7.2023 Καταστατικό της Α.Ε., το …/2.12.2024 Γενικό Πιστοποιητικό της Υπηρεσίας Γ.Ε.ΜΗ. του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης, από το οποίο προκύπτουν οι προαναφερθείσες τροποποιήσεις του καταστατικού της προσφεύγουσας, η μετατροπή της από Ι.Κ.Ε. σε Α.Ε., σημειώνεται δε ότι, σύμφωνα με το καταστατικό, οι μετοχές της είναι ονομαστικές και ότι αυτή δεν έχει λυθεί ή τεθεί σε εκκαθάριση, καθώς και το …/2.12.2012 Αναλυτικό Πιστοποιητικό Εκπροσώπησης της Υπηρεσίας Γ.Ε.ΜΗ. του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης, κατά το οποίο το Διοικητικό Συμβούλιο της προσφεύγουσας αποτελείται από τους: Μ. Κ. του Β., ως Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο (και νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας κατά το προαναφερθέν …/27.7.2023 καταστατικό της), Ε. Κ. του Ν., ως Αντιπρόεδρο, και Κ. Κ. του Γ., ως μέλος]. Στη συνέχεια, σε εκτέλεση της …/…/2024 εντολής ελέγχου του Προϊσταμένου της Επιχειρησιακής Διεύθυνσης Σ.Δ.Ο.Ε. Μακεδονίας συνεργείο ελέγχου της εν λόγω υπηρεσίας μετέβη στις 6.3.2024 στην έδρα της προσφεύγουσας εταιρείας στην οδό … αρ. … και … αρ. … στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης και διενήργησε έλεγχο, κατά τον οποίο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σχετικώς συνταχθείσα …/6.3.2024 Έκθεση Βεβαίωσης Παράβασης, διαπιστώθηκε ότι η προσφεύγουσα δεν είχε υποβάλει τροποποιητική δήλωση καταχώρισης των στοιχείων των πραγματικών δικαιούχων αυτής στο Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων (Κ.Μ.Π.Δ.) κατά παράβαση των διατάξεων της παρ. 8 του άρθρου 20 του ν. 4557/2018 (ήτοι μη καταχώριση στο Κ.Μ.Π.Δ. της μετατροπής της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας σε ανώνυμη εταιρεία και της κατανομής του μετοχικού κεφαλαίου σε κοινές ονομαστικές μετοχές), η οποία επισύρει τις προβλεπόμενες στην παρ. 9 του ίδιου άρθρου του ανωτέρω νόμου κυρώσεις. Με την εν λόγω …/6.3.2024 Έκθεση Βεβαίωσης Παράβασης επιβλήθηκε σε βάρος της προσφεύγουσας εταιρείας, για την ως άνω διαπιστωθείσα παράβαση, πρόστιμο ποσού 40.000,00 ευρώ (κατ’ άρθρο 20 παρ. 9 περ. α΄ υποπερ. αδ΄ του ν. 4557/2018), λαμβανομένου υπ’ όψιν του καθαρού κύκλου εργασιών της κατά το προηγούμενο της παράβασης έτος (τα ακαθάριστα έσοδά της το οικονομικό έτος 2023 ανήλθαν σε 13.218.258,50 ευρώ, όπως προκύπτει από στοιχεία περιλαμβανόμενα στον διοικητικό φάκελο). Η ως άνω Έκθεση Βεβαίωσης Παράβασης, στο σώμα της οποίας υπάρχει πεδίο που τιτλοφορείται «ΑΠΟΨΕΙΣ ΕΛΕΓΧΟΜΕΝΟΥ» το οποίο είναι κενό και έχει τεθεί διαγώνια γραμμή (διαγραφής) στο κέντρο του, υπεγράφη από την υπεύθυνη λογιστηρίου της προσφεύγουσας εταιρείας, Ε. Κ., η οποία δεν διατύπωσε οποιαδήποτε άρνηση υπογραφής ή παραλαβής (το σχετικό τετραγωνίδιο επί του σώματος της Έκθεσης, για τη δήλωση άρνησης παραλαβής, είναι κενό και πάνω από αυτό έχει τεθεί η υπογραφή της προμνησθείσας υπεύθυνης λογιστηρίου). Κατά της ανωτέρω …/6.3.2024 Έκθεσης Βεβαίωσης Παράβασης η ήδη προσφεύγουσα άσκησε την …/4.4.2024 ενδικοφανή προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε με την ήδη προσβαλλόμενη από 14.5.2024 απόφαση του Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Επιχειρησιακής Διεύθυνσης Σ.Δ.Ο.Ε. Μακεδονίας της Γενικής Διεύθυνσης του Σ.Δ.Ο.Ε. ως αβάσιμη. Ειδικότερα, με την εν λόγω από 14.5.2024 απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Η (νυν προσφεύγουσα) εταιρεία αποτελεί νομική οντότητα υπόχρεη καταχώρισης στο Κ.Μ.Π.Δ. σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 20 του ν. 4557/2018 και στο άρθρο 2 της 67343 ΕΞ 2019/19.6.2019 Υ.Α.. Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με την προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 20 του ν. 4557/2018 και στο άρθρο 8 της ανωτέρω Υ.Α., όφειλε να υποβάλει την τροποποιητική δήλωση των στοιχείων των πραγματικών δικαιούχων της εντός 60 ημερών από την ημερομηνία μεταβολής της (24.8.2023) στο φορολογικό μητρώο. Κατά την ίδια (από 14.5.2024) απόφαση, ο προβαλλόμενος από τη (νυν προσφεύγουσα) εταιρεία ισχυρισμός περί έλλειψης προηγούμενης ακρόασης και μη ύπαρξης του σχετικού πεδίου στο σώμα της Έκθεσης Βεβαίωσης Παράβασης είναι απορριπτέος, διότι πριν από την έκδοση της …/6.3.2024 Έκθεσης Βεβαίωσης Παράβασης ζητήθηκαν οι απόψεις της εταιρείας κατά την ώρα του ελέγχου, στο δε σώμα της εν λόγω Έκθεσης Βεβαίωσης Παράβασης υφίσταται το σχετικό πεδίο που τιτλοφορείται «ΑΠΟΨΕΙΣ ΕΛΕΓΧΟΜΕΝΟΥ» και η Έκθεση αυτή υπεγράφη νομίμως από τους ελεγκτές και την υπεύθυνη της επιχείρησης, χωρίς να γίνει οποιαδήποτε δήλωση εκ μέρους της τελευταίας. Ο εν λόγω ισχυρισμός σε κάθε περίπτωση είναι αλυσιτελής, διότι εν προκειμένω η Διοίκηση ενήργησε κατά δέσμια αρμοδιότητα, στηριζόμενη στο αντικειμενικό κριτήριο της μη υποβολής δήλωσης στο Κ.Μ.Π.Δ., έχει δε κριθεί νομολογιακώς ότι προηγούμενη ακρόαση του διοικουμένου δεν απαιτείται όταν πρόκειται για διοικητική ενέργεια που κατά νόμο λαμβάνει χώρα κατά δέσμια αρμοδιότητα ή στηρίζεται σε κριτήρια ή δεδομένα από τη φύση τους αντικειμενικά, δηλαδή άσχετα με την υπαιτιότητα ή την υποκειμενική συμπεριφορά του θιγομένου, εκτός εάν από τον νόμο προβλέπονται περιθώρια για επιμέτρηση κύρωσης. Ο δε προβαλλόμενος με την ενδικοφανή προσφυγή ισχυρισμός περί διατήρησης της νομικής προσωπικότητας της (νυν προσφεύγουσας) εταιρείας μετά τη μετατροπή της νομικής της μορφής και ως εκ τούτου, κατά την ίδια, μη επιρροής τεχνικά και ουσιαστικά του προσδιορισμού της ταυτότητας των προσώπων που ασκούν τον έλεγχο σε αυτή είναι αβάσιμος, διότι από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι η εταιρεία είχε υποβάλει αρχική δήλωση καταχώρισης των πραγματικών δικαιούχων με την προγενέστερη νομική μορφή της (ως ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία) το έτος 2019 και στη συνέχεια μεταβλήθηκε σε ανώνυμη εταιρεία, με δηλωμένη ημερομηνία μεταβολής τις 24.8.2023. Τα δύο φυσικά πρόσωπα που απαρτίζουν μέρος της σύνθεσης των πραγματικών δικαιούχων της Α.Ε., ήτοι: α) ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος και β) ο Αντιπρόεδρος, είχαν δηλωθεί ως πραγματικοί δικαιούχοι στην αρχική δήλωση καταχώρισης στο Κ.Μ.Π.Δ. που αφορούσε την ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία με τις τότε ιδιότητές τους ως α) Διαχειριστής και β) Εταίρος. Περαιτέρω, από την εν λόγω μετατροπή της Ι.Κ.Ε. σε Α.Ε. μεταβλήθηκαν και τα δικαιώματα ιδιοκτησίας τους από εταιρικά μερίδια σε μετοχές. Συνεπώς, με τη μετατροπή της νομικής μορφής της εταιρείας μεταβλήθηκε τόσο η ιδιότητα των πραγματικών δικαιούχων όσο και το είδος των δικαιωμάτων που κατέχουν επ’ αυτής, ήτοι μεταβλήθηκαν ορισμένα στοιχεία οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 4557/2018. Εκ της εν λόγω τροποποίησης απορρέει και η υποχρέωση της εταιρείας περί υποβολής τροποποιητικής δήλωσης των στοιχείων των πραγματικών δικαιούχων της στο Κ.Μ.Π.Δ.. Για τον λόγο αυτόν η παράλειψη υποβολής της εν λόγω δήλωσης αποτελεί παραβίαση του άρθρου 20 παρ. 8 του ν. 4557/2018 επισύρουσα τις προβλεπόμενες από την παρ. 9 του ίδιου άρθρου κυρώσεις. Με βάση τις ανωτέρω κρίσεις, με την ήδη προσβαλλόμενη από 14.5.2024 απόφαση του Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Επιχειρησιακής Διεύθυνσης Σ.Δ.Ο.Ε. Μακεδονίας της Γενικής Διεύθυνσης του Σ.Δ.Ο.Ε., απορρίφθηκε η ασκηθείσα ενδικοφανής προσφυγή και καταλογίστηκε οριστικά στην ήδη προσφεύγουσα το πρόστιμο των 40.000,00 ευρώ, όπως αυτό είχε επιβληθεί με την προαναφερθείσα Έκθεση Βεβαίωσης Παράβασης.
6. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, όπως συμπληρώνεται με το νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, η προσφεύγουσα εταιρεία αμφισβητεί τη νομιμότητα και ορθότητα της ως άνω από 14.5.2024 απόφασης του Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Επιχειρησιακής Διεύθυνσης Σ.Δ.Ο.Ε. Μακεδονίας της Γενικής Διεύθυνσης του Σ.Δ.Ο.Ε. και ζητεί την ακύρωσή της. Ειδικότερα, κατ’ επανάληψη των προβληθέντων και με την προαναφερθείσα ενδικοφανή προσφυγή, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, κατ’ αρχάς, ότι κατά τη διαδικασία διαπίστωσης της παράβασης λόγω της οποίας επιβλήθηκε σε βάρος της ίδιας το ένδικο πρόστιμο, δεν δόθηκε στα αρμόδια όργανά της η δυνατότητα να εκφέρουν απόψεις, όπως προβλέπει το οικείο κανονιστικό πλαίσιο, ήτοι δεν ασκήθηκε πραγματικά το δικαίωμα ακρόασής της, με συνέπεια να προκληθεί στην ίδια σοβαρή βλάβη (λόγω της επιβολής του προστίμου). Συναφώς διατείνεται ότι στο σώμα της (προμνησθείσας) …/6.3.2024 Έκθεσης Βεβαίωσης Παράβασης δεν υφίστατο το πεδίο «ΑΠΟΨΕΙΣ ΕΛΕΓΧΟΜΕΝΟΥ», σε κάθε δε περίπτωση η τυπική αναγραφή αυτού δεν διασφαλίζει την ουσιαστική άσκηση του δικαιώματος ακρόασης. Κατά την προσφεύγουσα, από τις διατάξεις με τις οποίες ρυθμίζονται τα θέματα της διαδικασίας διενέργειας ελέγχου και διαπίστωσης παραβάσεων σχετικά με τη διακρίβωση της τήρησης, της επικαιροποίησης και της ακρίβειας των στοιχείων που καταχωρίζονται στο Κ.Μ.Π.Δ. με σκοπό την άμεση πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους των εταιρικών οντοτήτων συνάγεται ότι η ελεγχόμενη εταιρεία έχει δικαίωμα να προβάλει τις απόψεις της (διά του αρμοδίου οργάνου της) κατά τη διενέργεια του ελέγχου, οι οποίες πρέπει να περιλαμβάνονται στο σώμα της Έκθεσης Βεβαίωσης Παράβασης αν τελικά διαγνωστεί η παράβαση. Εν προκειμένω, όμως, όπως ισχυρίζεται, δεν δόθηκε στην ίδια η δυνατότητα να εκφέρει απόψεις, τούτο, δε, δεν καλύπτεται από την πρόβλεψη και την άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής κατά της …/6.3.2024 Έκθεσης Βεβαίωσης Παράβασης. Κατά τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, η δέσμια αρμοδιότητα της Διοίκησης δεν ασκεί εν προκειμένω επιρροή, δεδομένου ότι η συμμετοχή του ελεγχομένου νομικού προσώπου στη διαδικασία διά της προβολής των απόψεών του επί της αποδιδόμενης παράβασης προβλέπεται από το οικείο ειδικό κανονιστικό πλαίσιο, σε κάθε δε περίπτωση, για τη διαπίστωση της τέλεσης της αποδιδόμενης παράβασης πρέπει να εξεταστεί το πραγματικό, ήτοι κατά πόσο άλλαξε πράγματι η σύνθεση ή τα δικαιώματα ελέγχου στην εταιρεία (προσφεύγουσα), κρίση η οποία ενδέχεται να υπόκειται σε διαφορετικές υποκειμενικές αξιολογήσεις. Ειδικότερα, όπως τονίζει, γίνεται νομολογιακώς δεκτό ότι το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης έχει πεδίο εφαρμογής σε κάθε περίπτωση που προσάπτεται σε ορισμένο πρόσωπο παραβατική συμπεριφορά και επαπειλείται εις βάρος του η αντίστοιχη κύρωση, ακόμη και αν το ύψος της είναι προκαθορισμένο στον νόμο χωρίς ευχέρεια επιμέτρησης από τη Διοίκηση. Τούτο διότι ο φερόμενος ως παραβάτης δύναται να συμβάλει στη λήψη νόμιμης απόφασης αμφισβητώντας τη διάπραξη της παράβασης και προβάλλοντας ισχυρισμούς αναγόμενους στην υποκειμενική του σφαίρα και συνισταμένους σε διαφορετική – έναντι της Διοίκησης – εμφάνιση ή εκτίμηση του πραγματικού της υπόθεσης. Περαιτέρω η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η αποδιδόμενη στην ίδια παράβαση αφορά τη μη καταχώριση της μετατροπής της από Ι.Κ.Ε. σε Α.Ε. και της κατανομής του μετοχικού κεφαλαίου σε κοινές ονομαστικές μετοχές. Όμως, ακόμα και μετά την εν λόγω μετατροπή τα στοιχεία των πραγματικών δικαιούχων της παρέμειναν ακριβώς ίδια, με αποτέλεσμα, κατά την άποψή της, να μην υπάρχει ανάγκη συμπλήρωσης ή αλλαγής αυτών. Όπως επισημαίνει, τόσο οι Ι.Κ.Ε. όσο και οι Α.Ε. αποτελούν κεφαλαιουχικές εταιρείες με κοινό χαρακτηριστικό το ότι φορέας εξουσίας ελέγχου είναι το φυσικό πρόσωπο που κατέχει το μεγαλύτερο κεφάλαιο στην επιχείρηση. Η μετατροπή αποτελεί μία από τις περιπτώσεις μετασχηματισμών εταιρειών, όπως προβλέπεται στα άρθρα 104 και 113 του ν. 4601/2019 (Α΄ 44), από τα οποία προκύπτει ότι κατά τη μετατροπή μεταβάλλεται μεν η νομική μορφή της εταιρείας, διατηρείται όμως η νομική της προσωπικότητα και συνεχίζεται η λειτουργία της υπό τη νέα νομική μορφή (με οιονεί καθολική διαδοχή) χωρίς να λυθεί, η δε μετατροπή ισχύει από την καταχώρισή της στο Γ.Ε.ΜΗ. χωρίς να υφίσταται ανάγκη πρόσθετων διατυπώσεων από τη μετασχηματιζόμενη εταιρεία. Συνεπώς, όπως διατείνεται η προσφεύγουσα, εν προκειμένω κατά τη μετατροπή της από Ι.Κ.Ε. σε Α.Ε. μεταβλήθηκε μεν η νομική μορφή της, διατηρήθηκε όμως η νομική προσωπικότητα, με αποτέλεσμα να μην είναι αναγκαία η καταχώριση των ίδιων ακριβώς στοιχείων των φυσικών προσώπων (πραγματικών δικαιούχων της) στο Κ.Μ.Π.Δ. με μόνη διαφορετική την ονομασία της ιδιότητάς τους, λόγω των διαφορετικών ειδών των νομικών οντοτήτων. Εφ’ όσον η ταυτότητα των φυσικών προσώπων και τα ποσοστά συμμετοχής τους στην προσφεύγουσα παρέμειναν ίδια, σε συνδυασμό με την καθολική διαδοχή και τη μη αναγκαιότητα τήρησης πρόσθετων διατυπώσεων, τεχνικά δεν επήλθε μεταβολή ως προς τη διαχείριση και την εκπροσώπηση της εταιρείας ούτε ως προς τις συναλλακτικές της σχέσεις με τους τρίτους. Άλλωστε, διατηρήθηκε η επωνυμία και ο Α.Φ.Μ. της επιχείρησης. Κατά την άποψη της προσφεύγουσας, το μόνο που άλλαξε μετά τη μετατροπή της νομικής μορφής της είναι η ονομασία των ιδιοτήτων των μελών της, τούτο δε απορρέει και από την προσβαλλόμενη πράξη, στην οποία το καθ’ ου αντιπαραβάλλει συγκριτικά τα ονόματα των ιδιοτήτων των πραγματικών δικαιούχων αυτής, εντούτοις δεν εξειδικεύει ποια δικαιώματα μεταβλήθηκαν ειδικότερα. Σχετικώς η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι από συγκριτική επισκόπηση των καταχωρισθέντων στο Κ.Μ.Π.Δ. δικαιούχων της υπό τη μορφή της αφ’ ενός ως Ι.Κ.Ε. και αφ’ ετέρου ως Α.Ε. προκύπτει ότι οι δικαιούχοι είναι ακριβώς ίδιοι, τόσο προς την ταυτότητά τους όσο και ως προς τα ποσοστά κατοχής δικαιωμάτων επί της εταιρείας. Το μόνο που διαφοροποιείται είναι ο τίτλος των ιδιοτήτων των ως άνω προσώπων (εταίροι στην Ι.Κ.Ε., μέτοχοι στην Α.Ε.). Το πρόσωπο με το μεγαλύτερο ποσοστό συμμετοχής, το οποίο και στις δύο νομικές μορφές (Ι.Κ.Ε. και Α.Ε.) αποτελεί τον φορέα της εξουσίας, παρέμεινε το ίδιο, ήτοι ο Μ. Κ. του Β., με ποσοστό 72,50%, ο οποίος στην Ι.Κ.Ε. είχε την ιδιότητα του διαχειριστή, ενώ στην Α.Ε. του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου. Επίσης, ο Ε. Κ. διατήρησε το ίδιο ποσοστό συμμετοχής στην εταιρεία, ενώ το ότι πλέον φέρει τον τίτλο του αντιπροέδρου τεχνικά δεν διαφοροποιεί, κατά την προσφεύγουσα, το ποσοστό συμμετοχής του σε αυτήν και επιρροής στη λειτουργία της, εφ’ όσον την εξουσία εκπροσώπησης και δέσμευσης της προσφεύγουσας την έχει ο Μ. Κ., ως νόμιμος εκπρόσωπος, τόσο της υπό τη μορφή της Ι.Κ.Ε. όσο και της Α.Ε.. Εκ τούτων γίνεται, κατά την προσφεύγουσα, κατανοητό ότι με τη συντέλεση της μετατροπής διατηρήθηκε όχι μόνο η νομική προσωπικότητα αλλά και η ταυτότητα των φυσικών προσώπων που ασκούν τον έλεγχο επί της ίδιας και η έκταση των δικαιωμάτων τους, ώστε να μην συντρέχει ζήτημα μεταβολής των στοιχείων αυτών. Συναφώς, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι εφ’ όσον ο βασικός φορέας εξουσίας επ’ αυτής παρέμεινε ο ίδιος με μόνη την αλλαγή της ονομασίας της ιδιότητάς του, σε συνδυασμό με το ότι η διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ν. 4557/2018 δεν ορίζει αποκλειστικά τα στοιχεία των δικαιούχων που πρέπει να δημοσιεύονται στο Κ.Μ.Π.Δ. (όπως συνάγεται από τη χρήση του όρου «τουλάχιστον» στη διατύπωσή της) και με το ότι ο σκοπός θέσπισης της εν λόγω πρόβλεψης είναι ο προσδιορισμός της ταυτότητας κάθε φυσικού προσώπου που κατέχει τη νομική οντότητα ή ασκεί έλεγχο επ’ αυτής, συνάγεται ότι εν προκειμένω η καταχώριση ή μη της μετατροπής της νομικής προσωπικότητας της ίδιας (προσφεύγουσας) δεν επηρέαζε τεχνικά και ουσιαστικά τον προσδιορισμό της ταυτότητας των προσώπων που ασκούσαν τον έλεγχό της υπό τη μορφή της ως Ι.Κ.Ε. και αυτών που ασκούν τον έλεγχό της υπό τη μορφή της ως Α.Ε.. Τα πρόσωπα αυτά παρέμειναν ίδια (πριν και μετά τη μετατροπή) τόσο ως προς την ταυτότητα όσο και ως προς τα ποσοστά κατοχής δικαιωμάτων επί της προσφεύγουσας, με αποτέλεσμα να μην έχει εμφιλοχωρήσει τεχνικά αδυναμία προσδιορισμού της ταυτότητας των φυσικών προσώπων που ασκούν έλεγχο επ’ αυτής, ούτε ανάγκη συμπλήρωσης ή αλλαγής των στοιχείων τους στο Κ.Μ.Π.Δ.. Ως εκ τούτου, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η επιβολή του ενδίκου προστίμου δεν εξυπηρετεί τον σκοπό για τον οποίο θεσμοθετήθηκε (κύρωση για την αδυναμία προσδιορισμού της ταυτότητας των φυσικών προσώπων που κατέχουν τη νομική οντότητα ή ασκούν έλεγχο επ’ αυτής – πραγματικών δικαιούχων), επομένως εσφαλμένως επιβλήθηκε το επίδικο πρόστιμο και η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ακυρωτέα. Τέλος, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι εν προκειμένω παραβιάζεται η συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας, διότι το ύψος του ενδίκου προστίμου παρίσταται υπέρογκο για μια τυπικού χαρακτήρα παράβαση, όπως η αποδιδόμενη στην ίδια, και είναι προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος, ήτοι τον προσδιορισμό της ταυτότητας των φυσικών προσώπων που κατέχουν τη νομική οντότητα (προσφεύγουσα) ή ασκούν έλεγχο επ’ αυτής, τα οποία παρέμειναν ίδια και μετά τη μεταβολή της νομικής της μορφής. Προς επίρρωση των ισχυρισμών της η προσφεύγουσα προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (όπως και ενώπιον του οργάνου που εξέτασε την ενδικοφανή προσφυγή) την …/7.3.2024 Βεβαίωση Υποβολής Δήλωσης Πραγματικών Δικαιούχων στο Κ.Μ.Π.Δ., με ημερομηνία αρχικής υποβολής 17.10.2019 και ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης 7.3.2024, από την οποία προκύπτει ότι η προσφεύγουσα δηλώθηκε στο Κ.Μ.Π.Δ. ως Ανώνυμη Εταιρεία (την επομένη της διενέργειας του κρίσιμου ελέγχου), με εκπρόσωπο τον Μ. Κ. του Β. και δικαιούχους τους: Ε. Κ. του Ν., ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) και μέτοχο με ποσοστό 2,08%, Β. Κ. του Σ., ως μέτοχο με ποσοστό 4,17%, Μ. Κ. του Β., ως Διευθύνοντα Σύμβουλο και μέτοχο με ποσοστό 72,50% και Α. Κ. του Ν., ως μέτοχο με ποσοστό 21,25%, καθώς και εκτύπωση του Κ.Μ.Π.Δ. μέσω gov.gr, από την οποία προκύπτουν τα ίδια στοιχεία για την προσφεύγουσα και τους δικαιούχους της.
7. Επειδή, από την άλλη πλευρά το καθ’ ου, με την από 1.11.2024 έκθεση απόψεων του Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Επιχειρησιακής Διεύθυνσης Σ.Δ.Ο.Ε. Μακεδονίας, υπεραμύνεται της νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και ζητεί την απόρριψη της κρινόμενης προσφυγής, επαναλαμβάνοντας τα ήδη γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση (και αναλυτικώς παρατεθέντα στην πέμπτη σκέψη της παρούσας απόφασης) και αναφέροντας, επιπροσθέτως, τα ακόλουθα: Τα τέσσερα φυσικά πρόσωπα τα οποία απαρτίζουν τη σύνθεση των ιδρυτών μετόχων της προσφεύγουσας ως Α.Ε., ήτοι: α) ο Μ. Κ. ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, β) ο Ε. Κ. ως αντιπρόεδρος, ο Β. Κ. και δ) η Α. Κ., είχαν δηλωθεί ως πραγματικοί δικαιούχοι στην αρχική δήλωση καταχώρισης στο Κ.Μ.Π.Δ. που αφορούσε την προσφεύγουσα ως Ι.Κ.Ε., με τις τότε ιδιότητές τους αντιστοίχως, ήτοι: α) ο Μ. Κ. ως διαχειριστής, β) ο Ε. Κ. ως εταίρος, γ) ο Β. Κ. ως εταίρος και δ) η Α. Κ. ως εταίρος. Συνεπώς, με τη μετατροπή της προσφεύγουσας από Ι.Κ.Ε. σε Α.Ε. μεταβλήθηκαν οι ιδιότητες όλων των φυσικών προσώπων που την απαρτίζουν. Ειδικότερα, ουσιώδης μεταβολή επήλθε στην ιδιότητα του Μ. Κ., που ήταν διαχειριστής-εταίρος της Ι.Κ.Ε. και κατέστη πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και μέτοχος της Α.Ε., του Ε. Κ., που ήταν απλός εταίρος της Ι.Κ.Ε. και κατέστη αντιπρόεδρος και μέτοχος της Α.Ε., καθώς και των Β. Κ. και Α. Κ., που ήταν εταίροι της Ι.Κ.Ε. και κατέστησαν μέτοχοι της Α.Ε.. Επιπροσθέτως στη νέα νομική μορφή προστέθηκε στο διοικητικό συμβούλιο της Α.Ε. και η Κ. Κ., ως μέλος αυτού. Από την εν λόγω μετατροπή της Ι.Κ.Ε. σε Α.Ε. μεταβλήθηκαν και τα δικαιώματα ιδιοκτησίας των ανωτέρω από εταιρικά μερίδια σε μετοχές. Επομένως, με τη μετατροπή της νομικής μορφής της προσφεύγουσας μεταβλήθηκε τόσο η ιδιότητα των ως άνω πραγματικών δικαιούχων της όσο και το είδος των δικαιωμάτων που κατέχουν επ’ αυτής, ήτοι μεταβλήθηκαν ορισμένα στοιχεία που ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 4557/2018. Ως εκ τούτου, η προσφεύγουσα είχε υποχρέωση υποβολής τροποποιητικής δήλωσης των στοιχείων των πραγματικών δικαιούχων της στο Κ.Μ.Π.Δ., η παράλειψη υποβολής αυτής, δε, αποτελεί παραβίαση των διατάξεων της παρ. 8 του άρθρου 20 του ανωτέρω νόμου, επισύρουσα την προβλεπόμενη από την παρ. 9 του ίδιου άρθρου κύρωση. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός περί παράβασης της αρχής της αναλογικότητας προβάλλεται, κατά το καθ’ ου, αλυσιτελώς, διότι τα ελεγκτικά όργανα διαπίστωσαν ότι η προσφεύγουσα δεν υπέβαλε τροποποιητική δήλωση καταχώρισης των στοιχείων των πραγματικών δικαιούχων στο Κ.Μ.Π.Δ., οι δε εφαρμοστέες διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 20 του ν. 4557/2018 δεν καταλείπουν περιθώρια διακριτικής ευχέρειας, ούτε προβλέπουν ειδική μεταχείριση εξαρτώμενη από κριτήρια μη αντικειμενικά. Εν προκειμένω η αρμόδια υπηρεσία ενήργησε κατά δέσμια αρμοδιότητα, στηριζόμενη στο αντικειμενικό κριτήριο της μη υποβολής τροποποιητικής δήλωσης στο Κ.Μ.Π.Δ.. Σε κάθε περίπτωση, ο εν λόγω ισχυρισμός είναι και αβάσιμος, διότι οι προαναφερθείσες διατάξεις προβλέπουν κλιμακωτή και αναλογική διαβάθμισή του προστίμου, ανάλογα με τον καθαρό κύκλο εργασιών της ελεγχόμενης νομικής οντότητας κατά το έτος που προηγείται της παράβασης, με πρόστιμα που εκκινούν από 5.000,00 ευρώ και φθάνουν έως 40.000,00 ευρώ για τον επίδικο τύπο παράβασης. Εν προκειμένω επιβλήθηκε (αναλογικά για τον συγκεκριμένο τύπο παράβασης) πρόστιμο 40.000,00 ευρώ, λαμβανομένου υπ’ όψιν του καθαρού κύκλου εργασιών της προσφεύγουσας κατά το έτος που προηγήθηκε της παράβασης, που ανήλθε σε ακαθάριστα έσοδα ύψους 13.218.250,50 ευρώ (όπως προκύπτει από στοιχεία περιλαμβανόμενα στον διοικητικό φάκελο).
8. Επειδή, το δικαίωμα της προηγουμένης ακρόασης, υπό την έννοια που κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος και ρυθμίζεται ειδικότερα με τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, συνίσταται στη δυνατότητα εκείνου για τον οποίον η Διοίκηση άγεται στην έκδοση πράξης βλαπτικής για τα συμφέροντά του, να εκθέσει σχετικά τις απόψεις του στην αρμόδια διοικητική αρχή, έτσι ώστε να επηρεάσει τη διαμόρφωση της κρίσης της ήδη στο στάδιο πριν από τον σχηματισμό της και την έκδοση της πράξης. Συνέπεια της φύσης αυτής και του σκοπού του δικαιώματος είναι αφ’ ενός μεν ότι η παραβίασή του δεν θεραπεύεται με την εκ των υστέρων παροχή στον ενδιαφερόμενο της δυνατότητας να ζητήσει την ακύρωση ή την τροποποίηση της πράξης (με ενδικοφανή προσφυγή και με προσφυγή ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου), αφ’ ετέρου δε ότι για να υπάρχει έδαφος άσκησής του πρέπει, πάντως, να πρόκειται για πράξη για την οποία το ζήτημα αν θα εκδοθεί ή πώς θα διαμορφωθεί το περιεχόμενό της να μην εξαντλείται κατά νόμον στη διάγνωση περί της συνδρομής αμιγώς αντικειμενικών προϋποθέσεων, αλλά να καταλείπεται κατ’ αρχήν στον διοικούμενο πεδίο προβολής κρίσιμων πραγματικών ισχυρισμών από τη σφαίρα της υποκειμενικής του κατάστασης και συμπεριφοράς. Αυτό συμβαίνει και συνεπώς υφίσταται έδαφος άσκησης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, σε κάθε περίπτωση που προσάπτεται σε ορισμένο πρόσωπο παραβατική συμπεριφορά και επαπειλείται η επιβολή σε βάρος του της αντίστοιχης κύρωσης, ακόμη και αν η στοιχειοθέτηση της παράβασης παρουσιάζεται στον νόμο ως «τυπική» (ΣτΕ 567/2020, 1184/2017). Εν προκειμένω, παρ’ ότι από τις διατάξεις που παρατέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης συνάγεται ότι τα αρμόδια διοικητικά όργανα έχουν δέσμια αρμοδιότητα για την επιβολή του προβλεπομένου στις εν λόγω διατάξεις προστίμου σε βάρος νομικής οντότητας (π.χ. εταιρείας) που δεν έχει υποβάλει (αρχική ή τροποποιητική) δήλωση των πραγματικών δικαιούχων της στο Κ.Μ.Π.Δ. και η παράβαση φέρεται ως «τυπική», προβλέπεται ειδικώς από τις ίδιες διατάξεις (άρθρο 3 παρ. 4 της εφαρμοστέας εν προκειμένω 159477 ΕΞ 2022/1.11.2022 Υ.Α.) ότι κατά τη διενέργεια του ελέγχου για τη διαπίστωση της στοιχειοθέτησης της ανωτέρω παράβασης η ελεγχόμενη νομική οντότητα (εταιρεία) δικαιούται να καταθέσει τις απόψεις της (διά των αρμοδίων οργάνων της) και αυτές περιλαμβάνονται στο σώμα της εκδιδόμενης Έκθεσης Βεβαίωσης Παράβασης στο προβλεπόμενο πεδίο με τίτλο «ΑΠΟΨΕΙΣ ΕΛΕΓΧΟΜΕΝΟΥ». Συνεπώς, βάσει του οικείου κανονιστικού πλαισίου, το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης ασκείται κατά τη διενέργεια του ελέγχου και ως εκ τούτου δεν απαιτείται εκ νέου κλήση της ελεγχόμενης νομικής οντότητας σε ακρόαση μετά το πέρας του ελέγχου και πριν από την έκδοση της Έκθεσης Βεβαίωσης Παράβασης (η οποία, εξάλλου, σε περίπτωση διαπίστωσης παράβασης στο πλαίσιο επιτοπίου ελέγχου εκδίδεται αμέσως από τα ελεγκτικά όργανα). Στην κρινόμενη περίπτωση, ως προεκτέθηκε, στο πλαίσιο του ελέγχου που διενεργήθηκε στην έδρα της προσφεύγουσας εταιρείας και διαπιστώθηκε η ένδικη παράβαση, εκδόθηκε η …/6.3.2024 Έκθεση Βεβαίωσης Παράβασης, στο σώμα της οποίας (παρά τον αντίθετο ισχυρισμό της προσφεύγουσας) υφίσταται το πεδίο που τιτλοφορείται «ΑΠΟΨΕΙΣ ΕΛΕΓΧΟΜΕΝΟΥ», το οποίο είναι κενό και έχει τεθεί διαγώνια γραμμή (διαγραφής) στο κέντρο του. Η εν λόγω Έκθεση Βεβαίωσης Παράβασης, δε, έχει υπογραφεί από την υπεύθυνη λογιστηρίου της προσφεύγουσας εταιρείας, η οποία δεν διατύπωσε οποιαδήποτε άρνηση υπογραφής ή παραλαβής (το σχετικό τετραγωνίδιο επί του σώματος της Έκθεσης, για τη δήλωση άρνησης παραλαβής, είναι κενό και πάνω από αυτό έχει τεθεί η υπογραφή της υπεύθυνης λογιστηρίου). Συνεπώς, τηρήθηκαν εν προκειμένω οι προβλέψεις του οικείου κανονιστικού πλαισίου (ήτοι της 159477 ΕΞ 2022/1.11.2022 Υ.Α.) για την προηγούμενη ακρόαση. Από το γεγονός δε ότι αρμόδιο όργανο της προσφεύγουσας έχει υπογράψει επί του σώματος της ως άνω Έκθεσης Βεβαίωσης Παράβασης (χωρίς να προκύπτει ότι διατύπωσε οποιαδήποτε επιφύλαξη ή άρνηση υπογραφής ή παραλαβής) συνάγεται ότι το ανωτέρω όργανο της προσφεύγουσας παρίστατο κατά τη διενέργεια του κρίσιμου επιτοπίου ελέγχου, επομένως θα μπορούσε να εκθέσει στα ελεγκτικά όργανα όλα όσα θεωρούσε σημαντικά και αναγκαία, πριν από την έκδοση της προαναφερθείσας Έκθεσης Βεβαίωσης Παράβασης. Βάσει τούτων, ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι δεν δόθηκε στην ίδια η δυνατότητα να εκφέρει απόψεις (διά των αρμοδίων οργάνων της) κατά παράβαση του δικαιώματος ακρόασής της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις που παρατέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης συνάγεται ότι σκοπός της θέσπισης του Κ.Μ.Π.Δ. είναι να έχουν οι αρμόδιες αρχές, καθώς και όσα άλλα πρόσωπα αποδεικνύουν ότι έχουν το αναγκαίο προς τούτο έννομο συμφέρον, πρόσβαση σε ακριβείς και επίκαιρες πληροφορίες σχετικά με τα πρόσωπα που κατέχουν την εκάστοτε εταιρεία ή άλλη νομική οντότητα ή ασκούν έλεγχο επ’ αυτής (τούτο δε προς πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του ν. 4557/2018 και των προμνησθεισών Υ.Α., με τις οποίες (διατάξεις) ενσωματώθηκαν στο ελληνικό δίκαιο και εξειδικεύθηκαν οι προβλέψεις των αναφερθεισών στη δεύτερη σκέψη της παρούσας απόφασης Οδηγιών, οι ανωτέρω πληροφορίες περιλαμβάνουν τουλάχιστον τη νομική μορφή της εταιρείας (ή άλλης νομικής οντότητας), βασικά στοιχεία από τα οποία καθίσταται δυνατός ο προσδιορισμός και η ταυτοποίηση των πραγματικών δικαιούχων της, καθώς επίσης και το είδος και την έκταση των δικαιωμάτων που κατέχουν στην εταιρεία. Οποιαδήποτε αλλαγή στα εν λόγω στοιχεία, δε, είναι υποχρεωτικό να καταχωρίζεται στο Κ.Μ.Π.Δ., και μάλιστα εντός ορισμένης προθεσμίας από τότε που λαμβάνει χώρα, προκειμένου να είναι οι ως άνω πληροφορίες επίκαιρες (τρέχουσες). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, εφ’ όσον εν προκειμένω υπήρξε μετατροπή της νομικής μορφής της προσφεύγουσας εταιρείας από Ι.Κ.Ε. σε Α.Ε. και συνακολούθως μεταβολή των ιδιοτήτων των μελών της (από εταίροι κατέστησαν μέτοχοι) και των δικαιωμάτων που κατέχουν στην εταιρεία (από εταιρικά μερίδια κατέστησαν ονομαστικές μετοχές), η προσφεύγουσα όφειλε να υποβάλει τροποποιητική δήλωση των στοιχείων των πραγματικών δικαιούχων της στο Κ.Μ.Π.Δ.. Το γεγονός δε ότι μετά την εν λόγω μετατροπή της νομικής μορφής της προσφεύγουσας από Ι.Κ.Ε. σε Α.Ε. δεν άλλαξαν τα πρόσωπα που ασκούν έλεγχο στην εταιρεία, καθώς και ο διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπός της, αλλά απλώς τροποποιήθηκε η ονομασία των ιδιοτήτων υπό τις οποίες ασκούν έλεγχο στην προσφεύγουσα, δεν απαλλάσσει την ίδια από την υποχρέωση υποβολής της ανωτέρω τροποποιητικής δήλωσης στο Κ.Μ.Π.Δ.. Τούτο διότι, ως προεκτέθηκε, σκοπός της θέσπισης του Κ.Μ.Π.Δ. είναι να έχουν οι αρμόδιες αρχές, καθώς και όσα άλλα πρόσωπα αποδεικνύουν ότι έχουν το αναγκαίο προς τούτο έννομο συμφέρον, πρόσβαση σε ακριβείς και επίκαιρες πληροφορίες σχετικά με τα πρόσωπα που κατέχουν την εταιρεία ή ασκούν έλεγχο επ’ αυτής. Συνεπώς, εφ’ όσον έλαβε χώρα μετατροπή της νομικής μορφής της εταιρείας, υπήρχε υποχρέωση και αναγκαιότητα υποβολής της τροποποιητικής δήλωσης στο Κ.Μ.Π.Δ. ακριβώς για να καταστεί γνωστό (με βεβαιότητα) στις αρμόδιες αρχές, καθώς και όσα άλλα πρόσωπα έχουν το αναγκαίο προς τούτο έννομο συμφέρον, ότι παρά την επέλευση της ανωτέρω μετατροπής της νομικής μορφής της εταιρείας, οι πραγματικοί δικαιούχοι της (τα πρόσωπα που ασκούν έλεγχο σε αυτήν) δεν άλλαξαν και παραμένουν τα ίδια, έκαστο δε εξ αυτών κατέχει συγκεκριμένα δικαιώματα (ονομαστικές μετοχές πλέον) σε συγκεκριμένο ποσοστό (ίδιο ή διαφορετικό με αυτό που κατείχε υπό την προηγούμενη νομική μορφή της εταιρείας) ή/και συγκεκριμένες ιδιότητες (τις ίδιες όπως και υπό την προηγούμενη νομική μορφή ή άλλες). Ως εκ τούτου, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από την προσφεύγουσα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Τέλος, απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας. Τούτο διότι, ανεξαρτήτως του ότι η εν λόγω αρχή δεν τυγχάνει εφαρμογής όταν η Διοίκηση δρα κατά δέσμια αρμοδιότητα για την επιβολή προστίμου (πρβλ. ΣτΕ 931/2018, 158, 530/2017, 2245/2014 κ.ά.), εν προκειμένω η κύρωση παρίσταται αποτελεσματική και αναλογική, καθ’ όσον ο εθνικός νομοθέτης, λαμβάνοντας ιδίως υπ’ όψιν τη σοβαρότητα της παράβασης και την οικονομική ισχύ του παραβάτη – νομικού προσώπου κερδοσκοπικού χαρακτήρα, προέβλεψε ότι η παράλειψη υποβολής (αρχικής ή τροποποιητικής) δήλωσης καταχώρισης των στοιχείων των πραγματικών δικαιούχων στο Κ.Μ.Π.Δ. επισύρει πρόστιμο κλιμακούμενο αναλόγως του καθαρού κύκλου εργασιών του παραβάτη κατά το έτος που προηγείται της παράβασης. Συνεπώς, ο νομοθέτης έλαβε υπ’ όψιν του και συνεκτίμησε την αρχή της αναλογικότητας κατά τη θέσπιση των σχετικών προστίμων (με κλιμακωτή και αναλογική διαβάθμιση). Στην κρινόμενη περίπτωση, δε, το ένδικο πρόστιμο που επιβλήθηκε σε βάρος της προσφεύγουσας εταιρείας δεν δύναται να θεωρηθεί ως προδήλως δυσανάλογο ή μη αναγκαίο για την επίτευξη του προαναφερθέντος σκοπού δημοσίου συμφέροντος (προστασίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος μέσω της πρόληψης, του εντοπισμού και της διερεύνησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας), ενόψει της σπουδαιότητας του διακυβευόμενου αγαθού της διαφάνειας, καθώς και της οικονομικής ισχύος της προσφεύγουσας.
9. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, η κρινόμενη προσφυγή πρέπει να απορριφθεί και το καταβληθέν παράβολο να καταπέσει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 277 παρ. 9 εδ. α΄ του Κ.Δ.Δ.), κατ’ εκτίμηση, όμως, των περιστάσεων, πρέπει να απαλλαγεί η προσφεύγουσα από τα δικαστικά έξοδα του καθ’ ου Δημοσίου (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. τελευταίο του Κ.Δ.Δ.).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την προσφυγή.
Διατάσσει την κατάπτωση του καταβληθέντος παραβόλου υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
Απαλλάσσει την προσφεύγουσα εταιρεία από τα δικαστικά έξοδα του καθ’ ου Δημοσίου.
Η απόφαση δημοσιεύθηκε στη Θεσσαλονίκη, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, στις 16.4.2026, το δε πρωτότυπο υπογράφεται από τη Γραμματέα του Τμήματος Χριστίνα Κυριακίδου, λόγω συνταξιοδότησης της Γραμματέως της έδρας Γεσθημανής Μουρατίδου.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αντωνία Δαγγίλα Χριστίνα Κυριακίδου
