Απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-738/22 P | Google και Alphabet κατά Επιτροπής
Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως που άσκησαν η Google και η μητρική της εταιρία Alphabet κατά της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου και επικυρώνεται, ως εκ τούτου, το πρόστιμο που επιβλήθηκε για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης της μηχανής αναζήτησης Google Search στο πλαίσιο του λειτουργικού συστήματος Android
Το 2018 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε απόφαση 1 στην οποία διαπίστωσε ότι η Google είχε καταχραστεί τη δεσπόζουσα θέση της καθότι επέβαλλε, ιδίως μέσω συμφωνιών προεγκατάστασης και όρων παραχώρησης άδειας χρήσης ορισμένων εφαρμογών, την προώθηση της μηχανής αναζήτησης Google Search και του προγράμματος περιήγησης Chrome στις κινητές συσκευές που λειτουργούν με το λειτουργικό σύστημα Android, το οποίο επίσης προσφέρεται από την Google 2. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή διαπίστωσε ενιαία και διαρκή παράβαση για το σύνολο των εν λόγω συμπεριφορών και επέβαλε στην Google συνολικό πρόστιμο ύψους 4 342 865 000 ευρώ, εκ του οποίου η Alphabet ευθυνόταν να καταβάλει αλληλεγγύως ποσό 1 921 666 000.
Το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιληφθέν πρωτοδίκως 3, επιβεβαίωσε ότι επρόκειτο για ενιαία και διαρκή παράβαση, αλλά ακύρωσε το μέρος εκείνο της απόφασης της Επιτροπής που αφορούσε τη συμπεριφορά που συνίστατο στην εξάρτηση της σύναψης συμφωνιών κατανομής εσόδων με ορισμένους κατασκευαστές πρωτότυπου εξοπλισμού και φορείς εκμετάλλευσης κινητών δικτύων από την αποκλειστική προεγκατάσταση του Google Search σε προκαθορισμένο χαρτοφυλάκιο συσκευών. Κατόπιν της εν λόγω μερικής ακύρωσης, το Γενικό Δικαστήριο προχώρησε σε εκ νέου εκτίμηση της κύρωσης και καθόρισε το πρόστιμο σε ποσό 4 125 000 000 ευρώ για την Google, εκ του οποίου η Alphabet ευθυνόταν να καταβάλει αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ποσό 1 520 605 895 ευρώ.
Το Δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως που άσκησαν η Google και η Alphabet κατά της εν λόγω απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου και επικυρώνει το πρόστιμο που επιβλήθηκε στις δύο εταιρίες για τις αντίθετες προς τον ανταγωνισμό πρακτικές τους όσον αφορά το λειτουργικό σύστημα Android, όπως το εν λόγω πρόστιμο διαμορφώθηκε κατά τα ανωτέρω από το Γενικό Δικαστήριο.
Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε κανένα νομικό σφάλμα κατά την εκτίμηση των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό αποτελεσμάτων των όρων προεγκατάστασης που προβλέπονται στις συμφωνίες Android. Το Δικαστήριο εκτιμά ότι το Γενικό Δικαστήριο μπορούσε να λάβει υπόψη το σύνολο του κρίσιμου οικονομικού πλαισίου, συμπεριλαμβανομένων των συμφωνιών κατανομής εσόδων, χωρίς να είναι απαραίτητο να προβεί συστηματικά σε ανάλυση αντίστροφου σεναρίου προκειμένου να διαπιστώσει παράβαση της απαγόρευσης κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης. Το Δικαστήριο επιβεβαιώνει επίσης ότι το Γενικό Δικαστήριο μπορούσε να διαπιστώσει την ύπαρξη προκατάληψης υπέρ του status quo προς όφελος των προεγκατεστημένων εφαρμογών και να κρίνει ότι η Google και η Alphabet δεν είχαν αποδείξει ότι οι προτιμήσεις των χρηστών ή η προβαλλόμενη ποιότητα των υπηρεσιών τους εξηγούσαν αφ’ εαυτών τις παρατηρηθείσες συμπεριφορές.
Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε κανένα νομικό σφάλμα καθόσον επιβεβαίωσε την εκτίμηση της Επιτροπής σχετικά με τους όρους προεγκατάστασης που προβλέπονται στις συμφωνίες Android. Η απόδειξη κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης δεν εξαρτάται, σε κάθε περίπτωση, από την απόδειξη της ικανότητας να αποκλειστούν από την αγορά μόνον εξίσου αποτελεσματικοί ανταγωνιστές. Λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των επίμαχων ψηφιακών αγορών, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εν λόγω πρακτικές ήταν ικανές να περιορίσουν τον ανταγωνισμό και να ενισχύσουν τα εμπόδια εισόδου χωρίς να εφαρμόσει τέτοιο κριτήριο.
Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε νομικό σφάλμα όταν επιβεβαίωσε την εκτίμηση της Επιτροπής σχετικά με τις συμφωνίες κατά του κατακερματισμού. Οι συμφωνίες αυτές ήταν ικανές να περιορίσουν τις εμπορικές δυνατότητες των μη συμβατών εκδόσεων του Android και, ως εκ τούτου, να ενισχύσουν τη δεσπόζουσα θέση της Google. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, δεν ήταν αναγκαίο να πραγματοποιηθεί ανάλυση αντίστροφου σεναρίου, διότι τα αντίθετα στον ανταγωνισμό αποτελέσματα της συμπεριφοράς είχαν αποδειχθεί επαρκώς.
Τέταρτον, το Γενικό Δικαστήριο μπορούσε να απορρίψει τους αντικειμενικούς δικαιολογητικούς λόγους που προέβαλε η Google όσον αφορά τις συμφωνίες κατά του κατακερματισμού και να διατηρήσει τον χαρακτηρισμό της ενιαίας και διαρκούς παράβασης παρά τη μερική ακύρωση της επίδικης απόφασης ως προς ορισμένες συμφωνίες κατανομής εσόδων, δεδομένου ότι οι λοιπές καταχρήσεις εξακολουθούσαν να εντάσσονται στην ίδια αντίθετη προς τον ανταγωνισμό στρατηγική.
Τέλος, το Δικαστήριο επικυρώνει την άσκηση, εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, της πλήρους δικαιοδοσίας του για τον καθορισμό του ύψους του προστίμου και κρίνει ότι ήταν επαρκής η αιτιολογία του και ότι είχαν τηρηθεί οι δικονομικές αρχές τις οποίες επικαλέστηκαν η Google και η Alphabet, μεταξύ των οποίων και οι σχετικές με τα δικαιώματα άμυνας.
ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 2ας Ιουλίου 2026 (*)
Περιεχόμενα
I. Το νομικό πλαίσιο
II. Το ιστορικό της διαφοράς και η επίδικη απόφαση
Α. Τα πραγματικά περιστατικά
Β. Η διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής και η επίδικη απόφαση
1. Συνδυασμένη πώληση της εφαρμογής Google Search
2. Συνδυασμένη πώληση του προγράμματος περιήγησης Chrome
3. Χορήγηση αδειών χρήσης για το Play Store και την εφαρμογή Google Search υποκείμενη στις υποχρεώσεις κατά του κατακερματισμού που προβλέπονται στις ΣΚΚ
4. Καταβολή ποσοστού των εσόδων υποκείμενη στη μη προεγκατάσταση ανταγωνιστικών υπηρεσιών γενικής αναζήτησης σε συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντων
5. Διάρκεια των επίδικων περιορισμών και πρόστιμο
III. Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
Α. Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, που αφορά εσφαλμένη εκτίμηση σε σχέση με τον ορισμό της σχετικής αγοράς και την ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης
Β. Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, σχετικά με την πρώτη και τη δεύτερη κατάχρηση, που αφορά εσφαλμένη εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των περί προεγκατάστασης όρων που προβλέπουν οι ΣΔΕΚΣ
1. Παρατηρήσεις του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τα στοιχεία του πλαισίου
2. Επί του πρώτου σκέλους, το οποίο αφορά τον «περιορισμό του ανταγωνισμού»
3. Επί του δεύτερου σκέλους, που αφορά τους αντικειμενικούς δικαιολογητικούς λόγους
Γ. Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά εσφαλμένη εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα του όρου περί αποκλειστικής προεγκατάστασης που περιλαμβανόταν στις ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο
Δ. Επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά εσφαλμένη εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα της εξάρτησης της παραχώρησης αδειών χρήσης του Play Store και της εφαρμογής Google Search από την τήρηση των ΥΚΚ
1. Επί του πρώτου σκέλους, που αφορά τον περιορισμό του ανταγωνισμού
2. Επί του δεύτερου σκέλους, που αφορά την ύπαρξη αντικειμενικών δικαιολογητικών λόγων
Ε. Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως
ΣΤ. Επί του έκτου λόγου ακυρώσεως
IV. Αιτήματα των διαδίκων στην αναιρετική δίκη και διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
V. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
Α. Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
α) Επί του πρώτου σκέλους
β) Επί του δεύτερου σκέλους
γ) Επί του τρίτου σκέλους
δ) Επί του τέταρτου σκέλους
2. Εκτίμηση του Δικαστηρίου
α) Επί του παραδεκτού και της λυσιτέλειας του πρώτου λόγου αναιρέσεως
β) Επί του πρώτου σκέλους
γ) Επί του δεύτερου σκέλους
δ) Επί του τρίτου σκέλους
ε) Επί του τέταρτου σκέλους
Β. Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
α) Επί του πρώτου σκέλους
1) Επί της πρώτης αιτίασης
2) Επί της δεύτερης αιτίασης
3) Επί της τρίτης αιτίασης
β) Επί του δεύτερου σκέλους
1) Επί της πρώτης αιτίασης
2) Επί της δεύτερης αιτίασης
2. Εκτίμηση του Δικαστηρίου
α) Γενικές εκτιμήσεις
β) Επί του πρώτου σκέλους
γ) Επί του δεύτερου σκέλους
Γ. Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
α) Επί του πρώτου σκέλους
β) Επί του δεύτερου σκέλους
2. Εκτίμηση του Δικαστηρίου
α) Επί του πρώτου σκέλους
β) Επί του δεύτερου σκέλους
Δ. Επί του τέταρτου λόγου αναιρέσεως
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
2. Εκτίμηση του Δικαστηρίου
Ε. Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
2. Εκτίμηση του Δικαστηρίου
ΣΤ. Επί του έκτου λόγου αναιρέσεως
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
2. Εκτίμηση του Δικαστηρίου
VI. Επί των δικαστικών εξόδων
« Αίτηση αναιρέσεως – Ανταγωνισμός – Κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης – Αγορά υπηρεσιών γενικής αναζήτησης στο διαδίκτυο – Αγορά υποκείμενων σε άδεια χρήσης λειτουργικών συστημάτων για έξυπνες κινητές συσκευές – Αγορά καταστημάτων επιγραμμικών εφαρμογών για το λειτουργικό σύστημα κινητών συσκευών Android – Απόφαση με την οποία διαπιστώνεται παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ και του άρθρου 54 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ – Συμβατικοί περιορισμοί – Συνδυασμένες πωλήσεις – Αποτελέσματα αποκλεισμού από την αγορά – Κρισιμότητα του πλαισίου – Αντίστροφο σενάριο – Εξίσου αποτελεσματικός ανταγωνιστής – Πληρωμές εξαρτώμενες από αποκλειστική προεγκατάσταση – Παρακώλυση της ανάπτυξης και διανομής παρακλαδιών του Android – Ενιαία και διαρκής παράβαση – Πρόστιμο – Πλήρης δικαιοδοσία »
Στην υπόθεση C‑738/22 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 30 Νοεμβρίου 2022,
Google LLC, με έδρα το Mountain View (Ηνωμένες Πολιτείες),
Alphabet, Inc., με έδρα το Mountain View,
εκπροσωπούμενες αρχικώς από την G. Forwood, τον J. Killick και τον N. Levy, avocats, τον D. Gregory, BL, τον P. Stuart, BL, τον Α. Κομνηνό, δικηγόρο, τον A. Lamadrid de Pablo, abogado, τον H. Mostyn, barrister, τον M. Pickford, KC, και τον J. Schindler, Rechtsanwalt, και στη συνέχεια από την G. Forwood, τον J. Killick και τον N. Levy, avocats, τον D. Gregory, BL, τον P. Stuart, BL, τον Α. Κομνηνό, δικηγόρο, τον A. Lamadrid de Pablo, abogado, τον H. Mostyn, barrister, και τον M. Pickford, KC,
αναιρεσείουσες,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι οι:
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη, αρχικώς, από τους F. Castillo de la Torre, A. Dawes, N. Khan και C. Urraca Caviedes, και στη συνέχεια από τους F. Castillo de la Torre, A. Dawes και C. Urraca Caviedes,
καθής πρωτοδίκως,
Application Developers Alliance, με έδρα την Ουάσιγκτον (Ηνωμένες Πολιτείες), εκπροσωπούμενη από τους R. Baena Zapatero, abogado, A. Parr και S. Vaz, solicitors,
Computer & Communications Industry Association, με έδρα την Ουάσιγκτον, εκπροσωπούμενη από τους B. Byrne, solicitor, M. Levitt, avocat, και P. Lugard, advocaat,
Gigaset Communications GmbH, με έδρα το Bocholt (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον J.‑F. Bellis, avocat,
HMD global Oy, με έδρα το Ελσίνκι (Φινλανδία),
Opera Norway AS, πρώην Opera Software AS, με έδρα το Όσλο (Νορβηγία),
εκπροσωπούμενες από τους M. Glader και M. Johansson, advokater,
BDZV – Bundesverband Digitalpublisher und Zeitungsverleger eV, πρώην Bundesverband Deutscher Zeitungsverleger eV, με έδρα το Βερολίνο (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τους T. Höppner και P. Westerhoff, Rechtsanwälte,
Ευρωπαϊκό Γραφείο Ενώσεων Καταναλωτών (ΕΓΕΚ), με έδρα τις Βρυξέλλες (Βέλγιο), εκπροσωπούμενο από την A. Fratini, avvocata,
FairSearch AISBL, με έδρα τις Βρυξέλλες, εκπροσωπούμενη από την K. Missenden και τον D. Paemen, avocats, και από τον T. Vinje, advocaat,
Qwant, με έδρα το Παρίσι (Γαλλία),
Seznam.cz, a.s., με έδρα την Πράγα (Τσεχική Δημοκρατία), εκπροσωπούμενη από τους J. Dobrý και M. Felgr, advokáti,
Verband Deutscher Zeitschriftenverleger eV, με έδρα το Βερολίνο (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τους T. Höppner και P. Westerhoff, Rechtsanwälte,
παρεμβαίνουσες πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Jürimäe (εισηγήτρια), πρόεδρο τμήματος, K. Lenaerts, Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του δευτέρου τμήματος, F. Schalin, M. Gavalec και Z. Csehi, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: M. Longar, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 28ης Ιανουαρίου 2025,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 19ης Ιουνίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, οι Google LLC και Alphabet Inc. ζητούν την αναίρεση της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 14ης Σεπτεμβρίου 2022, Google και Alphabet κατά Επιτροπής (Google Android) (T‑604/18, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2022:541), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο:
– ακύρωσε τα άρθρα 1, 3 και 4 της απόφασης C(2018) 4761 final της Επιτροπής, της 18ης Ιουλίου 2018, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 102 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του άρθρου 54 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ (υπόθεση AT.40099 – Google Android) (στο εξής: επίδικη απόφαση), καθόσον αφορούν την τέταρτη κατάχρηση η οποία εντάσσεται στην ενιαία και διαρκή παράβαση και συνίσταται στην εξάρτηση της σύναψης συμφωνιών κατανομής εσόδων (στο εξής: ΣΚΕ) με ορισμένους κατασκευαστές πρωτότυπου εξοπλισμού (στο εξής: ΚΠΕ) και φορείς εκμετάλλευσης κινητών δικτύων (στο εξής: ΦΕΚΔ) από την προϋπόθεση της αποκλειστικής προεγκατάστασης της εφαρμογής Google Search σε προκαθορισμένο χαρτοφυλάκιο συσκευών,
– καθόρισε το ύψος του προστίμου που επιβλήθηκε στην Google με το άρθρο 2 της επίδικης απόφασης, για την ενιαία και διαρκή παράβαση που διέπραξε, όπως αυτή προκύπτει από το προηγούμενο σημείο, σε 4 125 000 000 ευρώ, για το δε πρόστιμο αυτό η Alphabet, Inc. ευθύνεται να καταβάλει αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ποσό ύψους 1 520 605 895 ευρώ,
– απέρριψε τις προσφυγές τους κατά τα λοιπά.
I. Το νομικό πλαίσιο
2 Το άρθρο 102 ΣΛΕΕ ορίζει τα εξής:
«Είναι ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά και απαγορεύεται, κατά το μέτρο που δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης τους εντός της εσωτερικής αγοράς ή σημαντικού τμήματός της.
Η κατάχρηση αυτή δύναται να συνίσταται ιδίως:
α) στην άμεση ή έμμεση επιβολή μη δικαίων τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής,
β) στον περιορισμό της παραγωγής, της διαθέσεως ή της τεχνολογικής αναπτύξεως επί ζημία των καταναλωτών,
γ) στην εφαρμογή ανίσων όρων επί ισοδυνάμων παροχών έναντι των εμπορικώς συναλλασσομένων, με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό,
δ) στην εξάρτηση της συνάψεως συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσομένων, προσθέτων παροχών που εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών.»
3 Το άρθρο 23, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, και παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα [101] και [102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1), ορίζει τα εξής:
«2. Η [Ευρωπαϊκή] Επιτροπή δύναται με απόφασή της να επιβάλει σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων πρόστιμα, σε περίπτωση που αυτές, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας:
α) διαπράττουν παράβαση των διατάξεων του άρθρου [101] ή [102 ΣΛΕΕ], […]
[…]
3. Ο καθορισμός του ύψους του προστίμου γίνεται με βάση τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης.»
4 Το άρθρο 31 του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:
«Το Δικαστήριο διαθέτει πλήρη δικαιοδοσία για τον έλεγχο των αποφάσεων με τις οποίες η Επιτροπή επιβάλλει πρόστιμο ή χρηματική ποινή. Το Δικαστήριο δύναται να καταργεί, να μειώνει ή να επαυξάνει τα πρόστιμα ή τις χρηματικές ποινές που έχουν επιβληθεί.»
II. Το ιστορικό της διαφοράς και η επίδικη απόφαση
5 Το ιστορικό της διαφοράς και το περιεχόμενο της επίδικης απόφασης μπορούν να συνοψιστούν ως εξής για τις ανάγκες της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
Α. Τα πραγματικά περιστατικά
6 Η Google είναι επιχείρηση του τομέα των τεχνολογιών της πληροφορίας και της επικοινωνίας η οποία ειδικεύεται στα προϊόντα και τις υπηρεσίες που σχετίζονται με τη χρήση του διαδικτύου και δραστηριοποιείται εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ).
7 Το 2005, λαμβάνοντας υπόψη την εμφάνιση και ανάπτυξη του διαδικτύου μέσω κινητών συσκευών και την πιθανή αλλαγή συμπεριφοράς που θα προκαλούσε τούτο στους χρήστες όσον αφορά τις πραγματοποιούμενες στο διαδίκτυο γενικές αναζητήσεις, η Google εξαγόρασε την επιχείρηση που είχε αρχικώς αναπτύξει το λειτουργικό σύστημα για έξυπνες κινητές συσκευές (στο εξής: ΛΣ) Android. Κατά την Επιτροπή, τον Ιούλιο του 2018, περίπου το 80 % των χρησιμοποιούμενων στην Ευρώπη και παγκοσμίως έξυπνων κινητών συσκευών λειτουργούσαν με Android.
8 Όταν η Google αναπτύσσει μια νέα έκδοση του Android, δημοσιεύει τον πηγαίο κώδικα στο διαδίκτυο. Τούτο παρέχει τη δυνατότητα στους τρίτους να μεταφορτώσουν και να τροποποιήσουν τον εν λόγω κώδικα, προκειμένου να δημιουργήσουν «παρακλάδια» του Android (παρακλάδι είναι ένα νέο ΛΣ το οποίο δημιουργείται με βάση τον πηγαίο κώδικα ενός υφιστάμενου λογισμικού). Ο πηγαίος κώδικας του Android, ο οποίος δημοσιοποιείται με άδεια χρήσης ανοικτού κώδικα («Android Open Source Project license) περιέχει τα βασικά στοιχεία ενός ΛΣ, όχι όμως τις εφαρμογές και τις υπηρεσίες Android ιδιοκτησίας της Google. Ως εκ τούτου, οι ΚΠΕ που επιθυμούν να αποκτήσουν εφαρμογές και υπηρεσίες της Google πρέπει να συνάψουν συμβάσεις με την Google. Τέτοιες συμβάσεις συνάπτει η Google και με τους ΦΕΚΔ που επιθυμούν να εγκαταστήσουν τις εφαρμογές και τις υπηρεσίες ιδιοκτησίας της Google στις πωλούμενες στους τελικούς χρήστες συσκευές.
Β. Η διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής και η επίδικη απόφαση
9 Στις 25 Μαρτίου 2013 η FairSearch AISBL, ένωση επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα των τεχνολογιών της πληροφορίας και της επικοινωνίας, υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή σχετικά με ορισμένες εμπορικές πρακτικές της Google στο κινητό διαδίκτυο. Κατόπιν της καταγγελίας αυτής, η Επιτροπή απηύθυνε αιτήματα παροχής πληροφοριών στην Google, στους πελάτες της, στους ανταγωνιστές της και σε άλλες οντότητες που δραστηριοποιούνται στον εν λόγω τομέα. Και άλλες οντότητες υπέβαλαν επίσης καταγγελία στην Επιτροπή σχετικά με τη συμπεριφορά της Google στο κινητό διαδίκτυο.
10 Στις 15 Απριλίου 2015 η Επιτροπή κίνησε διαδικασία κατά της Google σχετικά με το Android, η οποία κατέληξε, στις 18 Ιουλίου 2018, στην έκδοση της επίδικης απόφασης. Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή επέβαλε πρόστιμο στην Google και, εν μέρει, στην Alphabet Inc. για παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού μέσω επιβολής στους ΚΠΕ και στους ΦΕΚΔ αντίθετων προς τον ανταγωνισμό συμβατικών περιορισμών με σκοπό την προστασία και την εδραίωση της δεσπόζουσας θέσης της Google στις εντός του ΕΟΧ εθνικές αγορές υπηρεσιών γενικής αναζήτησης.
11 Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή προσάπτει στην Google ότι περιέλαβε ορισμένους όρους στις συμφωνίες της σχετικά με τη χρήση του Android και τη χρήση ορισμένων δικών της υπηρεσιών και εφαρμογών για κινητές συσκευές.
12 Ειδικότερα, στην επίδικη απόφαση προσδιορίζονται τέσσερις κατηγορίες συμβατικών περιορισμών:
– δύο κατηγορίες περιορισμών που περιλαμβάνονταν στις συμφωνίες διανομής εφαρμογών κινητών συσκευών (στο εξής: ΣΔΕΚΣ), βάσει των οποίων η Google επέβαλλε στους ΚΠΕ την υποχρέωση να προεγκαθιστούν τις δικές της εφαρμογές γενικής αναζήτησης (Google Search) και περιήγησης (Chrome), προκειμένου να μπορούν να λάβουν άδεια χρήσης για το κατάστημα εφαρμογών της (Play Store),
– οι περιορισμοί που περιλαμβάνονταν στις συμφωνίες κατά του κατακερματισμού (στο εξής: ΣΚΚ), βάσει των οποίων οι ΚΠΕ που επιθυμούσαν να προεγκαταστήσουν εφαρμογές της Google δεν μπορούσαν να πωλούν συσκευές που λειτουργούσαν με εκδόσεις του Android οι οποίες δεν ήταν εγκεκριμένες από την Google,
– οι περιορισμοί που περιλαμβάνονταν στις ΣΚΕ, βάσει των οποίων η Google χορηγούσε στους ΚΠΕ και στους ΦΕΚΔ ποσοστό επί των διαφημιστικών της εσόδων υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω κατασκευαστές ή φορείς εκμετάλλευσης δικτύου είχαν συμφωνήσει να μην προεγκαταστήσουν ανταγωνιστική υπηρεσία γενικής αναζήτησης σε οποιαδήποτε συσκευή υπαγόμενη σε χαρτοφυλάκιο συσκευών καθοριζόμενο με κοινή συμφωνία (στο εξής: ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο).
13 Η Επιτροπή έκρινε ότι οι διάφοροι αυτοί συμβατικοί περιορισμοί (στο εξής, από κοινού: επίδικοι περιορισμοί) συνιστούν τέσσερις διακριτές παραβάσεις του άρθρου 102 ΣΛΕΕ καθώς και του άρθρου 54 της Συμφωνίας ΕΟΧ και ότι συνιστούν επίσης ενιαία και διαρκή παράβαση των ίδιων διατάξεων, λόγω της αλληλεξάρτησης και του κοινού σκοπού τους.
1. Συνδυασμένη πώληση της εφαρμογής Google Search
14 Από την 1η Ιανουαρίου 2011, η Google συνδέει την εφαρμογή Google Search με το Play Store. Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η συμπεριφορά αυτή συνιστά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της Google στην παγκόσμια αγορά (εξαιρουμένης της Κίνας) των διαδικτυακών καταστημάτων εφαρμογών για το ΛΣ Android (στο εξής: καταστήματα εφαρμογών Android).
15 Πρώτον, η Επιτροπή εκτιμά, κατ’ αρχάς, ότι το Play Store και η εφαρμογή Google Search είναι δύο διαφορετικά προϊόντα. Εν συνεχεία, η Google κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά του συνδέοντος προϊόντος (Play Store), δηλαδή στην παγκόσμια αγορά, εξαιρουμένης της Κίνας, των καταστημάτων εφαρμογών Android. Τέλος, το συνδέον προϊόν δεν μπορεί να αποκτηθεί χωρίς το συνδεόμενο προϊόν, ήτοι την εφαρμογή Google Search.
16 Δεύτερον, στην επίδικη απόφαση, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η συνδυασμένη πώληση της εφαρμογής Google Search και του Play Store είναι ικανή να περιορίσει τον ανταγωνισμό. Συγκεκριμένα, η συνδυασμένη πώληση παρέχει στην Google σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα το οποίο οι ανταγωνιστικοί πάροχοι υπηρεσιών γενικής αναζήτησης δεν μπορούν να αντισταθμίσουν. Επιπλέον, η συνδυασμένη πώληση συμβάλλει στη διατήρηση και την ενίσχυση της δεσπόζουσας θέσης της Google σε έκαστη εθνική αγορά υπηρεσιών γενικής αναζήτησης, αυξάνει τους φραγμούς εισόδου, αποθαρρύνει την καινοτομία και τείνει να προκαλέσει ζημία, άμεσα ή έμμεσα, στους καταναλωτές.
17 Τρίτον, στην επίδικη απόφαση, η Επιτροπή εκτιμά ότι η Google δεν απέδειξε την ύπαρξη κανενός αντικειμενικού λόγου που δικαιολογεί τη συνδυασμένη πώληση της εφαρμογής Google Search και του Play Store.
2. Συνδυασμένη πώληση του προγράμματος περιήγησης Chrome
18 Από την 1η Αυγούστου 2012, η Google συνδέει το πρόγραμμα περιήγησης Chrome με το Play Store και την εφαρμογή Google Search. Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η συμπεριφορά αυτή συνιστά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της Google στην παγκόσμια αγορά (εξαιρουμένης της Κίνας) των καταστημάτων εφαρμογών Android και στις εθνικές αγορές υπηρεσιών γενικής αναζήτησης.
19 Πρώτον, η Επιτροπή θεωρεί, κατ’ αρχάς, ότι το πρόγραμμα περιήγησης Chrome είναι προϊόν διακριτό από το Play Store και την εφαρμογή Google Search. Εν συνεχεία, η Google κατέχει δεσπόζουσα θέση στις αγορές των συνδεόντων προϊόντων (Play Store και Google Search), ήτοι στην παγκόσμια αγορά, εξαιρουμένης της Κίνας, των καταστημάτων εφαρμογών Android και στις εθνικές αγορές των υπηρεσιών γενικής αναζήτησης. Τέλος, τα συνδέοντα προϊόντα δεν μπορούν να αποκτηθούν χωρίς το συνδεόμενο προϊόν, ήτοι το πρόγραμμα περιήγησης Chrome.
20 Δεύτερον, η Επιτροπή εκτιμά ότι η συνδυασμένη πώληση του προγράμματος περιήγησης Chrome και του Play Store καθώς και της εφαρμογής Google Search είναι ικανή να περιορίσει τον ανταγωνισμό. Συγκεκριμένα, η συνδυασμένη πώληση παρέχει στην Google σημαντικό πλεονέκτημα το οποίο δεν μπορούν να αντισταθμίσουν τα προγράμματα περιήγησης στο διαδίκτυο που έχουν σχεδιαστεί για χρήση σε κινητές συσκευές (στο εξής: προγράμματα περιήγησης στο διαδίκτυο για κινητές συσκευές) τα οποία δεν είναι ειδικά προσαρμοσμένα σε ανταγωνιστικό ΛΣ. Επιπλέον, η συνδυασμένη πώληση αποθαρρύνει την καινοτομία, τείνει να προκαλέσει ζημία, άμεσα ή έμμεσα, τους καταναλωτές προγραμμάτων περιήγησης στο διαδίκτυο για κινητές συσκευές και συμβάλλει στη διατήρηση και την ενίσχυση της δεσπόζουσας θέσης της Google σε έκαστη εθνική αγορά υπηρεσιών γενικής αναζήτησης.
21 Τρίτον, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Google δεν απέδειξε την ύπαρξη κανενός αντικειμενικού λόγου που να δικαιολογεί τη συνδυασμένη πώληση του προγράμματος περιήγησης Chrome με το Play Store και την εφαρμογή Google Search.
3. Χορήγηση αδειών χρήσης για το Play Store και την εφαρμογή Google Search υποκείμενη στις υποχρεώσεις κατά του κατακερματισμού που προβλέπονται στις ΣΚΚ
22 Τουλάχιστον από την 1η Ιανουαρίου 2011, η Google εξαρτά τη χορήγηση αδειών χρήσης για το Play Store και την εφαρμογή Google Search από την αποδοχή, εκ μέρους των κατασκευαστών υλισμικού, των υποχρεώσεων κατά του κατακερματισμού που περιλαμβάνονται στις ΣΚΚ (στο εξής: ΥΚΚ).
23 Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η συμπεριφορά αυτή συνιστά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της Google στην παγκόσμια αγορά (εξαιρουμένης της Κίνας) των καταστημάτων εφαρμογών Android και στις εθνικές αγορές υπηρεσιών γενικής αναζήτησης.
24 Πρώτον, εκτιμά ότι η αποδοχή των ΥΚΚ δεν έχει καμία σχέση με τη χορήγηση αδειών χρήσης για το Play Store και για την εφαρμογή Google Search. Ωστόσο, οι άδειες αυτές δεν μπορούν να ληφθούν χωρίς την αποδοχή των ΥΚΚ.
25 Δεύτερον, η Επιτροπή εκθέτει, στην επίδικη απόφαση, ότι οι ΥΚΚ είναι ικανές να περιορίσουν τον ανταγωνισμό. Συγκεκριμένα, κατά πρώτον, τα παρακλάδια του Android συνιστούν αξιόπιστη ανταγωνιστική απειλή για την Google. Κατά δεύτερον, η Google παρακολουθεί ενεργά τη συμμόρφωση με τις ΥΚΚ και επιβάλλει τις εν λόγω υποχρεώσεις. Κατά τρίτον, οι ΥΚΚ παρεμποδίζουν το να αναπτυχθούν τα παρακλάδια του Android. Κατά τέταρτον, τα συμβατά παρακλάδια του Android δεν αποτελούν αξιόπιστη ανταγωνιστική απειλή για την Google. Κατά πέμπτον, το ενδεχόμενο περιορισμού του ανταγωνισμού λόγω των ΥΚΚ καθίσταται πιθανότερο εξαιτίας της μη διαθεσιμότητας των ιδιόκτητων διεπαφών προγραμματισμού (στο εξής: ιδιόκτητες ΔΠ) της Google για τους προγραμματιστές των παρακλαδιών. Κατά έκτον, η συμπεριφορά της Google συμβάλλει στη διατήρηση και την ενίσχυση της δεσπόζουσας θέσης της σε έκαστη εθνική αγορά υπηρεσιών γενικής αναζήτησης, αποθαρρύνει την καινοτομία και τείνει να προκαλέσει ζημία, άμεσα ή έμμεσα, στους καταναλωτές.
26 Τρίτον, η Google δεν απέδειξε την ύπαρξη κανενός αντικειμενικού λόγου που να δικαιολογεί την εξάρτηση της χορήγησης αδειών χρήσης για το Play Store και την εφαρμογή Google Search από τις ΥΚΚ.
4. Καταβολή ποσοστού των εσόδων υποκείμενη στη μη προεγκατάσταση ανταγωνιστικών υπηρεσιών γενικής αναζήτησης σε συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντων
27 Μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 2011 και της 31ης Μαρτίου 2014, η Google κατέβαλε πληρωμές στους ΚΠΕ και στους ΦΕΚΔ υπό τον όρο ότι δεν θα προεγκαθιστούσαν καμία ανταγωνιστική υπηρεσία γενικής αναζήτησης σε οποιαδήποτε συσκευή όσον αφορά συμφωνηθείσα κατηγορία προϊόντων. Στην επίδικη απόφαση, η Επιτροπή χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά αυτή ως κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της Google στις εθνικές αγορές υπηρεσιών γενικής αναζήτησης.
28 Πρώτον, κατά την Επιτροπή, οι καταβολές ποσών ως ποσοστών εσόδων της Google για κατηγορία προϊόντων συνιστούσαν πληρωμές βάσει αποκλειστικότητας.
29 Δεύτερον, η Επιτροπή εκτιμά ότι οι καταβολές ποσοστών εσόδων της Google για κατηγορία προϊόντων ήταν ικανές να περιορίσουν τον ανταγωνισμό. Συγκεκριμένα, κατ’ αρχάς, οι εν λόγω καταβολές μείωναν τα κίνητρα των ΚΠΕ και των ΦΕΚΔ για προεγκατάσταση ανταγωνιστικών υπηρεσιών γενικής αναζήτησης. Εν συνεχεία, καθιστούσαν δυσχερέστερη την πρόσβαση στις εθνικές αγορές υπηρεσιών γενικής αναζήτησης. Τέλος, οι εν λόγω καταβολές αποθάρρυναν την καινοτομία.
30 Τρίτον, η επίδικη απόφαση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Google δεν απέδειξε την ύπαρξη κανενός αντικειμενικού λόγου που να δικαιολογεί τις καταβολές ποσοστών των εσόδων της για συμφωνηθείσα κατηγορία προϊόντων.
31 Κατά την Επιτροπή, σκοπός των επίμαχων περιορισμών ήταν η προστασία και η ενίσχυση της δεσπόζουσας θέσης της Google στον τομέα των υπηρεσιών γενικής αναζήτησης και, επομένως, των εσόδων που αποκομίζει η εν λόγω επιχείρηση μέσω διαφημιστικών μηνυμάτων που σχετίζονται με τις αναζητήσεις αυτές. Ο κοινός σκοπός και η αλληλεξάρτηση των επίδικων περιορισμών οδήγησαν την Επιτροπή στο να τους χαρακτηρίσει ως ενιαία και διαρκή παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ και του άρθρου 54 της Συμφωνίας ΕΟΧ.
5. Διάρκεια των επίδικων περιορισμών και πρόστιμο
32 Όσον αφορά τη διάρκεια των επίδικων περιορισμών, οι περιορισμοί που συνδέονταν με τις MADA είχαν διάρκεια, για τη συνδυασμένη πώληση της εφαρμογής Google Search και του Play Store, από την 1η Ιανουαρίου 2011 έως την ημερομηνία έκδοσης της επίδικης απόφασης και, όσον αφορά τη συνδυασμένη πώληση του προγράμματος περιήγησης Chrome και της εφαρμογής Google Search καθώς και του Play Store, από την 1η Αυγούστου 2012 έως την ημερομηνία έκδοσης της ίδιας απόφασης. Οι περιορισμοί που συνδέονταν με τις ΣΚΚ είχαν διάρκεια από την 1η Ιανουαρίου 2011 έως την ημερομηνία έκδοσης της επίδικης απόφασης. Τέλος, οι περιορισμοί που αφορούσαν τις ΣΚΕ είχαν διάρκεια από την 1η Ιανουαρίου 2011 έως τις 31 Μαρτίου 2014, ημερομηνία κατά την οποία έληξε η τελευταία ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο.
33 Ως κύρωση για τις εν λόγω κριθείσες ως καταχρηστικές πρακτικές, η Επιτροπή επέβαλε στην Google πρόστιμο ύψους 4 342 865 000 ευρώ, εκ των οποίων τα 1 921 666 000 ευρώ από κοινού και εις ολόκληρον με την Alphabet. Για τον καθορισμό του ποσού αυτού, η Επιτροπή έλαβε υπόψη την αξία των συναφών, σε σχέση με την ενιαία και διαρκή παράβαση, πωλήσεων εντός του ΕΟΧ που πραγματοποίησε η Google κατά το τελευταίο έτος συμμετοχής στην παράβαση (2017) και εφάρμοσε επ’ αυτής έναν συντελεστή βαρύτητας 11 %. Εν συνεχεία, η Επιτροπή πολλαπλασίασε το ποσό που προέκυψε επί τον αριθμό των ετών συμμετοχής στην παράβαση (περίπου 7,52), ενώ προσέθεσε και ένα επιπλέον ποσό ίσο με το 11 % της αξίας των πωλήσεων το 2017 προς τον σκοπό αποτροπής της υιοθέτησης ίδιων πρακτικών από παρόμοιες επιχειρήσεις. Η Επιτροπή έκρινε επίσης ότι δεν έπρεπε να γίνει δεκτή η ύπαρξη ελαφρυντικών ή επιβαρυντικών περιστάσεων, ούτε να ληφθεί ιδιαιτέρως υπόψη η σημαντική οικονομική δυνατότητα της Google ώστε να μειωθεί ή να αυξηθεί το ποσό του προστίμου.
34 Η Επιτροπή απαίτησε επίσης από την Google και την Alphabet να θέσουν τέρμα στις πρακτικές αυτές εντός προθεσμίας 90 ημερών από την κοινοποίηση της επίδικης απόφασης.
III. Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
35 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 9 Οκτωβρίου 2018, οι Google και Alphabet άσκησαν προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της επίδικης απόφασης και, επικουρικώς, την ακύρωση ή μείωση του προστίμου που τους είχε επιβληθεί με την απόφαση αυτή.
36 Με διάταξη του προέδρου του τρίτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2019, Google και Alphabet κατά Επιτροπής (T‑604/18, EU:T:2019:743), αφενός, επετράπη στις Application Developers Alliance (στο εξής: ADA), Computer & Communications Industry Association (στο εξής: CCIA), Gigaset Communications GmbH (στο εξής: Gigaset), HMD global Oy (στο εξής: HMD) και Opera Norway AS, πρώην Opera Software AS (στο εξής: Opera) να παρέμβουν υπέρ της Google και της Alphabet και, αφετέρου, επετράπη στο Ευρωπαϊκό Γραφείο Ενώσεων Καταναλωτών (ΕΓΕΚ), στις Verband Deutscher Zeitschriftenverleger eV, BDZV – Bundesverband Digitalpublisher und Zeitungsverleger eV, Seznam.cz, a.s. (στο εξής: Seznam), FairSearch και Qwant, να παρέμβουν προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής. Ορισμένα στοιχεία της επίδικης απόφασης και του υπομνήματος αντικρούσεως της Επιτροπής έτυχαν εμπιστευτικής μεταχείρισης.
37 Προς στήριξη της προσφυγής τους, η Google και η Alphabet προέβαλαν έξι λόγους ακυρώσεως, εκ των οποίων ο πρώτος αφορούσε εσφαλμένη εκτίμηση σε σχέση με τον ορισμό της αγοράς και την ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης, ο δεύτερος εσφαλμένη εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των περί προεγκατάστασης όρων που προβλέπουν οι ΣΔΕΚΣ, ο τρίτος εσφαλμένη εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα του όρου περί αποκλειστικής προεγκατάστασης που περιλαμβανόταν στις ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο, ο τέταρτος εσφαλμένη εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα της εξάρτησης της παραχώρησης αδειών χρήσης του Play Store και της εφαρμογής Google Search από την τήρηση των ΥΚΚ, ο πέμπτος προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και ο έκτος εσφαλμένη εκτίμηση των διαφόρων στοιχείων που ελήφθησαν υπόψη για τον υπολογισμό του προστίμου.
Α. Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, που αφορά εσφαλμένη εκτίμηση σε σχέση με τον ορισμό της σχετικής αγοράς και την ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης
38 Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Google και η Alphabet προσήψαν στην Επιτροπή ότι είχε υποπέσει σε πολλαπλή πλάνη εκτίμησης κατά τον ορισμό των σχετικών αγορών και κατά τη συνακόλουθη εκτίμηση της ύπαρξης δεσπόζουσας θέσης της Google στις αγορές αυτές.
39 Στην επίδικη απόφαση, η Επιτροπή προσδιόρισε τέσσερις σχετικές αγορές, ήτοι, πρώτον, την παγκόσμια αγορά (εξαιρουμένης της Κίνας) των ΛΣ που παρέχονται με άδεια χρήσης, υπό την έννοια της παραχώρησης αδειών χρήσης λειτουργικών συστημάτων για έξυπνες κινητές συσκευές, δεύτερον, την παγκόσμια αγορά (εξαιρουμένης της Κίνας) των καταστημάτων εφαρμογών Android, τρίτον, τις διάφορες, εντός του ΕΟΧ, εθνικές αγορές παροχής υπηρεσιών γενικής αναζήτησης και, τέταρτον, την παγκόσμια αγορά των προγραμμάτων περιήγησης στο διαδίκτυο για χρήση σε κινητές συσκευές και όχι ειδικώς για συγκεκριμένο ΛΣ.
40 Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στις σκέψεις 125 και 126 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, για τις ανάγκες της υπόθεσης που ήχθη ενώπιόν του, έπρεπε να γίνει δεκτό, πρώτον, ότι η Επιτροπή είχε δεόντως αποδείξει στην επίδικη απόφαση ότι, δεδομένου ότι η Google ήταν σε θέση να συμπεριφέρεται, σε σημαντικό βαθμό, ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές της, τους πελάτες της και τους καταναλωτές, κατείχε δεσπόζουσα θέση στις διάφορες εθνικές αγορές υπηρεσιών γενικής αναζήτησης εντός του ΕΟΧ. Δεύτερον, σημείωσε ότι, μολονότι οι σχετικές αγορές εκτίθενται χωριστά στην επίδικη απόφαση, εντούτοις, δεν μπορούσαν να διαχωρισθούν τεχνητώς καθότι στο σύνολό τους παρουσίαζαν συμπληρωματικές πτυχές τις οποίες είχε επισημάνει δεόντως η Επιτροπή.
41 Όπως προκύπτει από τη σκέψη 129 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε ότι τα επιχειρήματα που αφορούν τον πρώτο λόγο ακυρώσεως έπρεπε να εξεταστούν στο πραγματικό αυτό πλαίσιο των διακριτών πλην όμως αλληλένδετων σχετικών αγορών και της εφαρμογής συνολικής στρατηγικής που κατά την Επιτροπή αποσκοπούσε κατ’ ουσίαν στη διασφάλιση της δεσπόζουσας θέσης που κατείχε η Google στις εθνικές αγορές των υπηρεσιών γενικής αναζήτησης. Κατόπιν της εν λόγω εξέτασης, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε, αντιστοίχως στις σκέψεις 234, 254 και 267 της ως άνω απόφασης, τα τρία σκέλη του λόγου αυτού ως αβάσιμα και, ως εκ τούτου, τον πρώτο λόγο ακυρώσεως στο σύνολό του.
Β. Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, σχετικά με την πρώτη και τη δεύτερη κατάχρηση, που αφορά εσφαλμένη εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των περί προεγκατάστασης όρων που προβλέπουν οι ΣΔΕΚΣ
42 Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, αποτελούμενο από δύο σκέλη, η Google και η Alphabet προέβαλαν ότι η Επιτροπή εσφαλμένως είχε καταλήξει στο συμπέρασμα σχετικά με τον καταχρηστικό χαρακτήρα των περί προεγκατάστασης όρων που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ, οι οποίοι θέτουν ως προϋπόθεση, αφενός, για την απόκτηση του Play Store την προεγκατάσταση της εφαρμογής Google Search και, αφετέρου, για την απόκτηση του Play Store και της εφαρμογής Google Search την προεγκατάσταση του προγράμματος περιήγησης Chrome (στο εξής: πρώτες καταχρήσεις).
1. Παρατηρήσεις του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τα στοιχεία του πλαισίου
43 Το Γενικό Δικαστήριο, κατ’ αρχάς, εξέθεσε εισαγωγικώς, στα σημεία 275 έως 316 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, πρώτον, τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι οι επίμαχες πρακτικές συνιστούν κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, δεύτερον, τα διάφορα στοιχεία που εξέθεσε η Επιτροπή στην επίδικη απόφαση για να χαρακτηρίσει τα αποτελέσματα αποκλεισμού από την αγορά που προκαλούν οι πρακτικές αυτές και, τρίτον, τις σχέσεις μεταξύ των εν λόγω πρακτικών.
44 Όσον αφορά τις προϋποθέσεις αυτές, το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 278 έως 280 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, υπενθύμισε, στηριζόμενο στις σκέψεις 134 έως 136 της απόφασης της 6ης Σεπτεμβρίου 2017, Intel κατά Επιτροπής (C‑413/14 P, EU:C:2017:632), ότι ο αποκλεισμός ανταγωνιστή από την αγορά δεν σημαίνει οπωσδήποτε ότι πλήττεται η λειτουργία του ανταγωνισμού. Εναπόκειται στην κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση να μη θίγει, με τη συμπεριφορά της, τον υγιή ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά. Γι’ αυτόν τον λόγο, το άρθρο 102 ΣΛΕΕ απαγορεύει, μεταξύ άλλων, σε κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση να εφαρμόζει πρακτικές που οδηγούν σε αποκλεισμό των θεωρούμενων ως εξίσου αποτελεσματικών με αυτήν ανταγωνιστών της και να ενισχύει τη δεσπόζουσα θέση της, καταφεύγοντας σε άλλα μέσα εκτός από εκείνα που εντάσσονται στο πλαίσιο του υγιούς ανταγωνισμού. Από την άποψη αυτή, όπως γίνεται δεκτό και για τις πρακτικές ανταγωνισμού μέσω των τιμών, δεν μπορεί να θεωρηθεί θεμιτή οποιαδήποτε πρακτική ανταγωνισμού ως προς άλλες παραμέτρους.
45 Εν προκειμένω, οι επίμαχες πρακτικές, όσον αφορά τις πρώτες καταχρήσεις, είναι οι συνδυασμένες πωλήσεις. Προκειμένου να εκτιμήσει τον καταχρηστικό χαρακτήρα τέτοιων πρακτικών, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε, στη σκέψη 284 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τα πέντε κριτήρια στα οποία παραπέμπει η σκέψη 869 της απόφασής του της 17ης Σεπτεμβρίου 2007, Microsoft κατά Επιτροπής (T‑201/04, EU:T:2007:289), επί των οποίων μπορούσε να στηριχθεί η Επιτροπή:
– πρώτον, το συνδέον και το συνδεόμενο προϊόν να είναι δύο χωριστά προϊόντα,
– δεύτερον, η οικεία επιχείρηση να κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά του συνδέοντος προϊόντος,
– τρίτον, η εν λόγω επιχείρηση να μην παρέχει στους καταναλωτές τη δυνατότητα να αποκτήσουν το συνδέον προϊόν χωρίς το συνδεόμενο,
– τέταρτον, η επίμαχη πρακτική να «περιορίζει τον ανταγωνισμό» και
– πέμπτον, η πρακτική αυτή να μη δικαιολογείται αντικειμενικά.
46 Όσον αφορά το τέταρτο κριτήριο, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 295 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι ορθώς η Επιτροπή είχε εκτιμήσει, όπως και στην απόφαση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2007, Microsoft κατά Επιτροπής (T‑201/04, EU:T:2007:289), ότι απαιτούνταν να προβεί σε επισταμένη εξέταση των συγκεκριμένων αποτελεσμάτων ή συμπληρωματική ανάλυση, κατά την ορολογία που χρησιμοποιήθηκε σχετικώς κατά το παρελθόν, προτού καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι επίμαχες συνδυασμένες πωλήσεις ήταν επιβλαβείς για τον ανταγωνισμό. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, μια τέτοια εξέταση είναι χρήσιμη διότι, αφενός, μειώνει τον κίνδυνο να επιβληθεί κύρωση για συμπεριφορά που δεν είναι πραγματικά επιζήμια για τον υγιή ανταγωνισμό, και, αφετέρου, συμβάλλει στον καλύτερο προσδιορισμό της σοβαρότητας της υπό εξέταση συμπεριφοράς, ο οποίος διευκολύνει τον καθορισμό του προσήκοντος βαθμού αυστηρότητας τυχόν επιβληθησόμενης κύρωσης.
47 Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο υπογράμμισε, στη σκέψη 297 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Επιτροπή δεν καλείται να διενεργήσει ανάλυση προοπτικών εξέλιξης στηριζόμενη σε αποτελέσματα που πρόκειται να επέλθουν σε υποθετικές περιπτώσεις μη δυνάμενες ακόμη να επαληθευτούν στην πράξη, όπως τούτο ενδέχεται να συμβαίνει υπό διαφορετικές περιστάσεις, παρέπεμψε δε συναφώς στην απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2020, Generics (UK) κ.λπ. (C‑307/18, EU:C:2020:52, σκέψη 145).
48 Το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 299 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ολοκλήρωσε τις προκαταρκτικές παρατηρήσεις του σχετικά με τις εφαρμοστέες έννοιες κρίνοντας, κατ’ αρχάς, ότι η διαφορά μεταξύ «περιορισμού του ανταγωνισμού» και «ικανότητας περιορισμού του ανταγωνισμού» δεν ασκεί επιρροή στην απόδειξη περιορισμού του ανταγωνισμού σε περιπτώσεις όπως εν προκειμένω, στις οποίες η Επιτροπή έχει διαπιστώσει τέτοιο περιορισμό λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα που προκάλεσε η εφαρμογή των επίμαχων πρακτικών επί σημαντικό χρονικό διάστημα, αποτελέσματα τα οποία μπορούν να παρατηρηθούν και παρέχουν στην μεν Επιτροπή τη δυνατότητα να προσδιορίσει τη φύση και το εύρος του προκαλούμενου αντίθετου προς τον ανταγωνισμό αποκλεισμού από την αγορά, στο δε Γενικό Δικαστήριο να ελέγξει τις διαπιστώσεις αυτές.
49 Στη συνέχεια, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 300 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι με την επίδικη απόφαση η Επιτροπή είχε κρίνει ότι οι πρώτες καταχρήσεις συνίσταντο σε δύο συνδυασμένες πωλήσεις. Οι πωλήσεις αυτές πραγματοποιούνταν υπό τους προβλεπόμενους από τις ΣΔΕΚΣ όρους προεγκατάστασης, τους οποίους οι ΚΠΕ και οι ΦΕΚΔ που επιθυμούσαν να διαθέσουν στο εμπόριο συσκευές με το σύνολο των υπηρεσιών Google Mobile (στο εξής: σύνολο υπηρεσιών GM) όφειλαν να αποδεχθούν. Συγκεκριμένα:
– με την πρώτη συνδυασμένη πώληση, στην οποία η εφαρμογή Google Search συνδυαζόταν με το Play Store, η Google καταχράστηκε τη δεσπόζουσα θέση της στην παγκόσμια αγορά (εξαιρουμένης της Κίνας) των καταστημάτων εφαρμογών Android από την 1η Ιανουαρίου 2011 έως την ημερομηνία έκδοσης της επίδικης απόφασης (αιτιολογικές σκέψεις 752 και 1009 της επίδικης απόφασης),
– με τη δεύτερη συνδυασμένη πώληση, στην οποία το πρόγραμμα περιήγησης Chrome συνδυαζόταν με την εφαρμογή Google Search και το Play Store, η Google καταχράστηκε τη δεσπόζουσα θέση της στην παγκόσμια αγορά (εξαιρουμένης της Κίνας) των καταστημάτων εφαρμογών Android και στις εθνικές αγορές υπηρεσιών γενικής αναζήτησης εντός του ΕΟΧ από την 1η Αυγούστου 2012 έως την ημερομηνία έκδοσης της επίδικης απόφασης (αιτιολογικές σκέψεις 753 και 1010 της επίδικης απόφασης).
50 Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 301 της εν λόγω απόφασης, ότι τα επιχειρήματα που προέβαλαν η Google και η Alphabet στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου ακυρώσεως αφορούσαν κατ’ ουσίαν τα στοιχεία που εκτίθενται στην επίδικη απόφαση σχετικά με το τέταρτο και το πέμπτο κριτήριο της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της 17ης Σεπτεμβρίου 2007, Microsoft κατά Επιτροπής (T‑201/04, EU:T:2007:289), τα οποία αφορούν, αντιστοίχως, τον περιορισμό του ανταγωνισμού και τους αντικειμενικούς δικαιολογητικούς λόγους που προβλήθηκαν συναφώς.
2. Επί του πρώτου σκέλους, το οποίο αφορά τον «περιορισμό του ανταγωνισμού»
51 Προς στήριξη του πρώτου σκέλους του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, η Google και η Alphabet προέβαλαν ότι η Επιτροπή δεν είχε αποδείξει στην επίδικη απόφαση ότι οι περί προεγκατάστασης όροι των ΣΔΕΚΣ απέκλειαν τον ανταγωνισμό.
52 Η Google και η Alphabet προέβαλαν πέντε αιτιάσεις προς στήριξη της επιχειρηματολογίας τους και επέκριναν την επίδικη απόφαση κατά το μέρος που, πρώτον, δεν τεκμηριώνει ότι οι περί προεγκατάστασης όροι δημιουργούν «προκατάληψη υπέρ του status quo», δεύτερον, παραβλέπει το ότι οι ΣΔΕΚΣ κατέλειπαν στους ΚΠΕ το δικαίωμα να προεγκαταστήσουν ανταγωνιστικές υπηρεσίες και να τις ορίσουν ως προεπιλεγμένες, τρίτον, παραβλέπει επίσης το ότι οι ανταγωνιστές διέθεταν άλλα αποτελεσματικά μέσα για την προσέγγιση των χρηστών, τέταρτον, δεν αποδεικνύει ότι τα μερίδια χρήσης της υπηρεσίας αναζήτησης και του προγράμματος περιήγησης της Google οφείλονταν στους αμφισβητούμενους περί προεγκατάστασης όρους, και, πέμπτον, δεν λαμβάνει ορθώς υπόψη το συνολικό οικονομικό και νομικό πλαίσιο προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι περί προεγκατάστασης όροι παρείχαν νέες δυνατότητες στους ανταγωνιστές αντί να τους τις στερούν.
53 Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, σχετικά με την «προκατάληψη υπέρ του status quo» που προκαλείται από τους περί προεγκατάστασης όρους, το Γενικό Δικαστήριο διατύπωσε δύο προκαταρκτικές παρατηρήσεις.
54 Η πρώτη από τις παρατηρήσεις αυτές αφορά την έλλειψη πρακτικής χρησιμότητας της προτεινόμενης διάκρισης μεταξύ των εννοιών της «προεγκατάστασης» και της «προεπιλεγμένης ρύθμισης», δεδομένου ότι η Google και η Alphabet προσάπτουν στην Επιτροπή την απουσία διάκρισης ή στάθμισης μεταξύ του τι εμπίπτει στην προεγκατάσταση και τι στην προεπιλεγμένη ρύθμιση
55 Αφού εξέτασε τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν η Google και η Alphabet, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 349 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι, λαμβανομένου υπόψη του συμβατικού πλαισίου στο οποίο εντάσσονταν τα έγγραφα των οποίων έγινε επίκληση, ήτοι του πλαισίου που καθορίζεται από τους περί προεγκατάστασης όρους των ΣΔΕΚΣ, έπρεπε να απορριφθούν τα επιχειρήματά τους σχετικά με την αναγκαιότητα τέτοιας διάκρισης και να γίνει δεκτό ότι τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στο πλαίσιο μιας εκ των δύο αυτών εννοιών μπορούσαν να ισχύουν και για την άλλη.
56 Εξάλλου, κατά την εξέταση των αποδεικτικών στοιχείων που προέρχονταν από τρίτες επιχειρήσεις, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 356 της απόφασης αυτής, ότι υπήρχε σύμπτωση σε ορισμένο βαθμό των απόψεων των ΚΠΕ προκειμένου να γίνει δεκτό ότι η προνομιακή τοποθέτηση ή η προεπιλεγμένη ρύθμιση, ή ένας συνδυασμός των τεχνικών αυτών, διευκολύνει τη χρήση των εφαρμογών που απολαύουν των τεχνικών αυτών. Στη σκέψη 383 της εν λόγω απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα διάφορα στοιχεία που εκτίθενται στην επίδικη απόφαση, συνολικώς εξεταζόμενα, παρείχαν στην Επιτροπή τη δυνατότητα να διαπιστώσει ότι, από την πλευρά των παραγόντων της αγοράς, η προεγκατάσταση της εφαρμογής Google Search και του προγράμματος περιήγησης Chrome βάσει των προβλεπόμενων από τις ΣΔΚΕΚΣ όρων καθιστούσε δυνατή την «παγίωση της κατάστασης» και την αποτροπή των χρηστών από τη χρήση ανταγωνιστικής εφαρμογής.
57 Η δεύτερη προκαταρκτική παρατήρηση αφορά τη σημασία των περί προεγκατάστασης όρων από ποσοτική άποψη Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο υπογράμμισε, στις σκέψεις 336 και 337 της ίδιας απόφασης, ότι η προεγκατάσταση της εφαρμογής Google Search και του προγράμματος περιήγησης Chrome, η οποία συνδυάζεται, όσον αφορά την πρώτη, με προνομιακή τοποθέτηση και, όσον αφορά το δεύτερο, με ορισμό ως προεπιλεγμένης της εφαρμογής Google Search, έχει σημαντικές συνέπειες από ποσοτική άποψη. Συγκεκριμένα, εξαιτίας των περί προεγκατάστασης όρων που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ, η εφαρμογή Google Search και το πρόγραμμα περιήγησης Chrome είχαν προεγκατασταθεί σε μεγάλο αριθμό έξυπνων κινητών συσκευών.
58 Υπό το πρίσμα των ως άνω προκαταρκτικών παρατηρήσεων, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τα αποδεικτικά στοιχεία που έλαβε υπόψη η Επιτροπή καθώς και τις συγκρίσεις τις οποίες είχε πραγματοποιήσει προκειμένου να αποδείξει την ύπαρξη προκατάληψης υπέρ του status quo, της οποίας την κρισιμότητα και τη χρήση επέκριναν η Google και η Alphabet. Το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα, στη σκέψη 418 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι τα επιχειρήματα που προέβαλαν η Google και η Alphabet για να αντικρούσουν το πλεονέκτημα που παρείχε η προεγκατάσταση της εφαρμογής Google Search και του προγράμματος περιήγησης Chrome στις έξυπνες κινητές συσκευές που λειτουργούν με το ΛΣ Android (στο εξής: συσκευές Google Android) δεν αναιρούν τα συμπεράσματα που συνήγαγε η Επιτροπή από τα στοιχεία αυτά.
59 Όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση, η Google και η Alphabet υποστήριξαν κατ’ ουσίαν ότι οι περί προεγκατάστασης όροι δεν εμπόδιζαν τους ΚΠΕ να παράσχουν την ίδια προεγκατάσταση με εκείνη της εφαρμογής Google Search και του προγράμματος περιήγησης Chrome για τις ανταγωνιστικές υπηρεσίες γενικής αναζήτησης και τα ανταγωνιστικά προγράμματα περιήγησης στις πωλούμενες εντός του ΕΟΧ συσκευές Google Android.
60 Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο παρατήρησε, προκαταρκτικώς, στις σκέψεις 425 και 426 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Επιτροπή δεν αμφισβητούσε το γεγονός αυτό στην επίδικη απόφαση. Αντιθέτως, η επίδικη απόφαση επισημαίνει, αφενός, ότι οι ΣΔΕΚΣ «εμποδίζουν» τους ΚΠΕ να προεγκαταστήσουν αποκλειστικώς τέτοιες εφαρμογές αντί της εφαρμογής Google Search και του προγράμματος περιήγησης Chrome (αιτιολογική σκέψη 832 της επίδικης απόφασης), αφετέρου, ότι οι ΣΚΕ επιβάλλουν στους ΚΠΕ και στους ΦΕΚΔ την αποκλειστική προεγκατάσταση της εφαρμογής Google Search στις συσκευές που καλύπτονται από τις εν λόγω συμφωνίες (αιτιολογική σκέψη 833 της ίδιας απόφασης), συμπεριλαμβανόμενων τόσο των ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο όσο και των ΣΚΕ ανά συσκευή, όπως επιβεβαίωσε η Επιτροπή απαντώντας στα μέτρα διεξαγωγής αποδείξεων ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Όπως πράγματι προκύπτει από της αιτιολογική σκέψη 197 της επίδικης απόφασης, η Google αντικατέστησε σταδιακά, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Δημοκρατία της Κορέας, τις συμφωνίες κατανομής των εσόδων με βάση χαρτοφυλάκιο συσκευών (ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο) με συμφωνίες δυνάμει των οποίων η καταβολή μεριδίων επί των εσόδων από την Google εξαρτιόταν από τη μη προεγκατάσταση, εκ μέρους των ΚΠΕ και των ΦΕΚΔ, οιασδήποτε ανταγωνιστικής υπηρεσίας γενικής αναζήτησης στην οικεία συσκευή (ΣΚΕ ανά συσκευή).
61 Στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 427 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, λαμβανομένων υπόψη των μεριδίων αγοράς και της εξέλιξής τους από το έτος 2011, όσον αφορά την εφαρμογή Google Search, και από το έτος 2012, όσον αφορά το πρόγραμμα περιήγησης Chrome, έως την έκδοση της επίδικης απόφασης, η συζήτηση σχετικά με τις παρεχόμενες στους ανταγωνιστές δυνατότητες αντιστάθμισης του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος που απορρέει από τους περί προεγκατάστασης όρους των ΣΔΕΚΣ παρέμενε κυρίως θεωρητική. Έπρεπε όμως να γίνει διάκριση μεταξύ των θεωρητικών υποθέσεων περί ανταγωνισμού και της πραγματικής κατάστασης, κατά την οποία οι ανταγωνιστικές εναλλακτικές επιλογές τις οποίες επικαλούνταν η Google και η Alphabet φαίνονταν ελάχιστα αξιόπιστες ή άνευ πραγματικής επιρροής λόγω της «προκατάληψης υπέρ του status quo» που προκαλούσαν οι περί προεγκατάστασης όροι που προέβλεπαν οι ΣΔΚΕΣ και των συνεπειών που συνεπάγονταν οι όροι αυτοί αθροιστικά με τις λοιπές συμφωνίες της Google, μεταξύ των οποίων και οι ΣΚΕ.
62 Όσον αφορά την εφαρμογή Google Search, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε, στη σκέψη 436 της εν λόγω απόφασης, στο συμπέρασμα ότι, αντιθέτως προς όσα υποστήριζαν η Google και η Alphabet, οι πάροχοι ανταγωνιστικών υπηρεσιών γενικής αναζήτησης δεν ήταν σε θέση να αντισταθμίσουν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που παρείχαν οι περί προεγκατάστασης όροι. Αντιθέτως, όσον αφορά τα προγράμματα περιήγησης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 438 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι τα επιχειρήματά τους δεν μπορούσαν να απορριφθούν εκ προοιμίου.
63 Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο παρατήρησε, στις σκέψεις 449 και 450 της ίδιας απόφασης, ότι, μεταξύ των ετών 2011 και 2016, πάνω από το 50 % των πωλούμενων εντός του ΕΟΧ συσκευών Google Android καλύπτονταν από ΣΚΕ που είχαν συναφθεί με την Google, είτε επρόκειτο για ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο είτε για ΣΚΕ ανά συσκευή, επέβαλλαν δε όλες τον ορισμό του Google Search ως προεπιλεγμένης μηχανής αναζήτησης στα προεγκατεστημένα προγράμματα περιήγησης και απαγόρευαν την εγκατάσταση ανταγωνιστικής υπηρεσίας αναζήτησης. Επομένως, όταν ένα πρόγραμμα περιήγησης ήταν προεγκατεστημένο παράλληλα με το Chrome, το οποίο είχε ρυθμιστεί ως προεπιλεγμένο στην εφαρμογή Google Search, το εν λόγω πρόγραμμα περιήγησης ρυθμιζόταν επίσης ως προεπιλεγμένο για την εφαρμογή αυτή.
64 Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 451 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης η παρατήρηση αυτή καταδεικνύει τη συμπληρωματικότητα των διαφορετικών πρακτικών της Google και συνεπάγεται ότι επιβάλλεται να συνεκτιμηθούν οι συνδυαστικές συνέπειες των ΣΔΕΚΣ και των ΣΚΕ. Συγκεκριμένα, η απορρέουσα από τη ΣΚΕ συμβατική δέσμευση περί μη εγκατάστασης καμίας άλλης εφαρμογής πλην της εφαρμογής Google Search για την πραγματοποίηση γενικών αναζητήσεων έχει ως αποτέλεσμα ότι το θεωρητικό ενδεχόμενο προεγκατάστασης μιας ανταγωνιστικής των εφαρμογών της Google υπηρεσίας, μολονότι επιτρεπόταν κατ’ αρχήν από τις ΣΔΕΚΣ, εντούτοις, στην πραγματικότητα αποκλειόταν, από το 2011 έως το 2016, τουλάχιστον για το ήμισυ των πωλούμενων εντός του ΕΟΧ συσκευών Google Android. Με άλλα λόγια, οι ΣΚΕ διασφάλιζαν την αποκλειστικότητα επί των οικείων συσκευών, πράγμα που έπρεπε να ληφθεί υπόψη για την εκτίμηση των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό αποτελεσμάτων των ΣΔΚΕΣ. Το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης συναφώς, στη σκέψη 452 της ως άνω απόφασης, ότι η συνεκτίμηση, ως πραγματικών στοιχείων, των συνδυαστικών συνεπειών των ΣΔΕΚΣ και των ΣΚΕ ουδόλως εξαρτάται από τον καταχρηστικό ή μη χαρακτήρα των ΣΚΕ, είτε πρόκειται για τις ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο, οι οποίες συνιστούσαν κατάχρηση κατά την ανάλυση της Επιτροπής, την οποία αμφισβητεί η Google και η Alphabet στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ακυρώσεως, είτε για τις ΣΚΕ ανά συσκευή, οι οποίες δεν κρίνονται ως καταχρηστικές στην επίδικη απόφαση.
65 Επιπλέον, στη σκέψη 464 της εν λόγω απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι το ζήτημα κατά πόσον ένα ανταγωνιστικό πρόγραμμα περιήγησης μπορεί να οριστεί ως προεπιλεγμένο δεν ασκούσε επιρροή. Η Google και η Alphabet δεν αμφισβήτησαν, άλλωστε, ότι το ζήτημα αυτό έχει θεωρητικό χαρακτήρα, λαμβανομένων υπόψη των συνδυαστικών συνεπειών των ΣΔΕΚΣ και των ΣΚΚ. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, αυτό που έχει σημασία εν προκειμένω είναι να εξεταστούν οι διάφορες πρακτικές δυνατότητες που διαθέτουν οι ανταγωνιστικές υπηρεσίες γενικής αναζήτησης για να προσεγγίζουν τους χρήστες, ενόσω η Google διασφαλίζει ότι οι ΚΠΕ τηρούν, όσον αφορά τα προγράμματα περιήγησης που είναι ανταγωνιστικά του Chrome, την υποχρέωσή τους –όπως αυτή απορρέει από τις ΣΚΚ– να επιφυλάσσουν στην εφαρμογή Google Search τουλάχιστον την ίδια μεταχείριση με αυτή που μπορεί να επιφυλάσσουν σε άλλη υπηρεσία γενικής αναζήτησης.
66 Εν συνεχεία, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τα επιχειρήματα της Google και της Alphabet σχετικά με τα σημεία της αιτιολογίας που αφορούσαν το συμφέρον των ΚΠΕ για την προεγκατάσταση ανταγωνιστικών εφαρμογών, το μερίδιο των δυνητικών εσόδων που θα αποκόμιζαν οι ΚΠΕ από μία ή περισσότερες εφαρμογές γενικής αναζήτησης πλέον της εφαρμογής Google Search, τον αντίκτυπο του κόστους συναλλαγής στην πιθανότητα σύναψης συμφωνιών προεγκατάστασης για μικρό αριθμό συσκευών και τον αρνητικό αντίκτυπο που θα είχε η ύπαρξη υπερβολικά μεγάλου αριθμού διπλών εφαρμογών στην εμπειρία του χρήστη ή ακόμη στον χώρο αποθήκευσης σε ορισμένες συσκευές. Κατόπιν της εξέτασης αυτής, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε, στη σκέψη 537 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στο συμπέρασμα ότι, μολονότι ορισμένα από τα επιχειρήματα αυτά είναι δυνατόν να οδηγήσουν στην άμβλυνση ή στη διαφοροποίηση του περιεχομένου της επίδικης απόφασης, εντούτοις, η Επιτροπή ορθώς εκτίμησε ότι, ακόμη και αν οι πάροχοι υπηρεσιών γενικής αναζήτησης ανταγωνιστικών της εφαρμογής Google Search εξακολουθούσαν να έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν στους ΚΠΕ και στους ΦΕΚΔ την ίδια προεγκατάσταση με εκείνη της εν λόγω εφαρμογής και του προγράμματος περιήγησης Chrome στις πωλούμενες εντός του ΕΟΧ συσκευές Google Android, τούτο δεν συνέβαινε κατά το μεγαλύτερο τμήμα της περιόδου τέλεσης της παράβασης και ότι, τουλάχιστον εν μέρει, η έλλειψη τέτοιων προεγκαταστάσεων οφειλόταν στις συνδυαστικές συνέπειες των ΣΔΕΚΣ, των ΣΚΕ, καθώς και των ΣΚΚ.
67 Όσον αφορά την τρίτη αιτίαση, η Google και η Alphabet υποστήριξαν ότι οι ανταγωνιστές της Google μπορούσαν να αντισταθμίσουν την τάση προς παγίωση της κατάστασης που απορρέει από τους περί προεγκατάστασης όρους που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ, εμπιστευόμενοι τη συμπεριφορά των χρηστών, οι οποίοι μπορούν να μεταφορτώσουν τις εφαρμογές τους ή να αποκτήσουν πρόσβαση στην υπηρεσία γενικής αναζήτησης αυτών μέσω του προγράμματος περιήγησης.
68 Όσον αφορά τη δυνατότητα μεταφόρτωσης ανταγωνιστικών εφαρμογών, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε, στη σκέψη 557 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στο συμπέρασμα ότι, ακόμη και αν είναι ευχερές και δωρεάν να μεταφορτωθεί μια εφαρμογή γενικής αναζήτησης ή περιήγησης, εντούτοις, από την εξέταση της επίδικης απόφασης καταδεικνύεται ότι η μεταφόρτωση αυτή δεν πραγματοποιείται στην πράξη ή, εν πάση περιπτώσει, αφορά μη ικανό ποσοστό των επίμαχων συσκευών.
69 Όσον αφορά την πρόσβαση σε ανταγωνιστική υπηρεσία γενικής αναζήτησης μέσω του προγράμματος περιήγησης, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στις σκέψεις 561 και 562 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η ρύθμιση μιας ανταγωνιστικής υπηρεσίας γενικής αναζήτησης ως προεπιλεγμένης στα προγράμματα περιήγησης στο διαδίκτυο για κινητές συσκευές στις συσκευές Google Android δεν μπορεί να συγκριθεί, από απόψεως εύρους και αποτελεσματικότητας, με την προεγκατάσταση της εφαρμογής Google Search. Ειδικότερα, κατά το Γενικό Δικαστήριο, πρέπει να ληφθεί συναφώς υπόψη το γεγονός ότι η Google δεν παρέχει τη δυνατότητα να οριστεί άλλη υπηρεσία αναζήτησης πλην της εφαρμογής Google Search ως προεπιλεγμένη στο πρόγραμμα περιήγησης Chrome και επίσης ότι το εν λόγω πρόγραμμα κατείχε μερίδιο χρήσης 75 % περίπου μεταξύ των μη προοριζόμενων για συγκεκριμένο ΛΣ προγραμμάτων περιήγησης στο διαδίκτυο για κινητές συσκευές στην Ευρώπη και 58 % σε παγκόσμιο επίπεδο. Επιπλέον, από την επίδικη απόφαση προκύπτει ότι οι χρήστες δεν αποκτούν στην πράξη πρόσβαση σε άλλες υπηρεσίες γενικής αναζήτησης μέσω των προγραμμάτων περιήγησης, μόνο δε σπανίως τροποποιούν την προεπιλεγμένη ρύθμιση των εν λόγω προγραμμάτων περιήγησης. Οι παρατηρήσεις αυτές είναι κρίσιμες, αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζονται η Google και η Alphabet, και θεμελιώνουν τη διαπίστωση ότι, παρά την παρεχόμενη δυνατότητα ορισμού άλλης μηχανής αναζήτησης, στην πράξη αυτή εξακολουθεί να είναι η εξαρχής ορισθείσα.
70 Όσον αφορά την τέταρτη αιτίαση, η οποία αφορά τη μη απόδειξη συνδέσμου μεταξύ, αφενός, των μεριδίων της Google στα αιτήματα γενικής αναζήτησης και περιήγησης και, αφετέρου, της προεγκατάστασης της εφαρμογής Google Search και του προγράμματος περιήγησης Chrome, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, πρώτον, στη σκέψη 571 της απόφασης αυτής, ότι οι αναφορές της Επιτροπής στην εξέλιξη των εν λόγω μεριδίων χρήσης δεν επιδέχονται, αυτές καθεαυτές, κριτική. Συγκεκριμένα, οι αναφορές αυτές παρέχουν στην Επιτροπή τη δυνατότητα να καταδείξει, αφενός, ότι η προεγκατάσταση παρέχει πλεονέκτημα στις εφαρμογές γενικής αναζήτησης και περιήγησης της Google και, αφετέρου, ότι το πλεονέκτημα αυτό δεν κατέστη δυνατό να αντισταθμιστεί από τους ανταγωνιστές.
71 Δεύτερον, όσον αφορά τον παράγοντα της ποιότητας και της απόδοσης του προγράμματος περιήγησης Chrome και της εφαρμογής Google Search, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 575 της εν λόγω απόφασης, ότι, σε περίπτωση όπως η υπό κρίση, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να προσδιορίσει με ακρίβεια κατά πόσον τα εν λόγω μερίδια χρήσης δικαιολογούνται όχι μόνον από την προεγκατάσταση αλλά επίσης, ή και σε μεγαλύτερο βαθμό, από την ποιοτική υπεροχή που επικαλούνται η Google και η Alphabet. Συγκεκριμένα, ενώ η προεγκατάσταση δεν αμφισβητήθηκε, η επίδραση της ποιότητας στη μη προεγκατάσταση ή μεταφόρτωση ανταγωνιστικής εφαρμογής δεν έχει τεκμηριωθεί από επαρκή ή ιδιαιτέρως κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία. Εν πάση περιπτώσει, κατά τις σκέψεις 577 και 578 της ίδιας απόφασης, η ποιοτική υπεροχή των προϊόντων της Google, αν αποδεικνυόταν, δεν θα ήταν καθοριστική, δεδομένου ότι δεν υποστηρίχθηκε ότι οι υπηρεσίες που προσφέρουν οι ανταγωνιστές δεν θα ήταν από τεχνικής απόψεως σε θέση να ικανοποιήσουν τις ανάγκες των καταναλωτών, δεδομένου ότι σημασία ενδέχεται να έχουν και άλλοι παράγοντες εκτός από την τεχνική ποιότητα.
72 Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο υπογράμμισε, στις σκέψεις 579 και 582 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Επιτροπή είχε επισημάνει στην επίδικη απόφαση ότι ένα τέτοιο ποιοτικό πλεονέκτημα δεν φαινόταν να προκύπτει από τη βαθμολόγηση των ανταγωνιστικών υπηρεσιών στο Play Store. Η εν λόγω βαθμολόγηση μπορούσε όμως να ληφθεί υπόψη προκειμένου να γίνει δεκτό ότι η ποιότητα των διαφόρων ανταγωνιστικών υπηρεσιών αναζήτησης και περιήγησης δεν αποτελεί καθοριστικό κριτήριο για τη χρήση τους, δεδομένου ότι στο σύνολό τους παρέχουν υπηρεσία ικανή να ανταποκριθεί στη ζήτηση.
73 Το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε από τα στοιχεία αυτά, στη σκέψη 583 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, λαμβανομένης υπόψη της τάσης παγίωσης της κατάστασης που σχετιζόταν με τους περί προεγκατάστασης όρους που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ και ελλείψει απόδειξης της συγκεκριμένης επίδρασης της ποιοτικής υπεροχής που επικαλούνται η Google και η Alphabet όσον αφορά τις εφαρμογές γενικής αναζήτησης και περιήγησης της Google, η Επιτροπή ορθώς εκτίμησε ότι τα μερίδια χρήσης της Google επιβεβαίωναν την «προκατάληψη υπέρ του status quo» που συνδεόταν με την προεγκατάσταση.
74 Όσον αφορά την πέμπτη αιτίαση, η Google και η Alphabet υποστήριξαν ότι η επίδικη απόφαση δεν περιλαμβάνει εκτίμηση του κατά πόσον οι περί προεγκατάστασης όροι που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ ήταν ικανοί να θίξουν τον ανταγωνισμό που θα υφίστατο εάν δεν υπήρχαν οι όροι αυτοί, τούτο δε λαμβανομένου υπόψη του πλήρους οικονομικού και νομικού πλαισίου. Ειδικότερα, οι περί προεγκατάστασης όροι των ΣΔΕΚΣ αποτελούν μέρος του προτύπου δωρεάν παραχώρησης άδειας χρήσης που αναπτύχθηκε για το ΛΣ Android και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να εξεταστούν αυτοτελώς.
75 Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 589 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η επιχειρηματολογία που ανέπτυξαν η Google και η Alphabet προς στήριξη της αιτίασης αυτής δεν ανταποκρινόταν στο περιεχόμενο της επίδικης απόφασης. Συγκεκριμένα, η περιγραφόμενη στην επίδικη απόφαση καταχρηστική συμπεριφορά δεν αφορά την ανάπτυξη και τη συντήρηση του ΛΣ Android, συμπεριλαμβανομένου του ανοικτού και δωρεάν χαρακτήρα του που επελέγη από την Google για την αντιμετώπιση αυτού που η εν λόγω επιχείρηση θεωρεί ότι συνιστά κλείδωμα των άλλων λειτουργικών συστημάτων από τους ιδιοκτήτες τους. Το Γενικό Δικαστήριο υπογράμμισε εξάλλου, στη σκέψη 590 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Επιτροπή είχε αναγνωρίσει ενώπιόν του ότι το ΛΣ Android είχε αυξήσει τις δυνατότητες για τους ανταγωνιστές της Google. Επομένως, η επιχειρηματολογία της Google και της Alphabet όντως ελήφθη υπόψη από την Επιτροπή κατά την εκτίμηση του συνόλου των κρίσιμων περιστάσεων.
3. Επί του δεύτερου σκέλους, που αφορά τους αντικειμενικούς δικαιολογητικούς λόγους
76 Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, η Google και η Alphabet υποστήριξαν ότι οι περί προεγκατάστασης όροι των ΣΔΕΚΣ δικαιολογούνται αντικειμενικά, διότι παρέχουν στην Google τη δυνατότητα να παρέχει δωρεάν το ΛΣ Android, διασφαλίζοντας ότι οι εφαρμογές που αποφέρουν έσοδα, ήτοι η εφαρμογή Google Search και το πρόγραμμα περιήγησης Chrome, δεν αποκλείονται από την προεγκατάσταση και τις σχετικές προωθητικές δυνατότητες. Κατά την άποψή της, οι εν λόγω θεμιτοί και ευνοϊκοί για τον ανταγωνισμό όροι συνέβαλαν στην ποικιλομορφία και στη γενικευμένη χρήση των κινητών συσκευών, μείωσαν τους φραγμούς εισόδου και δημιούργησαν δυνατότητες για τους ανταγωνιστές.
77 Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 614 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Google και η Alphabet δεν είχαν αποδείξει ότι οι περί προεγκατάστασης όροι που προβλέπονταν στις ΣΔΕΚΣ δικαιολογούνταν αντικειμενικά, υπό την έννοια ότι παρείχαν τη δυνατότητα στην Google, διασφαλίζοντας την προεγκατάσταση της εφαρμογής Google Search και του προγράμματος περιήγησης Chrome στις συσκευές Google Android, να ανακτήσει το ποσό των δαπανών που είχε πραγματοποιήσει για την ανάπτυξη και τη συντήρηση του ΛΣ Android.
78 Δεύτερον, όσον αφορά τα επιχειρήματα της Google και της Alphabet ότι, αφενός, οι περί προεγκατάστασης όροι των ΣΔΕΚΣ είχαν παράσχει στην Google τη δυνατότητα να προσφέρει δωρεάν το Play Store, διότι η αξία του για τους ΚΠΕ και τους χρήστες αντιστοιχούσε στην αξία που είχε για την Google η προώθηση από τους εν λόγω ΚΠΕ της δικής της υπηρεσίας γενικής αναζήτησης και, αφετέρου, η πρόταση της Επιτροπής περί επιβολής χρεώσεων για το δικαίωμα χρήσης του Play Store θα υπονόμευε το μοντέλο αυτό και τα θετικά αποτελέσματά του για τον ανταγωνισμό, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 616 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι ούτε ως προς αυτό η Google και η Alphabet ανταποκρίθηκαν στο βάρος που φέρουν όσον αφορά την απόδειξη των αντικειμενικών δικαιολογητικών λόγων.
79 Εξ αυτού συνήγαγε, στη σκέψη 619 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το δεύτερο σκέλος που αφορούσε τους αντικειμενικούς λόγους δικαιολόγησης της προεγκατάστασης έπρεπε να απορριφθεί, όπως και ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβαλλόταν εσφαλμένη εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των περί προεγκατάστασης όρων των ΣΔΕΚΣ, στο σύνολό του.
Γ. Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά εσφαλμένη εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα του όρου περί αποκλειστικής προεγκατάστασης που περιλαμβανόταν στις ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο
80 Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η Google και η Alphabet υποστήριξαν ότι η Επιτροπή εσφαλμένως έκρινε ότι ορισμένοι όροι που περιλαμβάνονταν στις ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο ήταν καταχρηστικοί.
81 Στις σκέψεις 657, 660 και 662 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, αντιστοίχως, ότι η Google και η Alphabet αβασίμως υποστήριξαν ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε σφάλμα εκτίμησης καθόσον θεώρησε ότι οι επίμαχες πληρωμές αποτελούσαν πληρωμές αποκλειστικότητας και ότι η αιτίαση περί έλλειψης αιτιολογίας έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη.
82 Αντιθέτως, διαπίστωσε, στη σκέψη 698 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι από την ανάλυση σχετικά με την κάλυψη των ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο προέκυπτε ότι η εν λόγω κάλυψη εσφαλμένως είχε χαρακτηριστεί ως «σημαντική» στην αιτιολογική σκέψη 1286 της επίδικης απόφασης. Επιπλέον, στη σκέψη 798 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο εντόπισε τέσσερα σφάλματα συλλογιστικής ικανά να δημιουργήσουν αμφιβολίες ως προς την ορθότητα του αποτελέσματος του κριτηρίου του εξίσου αποτελεσματικού ανταγωνιστή (As Efficient Competitor Test, στο εξής: κριτήριο του ΕΑΑ) που εφάρμοσε η Επιτροπή και, κατά συνέπεια, ως προς το φερόμενο αποτέλεσμα αποκλεισμού από την αγορά ενός τουλάχιστον εξίσου αποτελεσματικού υποθετικού ανταγωνιστή λόγω των ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο. Εξ αυτού συνήγαγε, στη σκέψη 799 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το κριτήριο του ΕΑΑ το οποίο εφάρμοσε η Επιτροπή δεν μπορούσε να στηρίξει τη διαπίστωση περί ύπαρξης κατάχρησης απορρέουσας από τις ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο.
83 Λόγω της εσφαλμένης αυτής συλλογιστικής της Επιτροπής, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 800 έως 802 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το συμπέρασμα ότι οι ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο ήταν καταχρηστικές δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως επαρκώς τεκμηριωμένο και ότι έπρεπε να ακυρωθεί η επίδικη απόφαση καθόσον έκρινε ότι οι ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο συνιστούσαν, αυτές καθεαυτές, κατάχρηση.
Δ. Επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά εσφαλμένη εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα της εξάρτησης της παραχώρησης αδειών χρήσης του Play Store και της εφαρμογής Google Search από την τήρηση των ΥΚΚ
84 Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος διαιρείται σε δύο σκέλη, η Google και η Alphabet αμφισβήτησαν ότι μπορεί να χαρακτηριστεί ως κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης στις αγορές των καταστημάτων εφαρμογών Android και των υπηρεσιών γενικής αναζήτησης η πρακτική τους να εξαρτούν, στο πλαίσιο των ΣΔΕΚΣ, τη χορήγηση των αδειών χρήσης του Play Store και της εφαρμογής Google Search από την αποδοχή των ΥΚΚ.
85 Στο πλαίσιο των σχετικών προκαταρκτικών παρατηρήσεων, το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε την έκταση της δεύτερης κατάχρησης που διαπιστώθηκε με την επίδικη απόφαση. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο εξέθεσε, στις σκέψεις 805 έως 807 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Google είχε επιβάλει στους ΚΠΕ που επιθυμούσαν να έχουν τη δυνατότητα να διαθέτουν στο εμπόριο έξυπνες κινητές συσκευές με προεγκατεστημένο το Play Store και την εφαρμογή Google Search την υποχρέωση να συνάψουν ΣΚΚ. Πράγματι, προϋπόθεση για την υπογραφή ΣΔΕΚΣ ήταν η σύναψη ΣΚΚ. Κατά τις ΥΚΚ, οι συσκευές αυτές έπρεπε να τηρούν ένα ελάχιστο πρότυπο συμβατότητας για την εφαρμογή του πηγαίου κώδικα του Android, δεδομένου ότι οι εν λόγω συσκευές υποβάλλονταν σε σειρά δοκιμών συμβατότητας.
86 Μολονότι βεβαίως οι εν λόγω ΥΚΚ εφαρμόζονται στο σύνολο των κινητών συσκευών που διαθέτει στο εμπόριο έκαστος ΚΠΕ που έχει συνάψει ΣΚΚ, εφόσον οι συσκευές αυτές λειτουργούν με το ΛΣ Android ή με παρακλάδι του Android, το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε, στη σκέψη 810 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι οι ΣΚΚ κρίθηκαν καταχρηστικές στην επίδικη απόφαση μόνο στο μέτρο που επέβαλλαν στους ΚΠΕ την υποχρέωση να διασφαλίσουν τη συμβατότητα του συνόλου των συσκευών τις οποίες εμπορεύονταν και των οποίων το ΛΣ ήταν Android ή παρακλάδι του Android, συμπεριλαμβανομένων εκείνων στις οποίες οι εφαρμογές της Google δεν ήταν προεγκατεστημένες, προς το έγγραφο ορισμού συμβατότητας Android (στο εξής: ΕΟΣ). Με άλλα λόγια, οι AFA κρίθηκαν καταχρηστικές μόνον καθόσον απαγόρευαν την εμπορική διάθεση έξυπνων κινητών συσκευών των οποίων το ΛΣ είναι μη συμβατό παρακλάδι του Android, ακόμη και αν στις εν λόγω συσκευές δεν υπάρχουν προεγκατεστημένες εφαρμογές της Google. Πράγματι, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου που εκτίθενται στη σκέψη 811 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η εκτίμηση της Επιτροπής ότι η εξάρτηση της παραχώρησης άδειας χρήσης του Play Store και της εφαρμογής Google Search από την τήρηση των ΥΚΚ ήταν ικανή να περιορίσει τον ανταγωνισμό (αιτιολογική σκέψη 1036 της επίδικης απόφασης) έπρεπε να συσχετισθεί και με τη διαπίστωση ότι, ενώ ορισμένοι δικαιολογητικοί λόγοι μπορούν να γίνουν δεκτοί όσον αφορά τις έξυπνες κινητές συσκευές στις οποίες είναι προεγκατεστημένο το σύνολο υπηρεσιών GM, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συμβεί το ίδιο και όσον αφορά τις συσκευές που λειτουργούν με παρακλάδια του Android στις οποίες δεν είναι εγκατεστημένες οι εφαρμογές της Google.
87 Με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου ακυρώσεως που προβλήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η Google και η Alphabet αμφισβήτησαν τις εκτιμήσεις της Επιτροπής σχετικά με τον περιοριστικό του ανταγωνισμού χαρακτήρα της επίμαχης πρακτικής. Με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού, υποστήριξαν ότι η συμπεριφορά της Google ήταν, εν πάση περιπτώσει, αντικειμενικά δικαιολογημένη.
1. Επί του πρώτου σκέλους, που αφορά τον περιορισμό του ανταγωνισμού
88 Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 828 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι «η Επιτροπή προσάπτει στην Google ότι εξαρτά την παραχώρηση αδειών χρήσης για το Play Store και [την εφαρμογή] Google Search από ένα σύνολο υποχρεώσεων που περιορίζουν τα δικαιώματα των ΚΠΕ που επιθυμούν να λάβουν τις άδειες αυτές, ακριβώς διότι τους απαγορεύουν να εμπορεύονται οποιαδήποτε άλλη συσκευή λειτουργούσα με μη συμβατό παρακλάδι του Android. Ο περιορισμός αυτός απορρέει από τις [ΣΚΚ] και αποτελεί, καθόσον εφαρμόζεται επί των έξυπνων κινητών συσκευών στις οποίες δεν είναι προεγκατεστημένες οι εφαρμογές της Google, τη μοναδική υποχρέωση των [ΣΚΚ] που κρίθηκε καταχρηστική στην [επίδικη] απόφαση. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή δεν αμφισβητεί το δικαίωμα της Google να επιβάλλει απαιτήσεις συμβατότητας για τις συσκευές στις οποίες εγκαθίστανται οι εφαρμογές της. Αντιθέτως, κρίνει ως καταχρηστική την πρακτική της Google που αποσκοπεί στο να παρεμποδίσει τη δημιουργία και την παρουσία στην αγορά συσκευών που λειτουργούν με μη συμβατό παρακλάδι του Android». Το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε εξ αυτού ότι το ίδιο όφειλε, κατά συνέπεια, να εξετάσει αν η Επιτροπή κατόρθωσε να αποδείξει ότι η Google είχε θέσει σε εφαρμογή, όπως έγινε δεκτό στην επίδικη απόφαση, πρακτική αποσκοπούσα στον αποκλεισμό των μη συμβατών παρακλαδιών του Android από την αγορά και αν η πρακτική αυτή μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αντίθετη προς τον ανταγωνισμό κατά την έννοια του άρθρου 102 ΣΛΕΕ.
89 Συναφώς, όσον αφορά, πρώτον, το υποστατό της πρακτικής που κατά την κρίση της Επιτροπής συνιστά τη δεύτερη κατάχρηση, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 834 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το υποστατό αυτό, το οποίο παραδέχθηκαν η Google και η Alphabet, είχε αποδειχθεί και ότι η εν λόγω πρακτική είχε τεθεί πράγματι σε εφαρμογή ήδη από τις απαρχές του ΛΣ Android.
90 Δεύτερον, όσον αφορά τον αντίθετο προς τους κανόνες του ανταγωνισμού χαρακτήρα των επιδιωκόμενων σκοπών, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, κατά πρώτον, στις σκέψεις 837 έως 841 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι από τα εσωτερικά έγγραφα που μνημονεύονται στην επίδικη απόφαση προέκυπτε ότι οι ΥΚΚ είχαν σχεδιαστεί, μεταξύ άλλων, με σκοπό να αποτελέσουν εμπόδιο σε οποιαδήποτε μη εγκεκριμένη από την Google ανάπτυξη του πηγαίου κώδικα του Android, στερώντας εμπορικές διεξόδους από τους προγραμματιστές μη συμβατών παρακλαδιών του Android. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, από τις ίδιες τις δηλώσεις της Google, οι οποίες επιβεβαιώνονται από τα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτει ότι η πρακτική που χαρακτηρίστηκε ως καταχρηστική στην επίδικη απόφαση εφαρμόστηκε συνειδητά με σκοπό τον περιορισμό της πρόσβασης των μη συμβατών παρακλαδιών του Android στην αγορά.
91 Εκκινώντας από τη διαπίστωση αυτή, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε, κατά δεύτερον, αν ήταν βάσιμος ο ισχυρισμός της Google και της Alphabet ότι η Επιτροπή δεν είχε αποδείξει επαρκώς στην επίδικη απόφαση ότι η επίμαχη πρακτική ήταν ικανή να περιορίσει τον ανταγωνισμό. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εκτίμησε, σε πρώτο στάδιο, την ενδεχόμενη απειλή που συνιστούσαν τα μη συμβατά παρακλάδια. Στη σκέψη 847 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, επ’ αυτού, ότι η Google και η Alphabet δεν είχαν αποδείξει ότι τα μη συμβατά παρακλάδια του Android δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση να αποτελέσουν γι’ αυτές ανταγωνιστική απειλή. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε, σε δεύτερο στάδιο, αν οι ΣΚΚ ήταν ικανές να καταστήσουν πράγματι δυσχερέστερη την είσοδο των ανταγωνιστών της Google στην αγορά των ΛΣ.
92 Στο πλαίσιο αυτό, έκρινε, στη σκέψη 849 της ως άνω απόφασης, ότι έπρεπε να γίνει δεκτό ως αποδεδειγμένο το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια της περιόδου τέλεσης της παράβασης, οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις, οι οποίες μπορούσαν να παράσχουν εμπορική διέξοδο στους προγραμματιστές μη συμβατών παρακλαδιών του Android, κωλύονταν από τις ΣΚΚ να το πράξουν.
93 Συναφώς, απέρριψε, στη σκέψη 850 της εν λόγω απόφασης, το επιχείρημα ότι η ερμηνεία της Επιτροπής σχετικά την αποτυχία του μη συμβατού παρακλαδιού του Android που είχε αναπτύξει η Amazon.com, Inc, ήτοι του Fire OS, ήταν εσφαλμένη, η δε αποτυχία αυτή οφείλεται σε διάφορους παράγοντες, μεταξύ των οποίων, κατά την Google και την Alphabet, στη μη διαθεσιμότητα του Play Store. Αν και το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι το Play Store αποτελεί «must have» που προορίζεται ειδικά για τους συμμετέχοντες στο «οικοσύστημα» Android, εκτίμησε ωστόσο ότι η Google και η Alphabet δεν είχαν προσκομίσει κανένα στοιχείο ικανό να αναιρέσει τις διαπιστώσεις που περιλαμβάνονται στην επίδικη απόφαση, κατά τις οποίες έξι εκ των σημαντικότερων από απόψεως πωλήσεων ΚΠΕ είχαν αρνηθεί να συνάψουν συμφωνίες για τη δημιουργία συσκευών που να λειτουργούν με Fire OS, αντιτείνοντας προς την Amazon.com ότι θα επρόκειτο για σαφή παράβαση των ΣΚΚ (αιτιολογική σκέψη 1094 της επίδικης απόφασης). Το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, ακόμη και αν η εμπορική αποτυχία του Fire OS μπορούσε να οφείλεται και σε άλλους λόγους, οι οποίοι, εξάλλου, δεν είναι ανεξάρτητοι από την εμπορική πολιτική της Google, εντούτοις, η Επιτροπή απέδειξε ότι οι ΣΚΚ στέρησαν το συγκεκριμένο ΛΣ από τις διεξόδους που θα μπορούσαν να του προσφέρουν οι ΚΠΕ που είχαν συνάψει ΣΚΚ με την Google.
94 Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 855 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η εμπορική πολιτική που υιοθέτησε η Google όσον αφορά τη διάθεση των ιδιόκτητων ΔΠ έπρεπε να ληφθεί υπόψη, ως στοιχείο γενικού πλαισίου, για την εκτίμηση του αποτελέσματος των περιορισμών διεξόδου προς την αγορά που προβλέπονταν στις ΣΚΚ. Συγκεκριμένα, το αποτέλεσμα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στο μέτρο που η Google και η Alphabet δεν αμφισβήτησαν ότι το τεχνολογικό χάσμα μεταξύ των ιδιόκτητων ΔΠ της Google και των βασικών εκδόσεων του πηγαίου κώδικα διευρύνθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου τέλεσης της παράβασης. Επομένως, η πρόσβαση στις ιδιόκτητες ΔΠ της Google παρουσιάζει στρατηγικό ενδιαφέρον για τους προγραμματιστές και τους ΚΠΕ, διότι, χωρίς τις εν λόγω ΔΠ, οι εφαρμογές δεν θα λειτουργούσαν με ορθό τρόπο, η δε διόρθωση των δυσλειτουργιών αυτών θα συνεπάγονταν πολλαπλό και υψηλό κόστος.
95 Στηριζόμενο στην εξέταση του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 856 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι οι ΚΠΕ που επιθυμούσαν να έχουν στη διάθεσή τους τις ιδιόκτητες ΔΠ της Google όφειλαν να συνάψουν ΣΔΕΚΣ, πράγμα που προϋπέθετε την αποδοχή των όρων των ΣΚΚ. Το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πολιτική ανάπτυξης και διανομής των ιδιόκτητων ΔΠ της Google αποτέλεσε κίνητρο για τη σύναψη ΣΚΚ, οι οποίες περιόριζαν τις διεξόδους προς την αγορά των μη συμβατών παρακλαδιών του Android.
96 Αντιθέτως, δεδομένου ότι η Επιτροπή έκρινε ότι η δεύτερη κατάχρηση συνίστατο στην εφαρμογή όλων των οριζόμενων στο ΕΟΣ τεχνικών προτύπων σε συσκευές στις οποίες δεν ήταν εγκατεστημένο το σύνολο υπηρεσιών GM και δεδομένου ότι προέβη σε συνολική ανάλυση των αποτελεσμάτων του περιορισμού του ανταγωνισμού που επέφερε η επίδικη πρακτική, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 864 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζαν η Google και η Alphabet, να προσδιορίσει με ακρίβεια τα πρότυπα του ΕΟΣ που προκάλεσαν τα αποτελέσματα αυτά. Συγκεκριμένα, οι αιτιάσεις που διατυπώνονται κατά της Google στην επίδικη απόφαση δεν αφορούσαν το περιεχόμενο των υποχρεώσεων συμβατότητας που είχε καθορίσει αυτή, αλλά την πρακτική της που αποσκοπούσε στο να εμποδίσει τα μη συμβατά παρακλάδια του Android να βρουν εμπορικές διεξόδους.
97 Κατά το πέρας της ανάλυσής του, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Google και η Alphabet δεν είχαν αποδείξει ότι τα μη συμβατά παρακλάδια του Android δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση να αποτελέσουν γι’ αυτές ανταγωνιστική απειλή.
2. Επί του δεύτερου σκέλους, που αφορά την ύπαρξη αντικειμενικών δικαιολογητικών λόγων
98 Στη σκέψη 866 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η Επιτροπή είχε κρίνει, στην επίδικη απόφαση, ότι κανένας από τους αντικειμενικούς δικαιολογητικούς λόγους που προέβαλαν η Google και η Alphabet δεν μπορούσε να γίνει δεκτός.
99 Όσον αφορά, πρώτον, την ανάγκη προστασίας της συμβατότητας εντός του οικοσυστήματος Android και αποτροπής του κατακερματισμού –ήτοι του να πολλαπλασιαστούν οι μη συμβατές μεταξύ τους πλατφόρμες–, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, κατ’ αρχάς, στη σκέψη 878 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Επιτροπή δεν είχε εκτιμήσει στην επίδικη απόφαση ότι η θέσπιση υποχρεώσεων για τη διασφάλιση της συμβατότητας των παρακλαδιών του Android στα οποία ήταν εγκατεστημένα το Play Store και η εφαρμογή Google Search συνιστούσε παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ. Η Επιτροπή είχε εκτιμήσει ως καταχρηστική μόνον την απαγόρευση προς τους ΚΠΕ που διέθεταν στο εμπόριο συσκευές με εγκατεστημένο το σύνολο υπηρεσιών GM να παρέχουν, επιπροσθέτως, εμπορικές διεξόδους στα μη συμβατά παρακλάδια του Android.
100 Επομένως, κατά τις διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 878 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ο δικαιολογητικός λόγος που προέβαλαν η Google και η Alphabet σχετικά με την ανάγκη διασφάλισης της συμβατότητας εντός του οικοσυστήματος Android δεν είχε καμία σχέση με τη δεύτερη κατάχρηση και, ως εκ τούτου, είχε προβληθεί αλυσιτελώς. Εν συνεχεία, ο μοναδικός λόγος που αφορούσε τον κίνδυνο που θα συνεπαγόταν ο κατακερματισμός για την «επιβίωση» του ΛΣ Android δεν μπορούσε να δικαιολογήσει την εξαιτίας των ΣΚΚ αποστέρηση των μη συμβατών παρακλαδιών του Android από όλες τις διεξόδους προς την αγορά. Παρότι δεν ήταν αναγκαίο να επιλυθεί η διαφωνία μεταξύ των διαδίκων σχετικά με τον επιζήμιο χαρακτήρα ή τα πλεονεκτήματα που θα είχε ο κατακερματισμός για την Google και για το σύνολο του τομέα, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι αρκούσε το συμπέρασμα ότι η Google και η Alphabet δεν αμφισβητούσαν τις διαλαμβανόμενες στην επίδικη απόφαση διαπιστώσεις που αφορούσαν την εξέχουσα ισχύ του οικοσυστήματος Android στην αγορά.
101 Όσον αφορά, δεύτερον, την προβαλλόμενη από την Google και την Alphabet ανάγκη προστασίας της φήμης τους, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 883 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι οι εταιρίες αυτές απλώς υποστήριξαν την ανεπάρκεια των μέτρων που σχεδίαζε να λάβει η Επιτροπή για να εξαλείψει οποιαδήποτε σύγχυση όσον αφορά την εμπορική προέλευση των συσκευών που λειτουργούν με συμβατά παρακλάδια του Android (όπως, για παράδειγμα, την καταχώριση σημάτων που θα επιφύλασσαν για τις εν λόγω συσκευές την ονομασία «Android»).
102 Κατά το Γενικό Δικαστήριο, η Google και η Alphabet δεν προσκόμισαν κανένα τεκμηριωμένο στοιχείο προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού. Ως εκ τούτου, δεν μπόρεσε να αποδειχθεί ότι θα ήταν αναποτελεσματική η προάσπιση των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας τους με σκοπό την προστασία της φήμης τους, μέσω απαγόρευσης, επί παραδείγματι, της χρήσης των επωνυμιών «Google» και «Android» σε συσκευές που λειτουργούσαν με μη συμβατά παρακλάδια του Android ευρισκόμενα εκτός του οικοσυστήματος Android. Τέτοια μέτρα, όμως, θα ήταν ασφαλώς λιγότερο περιοριστικά του ανταγωνισμού από τον αποκλεισμό των μη συμβατών παρακλαδιών του Android που απορρέει από τις ΣΚΚ. Επομένως, ο εν λόγω αποκλεισμός είναι δυσανάλογος σε σχέση με τον προβαλλόμενο σκοπό.
103 Όσον αφορά, τρίτον, την ανάγκη να εξαλείψει η Google το απροσδόκητο όφελος που απορρέει από τη διάθεση της τεχνολογίας της σε τρίτους, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε κατ’ ουσίαν, στη σκέψη 886 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η διάθεση αυτή ήταν συμφυής με την επιλογή της Google να δημοσιοποιεί τον πηγαίο κώδικα του Android.
104 Όσον αφορά, τέταρτον, το επιχείρημα της Google και της Alphabet σχετικά με τη μη στάθμιση των θετικών για τον ανταγωνισμό αποτελεσμάτων των ΣΚΚ και των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό αποτελεσμάτων τους, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε σχέση αναγκαιότητας μεταξύ, αφενός, του αποκλεισμού των μη συμβατών παρακλαδιών του Android και, αφετέρου, της συμβατότητας εντός του οικοσυστήματος Android, η οποία αποτελεί, άλλωστε, τον σκοπό που επιδιώκεται με τις ΥΚΚ. Υπό τις συνθήκες αυτές, έκρινε, στη σκέψη 891 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Google και η Alphabet δεν μπορούσαν να υποστηρίξουν βάσιμα ότι η Επιτροπή όφειλε να διενεργήσει στάθμιση μεταξύ, αφενός, των θετικών για τον ανταγωνισμό αποτελεσμάτων των ΥΚΚ εντός του οικοσυστήματος Android, τα οποία απορρέουν, για τους μετέχοντες στο εν λόγω οικοσύστημα, από τα πλεονεκτήματα της συμβατότητας, και αφετέρου, των περιορισμών του ανταγωνισμού, οι οποίοι εκδηλώνονται εκτός του οικοσυστήματος αυτού, δεδομένου ότι οι περιορισμοί αυτοί είναι οι μόνοι που προσδιορίστηκαν ως συνιστώντες τη δεύτερη κατάχρηση.
105 Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, ολοκληρώνοντας την εξέταση του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, ότι ο αντίθετος προς τον ανταγωνισμό χαρακτήρας του αποκλεισμού των μη συμβατών παρακλαδιών του Android μέσω των ΣΚΚ έπρεπε να θεωρηθεί αποδεδειγμένος. Αντιθέτως προς όσα υποστήριξαν η Google και η Alphabet, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 893 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Επιτροπή είχε λάβει δεόντως υπόψη το κρίσιμο οικονομικό και νομικό πλαίσιο, καθώς και τα συγκεκριμένα αποτελέσματα που προκάλεσε η δεύτερη κατάχρηση. Ως εκ τούτου, έχοντας αποδείξει επαρκώς την ύπαρξη των επίμαχων περιορισμών και των αποτελεσμάτων τους επί του ανταγωνισμού, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη, σε αντίθεση με την άποψη της Google και της Alphabet και των παρεμβαινουσών υπέρ αυτών, να προβεί, επιπροσθέτως, σε ανάλυση αντίστροφου σεναρίου με σκοπό να εκτιμήσει τις υποθετικές συνέπειες που θα μπορούσαν να παρατηρηθούν, εάν δεν υφίστατο η δεύτερη κατάχρηση, στις αγορές των καταστημάτων εφαρμογών Android, των υπηρεσιών γενικής αναζήτησης, στις οποίες διαπιστώθηκε η εν λόγω κατάχρηση, καθώς και στην αγορά των ΛΣ με άδεια χρήσης, στην οποία επίσης κατείχε δεσπόζουσα θέση η Google.
Ε. Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως
106 Με τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αποτελείται από δύο σκέλη, η Google και η Alphabet υποστήριξαν ότι η Επιτροπή είχε προσβάλει τα δικαιώματα άμυνάς τους, καθόσον δεν τήρησε, αφενός μεν, το δικαίωμα ακροάσεως, αφετέρου δε, το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο. Κατά την άποψή τους, οι εν λόγω διαδικαστικές πλημμέλειες καθιστούν μη νόμιμα τα πορίσματα της επίδικης απόφασης και δικαιολογούν την ακύρωσή της.
107 Με το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, το οποίο εξέτασε πρώτο το Γενικό Δικαστήριο, η Google και η Alphabet προσήψαν κατ’ ουσίαν στην Επιτροπή ότι δεν τους διαβίβασε σημειώματα σχετικά με τις συναντήσεις με τρίτους βάσει των οποίων να μπορούσαν να αντιληφθούν το περιεχόμενο των συζητήσεων που διεξήχθησαν, καθώς και τη φύση των πληροφοριών που παρασχέθηκαν επί των θεμάτων που συζητήθηκαν κατά τη διάρκεια των συναντήσεων αυτών, και συνακόλουθα, να ασκήσουν κατ’ ορθό τρόπο τα σχετικά δικαιώματα άμυνας.
108 Μολονότι το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 932 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μεγάλο μέρος των διαβιβασθέντων από την Επιτροπή σημειωμάτων ήταν υπερβολικά όψιμο και συνοπτικό για να μπορεί να συνιστά καταγραφή ακροάσεως, κατά την έννοια του κανονισμού 1/2003, εντούτοις διαπίστωσε, στη σκέψη 939 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Google και η Alphabet δεν απέδειξαν ότι, σε περίπτωση που δεν υφίσταντο οι επισημανθείσες διαδικαστικές πλημμέλειες, θα μπορούσαν να οργανώσουν καλύτερα την άμυνά τους.
109 Με το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, η Google και η Alphabet υποστήριξαν ότι η Επιτροπή, αντί να τους απευθύνει εκθέσεις πραγματικών περιστατικών, όφειλε να εκδώσει μία ή περισσότερες συμπληρωματικές ανακοινώσεις αιτιάσεων και να τους παράσχει, ως εκ τούτου, εκ νέου δικαίωμα ακροάσεως.
110 Το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στις σκέψεις 966 έως 969 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, εν προκειμένω, με την απάντησή τους στην ανακοίνωση αιτιάσεων, η Google και η Alphabet είχαν δηλώσει ότι αρνούνται το δικαίωμά τους σε ακρόαση. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 971 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, ανεξαρτήτως των δυσχερειών που επικαλέστηκαν η Google και η Alphabet για να αποφασίσουν σχετικά με τη χρησιμότητα της διεξαγωγής ακροάσεως, οι τελευταίες δεν μπορούσαν να προσάψουν στην Επιτροπή ότι δεν διενήργησε ακρόαση κατόπιν της ανακοίνωσης αιτιάσεων.
111 Αντιθέτως, το Γενικό Δικαστήριο παρατήρησε, στη σκέψη 976 της απόφασης αυτής, ότι η Επιτροπή είχε αποστείλει μεταγενέστερα στην Google και στην Alphabet δύο εκθέσεις πραγματικών περιστατικών, την πρώτη στις 31 Αυγούστου 2017 και τη δεύτερη στις 11 Απριλίου 2018. Ωστόσο, μολονότι η Google και η Alphabet είχαν την ευκαιρία να υποβάλουν τις γραπτές παρατηρήσεις τους, η Επιτροπή εκτίμησε ότι η αποστολή των ως άνω εγγράφων απέκλειε κάθε δικαίωμα σε νέα ακρόαση, γεγονός που αποτέλεσε τη βάση για την απόρριψη από τον σύμβουλο ακροάσεων του σχετικού αιτήματος που υπέβαλαν η Google και η Alphabet στις 7 Μαΐου 2018.
112 Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στις σκέψεις 981 και 982 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, μολονότι τα έγγραφα αυτά δεν προσέθεταν τυπικώς καμία αιτίαση σε εκείνες που περιλαμβάνονταν στην ανακοίνωση αιτιάσεων, συμπλήρωναν ουσιωδώς το περιεχόμενο και το εύρος της αιτίασης σχετικά με τον καταχρηστικό χαρακτήρα των ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο, οι οποίες δεν τεκμηριώνονταν επαρκώς στην ανακοίνωση αιτιάσεων, και επομένως τα εν λόγω έγγραφα τροποποιούσαν σε σημαντικό βαθμό τα αποδεικτικά στοιχεία για τις επίμαχες παραβάσεις. Τούτο αφορούσε ιδίως το κριτήριο του ΕΑΑ, το οποίο, εν προκειμένω, είχε διαδραματίσει σημαντικό ρόλο κατά την εκτίμηση από την Επιτροπή της ικανότητας των ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο να επιφέρουν τον αποκλεισμό των εξίσου αποτελεσματικών ανταγωνιστών από την αγορά.
113 Το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε εξ αυτού, στις σκέψεις 995 και 996 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Επιτροπή, γνωστοποιώντας μόλις στο στάδιο της δεύτερης έκθεσης πραγματικών περιστατικών τα δεδομένα που σκόπευε να λάβει υπόψη για την εφαρμογή του κριτηρίου του ΕΑΑ, μετέβαλε ουσιωδώς το περιεχόμενο της αιτίασης που αφορούσε τις ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο. Επίσης, στο συγκεκριμένο αυτό πλαίσιο, η Επιτροπή, η οποία δεν υφίστατο καμία χρονική πίεση, όφειλε να εκδώσει συμπληρωματική ανακοίνωση αιτιάσεων.
114 Αποστέλλοντας, αντί συμπληρωματικής ανακοίνωσης αιτιάσεων, δύο εκθέσεις πραγματικών περιστατικών και μη εγκρίνοντας τη διεξαγωγή ακροάσεως επί των παρατηρήσεων που υποβλήθηκαν σε απάντηση των εν λόγω δύο εκθέσεων πραγματικών περιστατικών, η Επιτροπή προσέβαλε το δικαίωμα της Google και της Alphabet να μπορέσουν να αναπτύξουν προφορικά τα επιχειρήματά τους επί των εν λόγω παρατηρήσεων καθώς και τα δικαιώματα άμυνάς τους.
115 Λαμβανομένων υπόψη των ως άνω σκέψεων, το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου ακυρώσεως στη σκέψη 1005 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και ακύρωσε την επίδικη απόφαση κατά το μέρος που χαρακτηρίζει ως καταχρηστικές τις ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο, επιβεβαιώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη διαπίστωση στην οποία προέβη μετά την εξέταση του τρίτου λόγου ακυρώσεως.
ΣΤ. Επί του έκτου λόγου ακυρώσεως
116 Αφού εξέτασε τους πέντε πρώτους λόγους ακυρώσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι έπρεπε να εκτιμήσει τις συνέπειες των προηγουμένως αντληθέντων συμπερασμάτων επί της επίδικης απόφασης. Στο μέτρο που οι συνέπειες αυτές επηρέαζαν το πρόστιμο, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 1009 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι έπρεπε να διευκρινιστεί σε ποιο βαθμό θα έπρεπε να λάβει υπόψη για την εκτίμησή του, στο πλαίσιο της πλήρους δικαιοδοσίας του, την επιχειρηματολογία που προβλήθηκε στο πλαίσιο του έκτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορούσε διάφορα στοιχεία που συνεκτιμήθηκαν για τον υπολογισμό του προστίμου.
117 Με τον έκτο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αποτελείται από τρία σκέλη, η Google και η Alphabet επισήμαναν ότι, ακόμη και αν το Γενικό Δικαστήριο, παρά τα αντιθέτως προβληθέντα με τους πέντε πρώτους λόγους ακυρώσεως επιχειρήματα, επιβεβαίωνε τις διαπιστώσεις της επίδικης απόφασης σχετικά με την τέλεση παράβασης του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, εντούτοις, τρία σφάλματα θα επέβαλλαν τη διαγραφή ή τη σημαντική μείωση του προστίμου.
118 Στο πλαίσιο αυτό, η Google και η Alphabet υποστήριξαν, πρώτον, ότι η παράβαση δεν είχε διαπραχθεί ούτε εκ προθέσεως ούτε εξ αμελείας, δεύτερον, ότι η επίδικη απόφαση παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητας και, τρίτον, ότι ενείχε σημαντικά σφάλματα υπολογισμού υπό το πρίσμα της εκ μέρους της Επιτροπής εφαρμογής των κατευθυντήριων γραμμών της για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 23, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 (ΕΕ 2006, C 210, σ. 2) (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων). Συναφώς, η Google και η Alphabet υποστήριξαν ότι η Επιτροπή προέβη σε εσφαλμένο υπολογισμό της σχετικής αξίας πωλήσεων, εφάρμοσε εσφαλμένο πολλαπλασιαστικό συντελεστή σοβαρότητας, προσέθεσε αδικαιολόγητο επιπλέον ποσό προστίμου και δεν έλαβε υπόψη διάφορες ελαφρυντικές περιστάσεις, μεταξύ των οποίων η περιορισμένη διάρκεια ορισμένων συμπεριφορών.
119 Κατ’ αρχάς, το Γενικό Δικαστήριο, μετά την εξέταση των πέντε πρώτων λόγων ακυρώσεως, συνήγαγε σειρά συμπερασμάτων σχετικά με την παράβαση. Στη σκέψη 1015 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, από την εξέταση του πρώτου, του δεύτερου και του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, όσον αφορά τις ουσιαστικές πτυχές, καθώς και από το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, όσον αφορά τις διαδικαστικές πτυχές, ότι η Επιτροπή είχε αποδείξει τον καταχρηστικό χαρακτήρα της πρώτης, δεύτερης και τρίτης κατάχρησης που αποτελούν μέρος της ενιαίας και διαρκούς παράβασης.
120 Στην ίδια σκέψη 1015, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε εντούτοις ότι από την εξέταση του τρίτου λόγου ακυρώσεως και του πρώτου σκέλους του πέμπτου λόγου ακυρώσεως προέκυπτε ότι, στο μέτρο που η Επιτροπή είχε κρίνει ότι η τέταρτη διακριτή κατάχρηση στην επίδικη απόφαση συνιστούσε κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, κατά την έννοια του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, το εν λόγω θεσμικό όργανο είχε προσβάλει τα δικαιώματα άμυνας της Google και της Alphabet και είχε υποπέσει σε πλείονα σφάλματα εκτίμησης.
121 Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε, στη σκέψη 1016 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τα άρθρα 1, 3 και 4 της επίδικης απόφασης, μόνον καθόσον διαπιστώθηκε, στο άρθρο 1, ότι η Google και η Alphabet τέλεσαν ενιαία και διαρκή παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, αποτελούμενη από τέσσερις διακριτές καταχρήσεις, εκ των οποίων η τέταρτη συνίσταται στην εξάρτηση, στο πλαίσιο ορισμένων ΣΚΕ, της κατανομής εσόδων με ΚΠΕ και ΦΕΚΔ από την αποκλειστική προεγκατάσταση της εφαρμογής Google Search σε προκαθορισμένο χαρτοφυλάκιο συσκευών και καθόσον τα άρθρα 3 και 4 αφορούν αυτήν ακριβώς την τέταρτη κατάχρηση. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε να μεταρρυθμίσει το άρθρο 2 της επίδικης απόφασης, στο μέτρο που με αυτό επιβάλλεται πρόστιμο για τη συμμετοχή της Google και της Alphabet σε ενιαία και διαρκή παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ η οποία περιλαμβάνει τέσσερις διακριτές καταχρήσεις.
122 Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ωστόσο, στη σκέψη 1018 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τούτο δε ανεξαρτήτως της βασιμότητας του χαρακτηρισμού τους υπό το πρίσμα του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, ότι οι ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο –όπως άλλωστε και οι ΣΚΕ ανά συσκευή– ορθώς είχαν ληφθεί υπόψη στην επίδικη απόφαση, ως στοιχεία του πραγματικού πλαισίου, προκειμένου να εκτιμηθούν τα αποτελέσματα αποκλεισμού που προκαλούνται από του πρώτη και δεύτερη πτυχή της ενιαίας και διαρκούς παράβασης (χαρακτηριζόμενες ως πρώτη, δεύτερη και τρίτη διακριτή κατάχρηση στην επίδικη απόφαση), των οποίων ο καταχρηστικός χαρακτήρας δεν είχε αμφισβητηθεί στο πλαίσιο του δεύτερου και του τέταρτου λόγου ακυρώσεως.
123 Επ’ αυτού, το Δικαστήριο επισήμανε, ειδικότερα, στο σημείο 1019 της ως άνω απόφασης, ότι, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού των ΣΚΕ από την άποψη του δικαίου του ανταγωνισμού, τα συνδυαστικά αποτελέσματα των πρακτικών που έθεσε σε εφαρμογή η Google της παρείχαν τη δυνατότητα να επωφεληθεί, όσον αφορά την εφαρμογή Google Search, από αποκλειστική προεγκατάσταση η οποία κάλυπτε, τουλάχιστον έως το έτος 2016, περισσότερο από το ήμισυ των διατιθέμενων στο εμπόριο συσκευών εντός του ΕΟΧ που λειτουργούσαν με ΛΣ παράγωγο του Android (αιτιολογική σκέψη 822 και υποσημείωση 908 της επίδικης απόφασης).
124 Επιπλέον, οι ΣΔΕΚΣ προέβλεπαν ότι οι συσκευές που ήταν εξοπλισμένες με το σύνολο υπηρεσιών GM έπρεπε να πληρούν τα τεχνικά πρότυπα συμβατότητας που περιέχονταν στο ΕΟΣ, τα οποία άλλωστε ίσχυαν όσον αφορά τους ΚΠΕ, για το σύνολο των συσκευών τους που διέθεταν ως ΛΣ μια παράγωγη εκδοχή του Android, δυνάμει των ΣΚΚ, των οποίων η σύναψη αποτελούσε προαπαιτούμενο για τη σύναψη των ΣΔΕΚΣ. Αυτή η σύνδεση μεταξύ του ΕΟΣ και των ΣΔΕΚΣ διευκόλυνε, κατά το Γενικό Δικαστήριο, την υλοποίηση της παγκόσμιας στρατηγικής που επιδίωκε η Google. Επομένως, κατά την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου, ορθώς η Επιτροπή έλαβε υπόψη το ΕΟΣ για την εκτίμηση των αποτελεσμάτων των ΣΔΕΚΣ στις αγορές των υπηρεσιών γενικής αναζήτησης.
125 Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 1021 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι τα στοιχεία αυτά, τα οποία θεωρήθηκαν ως κρίσιμες πραγματικές περιστάσεις για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των προσαπτόμενων στην Google συμπεριφορών, αποδείκνυαν την ύπαρξη σύνδεσης, αφενός, μεταξύ της πρώτης πτυχής της ενιαίας και διαρκούς παράβασης και των ΣΚΕ που συνήφθησαν από την Google καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου τέλεσης της παράβασης και, αφετέρου, μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης κατάχρησης της ενιαίας και διαρκούς παράβασης.
126 Κατά το Γενικό Δικαστήριο, από την εξέταση του πρώτου, του δεύτερου και του τέταρτου λόγου ακυρώσεως αποδεικνυόταν επιπλέον ότι ο πρώτος και ο δεύτερος επίδικος περιορισμός εντάσσονταν στο πλαίσιο συνολικής στρατηγικής. Βάσει της διαπίστωσης αυτής η Επιτροπή ορθώς εκτίμησε ότι η συμπεριφορά της Google, η οποία συνίστατο στην επιβολή συγκεκριμένων προϋποθέσεων για τη χρήση του ΛΣ Android, αφενός, και ορισμένων εφαρμογών και υπηρεσιών, αφετέρου, έπρεπε να χαρακτηριστεί ως ενιαία και διαρκής παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ (αιτιολογική σκέψη 2 και άρθρο 1 της επίδικης απόφασης).
127 Βάσει των ως άνω εκτιμήσεων και σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Google και της Alphabet, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε, σε δεύτερο στάδιο, επί του ύψους του προστίμου ασκώντας την πλήρη δικαιοδοσία που του αναγνωρίζεται στο άρθρο 261 ΣΛΕΕ και στο άρθρο 31 του κανονισμού 1/2003.
128 Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, κατ’ αρχάς, στη σκέψη 1051 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η παράβαση είχε διαπραχθεί εκ προθέσεως, στοιχείο το οποίο έπρεπε να ληφθεί υπόψη κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου. Στη συνέχεια, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τον βαθμό κατά τον οποίο έπρεπε να ληφθεί υπόψη η σοβαρότητα και η διάρκεια της παράβασης.
129 Όσον αφορά τη σοβαρότητα της παράβασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε σκόπιμο, πρώτον, στη σκέψη 1060 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, να λάβει υπόψη την αξία των πωλήσεων που είχε πραγματοποιήσει η Google κατά το τελευταίο έτος της πλήρους συμμετοχής της στην παράβαση και, δεύτερον, στη σκέψη 1066 της απόφασης αυτής, να μην εξαιρέσει από την αξία των πωλήσεων που ελήφθη υπόψη κατά τον υπολογισμό του βασικού ποσού του προστίμου τα έσοδα από τα αιτήματα γενικής αναζήτησης που υποβάλλονταν στην αρχική σελίδα της Google. Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 1071 της εν λόγω απόφασης, ότι το κόστος αγοράς κίνησης δεν μπορούσε να αφαιρεθεί από την αξία των πωλήσεων. Στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 1081 της ίδιας απόφασης, ότι η εφαρμογή συντελεστή καθοριζόμενου στο 11 % επί της αξίας των πωλήσεων δεν αντανακλούσε επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά τέλεσης της παράβασης και, ειδικότερα, την έντασή της κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, ιδίως όσον αφορά τις αντίθετες στον ανταγωνισμό συμπεριφορές της Google κατά τα έτη 2012 έως 2014.
130 Όσον αφορά τη διάρκεια της παράβασης, το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 1085 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, απέρριψε επίσης την επιλογή της Επιτροπής, η οποία είχε χρησιμοποιήσει ενιαίο και συνολικό πολλαπλασιαστικό συντελεστή (αιτιολογική σκέψη 1461 της επίδικης απόφασης). Κατά το Γενικό Δικαστήριο, ήταν καταλληλότερο, εν προκειμένω, να ληφθούν υπόψη και άλλες παράμετροι ώστε να αντικατοπτρίζονται ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της διαχρονικής εξέλιξης της παράβασης και να συνεκτιμηθεί ιδίως η κυμαινόμενη έντασή της.
131 Ως εκ τούτου, στη σκέψη 1086 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο χρησιμοποίησε τεχνική διαφορετική από τη μαθηματική και γραμμική τεχνική που καθόρισε η Επιτροπή κατ’ εφαρμογήν της γενικής μεθοδολογίας που εξέθεσε στις κατευθυντήριες γραμμές για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, η επιλογή αυτή ήταν περισσότερο ενδεδειγμένη ώστε να διασφαλιστεί, σύμφωνα με τις αρχές της αναλογικότητας και της εξατομίκευσης των κυρώσεων, ότι θα λαμβάνονταν δεόντως υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υπό κρίση υπόθεσης, χωρίς ωστόσο να θιγεί εξ αυτού η ανάγκη επίτευξης ικανοποιητικού αποτρεπτικού αποτελέσματος.
132 Συγκεκριμένα, στις σκέψεις 1087 και 1088 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο, αφενός, έλαβε υπόψη τη συμπληρωματικότητα των πρώτων καταχρήσεων και, αφετέρου, διέκρινε διάφορες περιόδους προκειμένου να λάβει ειδικώς υπόψη την ένταση των αντίθετων στον ανταγωνισμό συμπεριφορών με την πάροδο του χρόνου καθώς και τα λοιπά σχετιζόμενα με τις εν λόγω συμπεριφορές πραγματικά στοιχεία.
133 Το Γενικό Δικαστήριο προσδιόρισε τρεις περιόδους στη σκέψη 1088 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Η πρώτη περίοδος, καλούμενη «διερευνητική», εκτείνεται από την 1η Ιανουαρίου 2011 έως την 1η Αυγούστου 2012. Χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη της συνολικής στρατηγικής που επεδίωκε η Google για να διασφαλίσει τη μετάβαση προς το διαδίκτυο σε κινητές συσκευές. Η δεύτερη περίοδος αρχίζει την 1η Αυγούστου 2012 και ολοκληρώνεται με τη λήξη των ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο, δηλαδή στις 31 Μαρτίου 2014. Κατά τη δεύτερη αυτή περίοδο, η ένταση της παράβασης ήταν η μέγιστη, και τούτο διότι τα αποτελέσματά της συνδυάζονταν με τις περιοριστικές πτυχές των ΣΔΚΕΣ (όσον αφορά τις δύο ομαδοποιήσεις) και της ΣΚΚ, υπό συνθήκες κατά τις οποίες η αποκλειστικότητα που παρείχαν οι ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο μείωνε αντιστοίχως τις θεωρητικές δυνατότητες από κοινού προεγκατάστασης στις συσκευές που ήταν εξοπλισμένες με το σύνολο υπηρεσιών GM. Η τρίτη περίοδος εκτείνεται από τις 31 Μαρτίου 2014 έως την ημερομηνία έκδοσης της επίδικης απόφασης. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, κατά την τρίτη αυτή περίοδο, οι ανταγωνιστές διέθεταν μεγαλύτερο περιθώριο δυνατοτήτων με τις ΣΚΕ ανά συσκευή, σε σχέση με εκείνο που διέθεταν υπό το καθεστώς ισχύος των ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο. Αντιθέτως, έκρινε ότι έπρεπε να λάβει υπόψη, κατά την εν λόγω περίοδο, την ανάπτυξη των ιδιόκτητων ΔΠ οι οποίες επέτειναν τα αποτελέσματα αποκλεισμού των ΣΚΚ.
134 Η διάκριση αυτή παρέσχε στο Γενικό Δικαστήριο τη δυνατότητα να λάβει υπόψη το γεγονός ότι η Google είχε παύσει αυτοβούλως τις ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο από τις 31 Μαρτίου 2014 για να τις αντικαταστήσει με ΣΚΕ ανά συσκευή. Τούτο είχε κατ’ ανάγκην ως αποτέλεσμα την ελάττωση του κλειδώματος που παρέχει η αποκλειστική προεγκατάσταση της εφαρμογής Google Search και του προγράμματος περιήγησης Chrome σε ορισμένες συσκευές εξοπλισμένες με το σύνολο υπηρεσιών GM που διατίθενται στο εμπόριο εντός του ΕΟΧ. Επιπλέον, τα αποτελέσματα των επίμαχων πρακτικών κατά τη δεύτερη περίοδο ήταν ιδιαιτέρως σημαντικά, πράγμα το οποίο έπρεπε επίσης να ληφθεί υπόψη, δεδομένου ότι τα εν λόγω αποτελέσματα είχαν επέλθει σε κρίσιμο χρονικό σημείο τόσο για την Google όσο και για τους ανταγωνιστές της, ήτοι κατά τον χρόνο της ανάπτυξης του διαδικτύου στις κινητές συσκευές.
135 Πέραν των περιστάσεων αυτών, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το πραγματικό πλαίσιο δεν δικαιολογούσε την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων υπέρ της Google ή, αντιθέτως, τη συνεκτίμηση επιβαρυντικών περιστάσεων.
136 Βάσει των ως άνω εκτιμήσεων και ιδίως βάσει της εσκεμμένης εφαρμογής, επί σημαντικό χρονικό διάστημα, μιας συνολικής στρατηγικής, της οποίας η ύπαρξη δεν ετέθη εν αμφιβόλω από τα σφάλματα της Επιτροπής που αφορούσαν την τρίτη συμπεριφορά που εξετάστηκε στην επίδικη απόφαση και η οποία εμφάνισε κυμαινόμενο βαθμό έντασης κατά τη διάρκεια της περιόδου τέλεσης της παράβασης, το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 1099 και 1100 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, κατόπιν ορθής εκτίμησης της σοβαρότητας και της διάρκειας της παράβασης, το ποσό του επιβληθέντος στην Google προστίμου έπρεπε να καθοριστεί σε 4 125 000 000 ευρώ αντί του ποσού των 4 342 865 000 ευρώ. Εξάλλου, η Alphabet κρίθηκε αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπεύθυνη, ως μητρική εταιρία, για την παραβατική συμπεριφορά της Google από τις 2 Οκτωβρίου 2015 έως τις 18 Ιουλίου 2018 και, ως εκ τούτου, για την καταβολή ποσού ύψους 1 520 605 895 ευρώ.
137 Το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης, στη σκέψη 1111 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το ποσό του προστίμου στο οποίο κατέληξε στο πλαίσιο της πλήρους δικαιοδοσίας του δεν υπερέβαινε το ποσό που προβλέπει το άρθρο 23, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1/2003, ήτοι το 10 % του συνολικού κύκλου εργασιών που πραγματοποίησε η Alphabet κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος.
138 Λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων που ελήφθησαν υπόψη κατά την άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας του, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να αποφανθεί επί της βασιμότητας των επιχειρημάτων που προέβαλαν η Google και η Alphabet όσον αφορά το πρόσθετο ποσό προστίμου που αντιστοιχεί στο 11 % της αξίας των κρίσιμων πωλήσεων που πραγματοποιήθηκαν το 2017 (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 1467 και 1468 της επίδικης απόφασης), δεδομένου ότι η παράμετρος αυτή δεν ελήφθη υπόψη από το Γενικό Δικαστήριο.
139 Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 1113 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, μεταρρύθμισε το άρθρο 2 της επίδικης απόφασης ώστε το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε στην Google για την ενιαία και διαρκή παράβαση που περιγράφεται στο άρθρο 1 της επίδικης απόφασης να καθοριστεί σε 4 125 000 000 ευρώ, για την καταβολή του οποίου, έως ποσού ύψους 1 520 605 895 ευρώ, είναι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπεύθυνη η Alphabet όσον αφορά το χρονικό διάστημα από τις 2 Οκτωβρίου 2015 έως την ημερομηνία έκδοσης της επίδικης απόφασης.
140 Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή κατά τα λοιπά.
IV. Αιτήματα των διαδίκων στην αναιρετική δίκη και διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
141 Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η Google και η Alphabet, υποστηριζόμενες από την ADA, τη CCIA, την Gigaset, την HMD και την Opera, ζητούν από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση,
– να ακυρώσει την επίδικη απόφαση,
– επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου,
– επικουρικότερον, να αναιρέσει το σημείο 2 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και να καθορίσει σε σημαντικά χαμηλότερο ποσό το ύψος του επιβληθέντος προστίμου, και
– να καταδικάσει την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων της παρούσας διαδικασίας, καθώς και της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
142 Η Επιτροπή, το ΕΓΕΚ, η FairSearch και η Seznam ζητούν από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και
– να καταδικάσει την Google στα δικαστικά έξοδα.
143 Με διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 19ης Ιανουαρίου 2023, Google και Alphabet κατά Επιτροπής (C‑738/22 P, EU:C:2023:44), και της 18ης Απριλίου 2023, Google και Alphabet κατά Επιτροπής (C‑738/22 P, EU:C:2023:326), επιφυλάχθηκε εμπιστευτική μεταχείριση, έναντι των πρωτοδίκως παρεμβαινουσών, αφενός, στο έγγραφο που περιλαμβάνεται στο παράρτημα A.2. της αιτήσεως αναιρέσεως και, αφετέρου, σε ορισμένες πληροφορίες που περιέχονται στην υποσημείωση 98 του υπομνήματος αντικρούσεως της Επιτροπής, στις δε παρεμβαίνουσες επιδόθηκαν μόνον τα μη εμπιστευτικά κείμενα του εν λόγω εγγράφου και υπομνήματος.
V. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
144 Προς στήριξη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, η Google και η Alphabet προβάλλουν έξι λόγους αναιρέσεως, εκ των οποίων ο πρώτος αφορά πλάνη κατά την εξέταση από το Γενικό Δικαστήριο της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των περί προεγκατάστασης όρων των ΣΔΕΚΣ και των προβαλλόμενων αποτελεσμάτων αποκλεισμού από την αγορά, ο δεύτερος, εσφαλμένη επικύρωση της επίδικης απόφασης παρά την παράλειψη της Επιτροπής να αποδείξει την ικανότητα αποκλεισμού εξίσου αποτελεσματικών ανταγωνιστών, ο τρίτος, πλάνη του Γενικού Δικαστηρίου, καθόσον επαναδιατύπωσε τη διαπίστωση περί κατάχρησης που περιλαμβάνεται στην επίδικη απόφαση όσον αφορά τις ΥΚΚ και καταλόγισε τα προβαλλόμενα αποτελέσματα αποκλεισμού από την αγορά σε συμπεριφορά της οποίας τον καταχρηστικό χαρακτήρα δεν διαπίστωσε η Επιτροπή, ο τέταρτος, εσφαλμένη εκτίμηση των αντικειμενικών δικαιολογητικών λόγων των ΥΚΚ, ο πέμπτος, εσφαλμένη επικύρωση της επίδικης απόφασης παρά το ότι δεν υφίστατο κατάχρηση σε σχέση με τις ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο και, ο έκτος, εσφαλμένη άσκηση, εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, της πλήρους δικαιοδοσίας του κατά τη μεταρρύθμιση του προστίμου.
Α. Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
145 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος διαιρείται σε τέσσερα σκέλη, η Google και η Alphabet υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εξέταση της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των περί προεγκατάστασης όρων που προβλέπουν οι ΣΔΕΚΣ και των προβαλλόμενων αποτελεσμάτων αποκλεισμού από την αγορά.
146 Από τη νομολογία, και ιδίως από την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, Post Danmark (C‑23/14, EU:C:2015:651, σκέψη 47), προκύπτει ότι η Επιτροπή οφείλει να αποδείξει ότι τα αποτελέσματα αποκλεισμού από την αγορά λόγω κατάχρησης μπορούν να καταλογιστούν στη συγκεκριμένη επίμαχη συμπεριφορά, δεδομένου ότι τα αποτελέσματα αυτά δεν δύναται να τεκμαίρονται. Η Επιτροπή όμως δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση αυτή όσον αφορά τις ΣΔΚΕΣ, το δε Γενικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε την εσφαλμένη αυτή προσέγγιση.
147 Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το ΕΓΕΚ, εκτιμά ότι ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αλυσιτελής στο σύνολό του, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη παραδοχή ότι η ανάλυση αντίστροφου σεναρίου είναι ο μόνος τρόπος για να καθοριστεί αν μια συμπεριφορά είναι αντίθετη προς το άρθρο 102 ΣΛΕΕ.
148 Η FairSearch υποστηρίζει ότι ο λόγος αυτός είναι καινοφανής και, ως εκ τούτου, απαράδεκτος. Συγκεκριμένα, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η Google και η Alphabet υποστήριξαν ότι η Επιτροπή δεν είχε αποδείξει αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των περί προεγκατάστασης όρων που προβλέπουν οι ΣΔΕΚΣ και των μεριδίων αγοράς της Google. Πλην όμως, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η Google και η Alphabet υποστηρίζουν ότι η πλάνη συνίστατο στο ότι δεν αποδόθηκαν αποκλειστικά τα προβαλλόμενα αποτελέσματα αποκλεισμού από την αγορά στην καταχρηστική συμπεριφορά.
α) Επί του πρώτου σκέλους
149 Με το πρώτο σκέλος προβάλλεται ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε ότι η Επιτροπή μπορούσε νομίμως να εξετάσει, στις αιτιολογικές σκέψεις 765 και 888 της επίδικης απόφασης, τη νομιμότητα των περί προεγκατάστασης όρων που προβλέπουν οι ΣΔΕΚΣ, λαμβάνοντας υπόψη τα συνδυαστικά αποτελέσματα των ΣΔΕΚΣ και των ΣΚΕ. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έλαβε υπόψη το αποτέλεσμα των ΣΚΕ τόσο για την εκτίμηση της συνδυασμένης πώλησης της εφαρμογής Google Search, στις σκέψεις 433 έως 435 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, όσο και για την εκτίμηση της συνδυασμένης πώλησης του προγράμματος περιήγησης Chrome, στις σκέψεις 442 έως 457 της ίδιας απόφασης. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον δεν απέδειξε ότι τα προβαλλόμενα αποτελέσματα αποκλεισμού των ανταγωνιστών από την αγορά οφείλονταν στους περί προεγκατάστασης όρους που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ.
150 Η Google και η Alphabet προβάλλουν συναφώς πέντε επιχειρήματα. Πρώτον, δεδομένου ότι οι ΣΔΕΚΣ και οι ΣΚΕ ήταν χωριστές συμφωνίες, οι υπογράφοντες τις ΣΔΕΚΣ δεν ήταν υποχρεωμένοι να συνάψουν ΣΚΕ και, ως εκ τούτου, η νομιμότητα των περί προεγκατάστασης όρων που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ δεν μπορούσε να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα των συνδυαστικών αποτελεσμάτων των ΣΔΕΚΣ και των ΣΚΕ. Δεύτερον, τόσο οι ΣΚΕ ανά συσκευή όσο και οι ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο είναι νόμιμες. Επομένως, τα αποτελέσματά τους είναι κατ’ ανάγκην απότοκο υγιούς ανταγωνισμού. Τρίτον, σύμφωνα με τη συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου, κάθε αντίστροφο σενάριο πρέπει να εκλαμβάνει τις ΣΚΕ ως νόμιμα μέσα για τη διασφάλιση αποκλειστικής προεγκατάστασης και προεπιλεγμένης ρύθμισης της εφαρμογής Google Search. Κατά συνέπεια, οι περί προεγκατάστασης όροι που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ δεν μπορούσαν να έχουν ίδια αποτελέσματα αποκλεισμού, δεδομένου ότι οι ΣΚΕ είχαν τη δυνατότητα, αφ’ εαυτών, να παραγάγουν ανάλογα αποτελέσματα. Τέταρτον, το Γενικό Δικαστήριο δεν έπρεπε, στις σκέψεις 451 και 452 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, να λάβει υπόψη τα συνδυαστικά αποτελέσματα των ΣΔΕΚΣ και των ΣΚΕ ανά συσκευή, διότι οι τελευταίες δεν καλύπτονταν από την επίδικη απόφαση. Η Google και η Alphabet δεν είχαν τη δυνατότητα να αναπτύξουν την άμυνά τους επί του ζητήματος αυτού ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Πέμπτον, εν πάση περιπτώσει, το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο τα συνδυαστικά αποτελέσματα των ΣΔΕΚΣ και των ΣΚΕ προκαλούσαν αντίθετο στον ανταγωνισμό αποκλεισμό, λαμβανομένης υπόψη της χαμηλής κάλυψης των ΣΚΕ.
151 Η Gigaset υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έλαβε υπόψη τις ΣΚΕ, οι οποίες είναι νόμιμες, ως κρίσιμα στοιχεία κατά την ανάλυση της νομιμότητας των όρων που προβλέπουν οι ΣΔΕΚΣ. Όχι μόνον τα αποτελέσματα των ΣΚΕ δεν μπορούν να αποδοθούν στα αποτελέσματα των ΣΔΕΚΣ, αλλά παρατηρείται επίσης ότι όλοι οι ΚΠΕ που συνήψαν ΣΔΕΚΣ δεν είχαν κατ’ ανάγκην συνάψει ΣΚΕ και, ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατή μια τέτοια γενίκευση. Τούτο ισχύει, άλλωστε, στην περίπτωση της Gigaset.
152 Η HMD υποστηρίζει επίσης, για λόγους παρόμοιους με εκείνους που επικαλέστηκαν η Google και η Alphabet, ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν όφειλε να λάβει υπόψη τις ΣΚΕ κατά την εκτίμηση της νομιμότητας των περί προεγκατάστασης όρων που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ.
153 Η Opera θεωρεί ότι, γενικώς, προκαλεί έκπληξη το ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι μη αποκλειστικοί περί προεγκατάστασης όροι ήταν καταχρηστικοί, ενώ οι μηχανισμοί που είχαν ως αποτέλεσμα την αποκλειστική προεγκατάσταση δεν ήταν καταχρηστικοί. Μια τέτοια προσέγγιση θα είχε εν τέλει ως συνέπεια τον περιορισμό των ευκαιριών ανταγωνιστών της Google όπως η Opera. Συγκεκριμένα, με την απόδοση των περιοριστικών αποτελεσμάτων των ΣΚΕ στους περί προεγκατάστασης όρους που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ, θα προωθούνταν τελικά ένα πιο περιοριστικό μοντέλο βασιζόμενο στην αποκλειστικότητα, όπως τα μοντέλα της Apple Inc. και της Microsoft Corp.
154 Η Επιτροπή, το ΕΓΕΚ, η FairSearch και η Seznam υποστηρίζουν ότι το πρώτο σκέλος είναι αβάσιμο.
β) Επί του δεύτερου σκέλους
155 Με το δεύτερο σκέλος προβάλλεται ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως απέρριψε, στις σκέψεις 546 έως 558 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το επιχείρημα της Google και της Alphabet ότι η επιλογή των χρηστών να μην μεταφορτώνουν συχνότερα ανταγωνιστικές εφαρμογές οφειλόταν στις προτιμήσεις τους. Συγκεκριμένα, κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της συμπεριφοράς της Google, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το κατά πόσον οι χρήστες μπορούσαν ευχερώς να έχουν πρόσβαση σε ανταγωνιστικές εφαρμογές, αλλά μόνον τη συχνότητα με την οποία οι ίδιοι χρήστες επέλεγαν πράγματι να πραγματοποιήσουν μια τέτοια μεταφόρτωση. Ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, παρέλειψε να εξετάσει τους πραγματικούς λόγους του χαμηλού αριθμού μεταφορτώσεων ανταγωνιστικών εφαρμογών.
156 Κατά την Google και την Alphabet, τέσσερις συμπληρωματικοί λόγοι πρέπει να οδηγήσουν στη διαπίστωση τέτοιου σφάλματος. Πρώτον, η προσέγγιση του Γενικού Δικαστηρίου είναι αντίθετη προς τη νομολογία του Δικαστηρίου, που παρατίθεται στη σκέψη 79 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά την οποία, όταν η Επιτροπή διαπιστώνει παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού, στηριζόμενη στην παραδοχή ότι τα διαπιστωθέντα γεγονότα δεν μπορούν να εξηγηθούν διαφορετικά παρά μόνον από την ύπαρξη συμπεριφοράς αντίθετης προς τον ανταγωνισμό, ο δικαστής θα οδηγηθεί στην ακύρωση της επίμαχης απόφασης, εάν η ενδιαφερόμενη επιχείρηση προβάλει επιχειρηματολογία με την οποία φωτίζονται διαφορετικά τα διαπιστωθέντα από την Επιτροπή περιστατικά και η οποία, με τον τρόπο αυτόν, παρέχει τη δυνατότητα να αντικατασταθεί η υιοθετηθείσα εξήγηση από άλλη ευλογοφανή εξήγηση των περιστατικών. Δεύτερον, η προσέγγιση του Γενικού Δικαστηρίου παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας δικαίου, δεδομένου ότι δεν καθιστά δυνατό τον καθορισμό του ποσοστού μεταφόρτωσης ανταγωνιστικών εφαρμογών που αρκεί για να αντισταθμιστεί μια προεγκατάσταση. Τρίτον, η εν λόγω προσέγγιση οδηγεί σε παράλογα αποτελέσματα διότι, σύμφωνα με αυτήν, η προεγκατάσταση υπηρεσίας χαμηλής ποιότητας δεν συνιστά κατάχρηση, αντιθέτως προς την προεγκατάσταση υπηρεσίας υψηλής ποιότητας. Τέταρτον, είναι εσφαλμένη η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου ότι η προβαλλόμενη υπεροχή των εφαρμογών της Google δεν είναι καθοριστική διότι οι ανταγωνιστικές υπηρεσίες είναι επίσης σε θέση να ικανοποιήσουν τις ανάγκες των χρηστών και να ανταγωνιστούν άλλες παραμέτρους. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε αντίφαση, στις σκέψεις 551 και 577 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον έκρινε επίσης ότι η σημαντική μεταφόρτωση ανταγωνιστικών εφαρμογών σε ορισμένες γεωγραφικές ζώνες εξηγείται από γλωσσικές ιδιαιτερότητες.
157 Η HMD υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορούσε να επικυρώσει την επίδικη απόφαση ενώ παρέλειψε να εξετάσει αν η επιλογή των χρηστών να μην μεταφορτώνουν συχνότερα τις ανταγωνιστικές εφαρμογές οφειλόταν κατά κύριο λόγο σε καταχρηστική προεγκατάσταση και όχι στις προτιμήσεις των εν λόγω χρηστών. Αντιθέτως, το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να εφαρμόσει τη νομολογία που απορρέει από την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 11ης Δεκεμβρίου 2013, Cisco Systems και Messagenet κατά Επιτροπής (T‑79/12, EU:T:2013:635, σκέψη 79), κατά την οποία, αν δεν υπάρχουν τεχνικοί ή οικονομικοί περιορισμοί που εμποδίζουν τους χρήστες να μεταφορτώσουν άλλη ανταγωνιστική εφαρμογή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι μια εφαρμογή κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχείρησης περιορίζει τον ανταγωνισμό.
158 Η Opera υποστηρίζει ότι, χωρίς ανάλυση της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των περί προεγκατάστασης όρων που προβλέπουν οι ΣΔΕΚΣ και των προβαλλόμενων αποτελεσμάτων τους στις μεταφορτώσεις ανταγωνιστικών εφαρμογών, δεν δύναται να συναχθεί το συμπέρασμα ότι χαμηλό επίπεδο τέτοιων μεταφορτώσεων καταδεικνύει την ύπαρξη αντίθετου στον ανταγωνισμό αποκλεισμού από την αγορά.
159 Η Επιτροπή, το ΕΓΕΚ και η FairSearch ζητούν την απόρριψη του σκέλους αυτού ως απαράδεκτου. Εν πάση περιπτώσει, κατά την Επιτροπή, το ΕΓΕΚ, τη FairSearch και τη Seznam, το εν λόγω σκέλος είναι αβάσιμο.
γ) Επί του τρίτου σκέλους
160 Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Google και η Alphabet υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την προεπιλεγμένη ρύθμιση ήταν κρίσιμα για την ανάλυση των περί προεγκατάστασης όρων που προβλέπουν οι ΣΔΕΚΣ.
161 Ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως επιβεβαίωσε την προσέγγιση της Επιτροπής που συνίστατο στο να ληφθεί υπόψη, ως κρίσιμο πλαίσιο, για την εκτίμηση των εν λόγω περί προεγκατάστασης όρων, η προεπιλεγμένη ρύθμιση, μολονότι η εν λόγω ρύθμιση δεν αμφισβητούνταν και είχε ίδιο σκοπό και αποτελέσματα. Τούτο οδήγησε το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 349 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στο να δεχθεί ότι η Επιτροπή στηρίζεται σε μη κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία και να μην προβεί σε διάκριση μεταξύ προεγκατάστασης και προεπιλεγμένης ρύθμισης. Μια τέτοια προσέγγιση παραμορφώνει την επίδικη απόφαση και παρείχε στην Επιτροπή τη δυνατότητα να απαλλαγεί από την υποχρέωσή της να αξιολογήσει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της προσαπτόμενης συμπεριφοράς και των αντίθετων στον ανταγωνισμό αποτελεσμάτων.
162 Η Google και η Alphabet επικρίνουν, ειδικότερα, πέντε λόγους τους οποίους εξέθεσε το Γενικό Δικαστήριο προς στήριξη της ως άνω προσέγγισης. Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 329 και 330 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι δεν είναι εύκολο να γίνει διάκριση μεταξύ των αποτελεσμάτων της προεγκατάστασης και εκείνων της προεπιλεγμένης ρύθμισης. Ωστόσο, μια τέτοια εκτίμηση θέτει υπό αμφισβήτηση τον κανόνα κατά τον οποίο η Επιτροπή φέρει το βάρος απόδειξης. Δεύτερον, η απόφαση αυτή αντλεί, στις ως άνω σκέψεις 329 και 330, επιχείρημα από το ότι ακόμη και υπεύθυνος της Google υπέπεσε σε σύγχυση μεταξύ των εννοιών της προεπιλεγμένης ρύθμισης και της προεγκατάστασης. Εντούτοις, το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε ο εν λόγω υπεύθυνος δεν μπορεί να δικαιολογήσει το ίδιο σφάλμα όταν αυτό διαπράττεται από την Επιτροπή ή από το Γενικό Δικαστήριο. Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο δεν διευκρίνισε, στη σκέψη 332 της ως άνω απόφασης, ποια προνομιακή τοποθέτηση ή ποιες προεπιλεγμένες ρυθμίσεις προβλέπονταν ή υποτίθεται ότι ήταν προβληματικές, μολονότι η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε, στην επίδικη απόφαση, τις προεπιλεγμένες ρυθμίσεις που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ. Τέταρτον, το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε, στη σκέψη 334 της ίδιας απόφασης, ότι το συμπέρασμα που μπορούσε να συναχθεί σε περίπτωση προεγκατάστασης ίσχυε επίσης, mutatis mutandis και κατά μείζονα λόγο, και σε περίπτωση προεπιλεγμένης ρύθμισης, στοιχείο που έρχεται σε αντίθεση με όσα υποστήριξε η ίδια η Επιτροπή. Πέμπτον, κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο αντέστρεψε το βάρος απόδειξης, κατά παράβαση των νομολογιακών αρχών που εκτίθενται στη σκέψη 80 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
163 Η CCIA υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως αρνήθηκε να διακρίνει μεταξύ της προεγκατάστασης και της προεπιλεγμένης ρύθμισης. Με αυτόν τον τρόπο, απάλλαξε την Επιτροπή από το βάρος απόδειξης που φέρει, επιβεβαιώνοντας τη δυνατότητά της να παραπέμψει σε απλά τεκμήρια.
164 Η HMD είναι επίσης της άποψης ότι είναι κρίσιμο να γίνει διάκριση μεταξύ των αποτελεσμάτων της προεγκατάστασης και εκείνων της προεπιλεγμένης ρύθμισης. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι έπρεπε να γίνει δεκτό ότι τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στο πλαίσιο μιας από τις δύο ως άνω έννοιες μπορούσαν να ισχύουν και στο πλαίσιο της άλλης. Ωστόσο, η Επιτροπή ουδέποτε προέβαλε τέτοιο επιχείρημα. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο υποκατέστησε την εκτίμηση της Επιτροπής επί του ζητήματος αυτού με τη δική του εκτίμηση, στοιχείο που συνιστά, αφ’ εαυτού, πλάνη περί το δίκαιο. Κατά τα λοιπά, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε επίσης σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον παρέλειψε να εξετάσει αν οι αποδείξεις που επικαλέστηκε η Επιτροπή αφορούσαν τους περί προεγκατάστασης όρους που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ και όχι την προεπιλεγμένη ρύθμιση.
165 Η Opera υποστηρίζει ότι το συμπέρασμα του Γενικού Δικαστηρίου, στη σκέψη 334 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά το οποίο η προεγκατάσταση και η προεπιλεγμένη ρύθμιση είναι παρεμφερείς έννοιες, διότι «το συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί σε περίπτωση προεγκατάστασης ισχύει mutatis mutandis και κατά μείζονα λόγο και σε περίπτωση προεπιλεγμένης ρύθμισης», είναι παράλογο και εσφαλμένο επί της ουσίας. Αφενός, το συμπέρασμα αυτό είναι παράλογο, διότι η προεπιλεγμένη ρύθμιση έχει πολύ μεγαλύτερη εμπορική αξία από την απλή προεγκατάσταση. Αφετέρου, είναι εσφαλμένο επί της ουσίας, διότι η Επιτροπή και το Γενικό Δικαστήριο, παραλείποντας να εξετάσουν την ως άνω διαφορά, δεν απέδειξαν αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των επίμαχων περί προεγκατάστασης όρων και των αποτελεσμάτων αποκλεισμού εξίσου αποτελεσματικών ανταγωνιστών.
166 Η Επιτροπή, το ΕΓΕΚ, η FairSearch και η Seznam υποστηρίζουν ότι το σκέλος αυτό είναι απαράδεκτο, αλυσιτελές και, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμο. Ειδικότερα, το εν λόγω σκέλος είναι απαράδεκτο για δύο λόγους. Πρώτον, η Google και η Alphabet αμφισβητούν πραγματικά στοιχεία. Δεύτερον, γίνεται αναφορά στις σκέψεις 337 έως 418 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, μολονότι οι εν λόγω σκέψεις δεν σχετίζονται με τις επικρίσεις που διατυπώνουν. Το ίδιο σκέλος είναι επίσης αλυσιτελές, διότι η Google και η Alphabet παραδέχθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ότι η προεγκατάσταση μιας εφαρμογής παρέχει πλεονέκτημα σε σχέση με τις ανταγωνιστικές εφαρμογές.
δ) Επί του τέταρτου σκέλους
167 Με το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Google και η Alphabet προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη κατά την ανάλυση των περί προεγκατάστασης που προβλέπουν οι ΣΔΕΚΣ, καθόσον δεν έλαβε υπόψη αντίστροφο σενάριο και τα θετικά για τον ανταγωνισμό αποτελέσματα των όρων αυτών.
168 Οι εν λόγω όροι αποτελούν τη μη χρηματική αντιπαροχή που η Google λαμβάνει από τους ΚΠΕ ως αντάλλαγμα για τον δωρεάν χαρακτήρα της δέσμης λογισμικού που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το ΛΣ Android και το Play Store. Το εν λόγω οικονομικό μοντέλο είχε θετικά για τον ανταγωνισμό αποτελέσματα τα οποία η Επιτροπή αγνόησε, καθόσον δεν εξέτασε αν ρεαλιστικές εναλλακτικές λύσεις θα είχαν ως αποτέλεσμα πανομοιότυπες ή καλύτερες ευκαιρίες διανομής για τους ανταγωνιστές. Το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως επιβεβαίωσε, στις σκέψεις 590, 592 και 594 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, την προσέγγιση αυτή δεχόμενο ότι δεν ήταν αναγκαίο να εξετάσει αντίστροφο σενάριο.
169 Η CCIA υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε αν, σε ένα ρεαλιστικό εναλλακτικό σενάριο στο οποίο δεν θα υφίσταντο οι περί προεγκατάστασης όροι που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ, οι ανταγωνιστικές μηχανές αναζήτησης και τα ανταγωνιστικά προγράμματα περιήγησης θα είχαν καλύτερες ανταγωνιστικές ευκαιρίες. Κατά πάγια νομολογία, η Επιτροπή όφειλε να προβεί σε ανάλυση αντίστροφου σεναρίου. Ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως επιβεβαίωσε ότι τα θετικά για τον ανταγωνισμό πλεονεκτήματα του ΛΣ Android έπρεπε να ληφθούν υπόψη μόνον κατά το στάδιο της αντικειμενικής δικαιολόγησης και ότι εναπέκειτο στην Google και στην Alphabet να αποδείξουν ότι οι περί προεγκατάστασης όροι που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ ήταν το μόνο θεμιτό μέσο για την επίτευξη των ευνοϊκών για τον ανταγωνισμό σκοπών του ΛΣ Android.
170 Πρώτον, η CCIA υποστηρίζει ότι, αντιθέτως προς όσα έκρινε το Γενικό Δικαστήριο, η Επιτροπή έφερε το βάρος να αποδείξει ότι η επίμαχη συμπεριφορά είναι αντίθετη στον ανταγωνισμό, μέσω ανάλυσης αντίστροφου σεναρίου. Τούτο είναι το μέσο απόδειξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του προβαλλόμενου περιορισμού του ανταγωνισμού και των αποτελεσμάτων του προκειμένου να καθοριστεί αν τα προβαλλόμενα αντίθετα στον ανταγωνισμό αποτελέσματα μπορούν πράγματι να αποδοθούν στη συμπεριφορά της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχείρησης.
171 Δεύτερον, η CCIA προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη καθόσον έκρινε ότι η Επιτροπή μπορούσε νομίμως να μη λάβει υπόψη την κατάσταση του ανταγωνισμού που διαμορφώνεται από τους περί προεγκατάστασης όρους που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ. Αυτό συμβαίνει ιδίως στο πλαίσιο οικοσυστήματος το οποίο περιλαμβάνει διάφορες πολύπλευρες αγορές. Επομένως, οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των εν λόγω αγορών έπρεπε να ληφθούν υπόψη από την Επιτροπή, όπως άλλωστε και τα θετικά για τον ανταγωνισμό αποτελέσματα τα οποία έπρεπε να εξεταστούν κατά το στάδιο της απόδειξης του διαπιστωθέντος περιορισμού και όχι μόνον κατά το στάδιο της αντικειμενικής δικαιολόγησής του. Η προσέγγιση της Επιτροπής, την οποία επιβεβαίωσε το Γενικό Δικαστήριο, κατέστησε δυνατή την καταστρατήγηση της υποχρέωσης να εξεταστεί αν ρεαλιστικές εναλλακτικές λύσεις αντί της μη χρηματικής συναλλαγής των ΣΔΕΚΣ θα μπορούσαν να δημιουργήσουν τις ίδιες ή μεγαλύτερες ανταγωνιστικές ευκαιρίες.
172 Η Gigaset θεωρεί ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως εξέτασε τους περί προεγκατάστασης όρους που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ κατά τρόπο μεμονωμένο και ότι εσφαλμένως δεν έλαβε υπόψη ότι οι όροι αυτοί αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος του καθεστώτος παραχώρησης άδειας χρήσης που αναπτύχθηκε για το ΛΣ Android και παρείχαν στην Google τη δυνατότητα να διατηρήσει το ΛΣ Android ανοιχτό και δωρεάν. Η είσοδος της Gigaset στην αγορά των έξυπνων κινητών συσκευών υποδηλώνει θετικά για τον ανταγωνισμό αποτελέσματα του ως άνω καθεστώτος, πράγμα το οποίο, εξάλλου, δεν αμφισβητήθηκε από το Γενικό Δικαστήριο. Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε την προσέγγιση της Επιτροπής που συνίστατο στην τεχνητή απομόνωση των εν λόγω όρων χωρίς να ληφθεί υπόψη το καθεστώς αυτό στο σύνολό του. Ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει αν η Google μπορούσε να προσφέρει στους ΚΠΕ ρεαλιστική εναλλακτική λύση σε σχέση με τη μη χρηματική συναλλαγή που προβλέπουν οι ΣΔΕΚΣ.
173 Η HMD υποστηρίζει επίσης ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον δεν εξέτασε αν το προτεινόμενο από την Google ανοιχτό και δωρεάν σύστημα παραχώρησης άδειας χρήσης θα ήταν εφικτό αν δεν υφίσταντο οι περί προεγκατάστασης όροι που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ.
174 Η Opera υποστηρίζει ότι οι ΣΔΕΚΣ αποτελούσαν τον ακρογωνιαίο λίθο του οικονομικού μοντέλου της Google, το οποίο συνίστατο στη χορήγηση ανοιχτής και δωρεάν άδειας χρήσης για το ΛΣ Android με σκοπό την ενίσχυση των ευκαιριών διανομής των υπηρεσιών του που παράγουν έσοδα, ιδίως της εφαρμογής Google Search. Το μοντέλο αυτό ήταν ευνοϊκό για τον ανταγωνισμό όσον αφορά τους ανταγωνιστές της Google, ιδίως στην αγορά των προγραμμάτων περιήγησης στο διαδίκτυο για κινητές συσκευές. Εντούτοις, παραλείποντας να εξετάσουν ποια θα ήταν η κατάσταση του ανταγωνισμού σε ένα ρεαλιστικό αντίστροφο σενάριο αν δεν υφίσταντο οι περί προεγκατάστασης όροι που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ, η Επιτροπή και το Γενικό Δικαστήριο αγνόησαν τα θετικά για τον ανταγωνισμό αποτελέσματα και υπέθεσαν εσφαλμένως ότι η Google θα μπορούσε να διατηρήσει ένα τέτοιο οικονομικό μοντέλο ακόμη και χωρίς τους εν λόγω όρους. Κατά τα λοιπά, το Γενικό Δικαστήριο δεν απάντησε στην κριτική αυτή της Google και της Alphabet κατά της επίδικης απόφασης και παρέκαμψε το πρόβλημα παραμορφώνοντας το περιεχόμενο της ως άνω απόφασης.
175 Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε επίσης σε πλάνη περί το δίκαιο δεχόμενο ότι η Επιτροπή μπορούσε να εκτιμήσει τα συγκεκριμένα θετικά για τον ανταγωνισμό αποτελέσματα των εν λόγω περί προεγκατάστασης όρων μόνο κατά το στάδιο της αντικειμενικής δικαιολόγησης του περιορισμού.
176 Η Επιτροπή, το ΕΓΕΚ και η FairSearch προβάλλουν ότι το σκέλος αυτό είναι αβάσιμο.
2. Εκτίμηση του Δικαστηρίου
α) Επί του παραδεκτού και της λυσιτέλειας του πρώτου λόγου αναιρέσεως
177 Πρώτον, η FairSearch υποστηρίζει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος στο σύνολό του διότι συνιστά νέο ισχυρισμό.
178 Κατά πάγια νομολογία, ισχυρισμός ο οποίος προβάλλεται το πρώτον κατά την αναιρετική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου πρέπει να απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται στην εξέταση της εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εκτίμησης των ισχυρισμών που συζητήθηκαν ενώπιόν του. Εάν επιτρεπόταν σε διάδικο να προβάλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμό τον οποίον δεν προέβαλε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, τότε θα του παρεχόταν η δυνατότητα να υποβάλει στην κρίση του Δικαστηρίου, του οποίου η αρμοδιότητα κατ’ αναίρεση είναι περιορισμένη, διαφορά με ευρύτερο περιεχόμενο από αυτήν την οποίαν εκδίκασε το Γενικό Δικαστήριο (αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 2022, Toshiba Samsung Storage Technology και Toshiba Samsung Storage Technology Korea κατά Επιτροπής, C‑700/19 P, EU:C:2022:484, σκέψη 158, και της 3ης Σεπτεμβρίου 2024, Illumina και Grail κατά Επιτροπής, C‑611/22 P και C‑625/22 P, EU:C:2024:677, σκέψη 133).
179 Εν προκειμένω, αρκεί η διαπίστωση ότι, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Google και η Alphabet βάλλουν ακριβώς κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης καθόσον το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την επιχειρηματολογία τους κατά την οποία η Επιτροπή δεν είχε αποδείξει αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των περί προεγκατάστασης όρων που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ και των συνδεόμενων με αυτές αποτελεσμάτων αποκλεισμού από την αγορά.
180 Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως δεν αποσκοπεί, συνεπώς, στην επέκταση του αντικειμένου της διαφοράς πέραν εκείνου που εξέτασε το Γενικό Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, είναι παραδεκτός.
181 Δεύτερον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αλυσιτελής. Ο λόγος αυτός στηρίζεται, στο σύνολό του, στην εσφαλμένη παραδοχή ότι η ανάλυση αντίστροφου σεναρίου είναι ο μόνος τρόπος για να διαπιστωθεί αν μια συμπεριφορά ενδέχεται να περιορίσει τον ανταγωνισμό, ενώ η ανάλυση αυτή αποτελεί έναν μόνον από τους τρόπους απόδειξης ενός τέτοιου περιορισμού.
182 Εντούτοις, παρατηρείται ότι, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Google και η Alphabet δεν θεμελιώνουν το σύνολο της επιχειρηματολογίας τους σε μια τέτοια παραδοχή. Ο φερόμενος υποχρεωτικός χαρακτήρας της ανάλυσης αντίστροφου σεναρίου στο πλαίσιο του άρθρου 102 ΣΛΕΕ αποτελεί αντικείμενο μόνον του τέταρτου σκέλους του λόγου αυτού. Επομένως, ο πιθανός εσφαλμένος χαρακτήρας της εν λόγω παραδοχής δεν μπορεί να επηρεάσει τον πρώτο λόγο αναιρέσεως στο σύνολό του, του οποίου τα επιχειρήματα είναι, κατά τα λοιπά, ικανά να θέσουν υπό αμφισβήτηση τις εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου στις οποίες βασίζεται το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης
183 Ως εκ τούτου, το επιχείρημα της Επιτροπής που αντλείται από τον αλυσιτελή χαρακτήρα του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
β) Επί του πρώτου σκέλους
184 Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Google και η Alphabet προσάπτουν κατ’ ουσίαν στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έλαβε υπόψη, κατά την εκτίμηση των αποτελεσμάτων των περί προεγκατάστασης όρων των ΣΔΕΚΣ, τα αποτελέσματα των ΣΚΕ ανά συσκευή και των ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο, μολονότι οι πρώτες από τις συμφωνίες αυτές δεν αμφισβητήθηκαν από την Επιτροπή και το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι δεύτερες συμφωνίες δεν ήταν καταχρηστικές. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε αν η Επιτροπή είχε αποδείξει ότι τα προβαλλόμενα αποτελέσματα αποκλεισμού από την αγορά προκλήθηκαν από τις ΣΔΕΚΣ.
185 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι κατά το άρθρο 102 ΣΛΕΕ απαγορεύεται, κατά το μέτρο που δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης τους εντός της εσωτερικής αγοράς ή σημαντικού τμήματός της. Σκοπός του ως άνω άρθρου 102 είναι να αποτραπεί η νόθευση του ανταγωνισμού εις βάρος του γενικού συμφέροντος, των επιμέρους επιχειρήσεων και των καταναλωτών, διά της απαγόρευσης των συμπεριφορών επιχειρήσεων που κατέχουν δεσπόζουσα θέση οι οποίες περιορίζουν τον υγιή ανταγωνισμό και οι οποίες είναι, ως εκ τούτου, ικανές να προκαλέσουν άμεση ζημία στους καταναλωτές, ή οι οποίες παρεμποδίζουν ή νοθεύουν τον ανταγωνισμό αυτόν και, επομένως, είναι ικανές να τους προκαλέσουν έμμεση ζημία [απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, Google και Alphabet κατά Επιτροπής (Google Shopping), C‑48/22 P, EU:C:2024:726, σκέψη 87 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
186 Πρέπει να διευκρινιστεί ότι το άρθρο 102 ΣΛΕΕ, μολονότι επιβάλλει στις κατέχουσες δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεις ειδική υποχρέωση να μη θίγουν, με τη συμπεριφορά τους, τον ουσιαστικό και ανόθευτο ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά, δεν αντιτίθεται στην ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης αυτή καθεαυτήν, αλλά αποκλειστικώς στην καταχρηστική εκμετάλλευσή της [απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, Google και Alphabet κατά Επιτροπής (Google Shopping), C‑48/22 P, EU:C:2024:726, σκέψη 163 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
187 Προκειμένου να γίνει δεκτό, σε συγκεκριμένη περίπτωση, ότι μια συμπεριφορά πρέπει να χαρακτηρισθεί ως «καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως» κατά την έννοια του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, απαιτείται, κατά κανόνα, να αποδειχθεί ότι, λόγω της χρήσης μέσων διαφορετικών από εκείνα που διέπουν τον υγιή ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων, η συμπεριφορά αυτή έχει ως πραγματικό ή δυνητικό αποτέλεσμα να περιορίζει τον υγιή ανταγωνισμό αποκλείοντας εξίσου αποτελεσματικές ανταγωνίστριες επιχειρήσεις από τη σχετική αγορά ή από τις σχετικές αγορές, ή εμποδίζοντας την ανάπτυξή τους στις αγορές αυτές, με την επισήμανση ότι οι συγκεκριμένες αγορές μπορεί να είναι τόσο αυτές στις οποίες κατέχεται η δεσπόζουσα θέση όσο και εκείνες, συναφείς ή συγγενείς, όπου η εν λόγω συμπεριφορά προορίζεται να παραγάγει τα πραγματικά ή δυνητικά αποτελέσματά της [απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, Google και Alphabet κατά Επιτροπής (Google Shopping), C‑48/22 P, EU:C:2024:726, σκέψη 165 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
188 Η εν λόγω απόδειξη πρέπει να έχει ως σκοπό να διαπιστωθεί, βάσει επακριβών και συγκεκριμένων στοιχείων ανάλυσης και αποδεικτικών στοιχείων, ότι η επίμαχη συμπεριφορά έχει, τουλάχιστον, την ικανότητα να παραγάγει αποτελέσματα αποκλεισμού [απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, Google και Alphabet κατά Επιτροπής (Google Shopping), C‑48/22 P, EU:C:2024:726, σκέψη 166 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
189 Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι η ως άνω απόδειξη, η οποία μπορεί να προϋποθέτει τη χρήση διαφορετικών μεθόδων ανάλυσης αναλόγως του είδους της επίμαχης σε συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς, πρέπει να πραγματοποιείται, σε κάθε περίπτωση, με εκτίμηση του συνόλου των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, είτε αυτά αφορούν την ίδια την εν λόγω συμπεριφορά ή τη σχετική αγορά ή τις σχετικές αγορές είτε τη λειτουργία του ανταγωνισμού στην αγορά ή τις αγορές αυτές [αποφάσεις της 21ης Δεκεμβρίου 2023, European Superleague Company, C‑333/21, EU:C:2023:1011, σκέψη 130 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, Google και Alphabet κατά Επιτροπής (Google Shopping), C‑48/22 P, EU:C:2024:726, σκέψη 166]. Επομένως, οι περιστάσεις οι οποίες αφορούν το πλαίσιο εντός του οποίου εκδηλώθηκε η συμπεριφορά της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχείρησης, όπως χαρακτηριστικά του οικείου τομέα, πρέπει να θεωρούνται κρίσιμες [απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, Google και Alphabet κατά Επιτροπής (Google Shopping), C‑48/22 P, EU:C:2024:726, σκέψη 168].
190 Συγκεκριμένα, η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας συμπεριφοράς δεν μπορεί να γίνεται κατά τρόπο αφηρημένο. Μια συμπεριφορά μπορεί να αποδειχθεί ικανή να παραγάγει αποτελέσματα αποκλεισμού από την αγορά υπό ορισμένες ειδικές περιστάσεις, ενώ αυτό δεν θα ίσχυε εάν είχε λάβει χώρα σε διαφορετικό πλαίσιο. Υπό την έννοια αυτή, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι μια αρχή ανταγωνισμού δεν δύναται να στηριχθεί στα αποτελέσματα που η πρακτική αυτή θα μπορούσε να είχε παραγάγει αν συνέτρεχαν ορισμένες ιδιαίτερες περιστάσεις, οι οποίες δεν ήταν οι κρατούσες στην αγορά κατά το χρονικό σημείο της θέσης σε εφαρμογή της εν λόγω πρακτικής (απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 2023, Unilever Italia Mkt.Operations, C‑680/20, EU:C:2023:33, σκέψη 43).
191 Όπως παρατήρησε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 61 των προτάσεών της, από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι η συνεκτίμηση ενός πραγματικού στοιχείου ως στοιχείου του πλαισίου που ασκεί επιρροή για την εκτίμηση των αποτελεσμάτων μιας συμπεριφοράς υπό το πρίσμα του άρθρου 102 ΣΛΕΕ δεν εξαρτάται από το αν το στοιχείο αυτό αφορά συμπεριφορά η οποία είναι αφ’ εαυτής καταχρηστική. Πράγματι, αφορά ιδίως το κατά πόσον μπορεί να εκτιμηθεί συγκεκριμένα αν τα αποτελέσματα μιας συμπεριφοράς ενισχύονται ή, αντίθετα, μετριάζονται από το πλαίσιο στο οποίο η συμπεριφορά αυτή υλοποιείται.
192 Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την επίδικη απόφαση κατά το μέρος που χαρακτήριζε τις ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο ως καταχρηστικές, δυνάμει του άρθρου 102 ΣΛΕΕ. Έκρινε, στη σκέψη 800 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι ο καταχρηστικός χαρακτήρας των συμφωνιών αυτών δεν είχε αποδειχθεί επαρκώς κατά νόμον. Η Google και η Alphabet αντλούν επιχείρημα από την εν λόγω ακύρωση και επικρίνουν κατ’ ουσίαν το ότι το Γενικό Δικαστήριο έλαβε εντούτοις υπόψη, για την εκτίμηση του πρώτου σκέλους του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, τις ΣΚΕ ως κρίσιμα στοιχεία του πλαισίου για την εκτίμηση των αποτελεσμάτων των περί προεγκατάστασης όρων των ΣΔΕΚΣ.
193 Στο πλαίσιο του σκέλους αυτού, η Google και η Alphabet άντλησαν επιχείρημα, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, από το ότι οι ΣΔΕΚΣ δεν εμπόδιζαν τους ΚΠΕ να προεγκαταστήσουν ανταγωνιστικές μηχανές αναζήτησης ή προγράμματα περιήγησης παράλληλα με την εφαρμογή Google Search και το πρόγραμμα περιήγησης Chrome.
194 Προκειμένου να απορρίψει το εν λόγω σκέλος, το Γενικό Δικαστήριο, στο πλαίσιο προκαταρκτικών παρατηρήσεων, διαπίστωσε, στις σκέψεις 425 έως 427 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, με την επίδικη απόφαση, η Επιτροπή δεν αμφισβητούσε τη θεωρητική δυνατότητα από κοινού εγκατάστασης, αλλά ότι η παραδοχή αυτή δεν λάμβανε υπόψη το ιδιαίτερο πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι ΣΔΕΚΣ, και ιδίως τις ΣΚΕ οι οποίες επέβαλλαν, για σημαντικό αριθμό συσκευών, την αποκλειστική προεγκατάσταση της εφαρμογής Google Search.
195 Το Γενικό Δικαστήριο συνέχισε την εκτίμησή του αναλύοντας, αφενός, στις σκέψεις 431 έως 436 της απόφασης αυτής, τα αποτελέσματα των περί προεγκατάστασης όρων των ΣΔΕΚΣ επί των ανταγωνιστικών παρόχων μηχανών αναζήτησης και, αφετέρου, στις σκέψεις 437 έως 465 της εν λόγω απόφασης, τα αποτελέσματα των όρων αυτών επί των ανταγωνιστικών παρόχων προγραμμάτων περιήγησης.
196 Στο πλαίσιο αυτό, διαπιστώνεται, πρώτον, ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν η Google και η Alphabet, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έλαβε υπόψη το ότι οι ΣΔΕΚΣ και οι ΣΚΕ ήταν διακριτές συμφωνίες και ότι οι υπογράφοντες τις ΣΔΕΚΣ δεν ήταν υποχρεωμένοι να συνάψουν ΣΚΕ. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο έλαβε υπόψη τις τελευταίες αυτές συμφωνίες μόνον ως κρίσιμα στοιχεία του πλαισίου μεταξύ άλλων και έλαβε δεόντως υπόψη, ιδίως στις σκέψεις 426, 447 και 449 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το γεγονός ότι οι εν λόγω ΣΚΕ δεν κάλυπταν όλες τις συσκευές που καλύπτονταν από τις ΣΔΕΚΣ.
197 Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο δεν παρέβλεψε τη νομολογία που μνημονεύεται στις σκέψεις 188 και 189 της παρούσας απόφασης κρίνοντας ότι η Επιτροπή ορθώς έλαβε υπόψη τις ΣΚΕ ως κρίσιμα στοιχεία του πλαισίου, ανεξαρτήτως της νομιμότητας ή του παράνομου χαρακτήρα τους υπό το πρίσμα του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, προκειμένου να αξιολογήσει τα αποτελέσματα των ΣΔΕΚΣ. Η προσέγγιση αυτή προκύπτει σαφώς από τις σκέψεις 426 και 443 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στις οποίες το Γενικό Δικαστήριο έλαβε αδιακρίτως υπόψη τις ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο και τις ΣΚΕ ανά συσκευή, χωρίς να αποδώσει οιαδήποτε σημασία στην ενδεχόμενη νομιμότητά τους. Επομένως, ορθώς οι ως άνω συμφωνίες ελήφθησαν υπόψη ως στοιχεία του γενικότερου πλαισίου χωρίς τις οποίες τα αποτελέσματα των ΣΔΕΚΣ δεν θα μπορούσαν να εκτιμηθούν, δεδομένης της συμπληρωματικότητάς τους, όπως προκύπτει ιδίως από τις σκέψεις 451 και 452 της εν λόγω απόφασης, καθόσον ενίσχυαν τα αποτελέσματα αποκλεισμού από την αγορά που προκαλούσαν οι ΣΔΕΚΣ.
198 Τρίτον, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός της Google και της Alphabet ότι τα αντίθετα προς τον ανταγωνισμό αποτελέσματα των ΣΔΕΚΣ δεν αποδεικνύονται, διότι, στο πλαίσιο ενός αντίστροφου σεναρίου που δεν περιλαμβάνει τις συμφωνίες αυτές, οι ΣΚΕ θα παρήγαγαν τα ίδια αποτελέσματα αποκλεισμού εις βάρος των ανταγωνιστικών υπηρεσιών αναζήτησης.
199 Ειδικότερα, ο ισχυρισμός αυτός θέτει υπό αμφισβήτηση την πραγματική εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου ότι, αφενός, οι ΣΔΕΚΣ και οι ΣΚΕ ήταν συμπληρωματικές και, αφετέρου, τα αποτελέσματά τους δεν μπορούσαν να διαχωριστούν. Κατά τα λοιπά, η τεχνητή διάκριση των αποτελεσμάτων των εν λόγω δύο ειδών συμφωνιών θα καθιστούσε αδύνατη την απόδειξη του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας συμπεριφοράς με βάση ακριβή και συγκεκριμένα στοιχεία ανάλυσης και αποδεικτικά στοιχεία, όπως προκύπτει από τη σκέψη 451 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τούτο δε ιδίως όταν η επίμαχη συμπεριφορά λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο αγορών που χαρακτηρίζονται από φαινόμενα δικτύου. Πράγματι, τούτο θα ισοδυναμούσε με παράβλεψη του πλαισίου εντός του οποίου εκδηλώνεται η επίμαχη συμπεριφορά.
200 Ως εκ τούτου, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
γ) Επί του δεύτερου σκέλους
201 Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Google και η Alphabet προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι εσφαλμένως απέρριψε, στις σκέψεις 546 έως 558 και 570 έως 584 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το επιχείρημά τους ότι η επιλογή των χρηστών να μη μεταφορτώνουν συχνότερα ανταγωνιστικές εφαρμογές δεν οφειλόταν στην προκατάληψη υπέρ του status quo, αλλά στις προτιμήσεις αυτών. Κατά την άποψή τους, η Επιτροπή όφειλε να αποδείξει ότι οι πραγματικοί λόγοι για τον χαμηλό αριθμό μεταφορτώσεων ανταγωνιστικών εφαρμογών οφείλονταν στους περί προεγκατάστασης όρους που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ, αντί απλώς να το υποθέσει.
202 Συναφώς, όσον αφορά, αφενός, τους κανόνες σχετικά με την κατανομή του βάρους απόδειξης, στην Επιτροπή εναπόκειται να αποδείξει τα στοιχεία που είναι ικανά να καταδείξουν, επαρκώς κατά νόμον, την ύπαρξη πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού. Αντιθέτως, στην επιχείρηση που προβάλλει αμυντικό ισχυρισμό κατά της διαπίστωσης μιας τέτοιας παράβασης εναπόκειται να αποδείξει ότι ο αμυντικός αυτός ισχυρισμός πρέπει να γίνει δεκτός. Εντούτοις, ακόμη και αν το βάρος απόδειξης φέρει, σύμφωνα με τις εν λόγω αρχές, είτε η Επιτροπή είτε η ενδιαφερόμενη επιχείρηση, τα πραγματικά στοιχεία που επικαλείται ένας διάδικος μπορεί να υποχρεώνουν τον έτερο διάδικο να παράσχει εξήγηση ή αιτιολογία, ελλείψει της οποίας να επιτρέπεται να συναχθεί ότι έχουν τηρηθεί οι κανόνες περί του βάρους απόδειξης (πρβλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Royal Antwerp Football Club, C‑680/21, EU:C:2023:1010, σκέψη 120 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
203 Αφετέρου, όσον αφορά το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται για την εκτίμηση των αποτελεσμάτων συγκεκριμένης συμπεριφοράς στους τελικούς χρήστες, επισημαίνεται, όπως υπογράμμισε και η γενική εισαγγελέας στα σημεία 137 έως 139 των προτάσεών της, ότι υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες δεν είναι δυνατόν να αναλυθεί αν η συμπεριφορά των χρηστών οφείλεται στα ποιοτικά χαρακτηριστικά των υπηρεσιών ή των προϊόντων της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχείρησης. Συγκεκριμένα, σε περίπτωση κατά την οποία αποδεικνύεται επαρκώς κατά νόμον ότι ο τρόπος με τον οποίο οι πελάτες ή οι χρήστες προέβησαν στην επιλογή τους είχε στρεβλωθεί λόγω συγκεκριμένης συμπεριφοράς προκειμένου να ευνοηθεί η κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση εις βάρος των ανταγωνιστών της, η ύπαρξη μιας τέτοιας μεροληπτικής μεταχείρισης αποκλείει το ενδεχόμενο η επιλογή αυτή να οφείλεται κατ’ αρχήν στην καλύτερη απόδοση της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχείρησης (πρβλ. απόφαση της 12ης Μαΐου 2022, Servizio Elettrico Nazionale, C‑377/20, EU:C:2022:379, σκέψεις 99 και 102). Σε μια τέτοια περίπτωση, μπορεί να αποδειχθεί πρακτικώς αδύνατο για την Επιτροπή να διακρίνει μεταξύ των στοιχείων που συνδέονται με τα αποτελέσματα μιας τέτοιας προκατάληψης και εκείνων που συνδέονται με τα εγγενή χαρακτηριστικά του επίμαχου προϊόντος ή υπηρεσίας.
204 Εν προκειμένω, η Google και η Alphabet επικρίνουν την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εκτίμηση των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του δεύτερου λόγου ακυρώσεως που προέβαλαν πρωτοδίκως, κατά τα οποία, αφενός, η Επιτροπή παρέβλεψε ότι οι ανταγωνιστές της Google διέθεταν άλλα, εξίσου αποτελεσματικά μέσα για να προσεγγίσουν τους καταναλωτές, ιδίως μέσω της τηλεφόρτωσης και του προγράμματος περιήγησης για τις υπηρεσίες γενικής αναζήτησης. Οι τελικοί χρήστες ήταν ελεύθεροι να μεταφορτώνουν ανταγωνιστικές εφαρμογές και να χρησιμοποιούν, στο διαδίκτυο, διαφορετική μηχανή αναζήτησης από την εφαρμογή Google Search. Αφετέρου, η Google και η Alphabet υποστήριξαν ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε τη σχέση μεταξύ των μεριδίων χρήσης και της προεγκατάστασης.
205 Στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, η Google και η Alphabet έβαλαν κατά των αποδεικτικών στοιχείων που έλαβε υπόψη η Επιτροπή, στο πλαίσιο της εκτίμησης του αντίθετου στον ανταγωνισμό χαρακτήρα της συνδυασμένης πώλησης της εφαρμογής Google Search και του Play Store, προς επίρρωση του συμπεράσματος της Επιτροπής ότι η προεγκατάσταση των εφαρμογών αυτών δημιουργούσε προκατάληψη υπέρ του status quo, η οποία απέτρεπε τους χρήστες από το να μεταφορτώσουν ανταγωνιστικές εφαρμογές ή να χρησιμοποιήσουν άλλη μηχανή αναζήτησης διαθέσιμη στο διαδίκτυο. Επομένως, τα επιχειρήματα της Google και της Alphabet ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δεν αποσκοπούσαν στην αμφισβήτηση της ύπαρξης προκατάληψης υπέρ του status quo, η οποία, κατά τα λοιπά, αποτέλεσε αντικείμενο συγκεκριμένης αιτίασης την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε στις σκέψεις 326 έως 418 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
206 Στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε, κατ’ αρχάς, στη σκέψη 546 της απόφασης αυτής, ότι η Google και η Alphabet δεν αμφισβητούσαν ότι οι χρήστες μπορούσαν ευχερώς να μεταφορτώσουν εφαρμογές ανταγωνιστικές της εφαρμογής Google Search ή του προγράμματος περιήγησης Chrome. Με τον τρόπο αυτόν, επιδίωκε να οριοθετήσει το πλαίσιο της εκτίμησής του, διευκρινίζοντας ότι η θεωρητική δυνατότητα μεταφορτώσεων δεν τελούσε υπό αμφισβήτηση, αλλά ότι το ζήτημα αφορούσε μάλλον την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που διέθετε η Επιτροπή για να χαρακτηρίσει τα συγκεκριμένα και πραγματικά αποτελέσματα της επίδικης συμπεριφοράς και την επιβεβαίωση της ύπαρξης προκατάληψης υπέρ του status quo. Ακριβώς υπό το πρίσμα αυτό, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 557 της εν λόγω απόφασης, ότι στην επίδικη απόφαση δεν αμφισβητήθηκε ότι η μεταφόρτωση μπορεί, κατ’ αρχήν, να αντισταθμίσει το πλεονέκτημα που παρέχεται με την προεγκατάσταση.
207 Συγκεκριμένα, στην ίδια σκέψη 557, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, για τους λόγους που εκτίθενται στην επίδικη απόφαση, αποδεικνύεται ότι, ακόμη και αν είναι ευχερές και δωρεάν να μεταφορτωθεί μια εφαρμογή γενικής αναζήτησης ή περιήγησης, εντούτοις, η μεταφόρτωση αυτή δεν πραγματοποιείται στην πράξη ή αφορά μη ικανό ποσοστό των επίμαχων συσκευών, ώστε να έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν προς επιβεβαίωση της ύπαρξης της προκατάληψης του status quo. Τούτο οδήγησε το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 558 της ίδιας απόφασης, να απορρίψει την αιτίαση της Google και της Alphabet σχετικά με τη δυνατότητα μεταφόρτωσης.
208 Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της εκτίμησης της αιτίασης της Google και της Alphabet σχετικά με την φερόμενη έλλειψη απόδειξης της σχέσης μεταξύ των μεριδίων χρήσης και της προεγκατάστασης, το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε, στις σκέψεις 570 έως 584 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι τα στοιχεία που προέβαλε η Επιτροπή τεκμηρίωναν την απόδειξή της σχετικά με το ότι η προεγκατάσταση συνιστούσε πλεονέκτημα το οποίο δεν μπορούσε να αντισταθμιστεί από τους ανταγωνιστές. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε, στη σκέψη 574 της ως άνω απόφασης, ότι η θέση της Επιτροπής εκκινούσε από την προκατάληψη υπέρ του status quo την οποία άλλωστε είχε αποδείξει. Όσον αφορά, ειδικότερα, το επιχείρημα της Google και της Alphabet σχετικά με την ποιοτική υπεροχή των προϊόντων τους, το οποίο εξηγούσε κατ’ αυτές τις εξελίξεις των μεριδίων αγοράς, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 575 της εν λόγω απόφασης, ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη, στο συγκεκριμένο πλαίσιο της εκτίμησης στοιχείων που επιβεβαιώνουν αποδεδειγμένη προκατάληψη υπέρ του status quo, να προσδιορίσει επακριβώς αν η εν λόγω εξέλιξη οφειλόταν στην εν λόγω ποιοτική υπεροχή.
209 Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε, στη σκέψη 583 της ίδιας απόφασης, ότι, λαμβανομένης υπόψη της τάσης παγίωσης της κατάστασης που σχετιζόταν με τους περί προεγκατάστασης όρους των ΣΔΕΚΣ και ελλείψει απόδειξης της συγκεκριμένης επίδρασης της ποιοτικής υπεροχής που επικαλούνται η Google και η Alphabet όσον αφορά τις εφαρμογές τους γενικής αναζήτησης και περιήγησης, η Επιτροπή ορθώς εκτίμησε ότι τα μερίδια χρήσης της Google επιβεβαίωναν την προκατάληψη υπέρ του status quo που συνδέεται με την προεγκατάσταση.
210 Επομένως, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η Google και η Alphabet δεν μπορούν να προσάψουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι έκρινε ότι η νομιμότητα μιας συμπεριφοράς εξαρτάται αποκλειστικά από την ανάλυση των πραγματικών επιλογών των καταναλωτών. Η επίκριση αυτή απορρέει από εσφαλμένη ερμηνεία της ως άνω απόφασης, καθόσον αγνοεί το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου και, ειδικότερα, το γεγονός ότι αναλύει τα αποδεικτικά στοιχεία που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη προκατάληψης υπέρ του status quo, το οποίο δεν είναι υποθετικό.
211 Ομοίως, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Γενικό Δικαστήριο ότι έκρινε, στη σκέψη 575 της εν λόγω απόφασης, ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να αποδείξει αν η μικρότερη χρήση ανταγωνιστικών εφαρμογών οφειλόταν στους περί προεγκατάστασης όρους ή στις προτιμήσεις των χρηστών για την ποιοτική υπεροχή των εφαρμογών της Google. Συγκεκριμένα, πρώτον, η επίκριση αυτή αγνοεί το ότι το Γενικό Δικαστήριο αξιολόγησε αποδεικτικά στοιχεία τα οποία αμφισβητούν η Google και η Alphabet και τα οποία επιβεβαίωναν την προκατάληψη υπέρ του status quo που συνδέεται με την προεγκατάσταση. Δεύτερον, σύμφωνα με τη νομολογία που υπενθυμίζεται στη σκέψη 202 της παρούσας απόφασης, η Google και η Alphabet δεν μπορούν να προσάψουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι απέρριψε το επιχείρημά τους το οποίο στηριζόταν στον μη αποδεδειγμένο ισχυρισμό περί υπεροχής των προϊόντων τους, μολονότι έκρινε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή ήταν επαρκή για να αποδειχθούν τα αποτελέσματα αποκλεισμού από την αγορά λόγω της εξεταζόμενης συνδυασμένης πώλησης. Συγκεκριμένα, η Google και η Alphabet όφειλαν, σύμφωνα με τους κανόνες σχετικά με την κατανομή του βάρους απόδειξης, να καταδείξουν ότι τα προϊόντα τους ήταν ανώτερης ποιότητας και ότι, αντιθέτως προς όσα υποστήριζε η Επιτροπή, οι μεταφορτώσεις ήταν απότοκο της εν λόγω ποιότητας.
212 Η ίδια εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης οδηγεί την Google και την Alphabet στο συμπέρασμα ότι η προσέγγιση του Γενικού Δικαστηρίου παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας δικαίου ή οδηγεί σε παράλογα αποτελέσματα. Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο αρκέστηκε στο να εκτιμήσει την εξέλιξη των επιλογών των χρηστών για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η προεγκατάσταση ήταν καταχρηστική, ενώ το Γενικό Δικαστήριο απλώς επισήμανε ότι η εν λόγω εξέλιξη μπορούσε να επιβεβαιώσει αυτό που η Επιτροπή είχε κατά τα λοιπά αποδείξει επαρκώς κατά νόμον.
213 Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη σκέψη 203 της παρούσας απόφασης, δεδομένου ότι η Επιτροπή είχε αποδείξει επαρκώς κατά νόμον ότι η συμπεριφορά των χρηστών είχε στρεβλωθεί από την προεγκατάσταση που ευνοούσε τις εφαρμογές της Google εις βάρος των εφαρμογών των ανταγωνιστών της, η ύπαρξη τέτοιας προκατάληψης αποκλείει το ενδεχόμενο να θεωρηθεί ότι η επιλογή αυτή οφειλόταν, κατ’ αρχήν, στην καλύτερη απόδοση της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχείρησης.
214 Ως εκ τούτου, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί του απαράδεκτου του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως όπως προβάλλουν η Επιτροπή, το ΕΓΕΚ και η FairSearch, διαπιστώνεται ότι το σκέλος αυτό είναι αβάσιμο.
δ) Επί του τρίτου σκέλους
215 Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Google και η Alphabet υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την προεπιλεγμένη ρύθμιση ήταν κρίσιμα για την ανάλυση των περί προεγκατάστασης όρων που προβλέπουν οι ΣΔΕΚΣ, οι οποίες διέπουν την εν λόγω προεγκατάσταση.
216 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, σύμφωνα με το άρθρο 256, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και το άρθρο 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα. Το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνον αρμόδιο να προβαίνει στη διαπίστωση και εκτίμηση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και να εκτιμά τα αποδεικτικά στοιχεία. Συνεπώς, η εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών και αποδεικτικών στοιχείων δεν συνιστά, υπό την επιφύλαξη τυχόν παραμόρφωσής τους, νομικό ζήτημα υποκείμενο, καθεαυτό, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου. Η εν λόγω παραμόρφωση πρέπει να προκύπτει προδήλως από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να απαιτείται να πραγματοποιηθεί νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων (απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 2023, Changmao Biochemical Engineering κατά Επιτροπής, C‑123/21 P, EU:C:2023:708, σκέψεις 121 και 122 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
217 Εν προκειμένω, όπως παρατήρησε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 72 έως 76 των προτάσεών της, οι σκέψεις της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατά των οποίων βάλλουν η Google και η Alphabet εντάσσονται στο πλαίσιο της εκτίμησης του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τα επιχειρήματα με τα οποία αυτές αμφισβητούσαν την κρισιμότητα των αποδεικτικών στοιχείων που έλαβε υπόψη η Επιτροπή και τα οποία αφορούσαν την προεπιλεγμένη ρύθμιση και όχι την προεγκατάσταση των οικείων εφαρμογών. Στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο, προτού εξετάσει τις αιτιάσεις της Google και της Alphabet, διατύπωσε, στις σκέψεις 326 έως 339 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά, μεταξύ άλλων, με την έλλειψη πρακτικής χρησιμότητας της προτεινόμενης από αυτές διάκρισης μεταξύ προεγκατάστασης και προεπιλεγμένης ρύθμισης. Χωρίς να θέσει υπό αμφισβήτηση την ίδια τη διάκριση μεταξύ των δύο ως άνω εννοιών, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, για την εκτίμηση των αποτελεσμάτων των δύο αυτών συμπεριφορών και στο πλαίσιο της εκτίμησης των αποδεικτικών στοιχείων που επικαλέστηκε η Επιτροπή για να αποδείξει την ύπαρξη προκατάληψης υπέρ του status quo, δεν συνέτρεχε λόγος να γίνει μια τέτοια διάκριση. Με άλλα λόγια, κατά το Γενικό Δικαστήριο, δεν έπρεπε να γίνει διάκριση μεταξύ των αποτελεσμάτων της προεγκατάστασης και εκείνων της προεπιλεγμένης ρύθμισης.
218 Στις σκέψεις 331 και 332 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο αιτιολόγησε το συμπέρασμα αυτό κρίνοντας ότι, στην πράξη, δεν ήταν δυνατόν να διακριθούν τα αποτελέσματα της προεγκατάστασης από τα αποτελέσματα της προεπιλεγμένης ρύθμισης κατά την ανάλυση των αποδεικτικών στοιχείων που έλαβε υπόψη η Επιτροπή, δεδομένου ότι, μεταξύ άλλων, η ίδια η Google δεν χρησιμοποιούσε, εσωτερικά, την αυστηρή διάκριση την οποία προέβαλε στο πλαίσιο της προσφυγής της και η οποία, ως εκ τούτου, αποδείχθηκε τεχνητή. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, η διάκριση αυτή ήταν κατά μείζονα λόγο αλυσιτελής καθόσον, αφενός, η Google είχε αναγνωρίσει ότι η προεγκατάσταση αύξανε όντως την πιθανότητα να χρησιμοποιήσουν οι χρήστες τις επίμαχες εφαρμογές και, αφετέρου, οι ΣΔΕΚΣ δεν προέβλεπαν απλώς προεγκατάσταση, αλλά και προνομιακή τοποθέτηση ή προεπιλεγμένη ρύθμιση.
219 Βάσει αυτών ακριβώς των προκαταρκτικών παρατηρήσεων, το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε στη συνέχεια τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή για να αποδείξει την ύπαρξη προκληθείσας από την προεγκατάσταση προκατάληψης υπέρ του status quo, στοιχεία τα οποία αμφισβήτησαν η Google και την Alphabet. Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να λάβει υπόψη τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τα αποτελέσματα της προεγκατάστασης, εξεταζόμενα στο γενικό πλαίσιο της εφαρμογής της, δηλαδή σε πλαίσιο που περιλαμβάνει την προεπιλεγμένη ρύθμιση και την προνομιακή τοποθέτηση.
220 Οι επικρίσεις όμως τις οποίες διατυπώνουν η Google και η Alphabet σχετικά με την εκτίμηση αυτή στο πλαίσιο του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως εν μέρει απαράδεκτες και εν μέρει αβάσιμες.
221 Συγκεκριμένα, αφενός, όπως παρατηρεί η γενική εισαγγελέας στα σημεία 79 και 80 των προτάσεών της, ορισμένα από τα επιχειρήματα της Google και της Alphabet αποσκοπούν, στην πραγματικότητα, σε νέα εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Πράγματι, με τις εν λόγω επικρίσεις αμφισβητείται η σημασία των όρων «προεπιλεγμένες ρυθμίσεις» και «προεγκατάσταση», όπως αυτή προκύπτει από τα εξετασθέντα αποδεικτικά στοιχεία, ή ακόμη και η κρισιμότητα και το περιεχόμενο των αποδεικτικών στοιχείων που αφορούν τις δύο αυτές συμπεριφορές. Επομένως, δεδομένου ότι η Google και η Alphabet δεν υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία και ότι ούτε τέτοια παραμόρφωση προκύπτει προδήλως από τη δικογραφία, οι αιτιάσεις τους πρέπει να θεωρηθούν απαράδεκτες.
222 Αφετέρου, όσον αφορά τα επιχειρήματα της Google και της Alphabet με τα οποία αμφισβητείται η κρισιμότητα του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η προεγκατάσταση των επίμαχων εφαρμογών για την εκτίμηση των αποτελεσμάτων της, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, προκειμένου να αποδειχθούν τα ενδεχόμενα αντίθετα στον ανταγωνισμό αποτελέσματα μιας συμπεριφοράς, η συμπεριφορά αυτή πρέπει να αναλυθεί εντός του πλαισίου της, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών. Τούτο συμβαίνει, ειδικότερα, όταν διάφορες συμπεριφορές είναι αλληλένδετες κατά τέτοιον τρόπον ώστε να παράγουν τα αποτελέσματά τους συνδυαστικά και θα ήταν τεχνητή η διάκριση των αποτελεσμάτων της μιας από τα αποτελέσματα της άλλης. Κατόπιν δε εκτίμησης των πραγματικών περιστατικών, η οποία δεν αμφισβητείται και δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να την αμφισβητήσει, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι τούτο ίσχυε για την προεγκατάσταση και την προεπιλεγμένη ρύθμιση των οικείων εφαρμογών.
223 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει απαράδεκτο και εν μέρει αβάσιμο.
ε) Επί του τέταρτου σκέλους
224 Με το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Google και η Alphabet υποστηρίζουν κατ’ ουσίαν ότι η Επιτροπή είχε την υποχρέωση να αποδείξει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των περί προεγκατάστασης όρων που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ και των φερόμενων αντίθετων στον ανταγωνισμό αποτελεσμάτων χρησιμοποιώντας ένα ρεαλιστικό αντίστροφο σενάριο προκειμένου να εξετάσει αν ένα καθεστώς παραχώρησης χρήσης ανοικτού τύπου όπως αυτό του ΛΣ Android θα ήταν δυνατό χωρίς τους εν λόγω περί προεγκατάστασης όρους. Πλην όμως, το Γενικό Δικαστήριο, καθόσον έκρινε ότι η Επιτροπή δεν υπείχε τέτοια υποχρέωση, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
225 Συναφώς, όσον αφορά, πρώτον, την ανάγκη χρήσης αντίστροφου σεναρίου, επισημαίνεται ότι, όπως τόνισε και η γενική εισαγγελέας στα σημεία 93 και 94 των προτάσεών της, μολονότι εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της επίμαχης καταχρηστικής συμπεριφοράς και των αντίθετων στον ανταγωνισμό αποτελεσμάτων της, εντούτοις, στο πλαίσιο αυτό, δύναται να στηριχθεί σε ένα σύνολο αποδεικτικών στοιχείων, χωρίς να υποχρεούται να χρησιμοποιεί συστηματικά ενιαία μεθοδολογία, ιδίως ανάλυση αντίστροφου σεναρίου, προκειμένου να αποδείξει την ύπαρξη τέτοιας αιτιώδους συνάφειας [πρβλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, Google και Alphabet κατά Επιτροπής (Google Shopping), C‑48/22 P, EU:C:2024:726, σκέψεις 228 και 229].
226 Για να αποδειχθεί κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, αρκεί να αποδεικνύεται ότι η επίμαχη συμπεριφορά είναι ικανή να παραγάγει αποτελέσματα αποκλεισμού. Αντιθέτως, δεν απαιτείται να αποδεικνύονται τα συγκεκριμένα αποτελέσματά της. Επομένως, το γεγονός ότι, σε αντίθεση με τους ανταγωνιστές της, μόνον η κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση ήταν σε θέση να επηρεάσει κατά τρόπο εισάγοντα διακρίσεις τη συμπεριφορά των πελατών ή των χρηστών εις βάρος των εν λόγω ανταγωνιστών αρκεί ενδεχομένως για να αποδειχθεί ότι η επίμαχη συμπεριφορά ήταν ικανή να θίξει τον αποτελεσματικό και ανόθευτο ανταγωνισμό [πρβλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, Google και Alphabet κατά Επιτροπής (Google Shopping), C‑48/22 P, EU:C:2024:726, σκέψεις 223 έως 229].
227 Εν προκειμένω, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η Google και η Alphabet προσήψαν στην Επιτροπή ότι δεν προέβη σε πλήρη ανάλυση του οικονομικού και νομικού πλαισίου των ΣΔΕΚΣ, διότι παρέλειψε να εξετάσει τις νέες ευκαιρίες που δημιουργήθηκαν για τους ανταγωνιστές και το ότι οι ΣΔΕΚΣ αποτελούσαν προϋπόθεση sine qua non προκειμένου το καθεστώς δωρεάν παραχώρησης άδειας χρήσης που αναπτύχθηκε για το ΛΣ Android να είναι βιώσιμο.
228 Συναφώς, υπογραμμίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στις σκέψεις 590 έως 594 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη, να επικεντρωθεί στην απόδειξη των αντίθετων στον ανταγωνισμό αποτελεσμάτων των περί προεγκατάστασης όρων που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ χωρίς να εξετάσει το σύνολο του καθεστώτος δωρεάν παραχώρησης άδειας χρήσης του ΛΣ Android. Μολονότι υπενθύμισε ότι η Επιτροπή είχε λάβει δεόντως υπόψη το σύνολο των κρίσιμων περιστάσεων, το Γενικό Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να εξακριβώσει αν το θεσμικό αυτό όργανο είχε διενεργήσει ανάλυση αντίστροφου σεναρίου, η οποία δεν είναι υποχρεωτική, σύμφωνα με τις σκέψεις 225 και 226 της παρούσας απόφασης.
229 Όσον αφορά, δεύτερον, τη συνεκτίμηση των θετικών για τον ανταγωνισμό αποτελεσμάτων, υπενθυμίζεται ότι, όταν μια αρχή ανταγωνισμού διαπιστώνει ότι συμπεριφορά κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχείρηση ενδέχεται να βλάψει τον αποτελεσματικό και ανόθευτο ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά, η εν λόγω επιχείρηση εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να αποδείξει, προκειμένου η συμπεριφορά αυτή να μη θεωρηθεί ως καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης, ότι είναι ή ήταν αντικειμενικά δικαιολογημένη, είτε από ορισμένες περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, οι οποίες πρέπει ιδίως να βρίσκονται εκτός της σφαίρας της οικείας επιχείρησης είτε, λαμβανομένου υπόψη του απώτερου σκοπού του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, από το συμφέρον των καταναλωτών (απόφαση της 12ης Μαΐου 2022, Servizio Elettrico Nazionale κ.λπ., C‑377/20, EU:C:2022:379, σκέψη 84).
230 Σύμφωνα όμως με τη νομολογία αυτή, η Google και η Alphabet δεν μπορούν να προσάψουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπόψη τα θετικά για τον ανταγωνισμό αποτελέσματα που προέβαλαν ενώπιόν του. Πράγματι, μολονότι, κατά το στάδιο της απόδειξης του αντίθετου στον ανταγωνισμό χαρακτήρα μιας συμπεριφοράς, η αρχή ανταγωνισμού οφείλει, σύμφωνα με τη νομολογία που υπενθυμίζεται στη σκέψη 190 της παρούσας απόφασης, να λάβει υπόψη το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η συμπεριφορά αυτή, εναπόκειται στην επιχείρηση να αποδείξει ότι η εν λόγω συμπεριφορά ήταν αντικειμενικά δικαιολογημένη. Κατά τα λοιπά, διαπιστώνεται επ’ αυτού ότι το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε, στις σκέψεις 599 έως 619 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τα επιχειρήματα σχετικά με ενδεχόμενα θετικά για τον ανταγωνισμό αποτελέσματα τα οποία είχαν προβάλει ενώπιόν του η Google και η Alphabet, χωρίς η εκτίμηση αυτή να αμφισβητείται κατ’ αναίρεση.
231 Επομένως, το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
232 Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται στο σύνολό του.
Β. Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
233 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος διαιρείται σε δύο σκέλη, η Google και η Alphabet προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι εσφαλμένως επικύρωσε την επίδικη απόφαση, παρά την παράλειψη της Επιτροπής να αποδείξει, στην απόφαση αυτή, ότι οι περί προεγκατάστασης όροι που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ ήταν ικανοί να αποκλείσουν από την αγορά εξίσου αποτελεσματικούς ανταγωνιστές.
234 Κατά πάγια νομολογία, συμπεριφορά η οποία δεν είναι ικανή να αποκλείσει από την αγορά εξίσου αποτελεσματικούς ανταγωνιστές δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 102 ΣΛΕΕ. Η Επιτροπή όμως απέκλινε από τη νομολογία αυτή χωρίς να επικριθεί προς τούτο από το Γενικό Δικαστήριο.
235 Η Google και η Alphabet, όπως και η HMD, διευκρινίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο, όπως άλλωστε και η Επιτροπή, δεν απέδειξε ότι οι περί προεγκατάστασης όροι που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ ήταν ικανοί να αποκλείσουν εξίσου αποτελεσματικούς ανταγωνιστές, μολονότι προέβη στην ανάλυση αυτή στο πλαίσιο της εκτίμησης της νομιμότητας των ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο.
236 Το Γενικό Δικαστήριο ακολούθησε προσέγγιση η οποία είχε ως αποτέλεσμα, αφενός, να παραβλέψει την έννοια του «αποκλεισμού», παραλείποντας να λάβει υπόψη τις υπάρχουσες ευκαιρίες για τους ανταγωνιστές, και, αφετέρου, να κρίνει εσφαλμένως ότι το κριτήριο του ΕΑΑ εφαρμόζεται μόνο στις συμπεριφορές τιμολογιακού χαρακτήρα. Ειδικότερα, εσφαλμένως έκρινε το Γενικό Δικαστήριο ότι οι περί προεγκατάστασης όροι που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ ήταν παράνομοι για τον λόγο και μόνον ότι, στην πράξη, δεν ισοσταθμίζονταν από τους ανταγωνιστές, τούτο δε ανεξαρτήτως του ζητήματος αν οι εν λόγω ανταγωνιστές ήταν λιγότερο αποτελεσματικοί. Ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει αν τα αποτελέσματα που παρατηρήθηκαν οφείλονταν στον υγιή ανταγωνισμό ή αν αποτελούσαν συνέπεια αντίθετου στον ανταγωνισμό αποκλεισμού.
237 Η CCIA υποστηρίζει, πρώτον, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο συγχέοντας τις έννοιες του «σημαντικού ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος» και του «αποκλεισμού». Με τον τρόπο αυτόν, το Γενικό Δικαστήριο απάλλαξε την Επιτροπή από την υποχρέωση να αναλύσει τα αποτελέσματα της προβαλλόμενης συμπεριφοράς. Κατά τη νομολογία όμως, για να διαπιστωθεί παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, πρέπει να αποδειχθεί τόσο η παραβατική συμπεριφορά όσο και τα αποτελέσματά της. Οι δύο αυτές πτυχές δεν πρέπει να συγχέονται. Η προσέγγιση που υιοθέτησε το Γενικό Δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την ασφάλεια δικαίου που απορρέει από την ως άνω νομολογία, διότι δεν εξαρτά, στην πράξη, τη νομιμότητα της προεγκατάστασης εφαρμογών από το ζήτημα αν οι χρήστες παραμένουν ελεύθεροι να μεταφορτώσουν ανταγωνιστικές υπηρεσίες, αλλά από το αν όντως το πράττουν. Τούτο ισοδυναμεί, εν τέλει, με εσφαλμένη σύγχυση των εννοιών της «συσχέτισης» και της «αιτιώδους συνάφειας».
238 Η Opera επισημαίνει ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε, στην επίδικη απόφαση, την ύπαρξη κινδύνου αποκλεισμού των ανταγωνιστών από την αγορά. Συγκεκριμένα, το εν λόγω θεσμικό όργανο υποστήριξε, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ότι δεν ήταν υποχρεωμένο να προβεί σε τέτοια απόδειξη. Το Γενικό Δικαστήριο όμως υποκατέστησε, ως προς το σημείο αυτό, την εκτίμηση της Επιτροπής με τη δική του, καθόσον έκρινε ότι η Επιτροπή είχε πράγματι διαπιστώσει κίνδυνο αποκλεισμού των ανταγωνιστών από την αγορά. Μολονότι, ασφαλώς, οι περί προεγκατάστασης όροι που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ ενίσχυσαν την ευρεία διανομή των υπηρεσιών της Google κατά αποτελεσματικό τρόπο, εντούτοις οι όροι αυτοί δεν είχαν ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό των ανταγωνιστών. Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο ως άνω συμπέρασμα προβαίνοντας σε εκτιμήσεις ως προς τα πραγματικά περιστατικά, ιδίως κατά την ανάλυση των αποτελεσμάτων του ΕΟΣ, και επαναλαμβάνοντας την τυπολατρική προσέγγιση που υιοθέτησε η Επιτροπή.
239 Κατά την Επιτροπή, τη FairSearch και τη Seznam, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι εν μέρει απαράδεκτος, εν μέρει αλυσιτελής και, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμος.
α) Επί του πρώτου σκέλους
240 Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε αν η σύνδεση της πώλησης της εφαρμογής Google Search με την πώληση του Play Store ήταν ικανή να αποκλείσει από την αγορά τις υπηρεσίες γενικής αναζήτησης που προσφέρονται από εξίσου αποτελεσματικούς ανταγωνιστές.
241 Το σκέλος αυτό περιλαμβάνει τρεις αιτιάσεις, κατά τις οποίες η Επιτροπή όφειλε, πρώτον, να εξετάσει τον αντίκτυπο της επίδικης συμπεριφοράς σε σχέση με την κάλυψη, τη διάρκεια και τη λειτουργία της, δεύτερον, να προβεί στην ανάλυση αυτή σε σχέση με υποθετικούς εξίσου αποτελεσματικούς ανταγωνιστές, και, τρίτον, να διαπιστώσει αν η ως άνω συμπεριφορά στερούσε από τους εν λόγω ανταγωνιστές τη δυνατότητα αποτελεσματικού ανταγωνισμού.
1) Επί της πρώτης αιτίασης
242 Η Google και η Alphabet υποστηρίζουν ότι, κατά πάγια νομολογία, η κάλυψη της σχετικής αγοράς από την επίμαχη συμπεριφορά πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό του αντίκτυπού της στον ανταγωνισμό. Το Γενικό Δικαστήριο ανέλυσε μεν το εν λόγω ποσοστό κάλυψης για τις ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο, αλλά εσφαλμένως αρνήθηκε να το λάβει υπόψη όσον αφορά τις ΣΔΚΕΣ στη σκέψη 544 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
243 Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε δύο επιπλέον σφάλματα, καθόσον επισήμανε ότι η κάλυψη των ΣΔΕΚΣ ήταν, εν πάση περιπτώσει, αρκούντως σημαντική για να θεμελιώσει τη διαπίστωση κατάχρησης. Πρώτον, βάσει παρόμοιων ποσοστών κάλυψης για τις ΣΔΕΚΣ και τις ΣΚΕ για τα έτη 2013 και 2014, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε σε αντίθετα συμπεράσματα, πράγμα που είναι παράλογο. Δεύτερον, για τα έτη 2015 και 2016, το ποσοστό κάλυψης που λαμβάνεται υπόψη είναι σημαντικά χαμηλότερο από εκείνο που διαπιστώνεται συνήθως όταν εντοπίζεται κατάχρηση.
244 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ως άνω αιτίαση είναι αλυσιτελής και, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμη. Η FairSearch θεωρεί ότι η εν λόγω αιτίαση είναι απαράδεκτη καθόσον με αυτήν ζητείται από το Δικαστήριο νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.
2) Επί της δεύτερης αιτίασης
245 Η Google και η Alphabet υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη επικυρώνοντας την επίδικη απόφαση, μολονότι, στην απόφαση αυτή, η Επιτροπή δεν τήρησε τις απαιτήσεις που επιβάλλει το κριτήριο του ΕΑΑ, ήτοι την υποχρέωσή της να αποδείξει ότι οι περί προεγκατάστασης όροι που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ ήταν ικανοί να αποκλείσουν εξίσου αποτελεσματικές ανταγωνιστικές εφαρμογές γενικής αναζήτησης και προγράμματα περιήγησης.
246 Ενώ το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε ορθώς το εν λόγω κριτήριο για τις ΣΚΕ, δεν έπραξε το ίδιο για τις ΣΔΚΕΣ. Ωστόσο, το ως άνω κριτήριο έχει γενική ισχύ και δεν εφαρμόζεται μόνο στις τιμολογιακές πρακτικές. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στις σκέψεις 577 και 578 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι οι επίμαχοι περί προεγκατάστασης όροι ήταν καταχρηστικοί διότι μπορούσαν να αποκλείσουν υπηρεσίες που ήταν τεχνικώς ικανές να ικανοποιήσουν τον καταναλωτή, βάσει πολλαπλών παραγόντων, όπως η προστασία της ιδιωτικής ζωής, οι γλωσσικές ιδιαιτερότητες ή η τεχνική ποιότητα.
247 Ομοίως, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε αν εξίσου αποτελεσματικοί ανταγωνιστές θα μπορούσαν να επιτύχουν προεγκατάσταση των εφαρμογών τους, παράλληλα με την εφαρμογή Google Search. Το Γενικό Δικαστήριο, αντιθέτως προς το κριτήριο που εφάρμοσε στις ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο, εφάρμοσε εναλλακτικό κριτήριο. Ανέπτυξε το σκεπτικό του παραπέμποντας στους υφιστάμενους ανταγωνιστές χωρίς να αποδείξει ότι ήταν εξίσου αποτελεσματικοί.
248 Η Gigaset προσθέτει ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως δέχθηκε ότι αρκούσε να αποδείξει η Επιτροπή ότι οι περί προεγκατάστασης όροι που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ μπορούσαν να αποκλείσουν υπηρεσίες οι οποίες ήταν τεχνικώς ικανές να ικανοποιήσουν τις ανάγκες των καταναλωτών, ανεξαρτήτως της αποτελεσματικότητας και της ελκυστικότητάς τους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαιώνει προσέγγιση αντίθετη προς τη νομολογία του Δικαστηρίου.
249 Το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως στηρίχθηκε στη συμπεριφορά των χρηστών για να συναγάγει ότι οι ως άνω όροι παρήγαν πράγματι αποτελέσματα αποκλεισμού από την αγορά. Συγκεκριμένα, η πραγματική επιλογή του χρήστη υπέρ του προϊόντος επιχείρησης κατέχουσας δεσπόζουσα θέση δεν μπορεί, αφ’ εαυτής, να θεμελιώσει την ύπαρξη καταχρηστικής συμπεριφοράς, δεδομένου ότι μπορεί απλώς να αντανακλά την πραγματική προτίμηση του χρήστη, η οποία ουδόλως σχετίζεται με τα φερόμενα παράνομα αποτελέσματα αποκλεισμού που επιφέρει η συμπεριφορά της επιχείρησης αυτής. Επομένως, η εν λόγω προσέγγιση παραβιάζει τις αρχές του τεκμηρίου αθωότητας και της ασφάλειας δικαίου.
250 Η HMD υποστηρίζει ότι η μη εφαρμογή του κριτηρίου του EAA, όπως απορρέει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου. Εξάλλου, το κριτήριο αυτό έχει γενική ισχύ στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, όπως προκύπτει από τη νομολογία.
251 Η Επιτροπή, το ΕΓΕΚ, η FairSearch και η Seznam θεωρούν ότι η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη.
3) Επί της τρίτης αιτίασης
252 Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Google και της Alphabet, το Γενικό Δικαστήριο, κατά παράβαση της νομολογίας, παρέλειψε να εξετάσει αν οι εναπομένουσες ευκαιρίες για τους ανταγωνιστές αρκούσαν ώστε να τους παράσχουν τη δυνατότητα να ανταγωνιστούν με αξιόπιστο τρόπο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο συγχέει τις έννοιες του «σημαντικού ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος» και του «αποκλεισμού», κατά παράβαση του κρίσιμου νομικού κριτηρίου. Συναφώς, δεν αρκεί να αποδειχθεί ότι συγκεκριμένη συμπεριφορά καθιστά δυσχερέστερο τον ανταγωνισμό στην οικεία αγορά.
253 Η Επιτροπή και το ΕΓΕΚ υποστηρίζουν ότι η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη. Κατά τη FairSearch, η εν λόγω αιτίαση είναι απαράδεκτη.
β) Επί του δεύτερου σκέλους
254 Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, το οποίο περιλαμβάνει δύο αιτιάσεις, η Google και η Alphabet υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως παρέλειψε να εξετάσει αν η σύνδεση της πώλησης του προγράμματος περιήγησης Chrome με το Play Store και την εφαρμογή Google Search ήταν ικανή να αποκλείσει εξίσου αποτελεσματικά ανταγωνιστικά προγράμματα περιήγησης.
255 Η Επιτροπή υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε ότι ορθώς η Επιτροπή είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η συνδυασμένη πώληση του προγράμματος περιήγησης Chrome με το Play Store και την εφαρμογή Google Search ήταν ικανή να περιορίσει τον ανταγωνισμό.
1) Επί της πρώτης αιτίασης
256 Κατά την Google και την Alphabet, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον εξέτασε τη νομιμότητα της συνδυασμένης πώλησης του προγράμματος περιήγησης Chrome με σημείο αναφοράς γεωγραφική αγορά διαφορετική από την οριζόμενη στην επίδικη απόφαση. Ενώ στην επίδικη απόφαση η Επιτροπή είχε δεχθεί για τη συμπεριφορά αυτή την ύπαρξη παγκόσμιας γεωγραφικής αγοράς (συμπεριλαμβανομένης της Κίνας), το Γενικό Δικαστήριο επικεντρώθηκε μόνο στον ΕΟΧ και μάλιστα αμφισβήτησε την κρισιμότητα της ύπαρξης παγκόσμιας αγοράς. Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους δεν συνυπολογίστηκαν οι συσκευές που διατέθηκαν στο εμπόριο στην Κίνα.
257 Κατά την Επιτροπή, το ΕΓΕΚ και τη FairSearch, η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη και, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμη.
2) Επί της δεύτερης αιτίασης
258 Ομοίως, το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως εφάρμοσε κατ’ αναλογίαν τις διαπιστώσεις σχετικά με τη συνδυασμένη πώληση της εφαρμογής Google Search στη συνδυασμένη πώληση του προγράμματος περιήγησης Chrome, παραβλέποντας τις σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο αυτών περιπτώσεων συνδυασμένης πώλησης. Πρώτον, ο βαθμός κατά τον οποίον ήταν ευδιάκριτο ή προσβάσιμο το πρόγραμμα περιήγησης Chrome ήταν χαμηλότερος σε σχέση με την εφαρμογή Google Search. Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο δεν εκτίμησε ορθώς την ικανότητα των ανταγωνιστών να επιτύχουν παράλληλη προεγκατάσταση. Επ’ αυτού, οι εκτιμήσεις σχετικά με τις ΣΚΕ δεν ασκούν επιρροή. Τρίτον, έκρινε, χωρίς καμία αιτιολογία, ότι το ποσοστό μεταφόρτωσης ανταγωνιστικών προγραμμάτων περιήγησης ήταν ανεπαρκές. Τέταρτον, το Γενικό Δικαστήριο δεν εκτίμησε ορθώς τις συνθήκες ανταγωνισμού στις σχετικές αγορές. Πέμπτον, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά στοιχεία τα οποία μνημονεύονταν στην επίδικη απόφαση.
259 Κατά την Επιτροπή, το ΕΓΕΚ και τη FairSearch, η δεύτερη αιτίαση είναι απαράδεκτη διότι ισοδυναμεί κατ’ ουσίαν με αμφισβήτηση των πραγματικών διαπιστώσεων του Γενικού Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει, είναι αβάσιμη.
2. Εκτίμηση του Δικαστηρίου
260 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Google και η Alphabet υποστηρίζουν κατ’ ουσίαν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να αποδείξει ότι οι περί προεγκατάστασης όροι που προβλέπονται στις ΣΔΚΕΣ ήταν ικανοί να αποκλείσουν εξίσου αποτελεσματικούς ανταγωνιστές, μολονότι η ίδια η Επιτροπή είχε προβεί σε τέτοια απόδειξη όσον αφορά τις ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο.
α) Γενικές εκτιμήσεις
261 Προκαταρκτικώς, πρέπει να παρασχεθούν διευκρινίσεις σχετικά με την εκτίμηση της ικανότητας μιας συμπεριφοράς να παραγάγει αποτελέσματα αποκλεισμού από την αγορά για τους σκοπούς του χαρακτηρισμού της ως κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης, κατά την έννοια του άρθρου 102 ΣΛΕΕ.
262 Κατά πάγια νομολογία, ο ειδικός σκοπός ο οποίος αποδίδεται στο άρθρο 102 ΣΛΕΕ είναι να αποφευχθεί το ενδεχόμενο η συμπεριφορά επιχείρησης που κατέχει δεσπόζουσα θέση να έχει ως αποτέλεσμα, επί ζημία των καταναλωτών, να κωλύεται η διατήρηση του υφισταμένου στην αγορά ανταγωνισμού ή η ανάπτυξή του, λόγω της χρήσης διαφορετικών μεθόδων ή μέσων από εκείνα που διέπουν τον κανονικό ανταγωνισμό (απόφαση της 12ης Μαΐου 2022, Servizio Elettrico Nazionale κ.λπ., C‑377/20, EU:C:2022:379, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
263 Σε μια αγορά όπου, ακριβώς λόγω της παρουσίας μίας ή πλειόνων επιχειρήσεων που κατέχουν δεσπόζουσα θέση, ο ανταγωνισμός είναι ήδη εξασθενημένος, συνιστούν τέτοιες συμπεριφορές εκείνες οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα να κωλύεται η διατήρηση του υφισταμένου στην αγορά ανταγωνισμού ή η ανάπτυξή του, λόγω της χρήσης διαφορετικών μέσων από εκείνα που διέπουν τον υγιή ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων [πρβλ. αποφάσεις της 21ης Δεκεμβρίου 2023, European Superleague Company, C‑333/21, EU:C:2023:1011, σκέψη 125 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, Google και Alphabet κατά Επιτροπής (Google Shopping), C‑48/22 P, EU:C:2024:726, σκέψη 88].
264 Προκειμένου να διαπιστωθεί ο καταχρηστικός χαρακτήρας μιας πρακτικής αποκλεισμού, η αρχή ανταγωνισμού οφείλει να αποδείξει, αφενός, ότι η πρακτική αυτή στηριζόταν στη χρήση μέσων διαφορετικών από εκείνα που εντάσσονται στο πλαίσιο του υγιούς ανταγωνισμού. Αφετέρου, η εν λόγω αρχή οφείλει να αποδείξει ότι η ίδια πρακτική είχε την ικανότητα, όταν τέθηκε σε εφαρμογή, να παραγάγει ένα τέτοιο αποτέλεσμα αποκλεισμού, υπό την έννοια ότι ήταν ικανή να καταστήσει δυσχερέστερη την είσοδο ή την παραμονή των ανταγωνιστών στην επίμαχη αγορά, και ότι, με τον τρόπο αυτό, μπορούσε να έχει αντίκτυπο στη διάρθρωση της αγοράς. Οι δύο αυτές προϋποθέσεις είναι σωρευτικές (πρβλ. απόφαση της 12ης Μαΐου 2022, Servizio Elettrico Nazionale, C‑377/20, EU:C:2022:379, σκέψεις 61 και 103 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
265 Όσον αφορά, πρώτον, την προϋπόθεση κατά την οποία η οικεία συμπεριφορά πρέπει να αποκλίνει από τον υγιή ανταγωνισμό, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι η έννοια του «υγιούς ανταγωνισμού» αναφέρεται, κατ’ αρχήν, σε μια κατάσταση ανταγωνισμού από την οποία οι καταναλωτές επωφελούνται μέσω των χαμηλότερων τιμών, της καλύτερης ποιότητας και της μεγαλύτερης επιλογής νέων ή βελτιωμένων προϊόντων ή υπηρεσιών. Πρέπει ιδίως να θεωρηθεί ότι εμπίπτουν στην έννοια του υγιούς ανταγωνισμού οι συμπεριφορές που έχουν ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση των επιλογών των καταναλωτών με τη διάθεση στην αγορά νέων προϊόντων ή με την αύξηση της ποσότητας ή της ποιότητας των ήδη προσφερόμενων προϊόντων (πρβλ. απόφαση της 12ης Μαΐου 2022, Servizio Elettrico Nazionale, C‑377/20, EU:C:2022:379, σκέψη 85).
266 Υπό την έννοια αυτή, το γεγονός ότι μια επιχείρηση κατέχει δεσπόζουσα θέση δεν μπορεί να της στερήσει ούτε το δικαίωμα να προστατεύσει τα εμπορικά της συμφέροντα, όταν αυτά προσβάλλονται, ούτε την ευχέρεια να προβαίνει, σε εύλογο βαθμό, στις πράξεις που κρίνει κατάλληλες για την προστασία τέτοιων συμφερόντων [πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2020, Generics (UK) κ.λπ., C‑307/18, EU:C:2020:52, σκέψεις 148 και 149 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
267 Ως εκ τούτου, το άρθρο 102 ΣΛΕΕ δεν αποσκοπεί στο να εμποδίσει τις επιχειρήσεις να κατακτήσουν, με την αξία τους, δεσπόζουσα θέση εντός μίας ή πλειόνων αγορών ούτε στο να διασφαλίσει ότι οι λιγότερο αποτελεσματικές ανταγωνίστριες των επιχειρήσεων που κατέχουν δεσπόζουσα θέση θα παραμείνουν στην αγορά. Αντιθέτως, ο υγιής ανταγωνισμός δύναται εξ ορισμού να έχει ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση από την επίμαχη αγορά ή την περιθωριοποίηση ανταγωνιστριών επιχειρήσεων λιγότερο αποτελεσματικών και, ως εκ τούτου, λιγότερο ελκυστικών για τους καταναλωτές ιδίως από απόψεως τιμών, παραγωγής, επιλογών, ποιότητας ή καινοτομίας [απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, Google και Alphabet κατά Επιτροπής (Google Shopping), C‑48/22 P, EU:C:2024:726, σκέψη 164 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
268 Όταν αρχή ανταγωνισμού προτίθεται να αποδείξει ότι μια συμπεριφορά αποκλίνει από τον υγιή ανταγωνισμό, δύναται να αναλύσει την ικανότητα ενός υποθετικού εξίσου αποτελεσματικού αλλά μη κατέχοντος δεσπόζουσα θέση ανταγωνιστή να αντιγράψει την εν λόγω συμπεριφορά (πρβλ. απόφαση της 12ης Μαΐου 2022, Servizio Elettrico Nazionale, C‑377/20, EU:C:2022:379, σκέψη 82).
269 Εντούτοις, όπως επισήμανε κατ’ ουσίαν η γενική εισαγγελέας στα σημεία 106 και 127 των προτάσεών της, ορισμένες συμπεριφορές συνιστούν κατ’ αρχήν, χωρίς να απαιτείται τέτοια ανάλυση, μέσα που αποκλίνουν από τον υγιή ανταγωνισμό. Αυτό ισχύει ιδίως για τις συνδυασμένες πωλήσεις που συνίστανται στην προσφορά συγκεκριμένου προϊόντος («συνδέον προϊόν») αποκλειστικά μαζί με άλλο προϊόν («συνδεόμενο προϊόν»). Πράγματι, μια τέτοια ανάλυση δεν είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί αν ο πελάτης έχει την επιλογή να λάβει το συνδέον προϊόν χωρίς το συνδεόμενο προϊόν. Επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση σε μία ή περισσότερες αγορές προϊόντων («αγορά του συνδέοντος προϊόντος») μπορεί να ζημιώσει τους καταναλωτές με την πρακτική των συνδυαστικών πωλήσεων, καθόσον κλείνει την αγορά των άλλων προϊόντων που αποτελούν αντικείμενο της συνδυασμένης πώλησης («αγορά του συνδεόμενου προϊόντος») και, εμμέσως, την αγορά του συνδέοντος προϊόντος.
270 Όσον αφορά, δεύτερον, την προϋπόθεση σχετικά με την ικανότητα παραγωγής αποτελεσμάτων αποκλεισμού από την αγορά, όπως προκύπτει από τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 187 της παρούσας απόφασης, η αρχή ανταγωνισμού οφείλει να αποδείξει ότι η επίμαχη συμπεριφορά έχει ως πραγματικό ή δυνητικό αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού αποκλείοντας υποθετικές εξίσου αποτελεσματικές ανταγωνιστικές επιχειρήσεις από τη σχετική ή τις σχετικές αγορές ή εμποδίζοντας την ανάπτυξή τους στις αγορές αυτές, υπό τη διευκρίνιση ότι οι εν λόγω αγορές μπορεί να είναι τόσο εκείνες στις οποίες υφίσταται δεσπόζουσα θέση όσο και εκείνες, συναφείς ή όμορες, στις οποίες η ως άνω συμπεριφορά πρόκειται να παραγάγει τα πραγματικά ή δυνητικά αποτελέσματά της.
271 Πέραν των συμπεριφορών οι οποίες έχουν ως πραγματικό ή δυνητικό αποτέλεσμα τον περιορισμό του υγιούς ανταγωνισμού διά του αποκλεισμού των εξίσου αποτελεσματικών ανταγωνιστριών επιχειρήσεων από τη σχετική αγορά ή από τις σχετικές αγορές, μπορούν επίσης να χαρακτηρισθούν ως «καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης» συμπεριφορές οι οποίες αποδεδειγμένα έχουν είτε ως πραγματικό ή δυνητικό αποτέλεσμα είτε ως αντικείμενο να εμποδίζουν, σε προηγούμενο στάδιο, διά της επιβολής φραγμών όσον αφορά την είσοδο στην αγορά ή διά της χρήσης άλλων μέτρων στεγανοποίησης ή άλλων μέσων διαφορετικών από εκείνα που διέπουν τον υγιή ανταγωνισμό, δυνητικώς ανταγωνίστριες επιχειρήσεις ακόμη και από το να αποκτήσουν πρόσβαση στη σχετική αγορά ή στις σχετικές αγορές και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να εμποδίζουν την εντός των εν λόγω αγορών ανάπτυξη του ανταγωνισμού εις βάρος των καταναλωτών, περιορίζοντας σε αυτές την παραγωγή, την ανάπτυξη εναλλακτικών προϊόντων ή υπηρεσιών ή, ακόμη, την καινοτομία (απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, European Superleague Company, C‑333/21, EU:C:2023:1011, σκέψη 131 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
272 Όσον αφορά το ζήτημα αν το άρθρο 102 ΣΛΕΕ συνεπάγεται συστηματική υποχρέωση της Επιτροπής να εξετάζει την αποτελεσματικότητα των ανταγωνιστών, πραγματικών ή υποθετικών, της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχείρησης, έχει κριθεί ότι, ασφαλώς, σκοπός του άρθρου αυτού δεν είναι να διασφαλίσει την παραμονή στην αγορά ανταγωνιστών λιγότερο αποτελεσματικών από την κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση. Εντούτοις, εξ αυτού δεν συνάγεται ότι η διαπίστωση παράβασης υπό το πρίσμα της ανωτέρω διάταξης εξαρτάται από την απόδειξη ότι η οικεία συμπεριφορά είναι ικανή να εκτοπίσει έναν εξίσου αποτελεσματικό ανταγωνιστή [πρβλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, Google και Alphabet κατά Επιτροπής (Google Shopping), C‑48/22 P, EU:C:2024:726, σκέψεις 263 και 264].
273 Είναι αληθές ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η ανάλυση αυτή μπορεί να είναι κρίσιμη τόσο για τις τιμολογιακές όσο και για τις μη τιμολογιακές πρακτικές, αναλόγως των περιστάσεων. Ωστόσο, όπως παρατήρησε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 131 και 132 των προτάσεών της, και σύμφωνα με τη νομολογία που υπενθυμίζεται στη σκέψη 271 της παρούσας απόφασης, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες δεν είναι εφικτό ή χρήσιμο να στηριχθεί η ανάλυση των αποτελεσμάτων αποκλεισμού που προκαλεί συγκεκριμένη συμπεριφορά στο ζήτημα αν ένας εξίσου αποτελεσματικός ανταγωνιστής θα μπορούσε να αντιγράψει την εν λόγω συμπεριφορά. Τούτο συμβαίνει ιδίως όταν η διάρθρωση της αγοράς, η οποία συνδέεται, για παράδειγμα, με ένα οικοσύστημα που χαρακτηρίζεται από σημαντικούς φραγμούς και αποτελέσματα δικτύου, αλλά και η επίμαχη συμπεριφορά καθιστούν πρακτικώς αδύνατη την είσοδο στην αγορά, τη διατήρηση ή ακόμη και την εμφάνιση ενός εξίσου αποτελεσματικού ανταγωνιστή.
274 Κατά τα λοιπά, εναπόκειται στην αρχή ανταγωνισμού να αποδείξει, με βάση ακριβή και συγκεκριμένα στοιχεία ανάλυσης και αποδεικτικά στοιχεία, ότι η επίμαχη συμπεριφορά είναι ικανή να έχει αποτελέσματα αποκλεισμού από την αγορά. Όπως προκύπτει από τη νομολογία που υπενθυμίζεται στη σκέψη 189 της παρούσας απόφασης, η απόδειξη αυτή, η οποία μπορεί να προϋποθέτει τη χρήση διαφορετικών μεθόδων ανάλυσης αναλόγως του είδους της επίμαχης σε συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς, πρέπει πάντως να πραγματοποιείται, σε κάθε περίπτωση, με εκτίμηση του συνόλου των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, είτε αυτά αφορούν την ίδια την εν λόγω συμπεριφορά ή τη σχετική αγορά ή τις σχετικές αγορές είτε τη λειτουργία του ανταγωνισμού στην αγορά ή τις αγορές αυτές.
275 Εν προκειμένω, στο πλαίσιο της απάντησής του στον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε, στις σκέψεις 276 έως 299 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το νομολογιακό πλαίσιο που σκόπευε να εφαρμόσει. Στο πλαίσιο αυτό, διαπίστωσε, στη σκέψη 291 της απόφασης αυτής, ότι η Επιτροπή είχε ακολουθήσει τα στάδια τα οποία είχε διευκρινίσει το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο, προκειμένου να αποδείξει τον καταχρηστικό χαρακτήρα μιας συμπεριφοράς, στην απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2007, Microsoft κατά Επιτροπής (T‑201/04, EU:T:2007:289), και ότι δεν περιορίστηκε στη διαπίστωση ότι οι περί προεγκατάστασης όροι που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ αποτελούσαν συνδυασμένες πωλήσεις ικανές να περιορίσουν τον ανταγωνισμό, αλλά ότι, σύμφωνα με την ως άνω νομολογία, είχε εκθέσει συγκεκριμένα, στην επίδικη απόφαση, τα διάφορα στοιχεία τα οποία κατά την κρίση της μπορούσαν να αποδείξουν το υποστατό των προβαλλόμενων αποτελεσμάτων αποκλεισμού.
276 Συναφώς, στη σκέψη 294 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο παρατήρησε ότι η Επιτροπή είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι επίμαχες συμπεριφορές είχαν, μεταξύ άλλων, ως αποτέλεσμα να καταστήσουν πιο δυσχερή, για τις ανταγωνιστικές υπηρεσίες αναζήτησης, τη λήψη αιτημάτων αναζήτησης, καθώς και την απόκτηση των αναγκαίων για τη βελτίωση των υπηρεσιών τους εσόδων και πληροφοριών, ότι είχαν αυξήσει τους φραγμούς εισόδου προστατεύοντας την Google από τον ανταγωνισμό των άλλων υπηρεσιών αναζήτησης και ότι είχαν μειώσει τα κίνητρα για την καινοτομία που επιθυμούσαν να εισαγάγουν οι ανταγωνιστές οι οποίοι διέθεταν εμπορικά μια υπηρεσία αναζήτησης εξειδικευμένη σε συγκεκριμένη γλώσσα ή απευθυνόμενη σε συγκεκριμένη ομάδα χρηστών.
277 Όπως παρατηρεί η γενική εισαγγελέας στα σημεία 112 έως 124 των προτάσεών της, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τα επιχειρήματα της Google και της Alphabet με τα οποία προσάπτουν στην Επιτροπή ότι δεν απέδειξε ότι οι περί προεγκατάστασης όροι που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ περιόριζαν τον ανταγωνισμό. Ως εκ τούτου, απέρριψε τα επιχειρήματα σχετικά με την ύπαρξη προκατάληψης υπέρ του status quo που προκαλούσαν οι προεγκαταστάσεις (σκέψεις 320 έως 418 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης), τη δυνατότητα των ΚΠΕ να προεγκαθιστούν ή να ορίζουν ως προεπιλεγμένες ανταγωνιστικές υπηρεσίες γενικής αναζήτησης (σκέψεις 419 έως 538 της ως άνω απόφασης), τα άλλα μέσα που υποτίθεται ότι διέθεταν οι ανταγωνιστές για να προσεγγίσουν τους χρήστες (σκέψεις 539 έως 567 της εν λόγω απόφασης), την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των μεριδίων χρήσης της Google και της προεγκατάστασης (σκέψεις 568 έως 584 της απόφασης αυτής) και, τέλος, τη λήψη υπόψη του οικονομικού και νομικού πλαισίου (σκέψεις 585 έως 596 της ίδιας απόφασης).
278 Στο δε σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο δεν απέκλινε από τη νομολογία που υπενθυμίζεται στις σκέψεις 261 έως 274 της παρούσας απόφασης. Ειδικότερα, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν η Google και η Alphabet, το Γενικό Δικαστήριο δεν όφειλε να εξακριβώσει αν η Επιτροπή είχε πράγματι αποδείξει τα αποτελέσματα αποκλεισμού από την αγορά των περί προεγκατάστασης όρων που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ σε σχέση με υποθετικούς εξίσου αποτελεσματικούς ανταγωνιστές. Πράγματι, όπως εξέθεσε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 115, 116 και 294 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, οι σχετικές εν προκειμένω αγορές εμπίπτουν στην ψηφιακή οικονομία, όπου παράμετροι όπως η καινοτομία, η πρόσβαση στα δεδομένα, η πολύπλευρη λειτουργία, η συμπεριφορά των χρηστών ή τα φαινόμενα δικτύου διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο, καθόσον οι αγορές αυτές χαρακτηρίζονται από σημαντικούς φραγμούς εισόδου και σύνθετες αλληλεπιδράσεις που επηρεάζουν και διαμορφώνουν η μία την άλλη. Σε τέτοιες ακριβώς περιπτώσεις, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 271 της παρούσας απόφασης, δεν είναι εφικτό ή χρήσιμο να στηριχθεί η ανάλυση των αποτελεσμάτων αποκλεισμού που προκαλεί συγκεκριμένη συμπεριφορά στο ζήτημα αν ένας εξίσου αποτελεσματικός ανταγωνιστής θα μπορούσε να αντιγράψει την εν λόγω συμπεριφορά. Πράγματι, υπό τέτοιες περιστάσεις, συμπεριφορά που δεν εντάσσεται στον υγιή ανταγωνισμό είναι ικανή να καταστήσει πρακτικώς αδύνατη την είσοδο στην αγορά, τη διατήρηση ή ακόμη και την εμφάνιση εξίσου αποτελεσματικού ανταγωνιστή. Τούτο δικαιολογείται κατά μείζονα λόγο όταν η επίμαχη συμπεριφορά δεν προσφέρεται για ποσοτική ανάλυση βασιζόμενη στις τιμές.
279 Ακριβώς υπό το πρίσμα των γενικών αυτών παρατηρήσεων και των ενδιάμεσων συμπερασμάτων που απορρέουν από αυτές πρέπει να εξεταστεί ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως.
β) Επί του πρώτου σκέλους
280 Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, προβάλλεται ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε αν η σύνδεση της πώλησης της εφαρμογής Google Search με την πώληση του Play Store ήταν ικανή να αποκλείσει τις υπηρεσίες γενικής αναζήτησης που προσφέρονται από εξίσου αποτελεσματικούς ανταγωνιστές.
281 Το σκέλος αυτό περιλαμβάνει τρεις αιτιάσεις κατά τις οποίες η Επιτροπή όφειλε, πρώτον, να εξετάσει τον αντίκτυπο της επίμαχης συμπεριφοράς σε σχέση με την κάλυψη, τη διάρκεια και τη λειτουργία της, δεύτερον, να προβεί στην ανάλυση αυτή σε σχέση με υποθετικούς εξίσου αποτελεσματικούς ανταγωνιστές και, τρίτον, να διαπιστώσει αν η συμπεριφορά αυτή στερεί από τους εν λόγω ανταγωνιστές τη δυνατότητα να ανταγωνιστούν αποτελεσματικά την Google στην αγορά των υπηρεσιών γενικής αναζήτησης.
282 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι η Google και η Alphabet στηρίζονται στην παραδοχή ότι το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να εφαρμόσει το ίδιο κριτήριο και για την εκτίμηση των αποτελεσμάτων των όρων που προβλέπουν οι ΣΔΕΚΣ και για την εκτίμηση των αποτελεσμάτων των ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο των τριών αιτιάσεών τους, η Google και η Alphabet παραπέμπουν εμμέσως στην εκτίμηση στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο της εξέτασης του τρίτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο αμφισβητούσαν τον καταχρηστικό χαρακτήρα των ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο. Ειδικότερα, επαναλαμβάνουν τις διάφορες αιτιάσεις που προέβαλαν κατ’ ουσίαν στο πλαίσιο του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως και οι οποίες συνοψίζονται στη σκέψη 664 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
283 Κατά την ανάλυση των αιτιάσεων αυτών, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε την επίδικη απόφαση υπό το πρίσμα ειδικής νομολογίας, η οποία συνοψίζεται στις σκέψεις 637 έως 647 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και αφορά το κατά πόσον πληρωμές λόγω αποκλειστικότητας, όπως οι ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο, είναι ικανές να αποκλείσουν τουλάχιστον εξίσου αποτελεσματικούς ανταγωνιστές από την αγορά, η δε εν λόγω ικανότητα αποκλεισμού αξιολογείται μέσω του κριτηρίου του ΕΑΑ.
284 Όπως όμως προκύπτει από τη σκέψη 272 της παρούσας απόφασης, το κριτήριο του ΕΑΑ ή, γενικότερα, ακόμη και η ικανότητα αποκλεισμού ενός εξίσου αποτελεσματικού ανταγωνιστή από την αγορά δεν είναι το μοναδικό κριτήριο βάσει του οποίου μπορεί να χαρακτηριστεί μια συμπεριφορά ως αντίθετη προς το άρθρο 102 ΣΛΕΕ. Επομένως, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν ακύρωσε την επίδικη απόφαση με την αιτιολογία ότι η Επιτροπή δεν εφάρμοσε το ως άνω κριτήριο για την εκτίμηση των αποτελεσμάτων των περί προεγκατάστασης όρων που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ.
285 Επομένως, διαπιστώνεται ότι το σύνολο των αιτιάσεων του πρώτου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως στηρίζονται σε εσφαλμένη παραδοχή, με αποτέλεσμα να καθίστανται αλυσιτελείς.
γ) Επί του δεύτερου σκέλους
286 Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, η Google και η Alphabet υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως παρέλειψε να εξετάσει αν η σύνδεση της πώλησης του προγράμματος περιήγησης Chrome με το Play Store και την εφαρμογή Google Search ήταν ικανή να αποκλείσει εξίσου αποτελεσματικά ανταγωνιστικά προγράμματα περιήγησης.
287 Για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτίθενται στις σκέψεις 282 έως 285 της παρούσας απόφασης, πρέπει να απορριφθούν όλες οι αιτιάσεις του δεύτερου αυτού σκέλους ως αλυσιτελείς, καθόσον στηρίζονται στην εσφαλμένη παραδοχή ότι το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να εκτιμήσει την ικανότητα των περί προεγκατάστασης όρων που προβλέπονται στις ΣΔΕΚΣ σε σχέση με υποθετικούς εξίσου αποτελεσματικούς ανταγωνιστές.
288 Εν πάση περιπτώσει, οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες.
289 Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, η Google και η Alphabet υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο, όπως άλλωστε και η Επιτροπή, έλαβε υπόψη μόνον ένα υποτμήμα της σχετικής γεωγραφικής αγοράς προκειμένου να εκτιμήσει την ικανότητα της επίμαχης συνδυασμένης πώλησης να περιορίσει τον ανταγωνισμό στην εν λόγω αγορά. Στο μέτρο όμως που οι αναιρεσείουσες δεν προέβαλαν την αιτίαση αυτή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, μολονότι μπορούσαν να το πράξουν, πρέπει να θεωρηθεί ως νέα αιτίαση και, ως εκ τούτου, κατ’ εφαρμογήν της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 178 της παρούσας αποφάσεως, να απορριφθεί ως απαράδεκτη στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως.
290 Όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση, η Google και η Alphabet υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως εφάρμοσε «κατ’ αναλογίαν» τις διαπιστώσεις σχετικά με τη συνδυασμένη πώληση της εφαρμογής Google Search στη συνδυασμένη πώληση του προγράμματος περιήγησης Chrome, παρά τις σημαντικές διαφορές που παρουσιάζει καθεμία από τις πωλήσεις αυτές. Ειδικότερα, οι αναιρεσείουσες αμφισβητούν πέντε πραγματικές διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου, οι οποίες αφορούν, πρώτον, την ένταση της προκατάληψης υπέρ του status quo από την οποία επωφελούνταν το πρόγραμμα περιήγησης Chrome σε σύγκριση με την εφαρμογή Google Search, δεύτερον, τα προβλήματα που συνδέονται με τον χώρο αποθήκευσης, τρίτον, τη σχετική σημασία των μεταφορτώσεων ανταγωνιστικών προγραμμάτων περιήγησης, τέταρτον, την εκτίμηση του επιπέδου του ανταγωνισμού στην αγορά των προγραμμάτων περιήγησης σε σχέση με την αγορά των μηχανών αναζήτησης και, πέμπτον, τον αντίκτυπο των ποσοστών παράλληλης μεταφόρτωσης ανταγωνιστικών εφαρμογών.
291 Όπως όμως υπενθυμίζεται στη σκέψη 216 της παρούσας απόφασης, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα. Το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να προβαίνει στη διαπίστωση και εκτίμηση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και να εκτιμά τα αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, η εκτίμηση των εν λόγω πραγματικών περιστατικών και αποδεικτικών στοιχείων δεν αποτελεί, υπό την επιφύλαξη της ενδεχόμενης παραμόρφωσής τους, νομικό ζήτημα υποκείμενο, αυτό καθεαυτό, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου.
292 Επομένως, στο μέτρο που η Google και η Alphabet δεν προβάλλουν παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων που στηρίζουν τις αμφισβητούμενες από αυτές πραγματικές εκτιμήσεις, η ως άνω αιτίαση πρέπει να απορριφθεί και, κατά συνέπεια, το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως στο σύνολό του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
293 Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Γ. Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
294 Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η Google και η Alphabet προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον υποκατέστησε την εκτίμηση που περιλαμβάνεται στην επίδικη απόφαση όσον αφορά τις ΣΚΕ με τη δική του εκτίμηση σχετικά με τη διαπίστωση κατάχρησης και καθόσον καταλόγισε τα προβαλλόμενα αποτελέσματα αποκλεισμού από την αγορά σε συμπεριφορά της οποίας τον καταχρηστικό χαρακτήρα δεν είχε διαπιστώσει η Επιτροπή.
α) Επί του πρώτου σκέλους
295 Κατά την Google και την Alphabet, η Επιτροπή διαπίστωσε, στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της επίδικης απόφασης, ότι οι αναιρεσείουσες είχαν παραβεί το άρθρο 102 ΣΛΕΕ, καθόσον εξάρτησαν τη χορήγηση αδειών χρήσης για το Play Store και την εφαρμογή Google Search από τις ΥΚΚ.
296 Πλην όμως, πρώτον, ενώ το Γενικό Δικαστήριο αναγνώρισε, στη σκέψη 828 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η μόνη ρύθμιση που κρίθηκε καταχρηστική στην επίδικη απόφαση ήταν εκείνη που εξαρτά τη χορήγηση αδειών χρήσης για το Play Store και την εφαρμογή Google Search από την εκ μέρους των ΚΠΕ αποδοχή της μη εμπορίας συσκευών που λειτουργούν με μη συμβατό παρακλάδι του Android, το Γενικό Δικαστήριο προχώρησε, εν συνεχεία, στην εκτίμησή του παραπέμποντας σε μια πολύ ευρύτερη πρακτική, ήτοι στην «πρακτική της Google που αποσκοπεί στο να παρεμποδίσει τη δημιουργία και την παρουσία στην αγορά συσκευών που λειτουργούν με μη συμβατό παρακλάδι του Android».
297 «Αναδιατυπώνοντας» κατ’ αυτόν τον τρόπο την επίδικη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο, κατά τις αναιρεσείουσες, επιβεβαίωσε εσφαλμένως τη διαπίστωση περί κατάχρησης που περιέχεται στην απόφαση αυτή, αναφερόμενο σε συμπεριφορά που υπερέβαινε την υποχρέωση της οποίας τον καταχρηστικό χαρακτήρα είχε διαπιστώσει η Επιτροπή.
298 Πλην όμως, ήταν εσφαλμένο να απορρίψει το Γενικό Δικαστήριο την προσφυγή της Google και της Alphabet λόγω της εμπορικής πολιτικής της Google η οποία συνίστατο στη χορήγηση αδειών χρήσης ιδιόκτητων ΔΠ μόνον αν αυτές χρησιμοποιούνταν σε συμβατές συσκευές Google Android, ενώ η Επιτροπή, στην επίδικη απόφαση, και το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 810 και 811 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, έκριναν ότι η πολιτική αυτή ήταν δικαιολογημένη. Το Γενικό Δικαστήριο, καθόσον εκτίμησε ότι η Google μπορούσε να απαιτήσει συμβατότητα των συσκευών στις οποίες ήταν εγκατεστημένες οι ιδιόκτητες εφαρμογές και υπηρεσίες της (συμπεριλαμβανομένων των ιδιόκτητων ΔΠ της Google), δεν μπορούσε να θεωρήσει ότι η θεμιτή επιλογή της Google να μη χορηγεί άδειες χρήσης για τις ιδιόκτητες ΔΠ σε μη συμβατά παρακλάδια του Android αποτελούσε μέρος της προσαπτόμενης συμπεριφοράς.
299 Δεύτερον, η Google και η Alphabet προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι έκρινε ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να προσδιορίσει τις ειδικές ρήτρες που περιόριζαν τον ανταγωνισμό μεταξύ των βασικών προτύπων συμβατότητας για το Android προς τα οποία οφείλουν να συμμορφώνονται οι συμβαλλόμενοι σε ΣΚΚ.
300 Το Γενικό Δικαστήριο παρέβλεψε, συναφώς, την πλάνη στην οποία υπέπεσε η Επιτροπή, κρίνοντας, στη σκέψη 864 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι οι αιτιάσεις που διατυπώνονταν κατά της Google με την επίδικη απόφαση δεν αφορούσαν το περιεχόμενο των υποχρεώσεων συμβατότητας που η ίδια η Google είχε καθορίσει αλλά την πρακτική της που αποσκοπούσε στο να εμποδίσει τα μη συμβατά παρακλάδια του Android να βρουν εμπορικές διεξόδους. Η εν λόγω δήλωση δεν αποτελεί επαρκή απάντηση, δεδομένου ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της επίδικης απόφασης αφορά ακριβώς τις ΥΚΚ.
301 Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας που ανέπτυξαν η Google και η Alphabet, η ADA και η HMD υπογραμμίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο, διαπιστώνοντας κατάχρηση ευρύτερη από εκείνη η οποία διαπιστώθηκε στην επίδικη απόφαση, υπερέβη τα όρια του δικαστικού του ελέγχου, υποκαθιστώντας την εκτίμηση της Επιτροπής με τη δική του.
302 Η ADA αναφέρεται συναφώς σε τρεις θεμελιώδεις πτυχές της κατάχρησης που διαπιστώθηκαν στην επίδικη απόφαση. Πρώτον, η νομική και πραγματική ανάλυση που περιλαμβάνεται στην απόφαση αυτή στηρίζεται εξ ολοκλήρου στο άρθρο 102, στοιχείο δʹ, ΣΛΕΕ και στην απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 17ης Σεπτεμβρίου 2007, Microsoft κατά Επιτροπής (T‑201/04, EU:T:2007:289). Δεύτερον, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι η Google μπορούσε νομίμως να επιβάλει τις ΥΚΚ στις συσκευές που ήταν εξοπλισμένες με το σύνολο υπηρεσιών GM. Τρίτον, η Επιτροπή δέχθηκε επίσης ότι η Google δεν ήταν υποχρεωμένη να θέσει τις ιδιόκτητες εφαρμογές και υπηρεσίες της στη διάθεση των προγραμματιστών μη συμβατών παρακλαδιών του Android.
303 Σύμφωνα όμως με τη νομολογία του Δικαστηρίου που προκύπτει από τις αποφάσεις της 6ης Απριλίου 1995, RTE και ITP κατά Επιτροπής (C‑241/91 P και C‑242/91 P, EU:C:1995:98, σκέψεις 49 και 50), καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 1998, Bronner (C‑7/97, EU:C:1998:569, σκέψη 39), η άρνηση χορήγησης άδειας χρήσης δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας δύναται να συνιστά παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ μόνον όταν συντρέχουν ορισμένες εξαιρετικές περιστάσεις, οι οποίες δεν διαπιστώθηκαν εν προκειμένω. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στη σκέψη 864 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η απόφαση της Google να μη χορηγήσει άδεια χρήσης για τις ιδιόκτητες API σε μη συμβατά παρακλάδια εντασσόταν σε πρακτική που αποσκοπούσε στο να εμποδίσει τα εν λόγω παρακλάδια να βρουν εμπορικές διεξόδους.
304 Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε δύο επιπλέον σφάλματα κρίνοντας, στη σκέψη 854 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η άσκηση αποκλειστικού δικαιώματος συνδεόμενου με δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας δεν μπορεί να επιτρέπεται όταν στόχος της είναι ακριβώς η ενίσχυση της δεσπόζουσας αυτής θέσης του δημιουργού τους και η καταχρηστική εκμετάλλευσή της. Αφενός, το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε κατ’ αυτόν τον τρόπο να αναγνωρίσει ότι η ανάπτυξη των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, ιδίως στις τεχνολογικές αγορές, αντικατοπτρίζει την καινοτομία και τις επενδύσεις και αποτελεί, ως εκ τούτου, υγιή ανταγωνισμό. Αφετέρου, δεν έλαβε δεόντως υπόψη το κρίσιμο νομικό πλαίσιο, ήτοι ότι, όσον αφορά τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, τα κίνητρα για επενδύσεις στην έρευνα και την ανάπτυξη πρέπει να περιορίζονται από διοικητική ή δικαστική παρέμβαση μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις.
305 Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως είναι αλυσιτελής και, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμος.
306 Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη παραδοχή ότι το Γενικό Δικαστήριο «αναδιατύπωσε» τον χαρακτηρισμό της καταχρηστικής συμπεριφοράς της Google ο οποίος εκτίθεται στην επίδικη απόφαση, Αυτή όμως η «αναδιατύπωση» αποτελεί τη βάση του ισχυρισμού της Google και της Alphabet, που συνιστά το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη κατά την εκτίμηση της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της «αναδιατυπωθείσας» συμπεριφοράς και της ικανότητας της συμπεριφοράς αυτής να περιορίσει τον ανταγωνισμό.
307 Εντούτοις, κατά την Επιτροπή, αφενός, από τη σκέψη 855 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η επιλογή της Google να μη χορηγήσει άδειες χρήσης για τις ιδιόκτητες ΔΠ σε προγραμματιστές μη συμβατών παρακλαδιών του Android ελήφθη υπόψη, κατά την εκτίμηση της ικανότητας των ΥΚΚ να περιορίσουν τον ανταγωνισμό, μόνον ως στοιχείο του πλαισίου. Αφετέρου, τόσο η επίδικη απόφαση όσο και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφέρουν ότι η ίδια συμπεριφορά, ήτοι η «εξάρτηση της παραχώρησης άδειας χρήσης για το Play Store και για την εφαρμογή Google Search από την προϋπόθεση της σύναψης [ΣΚΚ]», είναι καταχρηστική.
308 Ο ισχυρισμός της Google και της Alphabet ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε καταχρηστική πρακτική ευρύτερη από εκείνη που ελήφθη υπόψη στην επίδικη απόφαση στηρίζεται σε δύο μεμονωμένα χωρία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ήτοι στην τελευταία περίοδο της σκέψης 828 και στη σκέψη 864 αυτής. Οι αναιρεσείουσες όμως δεν λαμβάνουν υπόψη όχι μόνον το τέλος της εν λόγω σκέψης 828, αλλά και τις λοιπές εκτιμήσεις της εν λόγω απόφασης, ιδίως δε αυτές που εκτίθενται στις σκέψεις 232, 247, 805, 809, 811 και 1083 αυτής. Αντιθέτως, σφαιρική ερμηνεία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης επιβεβαιώνει ότι τόσο η επίδικη απόφαση όσο και η ίδια αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η ίδια συμπεριφορά είναι καταχρηστική
309 Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας της Επιτροπής, η FairSearch προσθέτει, παραπέμποντας στην απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2000, DIR International Film κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑164/98 P, EU:C:2000:48, σκέψη 42), ότι το Γενικό Δικαστήριο δύναται, εν πάση περιπτώσει, να ερμηνεύσει απόφαση της Επιτροπής εφόσον η ερμηνεία αυτή δεν αντιβαίνει στη λογική της απόφασης αυτής. Ωστόσο, η Google και η Alphabet δεν προσκομίζουν κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι το Γενικό Δικαστήριο υποκατέστησε την αιτιολογία της Επιτροπής με τη δική του.
310 Η Seznam υπογραμμίζει επίσης ότι η δήλωση που εκτίθεται στη σκέψη 828 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αποτελεί «διαπίστωση» του Γενικού Δικαστηρίου, αλλά αναφορά σε όσα είχε ήδη διαπιστώσει η Επιτροπή στην επίδικη απόφαση, ήτοι ότι η υποχρέωση που εμπόδιζε την ανάπτυξη και την παρουσία στην αγορά συσκευών που λειτουργούν με μη συμβατό παρακλάδι του Android, υποχρέωση η οποία αποτελούσε μέρος των ΥΚΚ, ήταν καταχρηστική. Επομένως, η αναφορά του Γενικού Δικαστηρίου στη δήλωση αυτή της Επιτροπής δεν είναι ευρύτερη από την τελευταία.
β) Επί του δεύτερου σκέλους
311 Η Google και η Alphabet προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο, πρώτον, ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στη σκέψη 893 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η ανάλυση αντίστροφου σεναρίου ήταν περιττή.
312 Κατά την άποψή τους, χωρίς τέτοια ανάλυση, θα ήταν αδύνατο να συναχθεί το συμπέρασμα ότι τα προβαλλόμενα δυνητικά αποτελέσματα για τα μη συμβατά παρακλάδια μπορούσαν να καταλογιστούν στην επίμαχη συμπεριφορά, ήτοι στο ότι η χορήγηση άδειας χρήσης για το Play Store και την εφαρμογή Google Search εξαρτάται από την υπογραφή ΣΚΚ εκ μέρους των ΚΠΕ.
313 Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποια θα ήταν η κατάσταση των μη συμβατών παρακλαδιών αν η Google δεν είχε εξαρτήσει τη χορήγηση άδειας χρήσης για το Play Store και την εφαρμογή Google Search από την υπογραφή ΣΚΚ εκ μέρους των ΚΠΕ. Πλην όμως, από την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου, στη σκέψη 856 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, στην περίπτωση αυτή, η Google θα συνέχιζε να χορηγεί άδειες χρήσης για τις ιδιόκτητες ΔΠ μόνο σε συμβατές συσκευές Google Android στις οποίες οι εφαρμογές της Google ήταν προεγκατεστημένες, τούτο δε η Google θα μπορούσε να το πράξει νομίμως. Υπό τις συνθήκες αυτές, όπως επιβεβαίωσε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 855 και 856 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η πολιτική της Google όσον αφορά την ανάπτυξη και τη διανομή των ιδιόκτητων ΔΠ εξακολουθούσε να αποτελεί κίνητρο για τους ΚΠΕ να διανέμουν μόνον συμβατές συσκευές Google Android, δεδομένου ότι οι ΚΠΕ θεωρούσαν ότι οι εν λόγω ιδιόκτητες ΔΠ έχουν «στρατηγικό ενδιαφέρον». Επομένως, σε ένα αντίστροφο σενάριο, η ανάπτυξη των μη συμβατών παρακλαδιών θα προσέκρουε στο ίδιο εμπόδιο με εκείνο που πράγματι διαπιστώθηκε, ήτοι στην απροθυμία των ΚΠΕ να διανείμουν μη συμβατά παρακλάδια.
314 Δεύτερον, ενώ η Google και η Alphabet εξήγησαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ότι τα μη συμβατά παρακλάδια, όπως το Fire OS, δεν αναπτύχθηκαν για λόγους άλλους από την υπογραφή των ΣΚΚ από τους ΚΠΕ, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε αν η αποτυχία του Fire OS μπορούσε να αποδοθεί στις ΥΚΚ.
315 Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε και πάλι να προβεί σε οποιαδήποτε ανάλυση της αιτιώδους συνάφειας κρίνοντας ρητώς, στη σκέψη 850 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι επέλεξε να μην εξετάσει αν η εμπορική αποτυχία του Fire OS μπορούσε να εξηγηθεί από «άλλους λόγους» πέραν της απαίτησης που επέβαλε η Google στους ΚΠΕ να υπογράψουν ΣΚΚ προκειμένου να λάβουν άδεια χρήσης για το Play Store ή για την εφαρμογή Google Search. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε στην πλάνη την οποία το Δικαστήριο επέκρινε με την απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2012, AstraZeneca κατά Επιτροπής (C‑457/10 P, EU:C:2012:770), ήτοι στην παραδοχή της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας, κατά παραβίαση της αρχής κατά την οποία «η ύπαρξη αμφιβολίας πρέπει να βαίνει προς όφελος του αποδέκτη της διαπιστωτικής της παραβάσεως αποφάσεως».
316 Η Google και η Alphabet υποστηρίζουν εξάλλου ότι, εν προκειμένω, δεν ήταν καν δυνατό να υφίσταται αμφιβολία επ’ αυτού, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η πρόσβαση στις ιδιόκτητες ΔΠ της Google ήταν εμπορικά σημαντική και, κατά την άποψή του, επαρκής ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι μια μη συμβατή παραλλαγή Android δεν θα ήταν ικανή να αντισταθμίσει τη φερόμενη δεσπόζουσα θέση του ΛΣ Android. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο παρόμοια με εκείνη που οδήγησε στην ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 15ης Ιουνίου 2022, Qualcomm κατά Επιτροπής (Qualcomm – Πληρωμές βάσει αποκλειστικότητας) (T‑235/18, EU:T:2022:358).
317 Η ADA και η HMD θεωρούν επίσης ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να προβεί σε ανάλυση αντίστροφου σεναρίου, η οποία θα της παρείχε τη δυνατότητα να εκτιμήσει τις συνθήκες του ανταγωνισμού αν δεν υφίστατο η επίδικη συμπεριφορά.
318 Η Επιτροπή αντιτείνει ότι η Google και η Alphabet εσφαλμένως υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη καθόσον επιβεβαίωσε τα συμπεράσματα της επίδικης απόφασης κατά τα οποία οι ΥΚΚ ήταν ικανές να περιορίσουν τον ανταγωνισμό.
319 Κατά τη FairSearch, το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτο, διότι η Google και η Alphabet επιχειρούν να αμφισβητήσουν τις πραγματικές διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τους λόγους για τους οποίους τα μη συμβατά παρακλάδια δεν μπόρεσαν να αναπτυχθούν.
2. Εκτίμηση του Δικαστηρίου
α) Επί του πρώτου σκέλους
320 Η Google και η Alphabet υποστηρίζουν ότι, κατά την εξέταση του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορούσε εσφαλμένη εκτίμηση του κατά πόσον ήταν καταχρηστική η εξάρτηση της παραχώρησης των αδειών χρήσης του Play Store και της εφαρμογής Google Search από τη συμμόρφωση προς τις ΥΚΚ, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε αναγκαίο, στη σκέψη 828 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, να εξετάσει αν η Επιτροπή μπόρεσε να αποδείξει, όπως άλλωστε εκτιμά ότι το έπραξε στην επίδικη απόφαση, ότι η Google είχε εφαρμόσει πρακτική με σκοπό τον αποκλεισμό των μη συμβατών παρακλαδιών του Android από την αγορά και αν η πρακτική αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί αντίθετη στον ανταγωνισμό κατά την έννοια του άρθρου 102 ΣΛΕΕ.
321 Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο «αναδιατύπωσε» την επίδικη απόφαση, αναφερόμενο σε συμπεριφορά η οποία υπερβαίνει εκείνη της οποίας τον καταχρηστικό χαρακτήρα διαπίστωσε η Επιτροπή στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της απόφασης αυτής. Συναφώς, θα ήταν εσφαλμένη η επιβολή κυρώσεων στην Google λόγω της εμπορικής πολιτικής της που συνίστατο στη χορήγηση αδειών χρήσης για τις ιδιόκτητες ΔΠ μόνον αν αυτές χρησιμοποιούνταν σε συμβατές συσκευές Google Android, ενώ η Επιτροπή, στην εν λόγω απόφαση, και το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 810 και 811 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, έκριναν ότι η πολιτική αυτή ήταν δικαιολογημένη. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορούσε να κρίνει ότι το γεγονός ότι η Google δεν χορήγησε άδειες χρήσης για τις ιδιόκτητες ΔΠ σε μη συμβατά παρακλάδια του Android αποτελεί μέρος της προσαπτόμενης συμπεριφοράς.
322 Ως εκ τούτου, η προκείμενη της συλλογιστικής αυτής της Google και της Alphabet συνίσταται στη χαρακτηριζόμενη ως εκτεταμένη αναδιατύπωση μίας από τις καταχρήσεις που δέχτηκε η Επιτροπή στην επίδικη απόφαση, αναδιατύπωση η οποία συνιστά πλάνη περί το δίκαιο.
323 Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, στο πλαίσιο του κατά το άρθρο 263 ΣΛΕΕ ελέγχου νομιμότητας, το Δικαστήριο και το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδια να αποφαίνονται επί των προσφυγών λόγω αναρμοδιότητας, παράβασης ουσιώδους τύπου, παράβασης της Συνθήκης ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή της, ή κατάχρησης εξουσίας. Το άρθρο 264 ΣΛΕΕ προβλέπει ότι, αν η προσφυγή είναι βάσιμη, η προσβαλλόμενη πράξη κηρύσσεται άκυρη. Επομένως, το Δικαστήριο και το Γενικό Δικαστήριο δεν δύνανται, εν πάση περιπτώσει, να υποκαταστήσουν την αιτιολογία του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη με τη δική τους αιτιολογία (αποφάσεις της 27ης Ιανουαρίου 2000, DIR International Film κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑164/98 P, EU:C:2000:48, σκέψη 38, και της 6ης Οκτωβρίου 2021, World Duty Free Group και Ισπανία κατά Επιτροπής, C‑51/19 P και C‑64/19 P, EU:C:2021:793, σκέψη 70).
324 Αντιθέτως, στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί εν τέλει να ερμηνεύσει την αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης κατά τρόπο διαφορετικό από το όργανο που την εξέδωσε, και δη, σε ορισμένες περιπτώσεις, να απορρίψει την παρατεθείσα από το όργανο αυτό ρητή αιτιολογία, εκτός εάν κάτι τέτοιο δεν δικαιολογείται από κανένα ουσιαστικό στοιχείο (πρβλ. αποφάσεις της 27ης Ιανουαρίου 2000, DIR International Film κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑164/98 P, EU:C:2000:48, σκέψη 42, και της 6ης Οκτωβρίου 2021, World Duty Free Group και Ισπανία κατά Επιτροπής, C‑51/19 P και C‑64/19 P, EU:C:2021:793, σκέψη 71).
325 Επομένως, μολονότι η ορολογία που χρησιμοποίησε το Γενικό Δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαφέρει από την ορολογία που χρησιμοποιήθηκε στην επίδικη απόφαση, δεν προκύπτει κατ’ ανάγκην ότι το Γενικό Δικαστήριο προσδιόρισε καταχρηστική συμπεριφορά ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη που δέχθηκε η Επιτροπή ή ότι στηρίχθηκε σε αιτιολογία διαφορετική από εκείνη που παρέθεσε η Επιτροπή στην επίδικη απόφαση [πρβλ. αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 2021, World Duty Free Group και Ισπανία κατά Επιτροπής, C‑51/19 P και C‑64/19 P, EU:C:2021:793, σκέψη 73, και της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, Google και Alphabet κατά Επιτροπής (Google Shopping), C‑48/22 P, EU:C:2024:726, σκέψη 104].
326 Εν προκειμένω, διαπιστώνεται, πρώτον, ότι η πρόταση της σκέψης 828 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατά της οποίας βάλλουν η Google και η Alphabet είναι κατακλείδα. Επομένως, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ανεξάρτητα από την υπόλοιπη σκέψη.
327 Η εν λόγω πρόταση ξεκινά, κατ’ αρχάς, με παράθεση της αιτίασης που απηύθυνε η Επιτροπή, η οποία έγκειται στο ότι η Google εξάρτησε την παραχώρηση αδειών χρήσης για το Play Store και το Google Search από ένα σύνολο υποχρεώσεων που περιορίζουν τα δικαιώματα των ΚΠΕ που επιθυμούν να λάβουν τις άδειες αυτές, ακριβώς διότι τους απαγορεύουν να εμπορεύονται οποιαδήποτε άλλη συσκευή που λειτουργεί με μη συμβατό παρακλάδι του Android.
328 Εν συνεχεία, διευκρινίζεται ότι «[ο] περιορισμός αυτός απορρέει από τις [ΣΚΚ] και αποτελεί, καθόσον εφαρμόζεται επί των έξυπνων κινητών συσκευών στις οποίες δεν είναι προεγκατεστημένες οι εφαρμογές της Google, τη μοναδική υποχρέωση των [ΣΚΚ] που κρίθηκε καταχρηστική στην [επίδικη] απόφαση. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή δεν αμφισβητεί το δικαίωμα της Google να επιβάλλει απαιτήσεις συμβατότητας για τις συσκευές στις οποίες εγκαθίστανται οι εφαρμογές της. Αντιθέτως, κρίνει ως καταχρηστική την πρακτική της Google που αποσκοπεί στο να παρεμποδίσει τη δημιουργία και την παρουσία στην αγορά συσκευών που λειτουργούν με μη συμβατό παρακλάδι του Android».
329 Το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε εξ αυτού, τέλος, ότι όφειλε να εξετάσει αν η Επιτροπή κατόρθωσε να αποδείξει ότι η Google είχε θέσει σε εφαρμογή, όπως έγινε δεκτό στην επίδικη απόφαση, πρακτική αποσκοπούσα στον αποκλεισμό των μη συμβατών παρακλαδιών του Android από την αγορά και αν η πρακτική αυτή μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αντίθετη στον ανταγωνισμό κατά την έννοια του άρθρου 102 ΣΛΕΕ.
330 Δεύτερον, η σκέψη 828 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ξεκινά την ανάλυση του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται εσφαλμένη εκτίμηση του κατά πόσον ήταν καταχρηστική η εξάρτηση της παραχώρησης αδειών χρήσης για το Play Store και την εφαρμογή Google Search από τη συμμόρφωση προς τις ΥΚΚ. Της ανάλυσης αυτής προηγείται, στη σκέψη 816 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σύνοψη της αιτιολογικής σκέψης 1036 της επίδικης απόφασης, στο πλαίσιο της οποίας η Επιτροπή ανέπτυξε έξι σειρές επιχειρημάτων για να αποδείξει ότι οι ΥΚΚ είναι ικανές να περιορίσουν τον ανταγωνισμό.
331 Από τις προκαταρκτικές αυτές παρατηρήσεις προκύπτει ότι ο ισχυρισμός της Google και της Alphabet περί αναδιατύπωσης της προβαλλόμενης κατάχρησης πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα ολόκληρης της σκέψης 828 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και της ως άνω σύνοψης.
332 Μεταξύ δε των λόγων που εξέθεσε η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 1036 της επίδικης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο προσδιόρισε, στη σκέψη 816 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το ότι οι ΥΚΚ εμποδίζουν την ανάπτυξη των μη συμβατών παρακλαδιών του Android, το ότι τα συμβατά παρακλάδια του Android δεν αποτελούν αξιόπιστη ανταγωνιστική απειλή για την Google και το ότι η ικανότητα των εν λόγω ΥΚΚ να περιορίσουν τον ανταγωνισμό ενισχύεται λόγω του ότι οι ιδιόκτητες ΔΠ της Google δεν είναι διαθέσιμες για τους προγραμματιστές μη συμβατών παρακλαδιών του Android, γεγονός που μειώνει το συμφέρον των προγραμματιστών να σχεδιάσουν εφαρμογές προοριζόμενες να λειτουργήσουν με τέτοια ΛΣ.
333 Όπως επισήμανε κατ’ ουσίαν η γενική εισαγγελέας στα σημεία 175 και 176 των προτάσεών της, από τη σκέψη 816 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, την οποία δεν αμφισβήτησαν η Google και η Alphabet στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτει ότι η Επιτροπή προσήψε πράγματι στην Google ότι εφάρμοζε πρακτική η οποία αποσκοπούσε στον αποκλεισμό των μη συμβατών παρακλαδιών του Android διότι αποτελούσαν απειλή για την εν λόγω επιχείρηση, το δε υποστατό της απειλής αυτής εξηγήθηκε από την Επιτροπή στο τμήμα 12.6.1. της επίδικης απόφασης. Επομένως, κατά την Επιτροπή, το γεγονός ότι η ανάπτυξη των εν λόγω παρακλαδιών περιορίστηκε, οφείλεται στο ότι οι ΚΠΕ δεν τα εμπορεύονταν πλέον, διότι άλλως δεν θα τους χορηγούνταν άδεια χρήσης για τις εφαρμογές της Google.
334 Επομένως, εξετάζοντας αν η Επιτροπή είχε αποδείξει επαρκώς κατά νόμον την πραγματική αυτή κατάσταση, το Γενικό Δικαστήριο δεν υποκατέστησε την αιτιολογία της επίδικης απόφασης με τη δική του αιτιολογία.
335 Ως εκ τούτου, μολονότι, βεβαίως, η ορολογία που χρησιμοποιείται στην τελευταία πρόταση της σκέψης 828 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης διαφέρει από εκείνη που χρησιμοποιείται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της επίδικης απόφασης, εντούτοις, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το Γενικό Δικαστήριο, ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, προσδιόρισε καταχρηστική συμπεριφορά διαφορετική από εκείνη που δέχθηκε η Επιτροπή στην εν λόγω απόφαση.
336 Επιπλέον, μολονότι το γράμμα του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της εν λόγω απόφασης αφορά αποκλειστικά τη συμπεριφορά της Google η οποία εξαρτούσε τη χορήγηση αδειών χρήσης για το Play Store και την εφαρμογή Google Search από τη συμμόρφωση προς τις ΥΚΚ, από την ίδια απόφαση καθώς και από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι απαιτήσεις συμβατότητας που αφορούσαν τις συσκευές στις οποίες ήταν εγκατεστημένες οι εφαρμογές της Google, των οποίων ο θεμιτός χαρακτήρας δεν αμφισβητείται από το Γενικό Δικαστήριο, συνιστούσαν κρίσιμο στοιχείο του πλαισίου εντός του οποίου έλαβε χώρα η συμπεριφορά αυτή.
337 Η σημασία του εν λόγω στοιχείου του πλαισίου κατά την ανάλυση της δεύτερης κατάχρησης που διαπιστώθηκε στην επίδικη απόφαση μπορεί, κατά πρώτον, να συναχθεί από τις σκέψεις 855 και 856 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Αφενός, η πρώτη από τις σκέψεις αυτές επιβεβαιώνει ότι η πρόσβαση στις ιδιόκτητες ΔΠ της Google παρουσίαζε στρατηγικό ενδιαφέρον για τους προγραμματιστές και τους ΚΠΕ. Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη δεύτερη από τις σκέψεις αυτές, ότι «[ό]πως προκύπτει από την εξέταση του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, οι ΚΠΕ που επιθυμούσαν να αποκτήσουν τις ιδιόκτητες [ΔΠ] της Google όφειλαν να συνάψουν [ΣΔΕΚΣ], πράγμα που προϋπέθετε την αποδοχή των όρων των [ΣΚΚ]». Βάσει δε των διαπιστώσεων αυτών, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα, στη σκέψη 856 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι έπρεπε να «[διαπιστωθεί] ότι η πολιτική ανάπτυξης και διανομής των [ΔΠ] της Google αποτέλεσε κίνητρο για τη σύναψη [ΣΚΚ], οι οποίες […] περιόριζαν τις διεξόδους προς την αγορά των μη συμβατών παρακλαδιών του Android».
338 Κατά δεύτερον, οι «προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με το περιεχόμενο της δεύτερης κατάχρησης που προσδιορίζεται στην [επίδικη] απόφαση», τις οποίες διατύπωσε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 803 έως 814 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, επιβεβαιώνουν τη σημασία του εν λόγω στοιχείου του πλαισίου και, κατά συνέπεια, την απουσία πλάνης περί το δίκαιο στην κατακλείδα πρόταση την οποία χρησιμοποίησε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 828 της ίδιας απόφασης.
339 Κατ’ αρχάς, επιβεβαιώνεται ρητώς, στη σκέψη 809 της εν λόγω απόφασης, ότι, «κατά την [επίδικη] απόφαση, η Google καταχράστηκε τη δεσπόζουσα θέση της […] εξαρτώντας την παραχώρηση άδειας χρήσης του Play Store και του Google Search από την προϋπόθεση αποδοχής των [ΥΚΚ]». Εν συνεχεία, το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε, στη σκέψη 810 της ίδιας απόφασης, ότι, «όπως επιβεβαίωσαν η [Google και η Alphabet] κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι [ΣΚΚ] κρίνονται καταχρηστικές μόνο στο μέτρο που επιβάλλουν στους ΚΠΕ την υποχρέωση να διασφαλίζουν τη συμβατότητα προς το [ΕΟΣ] του συνόλου των συσκευών τις οποίες διαθέτουν στο εμπόριο και των οποίων το ΛΣ είναι το Android ή παρακλάδι του Android, συμπεριλαμβανομένων των συσκευών στις οποίες δεν είναι προεγκατεστημένες οι εφαρμογές της Google. Με άλλα λόγια, οι [ΣΚΚ] κρίνονται καταχρηστικές μόνον καθόσον απαγορεύουν την εμπορική διάθεση έξυπνων κινητών συσκευών των οποίων το ΛΣ είναι μη συμβατό παρακλάδι του Android, ακόμη και αν στις εν λόγω συσκευές δεν υπάρχουν προεγκατεστημένες εφαρμογές της Google.» Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 812 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Επιτροπή προσήψε κατ’ ουσίαν στην Google ότι «εφάρμοσε πρακτική αντίθετη προς τον ανταγωνισμό που αποσκοπούσε στο να στερήσει από εμπορικές διεξόδους τα μη συμβατά παρακλάδια του Android».
340 Τα εν λόγω στοιχεία του πλαισίου αποδεικνύουν επίσης ότι αυτό που επισημαίνει η Επιτροπή ως τη δεύτερη κατάχρηση που προσδιορίζεται στην επίδικη απόφαση συνίσταται στην ίδια την επιβολή της εφαρμογής του συνόλου των τεχνικών προδιαγραφών, που ορίζονται στην προκειμένη περίπτωση στο ΕΟΣ, ακόμη και σε συσκευές στις οποίες δεν είναι προεγκατεστημένες οι ιδιόκτητες εφαρμογές και υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των ιδιόκτητων ΔΠ της Google. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στη σκέψη 864 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να προσδιορίσει με ακρίβεια τα πρότυπα του ΕΟΣ που προκάλεσαν τα αποτελέσματα αυτά.
341 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
β) Επί του δεύτερου σκέλους
342 Η Google και η Alphabet υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε, στη σκέψη 893 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να προβεί σε ανάλυση αντίστροφου σεναρίου προκειμένου να αξιολογήσει τις υποθετικές συνέπειες που θα μπορούσαν να παρατηρηθούν αν δεν υφίστατο η δεύτερη κατάχρηση, διότι η ύπαρξη των επίμαχων περιορισμών και των αποτελεσμάτων τους επί του ανταγωνισμού είχε αποδειχθεί επαρκώς.
343 Συναφώς, όπως υπενθυμίζεται στη σκέψη 225 της παρούσας απόφασης, μολονότι εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της επίμαχης καταχρηστικής συμπεριφοράς και των αντίθετων στον ανταγωνισμό αποτελεσμάτων της, εντούτοις, στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή δύναται να στηριχθεί σε ένα σύνολο αποδεικτικών στοιχείων, χωρίς να υποχρεούται να χρησιμοποιεί συστηματικά ενιαία μεθοδολογία, ιδίως δε ανάλυση αντίστροφου σεναρίου.
344 Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, πρώτον, στη σκέψη 834 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η πραγματική υπόσταση της πρακτικής που κατά την κρίση της Επιτροπής στην επίδικη απόφαση συνιστούσε τη δεύτερη κατάχρηση όχι μόνον αναγνωρίστηκε από την Google και την Alphabet, αλλά και ήταν αποδεδειγμένη. Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 841 της απόφασης αυτής, βάσει των δηλώσεων της Google και της Alphabet, οι οποίες επιβεβαιώθηκαν από τα έγγραφα της δικογραφίας, ότι η εν λόγω πρακτική εφαρμόστηκε εν γνώσει τους με σκοπό τον περιορισμό της πρόσβασης των μη συμβατών παρακλαδιών του Android στην αγορά. Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα, στη σκέψη 847 της ως άνω απόφασης, ότι η Google και η Alphabet δεν είχαν αποδείξει ότι τα εν λόγω παρακλάδια δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση να αποτελέσουν γι’ αυτήν ανταγωνιστική απειλή. Τέταρτον, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 863 της ίδιας απόφασης, ότι η Επιτροπή είχε αποδείξει επαρκώς ότι οι ΣΚΚ απαγόρευαν σε όσους τις είχαν υπογράψει να παρέχουν διεξόδους προς την αγορά στα μη συμβατά παρακλάδια του Android και ότι το εμπόδιο αυτό είχε συμβάλει στην ενίσχυση της δεσπόζουσας θέσης της Google στις αγορές των υπηρεσιών γενικής αναζήτησης και είχε αποδειχθεί συγχρόνως επιζήμιο για τους τελικούς χρήστες.
345 Προκειμένου να δικαιολογήσουν την αναγκαιότητα ανάλυσης αντίστροφου σεναρίου, η Google και η Alphabet υποστηρίζουν ότι η πολιτική της Google όσον αφορά την ανάπτυξη και τη διανομή των ιδιόκτητων ΔΠ της Google συνιστούσε, εν πάση περιπτώσει, κίνητρο για τους ΚΠΕ προκειμένου να διανέμουν μόνο συμβατές συσκευές Google Android. Προσάπτουν εξάλλου στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν εξέτασε αν η αποτυχία του Fire OS μπορούσε να αποδοθεί στις ΥΚΚ, διότι περιορίστηκε στη διαπίστωση, στη σκέψη 850 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, ακόμη και αν άλλοι λόγοι μπορούσαν να εξηγήσουν την εμπορική αποτυχία του ΛΣ αυτού, η Επιτροπή είχε αποδείξει ότι οι ΣΚΚ είχαν στερήσει από το εν λόγω ΛΣ τις διεξόδους που θα μπορούσαν να του προσφέρουν οι ΚΠΕ που είχαν συνάψει ΣΚΚ με την Google.
346 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι η Google και η Alphabet δεν αμφισβητούν τις λοιπές διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου, όπως αυτές που αφορούν την αποτυχία του ΛΣ Aliyun που ανέπτυξε η Alibaba, οι οποίες καταλήγουν στις εκτιμήσεις που υπενθυμίζονται στη σκέψη 344 της παρούσας απόφασης και, εν τέλει, στην επιβεβαίωση της απόδειξης του πραγματικού αποκλεισμού των μη συμβατών παρακλαδιών του Android από την αγορά και στα αντίθετα στον ανταγωνισμό αποτελέσματα του αποκλεισμού αυτού.
347 Εξάλλου, με τα επιχειρήματά τους σχετικά με την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εκτίμηση της πολιτικής της Google όσον αφορά την ανάπτυξη και τη διανομή των ιδιόκτητων ΔΠ, καθώς και σχετικά με την αποτυχία του Fire OS, η Google και η Alphabet επιδιώκουν, στην πραγματικότητα, νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων, η οποία έχει ήδη πραγματοποιηθεί από το Γενικό Δικαστήριο.
348 Όπως όμως υπενθυμίζεται στη σκέψη 216 της παρούσας απόφασης, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα. Επομένως, ελλείψει επίκλησης οιασδήποτε παραμόρφωσης, τα επιχειρήματα της Google και της Alphabet προς στήριξη της προβαλλόμενης αναγκαιότητας ανάλυσης αντίστροφου σεναρίου είναι απαράδεκτα.
349 Κατόπιν του ανωτέρου σκεπτικού, το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει αβάσιμο και εν μέρει απαράδεκτο. Ως εκ τούτου, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Δ. Επί του τέταρτου λόγου αναιρέσεως
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
350 Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η Google και η Alphabet προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη και να εξετάσει επισταμένως τα επιχειρήματα που προέβαλαν, καθώς και τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν, προκειμένου να αποδειχθεί ότι οι ΥΚΚ ήταν αντικειμενικά δικαιολογημένες.
351 Ειδικότερα, προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε τέσσερα σφάλματα.
352 Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε την αναγκαιότητα των ΥΚΚ. Στη σκέψη 880 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο απλώς επικαλέστηκε τα στοιχεία που αποδεικνύουν την πραγματική ανάπτυξη του ΛΣ Android για να δικαιολογήσει το συμπέρασμά του ότι ο κατακερματισμός της πλατφόρμας αυτής δεν συνεπαγόταν κίνδυνο για την επιβίωσή της κατά τη διάρκεια της παράβασης, ενώ έπρεπε να είχε εξετάσει αν η εν λόγω πλατφόρμα θα είχε επιτύχει την ίδια ταχεία ανάπτυξη με εκείνη που διαπιστώθηκε, αν η Google δεν είχε επιβάλει τις επίμαχες υποχρεώσεις. Προς τούτο, θα έπρεπε να είχε αναφερθεί, για παράδειγμα, στην εμπειρία των ανοικτών λειτουργικών συστημάτων που έλαβαν λιγότερα μέτρα για να προστατευθούν από τον κατακερματισμό.
353 Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε το έννομο συμφέρον της Google για την προστασία του συνόλου του οικοσυστήματος Android, συμπεριλαμβανομένων των συσκευών που δεν ενσωματώνουν τις ιδιόκτητες εφαρμογές της Google. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 878 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι ο δικαιολογητικός λόγος που προέβαλαν η Google και η Alphabet δεν είχε σχέση με την προβαλλόμενη κατάχρηση, η οποία αφορούσε μόνον την εφαρμογή των ΥΚΚ στις συσκευές που δεν ήταν εξοπλισμένες με το σύνολο υπηρεσιών GM. Ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο δεν απάντησε στο επιχείρημά τους ότι το έννομο συμφέρον της Google, ως υπεύθυνης για τον προγραμματισμό του ΛΣ Android και διαχειρίστριας του οικοσυστήματος Android, απαιτούσε μέτρα για τη διατήρηση ολόκληρου του οικοσυστήματος αυτού.
354 Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως επικύρωσε την επίδικη απόφαση, μολονότι η Επιτροπή δεν εκτίμησε ορθώς τις συνθήκες υπό τις οποίες η Google χορήγησε άδεια ελεύθερης χρήσης για το ΛΣ Android. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 886 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Google είχε προβεί στην «επιλογή» να αποδεχθεί τους κινδύνους που συνδέονται με την κυκλοφορία του εν λόγω ΛΣ σε ανοικτή βάση, ενώ η ίδια η Google είχε πράξει το αντίθετο, λαμβάνοντας εν γνώσει της μέτρα για την αποφυγή των κινδύνων που ενείχε ένα ανοικτό μη διαχειριζόμενο μοντέλο, στοιχείο το οποίο δεν έλαβε υπόψη το Γενικό Δικαστήριο.
355 Τέταρτον, το Γενικό Δικαστήριο δεν εκτίμησε προσηκόντως τα αποδεικτικά στοιχεία που αποδεικνύουν την αναγκαιότητα των ΣΚΚ, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν είναι πρόσφορη μια λύση που συνίσταται στην καταχώριση σημάτων για τα οποία διασφαλίζεται η ονομασία «Android». Το Γενικό Δικαστήριο περιορίστηκε συναφώς, στη σκέψη 883 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στο να κρίνει ότι η Google και η Alphabet δεν προσκόμισαν κανένα εμπεριστατωμένο στοιχείο προς στήριξη του εν λόγω ισχυρισμού. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα στοιχεία που αποδεικνύουν τον απρόσφορο χαρακτήρα της λύσης που συνίσταται στην καταχώριση σημάτων.
356 Η Gigaset αναγνωρίζει ότι η υποχρέωση αιτιολόγησης δεν επιβάλλει στο Γενικό Δικαστήριο να παραθέσει αιτιολογία η οποία ακολουθεί αναλυτικά, έναν προς έναν, όλους τους συλλογισμούς που διατύπωσαν η Google και η Alphabet. Υποστηρίζει ωστόσο, αφενός, ότι τα επιχειρήματα των προσφευγουσών σχετικά με την εκ μέρους της Επιτροπής εκτίμηση των ΣΚΚ αφορούσαν πραγματικά περιστατικά κρίσιμα για ορθή νομική ανάλυση και, αφετέρου, ότι, αν τα περιστατικά αυτά είχαν αξιολογηθεί αντικειμενικά, θα προέκυπτε ότι οι απαιτήσεις ελάχιστης συμβατότητας που περιλαμβάνονταν στις ΣΚΚ συνιστούσαν θεμιτό και αναγκαίο μέτρο για την προστασία της ακεραιότητας του οικοσυστήματος Android στο σύνολό του.
357 Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε επίσης σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον αρνήθηκε να εξετάσει το επιχείρημα της Google και της Alphabet ότι λύση συνιστάμενη στην καταχώριση σημάτων που τους διασφαλίζουν την ονομασία «Android» δεν αρκεί για να αποφευχθεί σύγχυση μεταξύ των συσκευών που είναι συμβατές με το ΕΟΣ και εκείνων που δεν είναι.
358 Η HMD επαναλαμβάνει κατ’ ουσίαν τα επιχειρήματα που ανέπτυξαν η Google και η Alphabet.
359 Η Επιτροπή και η FairSearch υποστηρίζουν ότι ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος διότι, υπό το πρόσχημα πλάνης περί το δίκαιο, η Google και η Alphabet αμφισβητούν τις πραγματικές διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τη μη αναγκαιότητα των ΥΚΚ. Επιπλέον, η Google και η Alphabet απλώς επανεκθέτουν ορισμένα σκέλη της επιχειρηματολογίας τους που ανέπτυξαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, χωρίς να επισημαίνουν την ελάχιστη πλάνη περί το δίκαιο. Επικουρικώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
2. Εκτίμηση του Δικαστηρίου
360 Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η Google και η Alphabet υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε εσφαλμένως τους αντικειμενικούς δικαιολογητικούς λόγους των ΣΚΚ.
361 Υπενθυμίζεται επ’ αυτού, προκαταρκτικώς, ότι εναπόκειται στην κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση να δικαιολογήσει ενέργειες που ενδέχεται να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της απαγόρευσης του άρθρου 102 ΣΛΕΕ (πρβλ. αποφάσεις της 15ης Μαρτίου 2007, British Airways κατά Επιτροπής, C‑95/04 P, EU:C:2007:166, σκέψη 69, και της 27ης Μαρτίου 2012, Post Danmark, C‑209/10, EU:C:2012:172, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
362 Ειδικότερα, η επιχείρηση αυτή μπορεί να αποδείξει, προς τούτο, είτε ότι η συμπεριφορά της είναι αντικειμενικά αναγκαία είτε ότι το αποτέλεσμα αποκλεισμού που προκύπτει μπορεί να αντισταθμιστεί ή ακόμη και να υπερκεραστεί από πλεονεκτήματα που σχετίζονται με την αποτελεσματικότητα και τα οποία ωφελούν επίσης τον καταναλωτή. Ως προς το τελευταίο σημείο, εναπόκειται στην επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση να αποδείξει ότι τα κέρδη σε απόδοση που ενδέχεται να προκύψουν από την υπό εξέταση συμπεριφορά υπερτερούν των πιθανών επιπτώσεων σε βάρος του ανταγωνισμού και των συμφερόντων των καταναλωτών στις θιγόμενες αγορές, ότι αυτά τα κέρδη σε απόδοση ήταν ή είναι πιθανόν να επιτευχθούν μέσω της εν λόγω συμπεριφοράς, ότι η εν λόγω συμπεριφορά είναι απαραίτητη για την επίτευξή τους και ότι δεν εξαλείφει τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό καταργώντας όλες ή τις περισσότερες υφιστάμενες πηγές πραγματικού ή δυνητικού ανταγωνισμού (απόφαση της 27ης Μαρτίου 2012, Post Danmark, C‑209/10, EU:C:2012:172, σκέψεις 41 και 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
363 Βάσει των ανωτέρω, η Google και η Alphabet προέβαλαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διάφορα επιχειρήματα προκειμένου να αποδείξουν ότι η Επιτροπή δεν είχε λάβει υπόψη τον ευνοϊκό για τον ανταγωνισμό χαρακτήρα των ΥΚΚ, οι οποίες ήταν αναγκαίες για την προστασία της ακεραιότητας και της ποιότητας του ΛΣ Android έναντι των κινδύνων που ενέχουν ενδεχόμενες ασυμβατότητες. Τα επιχειρήματα αυτά συνοψίστηκαν στις σκέψεις 868 έως 873 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και απορρίφθηκαν διαδοχικώς από το Γενικό Δικαστήριο κατά την εξέταση που εκτίθεται στις σκέψεις 877 έως 891 της απόφασης αυτής.
364 Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η Google και η Alphabet προβάλλουν τέσσερις αιτιάσεις κατά της εν λόγω εξέτασης.
365 Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει την αναγκαιότητα των ΥΚΚ για τη διευκόλυνση της συμβατότητας μεταξύ των συσκευών Google Android και για την προστασία της ποιότητας και της ακεραιότητας του ΛΣ Android από τους κινδύνους κατακερματισμού. Δεύτερον, περιόρισε κατά τρόπο απρόσφορο την εκτίμησή του στην ανάγκη να ενισχυθεί η προστασία μόνον των συσκευών Google Android που ενσωματώνουν τις ιδιόκτητες εφαρμογές της Google. Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως απέδωσε στην Google την επιλογή να αποδεχθεί όλες τις συνέπειες που συνδέονται με την εμπορία του Android με άδεια ελεύθερης χρήσης. Τέταρτον, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε προσηκόντως τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν η Google και η Alphabet προκειμένου να αποδείξουν ότι η Επιτροπή είχε υποπέσει σε πλάνη εκτίμησης καθόσον έκρινε ότι η αλλαγή στρατηγικής σε σχέση με τα σήματα παρείχε κατάλληλη λύση για τις ΥΚΚ.
366 Η Google και η Alphabet ολοκληρώνουν, ωστόσο, την παράθεση καθεμιάς από τις τέσσερις αυτές αιτιάσεις προσάπτοντας στο Γενικό Δικαστήριο ένα και το αυτό νομικό σφάλμα. Το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να λάβει υπόψη ή να εξετάσει επισταμένως όλα τα κρίσιμα στοιχεία, προκειμένου να διαπιστώσει αν οι ΥΚΚ ήταν αντικειμενικώς δικαιολογημένες.
367 Όπως, όμως, υπομνήσθηκε στη σκέψη 348 της παρούσας απόφασης, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο για τη διαπίστωση και την εκτίμηση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, καθώς και για την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων. Επομένως, η εκτίμηση των εν λόγω πραγματικών περιστατικών και αποδεικτικών στοιχείων δεν αποτελεί, υπό την επιφύλαξη της ενδεχόμενης παραμόρφωσής τους, νομικό ζήτημα υποκείμενο, αυτό καθεαυτό, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου.
368 Εν προκειμένω, διαπιστώνεται, κατά πρώτον, ότι η Google και η Alphabet δεν προβάλλουν παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών ή των αποδεικτικών στοιχείων που εξέτασε το Γενικό Δικαστήριο, υπό την επιφύλαξη μίας μόνον μνείας, στα υπομνήματά τους, που αφορά παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με την αναποτελεσματικότητα της άμυνας των δικαιωμάτων τους διανοητικής ιδιοκτησίας ως συνέπεια της μη εξέτασης των στοιχείων αυτών. Ελλείψει οιασδήποτε σχετικής απόδειξης, μια τέτοια αναφορά δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη.
369 Πράγματι, όταν ο αναιρεσείων προβάλλει παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, οφείλει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 256 ΣΛΕΕ, του άρθρου 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του άρθρου 168, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, να προσδιορίζει επακριβώς τα στοιχεία τα οποία, κατ’ αυτόν, παραμόρφωσε το Γενικό Δικαστήριο και να καταδεικνύει τα σφάλματα ανάλυσης στα οποία υπέπεσε, κατά την εκτίμησή του, το Γενικό Δικαστήριο και τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα την εκ μέρους του παραμόρφωση. Επιπροσθέτως, η παραμόρφωση πρέπει να προκύπτει προδήλως από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να απαιτείται νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων (βλ. αποφάσεις της 7ης Ιανουαρίου 2004, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, EU:C:2004:6, σκέψη 50, και της 21ης Δεκεμβρίου 2023, United Parcel Service κατά Επιτροπής, C‑297/22 P, EU:C:2023:1027, σκέψη 30).
370 Κατά δεύτερον, επισημαίνεται ότι τα επιχειρήματα που ανέπτυξαν η Google και η Alphabet για να θεμελιώσουν τις τέσσερις αιτιάσεις που προβλήθηκαν προς στήριξη του τέταρτου λόγου αναιρέσεως βασίζονται, δι’ αναφοράς αντιστοίχως στις σκέψεις 880, 878, 886 και 883 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σε μερική μόνον ερμηνεία του σκεπτικού του Γενικού Δικαστηρίου. Προσάπτοντας στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη ή να εξετάσει επισταμένως όλα τα κρίσιμα στοιχεία προκειμένου να διαπιστώσει αν οι ΥΚΚ ήταν αντικειμενικώς δικαιολογημένες, η Google και η Alphabet βάλλουν, εν τέλει, κατά των διαπιστώσεων του Γενικού Δικαστηρίου που εκτίθενται πριν από τις σκέψεις αυτές στο πλαίσιο της εκ μέρους του εκτίμησης των αντικειμενικών δικαιολογητικών λόγων που αυτές προέβαλαν σχετικά με τις ΣΚΚ.
371 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Ε. Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
372 Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, η Google και η Alphabet προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι εσφαλμένως επιβεβαίωσε τις διαπιστώσεις της επίδικης απόφασης σχετικά με την ενιαία και διαρκή παράβαση παρά την ακύρωση της απόφασης αυτής όσον αφορά τις ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο.
373 Από τη νομολογία προκύπτει ότι η μερική ακύρωση απόφασης της Επιτροπής είναι δυνατή μόνον αν τα ακυρωθέντα στοιχεία μπορούν να διαχωριστούν από την υπόλοιπη απόφαση. Τούτο δεν ισχύει όταν η μερική ακύρωση έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβολή της ουσίας της οικείας πράξης. Η επίδικη απόφαση όμως επέβαλε κυρώσεις στην Google και στην Alphabet για ενιαία και διαρκή παράβαση συνιστάμενη σε τέσσερις διακριτές καταχρήσεις. Στη σκέψη 1029 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση αυτή όσον αφορά μία από τις τέσσερις αυτές καταχρήσεις, ήτοι εκείνη που αφορούσε τις ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο, αλλά επικύρωσε την εν λόγω απόφαση όσον αφορά την ενιαία και διαρκή παράβαση. Κρίνοντας κατά τα ανωτέρω, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
374 Πράγματι, το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να εκτιμήσει αν η ακύρωση μίας εκ των διαπιστώσεων περί παράβασης μετέβαλε την ουσία της διαπίστωσης της ενιαίας και διαρκούς παράβασης. Επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει κατ’ ουσίαν τέσσερα κενά ως προς το σημείο αυτό. Πρώτον, δεν θα ήταν δυνατόν, χωρίς την ελάχιστη βάση, μια ενιαία και διαρκής παράβαση αποτελούμενη, κατά την επίδικη απόφαση, από τέσσερις διακριτές, συμπληρωματικές και αλληλεξαρτώμενες καταχρήσεις να αντικατασταθεί από ενιαία και διαρκή παράβαση αποτελούμενη από τρεις μόνον διακριτές καταχρήσεις. Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο, ενώ ακύρωσε τη διαπίστωση σχετικά με τις ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο, έλαβε υπόψη τις συμφωνίες αυτές, στη σκέψη 1018 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ως στοιχεία του γενικότερου πλαισίου για να επικυρώσει την επίδικη απόφαση όσον αφορά την ύπαρξη ενιαίας και διαρκούς παράβασης. Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο έλαβε υπόψη, στη σκέψη 1027 της απόφασης αυτής, τη συμφωνία μεταξύ της Google και της Apple σχετικά με την προεπιλεγμένη ρύθμιση της εφαρμογής Google Search στο πρόγραμμα περιήγησης Safari, προκειμένου να επιβεβαιώσει την ύπαρξη ενιαίας και διαρκούς παράβασης. Το εν λόγω πραγματικό στοιχείο δεν ασκεί ωστόσο επιρροή, στο μέτρο που ουδέποτε διαπιστώθηκε κατά τη διοικητική διαδικασία. Τέταρτον, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε αβασίμως, στη σκέψη 1028 της εν λόγω απόφασης, ότι οι πρακτικές της Google έθιξαν το συμφέρον των καταναλωτών να έχουν στη διάθεσή τους περισσότερες από μία πηγές για τη λήψη πληροφοριών στο διαδίκτυο. Πλην όμως, δεν πραγματοποιήθηκε καμία σχετική διαπίστωση. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο απέκλινε ανεπίτρεπτα από τις διαπιστώσεις που περιλαμβάνονται στην επίδικη απόφαση.
375 Η CCIA υποστηρίζει την επιχειρηματολογία που ανέπτυξαν η Google και η Alphabet, ιδίως όσον αφορά τους ισχυρισμούς ότι το Γενικό Δικαστήριο υποκατέστησε με τη δική του αιτιολογία την αιτιολογία της Επιτροπής, όπως αυτή εκτίθεται στην επίδικη απόφαση.
376 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ορθώς το Γενικό Δικαστήριο δεν ακύρωσε την επίδικη απόφαση στο σύνολό της. Υποστηρίζει ότι ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι συνιστά νέο ισχυρισμό, και είναι επίσης αλυσιτελής, διότι εξακολουθούν να υφίστανται οι υπόλοιπες παραβάσεις, πέραν της παράβασης ως προς την οποία ακυρώθηκε η επίδικη απόφαση. Εν πάση περιπτώσει, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
2. Εκτίμηση του Δικαστηρίου
377 Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, η Google και η Alphabet προσάπτουν κατ’ ουσίαν στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν άντλησε τις ορθές συνέπειες από την ακύρωση της επίδικης απόφασης όσον αφορά τις ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο. Συγκεκριμένα, η επίδικη απόφαση θεμελιώνεται στη διαπίστωση ενιαίας και διαρκούς παράβασης, αποτελούμενης από τέσσερις διακριτές παραβάσεις και, ως εκ τούτου, η ακύρωση ενός εκ των συστατικών στοιχείων της θα έπρεπε να οδηγήσει το Γενικό Δικαστήριο είτε στο να ακυρώσει τη διαπίστωση περί ενιαίας και διαρκούς παράβασης είτε στο να εκτιμήσει αν η έλλειψη του εν λόγω στοιχείου μετέβαλε την ουσία της παράβασης αυτής.
378 Προκαταρκτικώς, όσον αφορά, αφενός, τον φερόμενο ως νέο χαρακτήρα του ισχυρισμού αυτού, καθόσον η Google και η Alphabet δεν αμφισβήτησαν πρωτοδίκως το συμπέρασμα της επίδικης απόφασης ότι οι περί προεγκατάστασης όροι των ΣΔΕΚΣ, οι ΥΚΚ και οι ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο συνιστούσαν ενιαία και διαρκή παράβαση, ούτε υποστήριξαν ότι η απόφαση αυτή έπρεπε να ακυρωθεί στο σύνολό της, με την αιτιολογία ότι το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την επίδικη απόφαση ως προς ένα από τα στοιχεία της επίμαχης παράβασης, αρκεί η διαπίστωση ότι, με τον ισχυρισμό αυτόν, η Google και η Alphabet επιδιώκουν να προβάλουν, ενώπιον του Δικαστηρίου, ισχυρισμό ο οποίος γεννήθηκε από την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και με τον οποίο αμφισβητείται, από νομικής απόψεως, η βασιμότητά της. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
379 Αφετέρου, όσον αφορά τον προβαλλόμενο αλυσιτελή χαρακτήρα του ως άνω λόγου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν κριθεί βάσιμος, θα μπορούσε απλώς να έχει ως αποτέλεσμα να μη συνιστούν ενιαία και διαρκή παράβαση οι υπόλοιπες διακριτές καταχρήσεις, εξεταζόμενες από κοινού. Ως εκ τούτου, η διαπίστωση αυτή δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την αναίρεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στο σύνολό της, δεδομένου ότι οι ως άνω καταχρήσεις δεν επηρεάζονται από τον ίδιο λόγο αναιρέσεως.
380 Εντούτοις, διαπιστώνεται ότι, στο μέτρο που το Γενικό Δικαστήριο στήριξε τον υπολογισμό του προστίμου στην παραδοχή της ύπαρξης ενιαίας και διαρκούς παράβασης, η απλή αμφισβήτηση της ύπαρξης τέτοιας παράβασης αρκεί για να τεθεί εν αμφιβόλω μέρος του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, η επιχειρηματολογία της Επιτροπής επί του σημείου αυτού πρέπει να απορριφθεί.
381 Επί της ουσίας, επισημαίνεται, αφενός, ότι παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ μπορεί να προκύπτει όχι μόνον από μεμονωμένη πράξη, αλλά και από σειρά πράξεων ή ακόμη και από συνεχιζόμενη συμπεριφορά, έστω και αν ένα ή περισσότερα στοιχεία αυτής της σειράς πράξεων ή της συνεχιζόμενης συμπεριφοράς θα μπορούσαν επίσης να αποτελέσουν, εξεταζόμενα αφ’ εαυτών και μεμονωμένα, παράβαση της εν λόγω διάταξης. Έτσι, όταν οι διάφορες πράξεις εντάσσονται σε ένα «συνολικό σχέδιο», λόγω του ότι επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό, ήτοι τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς, η Επιτροπή έχει το δικαίωμα να λάβει υπόψη το σύνολο αυτό ως μια ολότητα, ιδίως για τον υπολογισμό του προστίμου (πρβλ. αποφάσεις της 7ης Ιανουαρίου 2004, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, EU:C:2004:6, σκέψη 258, και της 6ης Δεκεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Verhuizingen Coppens, C‑441/11 P, EU:C:2012:778, σκέψη 41).
382 Αφετέρου, κατά πάγια νομολογία, η μερική ακύρωση πράξης του δικαίου της Ένωσης είναι δυνατή μόνον εφόσον τα στοιχεία των οποίων ζητείται η ακύρωση δύνανται να αποσπασθούν από την υπόλοιπη πράξη. Η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούται όταν η μερική ακύρωση πράξης έχει ως αποτέλεσμα να μεταβάλει την ουσία της, γεγονός που πρέπει να εκτιμηθεί βάσει ενός αντικειμενικού και όχι ενός υποκειμενικού κριτηρίου που συνδέεται με τη βούληση της αρχής που εξέδωσε την επίμαχη πράξη (πρβλ. απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Verhuizingen Coppens, C‑441/11 P, EU:C:2012:778, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
383 Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε τα άρθρα 1, 3 και 4 της επίδικης απόφασης κατά το μέρος που αφορούν την τέταρτη κατάχρηση της ενιαίας και διαρκούς παράβασης σχετικά με τις ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο. Έλαβε επίσης υπόψη τη μερική αυτή ακύρωση μεταρρυθμίζοντας το άρθρο 2 της απόφασης αυτής προκειμένου να μειώσει το επιβληθέν πρόστιμο.
384 Μολονότι η Επιτροπή δεν μπόρεσε, κατά το Γενικό Δικαστήριο, να αποδείξει τον καταχρηστικό χαρακτήρα των ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο, εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η διαπίστωση της ενιαίας και διαρκούς παράβασης έπρεπε να διατηρηθεί.
385 Όπως όμως επισήμανε και το Γενικό Δικαστήριο, διαπιστώνεται, πρώτον, ότι εφόσον στην επίδικη απόφαση καθεμία από τις επίμαχες συμπεριφορές χαρακτηρίστηκε ως αυτοτελής διακριτή παράβαση και, εξεταζόμενες από κοινού, οι συμπεριφορές αυτές χαρακτηρίστηκαν ως ενιαία και διαρκής παράβαση, η αμφισβήτηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μίας εκ των συμπεριφορών αυτών δεν μπορεί να θέσει εν αμφιβόλω τον καταχρηστικό χαρακτήρα των λοιπών συμπεριφορών. Επιπλέον, όσον αφορά τη διατήρηση του χαρακτηρισμού των λοιπών καταχρηστικών συμπεριφορών ως ενιαίας και διαρκούς παράβασης, το Γενικό Δικαστήριο εξέθεσε δεόντως ότι η μερική ακύρωση της επίδικης απόφασης όσον αφορά τις ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο δεν επηρέαζε τη διαπίστωση της ύπαρξης συνολικής στρατηγικής στην οποία ενέπιπταν οι τρεις εναπομένουσες παραβάσεις.
386 Πράγματι, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 212 των προτάσεών της, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, στις σκέψεις 1021 έως 1023 και 1025 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι οι περιστάσεις των διαπιστωθεισών παραβάσεων καταδεικνύουν ότι ο πρώτος, ο δεύτερος και ο τρίτος επίδικος περιορισμός, ήτοι η συνδυασμένη πώληση της εφαρμογής Google Search, η συνδυασμένη πώληση του προγράμματος περιήγησης Chrome και οι ΣΚΚ, έκαστος των οποίων χαρακτηρίστηκε ως διακριτή κατάχρηση, αποτελούσαν μέρος μιας συνολικής στρατηγικής. Η στρατηγική αυτή συνίστατο στην επιβολή ειδικών όρων για τη χρήση του ΛΣ Android, αφενός, και ορισμένων εφαρμογών και υπηρεσιών, αφετέρου. Σκοπός της ήταν να συμβαδίσει με την ανάπτυξη του διαδικτύου μέσω κινητών συσκευών, με ταυτόχρονη διατήρηση του επιχειρηματικού μοντέλου της ίδιας της Google, το οποίο στηρίζεται στα έσοδα που αντλεί κατά κύριο λόγο από τη χρήση της δικής της υπηρεσίας γενικής αναζήτησης. Στο πλαίσιο της συνολικής στρατηγικής που ακολούθησε η Google, η διατήρηση της δεσπόζουσας θέσης που κατείχε, καθ’ όλη τη διάρκεια της παράβασης, στις εθνικές αγορές υπηρεσιών γενικής αναζήτησης ήταν, επομένως, καθοριστικής σημασίας, στην οποία συνέβαλαν ο πρώτος και ο δεύτερος επίδικος περιορισμός.
387 Παρά τη μερική ακύρωση της επίδικης απόφασης όσον αφορά τον καταχρηστικό χαρακτήρα των ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, λαμβανομένων υπόψη των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων, ότι η ως άνω συνολική στρατηγική εξακολουθούσε να υφίσταται και ότι αποτελούσε συνολικό σχέδιο, κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύεται στη σκέψη 381 της παρούσας απόφασης.
388 Επομένως, η δυνατότητα διαχωρισμού της διαπίστωσης σχετικά με τις ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση και, ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς μπορούσε να ακυρώσει εν μέρει την επίδικη απόφαση, διατηρώντας παράλληλα τον χαρακτηρισμό της ενιαίας και διαρκούς παράβασης που είχε γίνει δεκτός στην ίδια απόφαση.
389 Όσον αφορά, δεύτερον, τα ειδικότερα επιχειρήματα που προέβαλαν η Google και η Alphabet στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, πρέπει, αφενός, να διευκρινιστεί, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 197 της παρούσας απόφασης, ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έλαβε υπόψη τις ΣΚΕ, ανεξαρτήτως του καταχρηστικού χαρακτήρα τους, ως κρίσιμα στοιχεία του πλαισίου, προκειμένου να επιβεβαιώσει την ύπαρξη ενιαίας και διαρκούς παράβασης. Συγκεκριμένα, από τη σκέψη 1018 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι ΣΚΕ ορθώς ελήφθησαν υπόψη στην επίδικη απόφαση, ως στοιχεία του πραγματικού πλαισίου, προκειμένου να εκτιμηθούν τα αποτελέσματα αποκλεισμού από την αγορά που προκάλεσε η διακριτή πρώτη, δεύτερη και τρίτη κατάχρηση. Δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο προσέθεσε, στη σκέψη 1019 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι τα στοιχεία αυτά του πλαισίου είναι επίσης κρίσιμα για την εκτίμηση των συνδυαστικών αποτελεσμάτων των πρακτικών, η Google και η Alphabet δεν μπορούν να του προσάψουν ότι έλαβε υπόψη τα εν λόγω στοιχεία.
390 Αφετέρου, η Google και η Alphabet δεν μπορούν να προσάψουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι επανέλαβε, στις σκέψεις 1027 και 1028 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τα στοιχεία του πλαισίου που μνημονεύονται στην επίδικη απόφαση, όπως τη συμφωνία της Google με την Apple ή ακόμη την περιορισμένη επιλογή των χρηστών μηχανών αναζήτησης. Συγκεκριμένα, δεν έγινε επίκληση των ως άνω στοιχείων του πλαισίου ως αποδεικτικών στοιχείων για την ύπαρξη ενιαίας και διαρκούς παράβασης, αλλά ως στοιχείων που καταδεικνύουν το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο εντάσσονταν οι επίδικες συμπεριφορές της Google. Επομένως, τα εν λόγω στοιχεία απλώς ενισχύουν τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν η Επιτροπή και το Γενικό Δικαστήριο.
391 Κατόπιν των προεκτεθέντων, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΣΤ. Επί του έκτου λόγου αναιρέσεως
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
392 Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, η Google και η Alphabet προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε τέσσερα νομικά σφάλματα κατά την άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας του. Υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο αύξησε το ποσό του προστίμου παρά το ότι η διαπίστωση, στην επίδικη απόφαση, της ύπαρξης μίας από τις τέσσερις καταχρήσεις που συνιστούσαν την ενιαία και διαρκή παράβαση που αναγνωρίστηκε με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε κατόπιν της μερικής ακύρωσης, από το Γενικό Δικαστήριο, των άρθρων 1, 3 και 4 αυτής.
393 Πρώτον, η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου να αυξήσει το ποσό του προστίμου προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας της Google και της Alphabet και παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 48, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθόσον στηρίχθηκε, κατά την εκτίμηση της σοβαρότητας και της διάρκειας της ενιαίας και διαρκούς παράβασης, σε θεμιτές πρακτικές της Google, όπως οι ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο, οι ΣΚΕ ανά συσκευή και η άρνηση να θέσει τις ιδιόκτητες ΔΠ στη διάθεση των προγραμματιστών μη συμβατών παρακλαδιών του Android. Τρίτον, η Google και η Alphabet προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι παραβίασε την αρχή ne ultra petita καθότι υιοθέτησε, κατά την εκ μέρους του εκτίμηση του κριτηρίου της σοβαρότητας, προσέγγιση την οποία κανένας διάδικος δεν προέβαλε, ενώ συγχρόνως στηρίχθηκε σε πραγματικά στοιχεία τα οποία συνήγαγε από αποσπασματικά στοιχεία που μνημονεύονταν στην επίδικη απόφαση. Τέταρτον και επικουρικώς, το πρόστιμο που καθόρισε κατ’ αυτόν τον τρόπο το Γενικό Δικαστήριο είναι δυσανάλογο και δεν είναι αιτιολογημένο.
394 Η Google και η Alphabet καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι το σημείο 2 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης πρέπει να αναιρεθεί. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο απορρίψει τους πέντε πρώτους λόγους αναιρέσεως, το Δικαστήριο θα πρέπει, κατά την άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας του, να μειώσει το αρχικό ποσό του επιβληθέντος προστίμου κατά το ένα τρίτο τουλάχιστον.
395 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
2. Εκτίμηση του Δικαστηρίου
396 Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, η Google και η Alphabet υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε τέσσερα νομικά σφάλματα κατά την άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας του.
397 Το Γενικό Δικαστήριο, πρώτον, προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας της Google και της Alphabet, δεύτερον, παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 48 παράγραφος 1, του Χάρτη και, τρίτον, παραβίασε την αρχή ne ultra petita. Τέταρτον, το πρόστιμο που καθόρισε το Γενικό Δικαστήριο είναι δυσανάλογο και μη αιτιολογημένο.
398 Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 261 ΣΛΕΕ και το άρθρο 31 του κανονισμού 1/2003, το Γενικό Δικαστήριο διαθέτει πλήρη δικαιοδοσία όσον αφορά τα επιβαλλόμενα από την Επιτροπή πρόστιμα. Επομένως, έχει την εξουσία, πέραν του απλού ελέγχου νομιμότητας των προστίμων αυτών, να υποκαθιστά την Επιτροπή προβαίνοντας στη δική του εκτίμηση και, κατ’ επέκταση, να καταργεί, να μειώνει ή να επαυξάνει το επιβληθέν πρόστιμο, εφόσον το ζήτημα του ύψους του προστίμου υποβάλλεται στην κρίση του (πρβλ. αποφάσεις της 8ης Φεβρουαρίου 2007, Groupe Danone κατά Επιτροπής, C‑3/06 P, EU:C:2007:88, σκέψεις 61 και 62, της 22ας Νοεμβρίου 2012, E.ON Energie κατά Επιτροπής, C‑89/11 P, EU:C:2012:738, σκέψεις 123 και 124, και της 12ης Ιανουαρίου 2023, Lietuvos geležinkeliai κατά Επιτροπής, C‑42/21 P, EU:C:2023:12, σκέψεις 151 και 152).
399 Συναφώς, δεν αμφισβητείται ότι το Γενικό Δικαστήριο, κατά την άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας του, δεσμεύεται από ορισμένες υποχρεώσεις, μεταξύ των οποίων η υποχρέωση αιτιολόγησης, την οποία υπέχει δυνάμει του άρθρου 36 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που έχει εφαρμογή και στο Γενικό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού, καθώς και η αρχή της ίσης μεταχείρισης (αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 2014, Επιτροπή κατά Parker Hannifin Manufacturing και Parker-Hannifin, C‑434/13 P, EU:C:2014:2456, σκέψη 77, και της 12ης Ιανουαρίου 2023, Lietuvos geležinkeliai κατά Επιτροπής, C‑42/21 P, EU:C:2023:12, σκέψη 154). Οι απαιτήσεις αυτές επιβάλλονται κατά τον ίδιο τρόπο στο Γενικό Δικαστήριο όταν αυτό αποκλίνει από τους ενδεικτικούς κανόνες που καθορίζει η Επιτροπή στις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων, οι οποίες δεν δεσμεύουν τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης, αλλά μπορούν να τα καθοδηγήσουν όταν ασκούν την πλήρη δικαιοδοσία τους (απόφαση της 18ης Μαρτίου 2021, Pometon κατά Επιτροπής, C‑440/19 P, EU:C:2021:214, σκέψη 146).
400 Όσον αφορά τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι οι διαδικασίες ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης διεξάγονται κατ’ αντιμωλία, η δε άσκηση πλήρους δικαιοδοσίας στο πλαίσιο μίας από τις διαδικασίες αυτές δεν αποτελεί εξαίρεση (πρβλ. αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 2009, Επανεξέταση M κατά EMEA, C‑197/09 RX‑II, EU:C:2009:804, σκέψη 58, της 8ης Δεκεμβρίου 2011, Χαλκόρ κατά Επιτροπής, C‑386/10 P, EU:C:2011:815, σκέψη 64, και της 10ης Ιουλίου 2014, Telefónica και Telefónica de España κατά Επιτροπής, C‑295/12 P, EU:C:2014:2062, σκέψη 213).
401 Μολονότι δεν αμφισβητείται ότι, στο πλαίσιο της άσκησης αυτής, ο δικαστής της Ένωσης μπορεί να λάβει υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά (πρβλ. αποφάσεις της 15ης Οκτωβρίου 2002, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, EU:C:2002:582, σκέψη 692, και της 12ης Νοεμβρίου 2014, Guardian Industries και Guardian Europe κατά Επιτροπής, C‑580/12 P, EU:C:2014:2363, σκέψη 78), η αρχή της κατ’ αντιμωλία συζητήσεως συνεπάγεται, εντούτοις, ότι οι διάδικοι είχαν τη δυνατότητα να εκθέσουν λυσιτελώς την άποψή τους όσον αφορά τον καθορισμό του προστίμου και ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη κανένα στοιχείο, περίσταση ή κριτήριο των οποίων τη στάθμιση δεν μπορούσαν να προβλέψουν τα μέρη αυτά (πρβλ. απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 2007, Groupe Danone κατά Επιτροπής, C‑3/06 P, EU:C:2007:88, σκέψεις 70 και 82).
402 Επιπλέον, όσον αφορά την αρχή ne ultra petita, το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένως ότι η άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας που προβλέπεται στο άρθρο 261 ΣΛΕΕ και στο άρθρο 31 του κανονισμού 1/2003 δεν ισοδυναμεί με αυτεπάγγελτο έλεγχο. Επομένως, με την εξαίρεση των λόγων δημοσίας τάξης τους οποίους ο δικαστής υποχρεούται να εξετάζει αυτεπαγγέλτως, στον προσφεύγοντα εναπόκειται να προβάλει λόγους ακυρώσεως κατά της πράξης του δικαίου της Ένωσης την οποία προσβάλλει και να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη των λόγων αυτών (αποφάσεις της 8ης Δεκεμβρίου 2011, Χαλκόρ κατά Επιτροπής, C‑386/10 P, EU:C:2011:815, σκέψη 64, της 10ης Ιουλίου 2014, Telefónica και Telefónica de España κατά Επιτροπής, C‑295/12 P, EU:C:2014:2062, σκέψη 213, και της 9ης Ιουνίου 2016, Repsol Lubricantes y Especialidades κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑617/13 P, EU:C:2016:416, σκέψη 85). Αντιθέτως, όπως υπενθυμίζεται στη σκέψη 398 της παρούσας απόφασης, εφόσον το ζήτημα του ύψους του προστίμου που επιβάλλει η Επιτροπή βάσει του κανονισμού 1/2003 υποβάλλεται στην κρίση του, ο δικαστής της Ένωσης έχει την εξουσία, να υποκαθιστά την Επιτροπή προβαίνοντας στη δική του εκτίμηση και, κατά συνέπεια, να καταργεί, να μειώνει ή να επαυξάνει το επιβληθέν πρόστιμο.
403 Εν προκειμένω, κανένα από τα επιχειρήματα που προέβαλαν η Google και η Alphabet σχετικά με την προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής ne ultra petita, τα οποία πρέπει να εξεταστούν κατά πρώτον, δεν αποδεικνύει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εφαρμογή των κανόνων που εκτίθενται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας απόφασης. Συγκεκριμένα, δεν αμφισβητείται ότι, στο πλαίσιο της προσφυγής τους, η Google και η Alphabet ζήτησαν την ακύρωση της επίδικης απόφασης και, επικουρικώς, την κατάργηση ή τη μείωση του προστίμου στο πλαίσιο της πλήρους δικαιοδοσίας του Γενικού Δικαστηρίου. Το ύψος όμως του προστίμου που δέχτηκε το Γενικό Δικαστήριο, χαμηλότερο από το ποσό που αποφάσισε η Επιτροπή με την επίδικη απόφαση, είναι η απάντηση στο εν λόγω αίτημα.
404 Δεύτερον, η αρχή της κατ’ αντιμωλία συζητήσεως συνεπάγεται, όπως υπενθυμίζεται στη σκέψη 401 της παρούσας απόφασης, ότι η Google και η Alphabet είχαν τη δυνατότητα να προβάλουν λυσιτελώς την άποψή τους όσον αφορά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου και ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη κανένα στοιχείο, περίσταση ή κριτήριο των οποίων τη στάθμιση δεν θα μπορούσαν να προβλέψουν τα μέρη αυτά.
405 Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, κατ’ αρχάς, στη σκέψη 1085 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, σε αντίθεση με την Επιτροπή η οποία είχε χρησιμοποιήσει ενιαίο και συνολικό συντελεστή προσαύξησης προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διάρκεια της συμμετοχής της Google και της Alphabet στην παράβαση, ήταν καταλληλότερο να ληφθούν υπόψη άλλες παράμετροι, προκειμένου να αποτυπωθούν ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της διαχρονικής εξέλιξης της παράβασης και ιδίως να συνεκτιμηθεί η κυμαινόμενη έντασή της.
406 Βάσει της παραδοχής αυτής, το Γενικό Δικαστήριο προσδιόρισε, στη συνέχεια, στη σκέψη 1088 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τρεις διαφορετικές περιόδους, μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 2011 και της ημερομηνίας έκδοσης της επίδικης απόφασης. Η δεύτερη από τις περιόδους αυτές χαρακτηρίστηκε, στη σκέψη 1093 της εν λόγω απόφασης, ως «κρίσιμη για την ανάπτυξη των υπηρεσιών διαδικτυακής αναζήτησης που παρέχονται μέσω έξυπνης κινητής συσκευής».
407 Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε, στη σκέψη 1094 της ίδιας απόφασης, ότι, για τον καθορισμό του ύψους του προστίμου, έπρεπε να ληφθούν υπόψη τόσο η αντίστοιχη διάρκεια των διαφόρων πτυχών της ενιαίας και διαρκούς παράβασης όσο και οι διαφορές που υφίστανται μεταξύ των περιόδων που προσδιόρισε, προκειμένου να εκτιμηθεί η κυμαινόμενη ένταση των αποτελεσμάτων της εν λόγω παράβασης.
408 Ως εκ τούτου, αναφερόμενο στον κυμαινόμενο βαθμό έντασης των αποτελεσμάτων κατά τη διάρκεια της περιόδου τέλεσης της παράβασης, το Γενικό Δικαστήριο καθόρισε, στη σκέψη 1099 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το ύψος του προστίμου σε 4 125 000 000 ευρώ.
409 Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 1086 και 1088 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η ως άνω υποδιαίρεση του χρονικού διαστήματος της παράβασης, λόγω του ενδεχόμενου κυμαινόμενου βαθμού της σοβαρότητας της συμπεριφοράς της οικείας επιχείρησης, είναι μια από τις παραμέτρους που συνιστούν τη μέθοδο την οποία το Γενικό Δικαστήριο έκρινε σκοπιμότερο να εφαρμόσει, σε σχέση με τη «μαθηματική και γραμμική» μέθοδο, την οποία προσδιόρισε η Επιτροπή στην επίδικη απόφαση.
410 Υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας της Google και της Alphabet, καθόσον έκρινε, στη σκέψη 1088 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι ήταν αναγκαίο να ληφθεί ειδικώς υπόψη, κατά την εκτίμηση του ύψους του προστίμου, η ένταση των αντίθετων προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορών με την πάροδο του χρόνου, γεγονός που είχε ως συνέπεια τον προσδιορισμό τριών διαφορετικών περιόδων, εκ των οποίων η δεύτερη από αυτές χαρακτηρίστηκε ως κρίσιμη, στη σκέψη 1093 της ως άνω απόφασης.
411 Μολονότι το Γενικό Δικαστήριο υποχρεούται, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων που προβλέπουν τα άρθρα 261 και 263 ΣΛΕΕ, να εξετάζει κάθε νομική ή πραγματική αιτίαση με την οποία προβάλλεται ότι το ύψος του προστίμου δεν είναι ανάλογο προς τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης, δεν δύναται, αντιθέτως, να του επιβληθεί η υποχρέωση να καλεί τους διαδίκους να διατυπώσουν την άποψή τους επί της μεταρρύθμισης του ύψους του προστίμου την οποία εξετάζει συγκεκριμένα να πραγματοποιήσει και επί των ειδικών παραμέτρων τις οποίες, υπό το πρίσμα αυτό, έχει την πρόθεση να λάβει υπόψη.
412 Εν πάση περιπτώσει, διαπιστώνεται, πρώτον, ότι από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ιδίως δε από τις σκέψεις 1043, 1047 και 1099 αυτής, προκύπτει ότι η Google και η Alphabet εφάρμοσαν τις επίμαχες καταχρηστικές πρακτικές εκ προθέσεως, ήτοι έχοντας πλήρη επίγνωση των αποτελεσμάτων που επρόκειτο να επιφέρουν οι πρακτικές αυτές στις σχετικές αγορές και ότι επρόκειτο για συνολική στρατηγική της οποίας ο χαρακτηρισμός ως ενιαίας και διαρκούς παράβασης, όπως προκύπτει από τη σκέψη 385 της παρούσας απόφασης, δεν ενέχει τα σφάλματα στα οποία υπέπεσε η Επιτροπή κατά τον χαρακτηρισμό των ΣΚΕ ανά χαρτοφυλάκιο.
413 Δεύτερον, όπως διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 1087 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, οι καταχρηστικές πρακτικές της Google και της Alphabet στο πλαίσιο της συνολικής στρατηγικής τους ενισχύθηκαν αφής στιγμής τόσο η εφαρμογή Google Search όσο και το πρόγραμμα περιήγησης Chrome αποτέλεσαν αντικείμενο των περί προεγκατάστασης όρων των ΣΔΕΚΣ. Συγκεκριμένα, η Google εξασφάλισε σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στα δύο κύρια σημεία εισόδου για την πραγματοποίηση αναζήτησης στο διαδίκτυο, ανταγωνιστικό πλεονέκτημα το οποίο ήταν πολύ δύσκολο να αντισταθμίσουν οι ανταγωνιστές της Google και της Alphabet.
414 Τρίτον, από τη σκέψη 1028 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι οι καταχρηστικές πρακτικές της Google και της Alphabet έθιξαν το συμφέρον των καταναλωτών να διαθέτουν περισσότερες από μία πηγές για τη λήψη πληροφοριών στο διαδίκτυο, περιορίζοντας, μεταξύ άλλων, την ανάπτυξη υπηρεσιών αναζήτησης που απευθύνονται σε ομάδες καταναλωτών με κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον, μεταξύ άλλων, για την προστασία της ιδιωτικής ζωής ή για τις γλωσσικές ιδιαιτερότητες εντός του ΕΟΧ.
415 Από το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης που παρατίθεται στις προηγούμενες σκέψεις της παρούσας απόφασης προκύπτει ότι το ύψος του προστίμου που καθόρισε το Γενικό Δικαστήριο στηρίζεται σε στοιχεία τα οποία, αφενός, αποτέλεσαν αντικείμενο κατ’ αντιμωλία συζήτησης και, αφετέρου, το δικαιολογούν, ανεξαρτήτως οιασδήποτε ενδεχόμενης κυμαινόμενης έντασης της σοβαρότητας της συμπεριφοράς της Google και της Alphabet κατά τη διάρκεια της περιόδου τέλεσης της παράβασης, υπό το πρίσμα της ανάγκης επιβολής αρκούντως αποτρεπτικού προστίμου και λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας των καταχρήσεων για τις οποίες επιβλήθηκαν κυρώσεις και του πλαισίου εντός του οποίου αυτές έλαβαν χώρα.
416 Όσον αφορά τον αναλογικό χαρακτήρα του ύψους του προστίμου, η Google και η Alphabet υποστηρίζουν ότι συνιστά, στην πραγματικότητα, αύξηση του ποσού που καθορίστηκε στην επίδικη απόφαση, ενώ το ποσό αυτό έπρεπε να μειωθεί κατά το ένα τρίτο κατ’ ελάχιστον.
417 Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι η Google και η Alphabet ζητούν ελάχιστη μείωση κατά το ένα τρίτο του εν λόγω ποσού χωρίς την παραμικρή αιτιολόγηση ή εξήγηση. Όπως, όμως, επισημαίνεται στη σκέψη 402 της παρούσας απόφασης, στον αναιρεσείοντα εναπόκειται να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη των ισχυρισμών που προβάλλει.
418 Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο εξήγησε πλήρως τους λόγους για τους οποίους η ενιαία και διαρκής παράβαση έπρεπε να θεωρηθεί διαπιστωμένη παρά την ακύρωση της κατάχρησης σχετικά με τις ΣΚΕ, στοιχείο που συνιστά, αφ’ εαυτού, αιτιολόγηση της περιορισμένης μείωσης του ύψους του προστίμου.
419 Κατόπιν των προεκτεθέντων, ο έκτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
420 Δεδομένου ότι κανένας από τους λόγους αναιρέσεως δεν έγινε δεκτός, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
VI. Επί των δικαστικών εξόδων
421 Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του εν λόγω Κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα εκ μέρους του νικήσαντος διαδίκου.
422 Σύμφωνα με το άρθρο 140, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι ο παρεμβαίνων θα φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
423 Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 4, του ίδιου Κανονισμού, όταν η αναίρεση δεν ασκήθηκε από παρεμβαίνοντα πρωτοδίκως, αυτός μπορεί να καταδικαστεί στα έξοδα της αναιρετικής δίκης μόνον αν έλαβε μέρος στην ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφη ή προφορική διαδικασία. Όταν ο εν λόγω διάδικος μετέχει στη δίκη, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι αυτός φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
424 Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Google και της Alphabet στα δικαστικά έξοδα και οι τελευταίες ηττήθηκαν, η Google και η Alphabet πρέπει να φέρουν, πέραν των δικαστικών εξόδων τους, και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή.
425 Οι ADA, CCIA, Gigaset, HMD, Opera, BDZV – Bundesverband Digitalpublisher und Zeitungsverleger, το ΕΓΕΚ, οι FairSearch, Seznam και η Verband Deutscher Zeitschriftenverleger φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Η Google LLC και η Alphabet Inc. φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους καθώς και τα δικαστικά έξοδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
3) Οι Application Developers Alliance, Computer & Communications Industry Association, Gigaset Communications GmbH, HMD global Oy, Opera Norway AS, BDZV – Bundesverband Digitalpublisher und Zeitungsverleger eV, το Ευρωπαϊκό Γραφείο Ενώσεων Καταναλωτών (ΕΓΕΚ), οι FairSearch AISBL, Seznam.cz, a.s. και Verband Deutscher Zeitschriftenverleger eV φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
