ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 18ης Ιουνίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 – Άρθρα 77 και 79 – Μέσα παροχής έννομης προστασίας – Παράλληλη άσκηση – Σχέση μεταξύ της καταγγελίας που υποβάλλεται στην εθνική εποπτική αρχή και της προσφυγής που ασκείται ενώπιον δικαστηρίου – Κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων – Αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας – Διαδικαστική αυτονομία των κρατών μελών – Αρχή της αποτελεσματικότητας – Αρχή της ισοδυναμίας »
Στην υπόθεση C‑414/24,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Verwaltungsgerichtshof (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Αυστρία) με απόφαση της 17ης Μαΐου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 13 Ιουνίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
Datenschutzbehörde,
Dr. G S
παρισταμένων των:
Bundesministerin für Justiz,
D GmbH,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. Biltgen, πρόεδρο τμήματος, I. Ziemele (εισηγήτρια), A. Kumin, S. Gervasoni και M. Bošnjak, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Richard de la Tour
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Datenschutzbehörde, εκπροσωπούμενη από τον M. Schmidl και την E. Wagner,
– η Dr. G S, εκπροσωπούμενη από την S. Binder-Novak, Rechtsanwältin,
– η D GmbH, εκπροσωπούμενη από τον S. Korab, Rechtsanwalt,
– η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον A. Posch, την J. Schmoll και την C. Gabauer,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Fiorentino, επικουρούμενο από τον E. De Bonis, avvocato dello Stato,
– η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Zs. Biró-Tóth και τον M. Z. Fehér,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον A. Μπουχάγιαρ, την M. Heller και τον H. Kranenborg,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 77 και 79 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ 2016, L 119, σ. 1) (στο εξής: ΓΚΠΔ).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Dr. G S και της Datenschutzbehörde (αρχής προστασίας δεδομένων, Αυστρία) (στο εξής: DSB) σχετικά με την απόρριψη από την DSB της καταγγελίας που υπέβαλε η Dr. G S για προβαλλόμενη προσβολή του δικαιώματός της στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που την αφορούσαν, λόγω της εκκρεμοδικίας ένδικης διαφοράς με το ίδιο αντικείμενο ενώπιον του επιληφθέντος δικαστηρίου.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3 Οι αιτιολογικές σκέψεις 10, 11, 59, 129 και 141 του ΓΚΠΔ διαλαμβάνουν τα εξής:
«(10) Για τη διασφάλιση συνεκτικής και υψηλού επιπέδου προστασίας των φυσικών προσώπων και την άρση των εμποδίων στις ροές δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εντός της [Ευρωπαϊκής] Ένωσης, το επίπεδο προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των φυσικών προσώπων σε σχέση με την επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων θα πρέπει να είναι ισοδύναμο σε όλα τα κράτη μέλη. Θα πρέπει να διασφαλίζεται συνεκτική και ομοιόμορφη εφαρμογή των κανόνων για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε ολόκληρη την Ένωση. […]
(11) Η αποτελεσματική προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε ολόκληρη την Ένωση απαιτεί την ενίσχυση και τον λεπτομερή καθορισμό των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων, καθώς και των υποχρεώσεων όσων επεξεργάζονται και καθορίζουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα […].
[…]
(129) Για να διασφαλιστεί ομοιόμορφη παρακολούθηση και επιβολή του παρόντος κανονισμού σε ολόκληρη την Ένωση, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να έχουν σε κάθε κράτος μέλος τα ίδια καθήκοντα και τις ίδιες πραγματικές εξουσίες, μεταξύ των οποίων εξουσίες διερεύνησης, διορθωτικές εξουσίες και κυρώσεις, καθώς και αδειοδοτικές και συμβουλευτικές εξουσίες, ιδίως στην περίπτωση καταγγελιών εκ μέρους φυσικών προσώπων, και, με την επιφύλαξη των εξουσιών των εισαγγελικών αρχών δυνάμει του δικαίου του κράτους μέλους, την εξουσία να παραπέμπουν παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος κανονισμού στις δικαστικές αρχές και να παίρνουν μέρος σε νομικές διαδικασίες. Οι εν λόγω εξουσίες θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνουν την εξουσία επιβολής προσωρινού ή οριστικού περιορισμού της επεξεργασίας, συμπεριλαμβανομένης της απαγόρευσής της. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν ειδικότερα άλλα καθήκοντα σχετικά με την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού. Οι εξουσίες των εποπτικών αρχών θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τις κατάλληλες διαδικαστικές διασφαλίσεις που ορίζονται στο δίκαιο της Ένωσης και το δίκαιο των κρατών μελών, αμερόληπτα, δίκαια και σε εύλογο χρονικό διάστημα. Ιδίως, κάθε μέτρο θα πρέπει να είναι κατάλληλο, αναγκαίο και αναλογικό, ώστε να διασφαλίζει συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις κάθε ατομικής περίπτωσης, να σέβεται το δικαίωμα ακρόασης κάθε προσώπου προτού ληφθεί μεμονωμένο μέτρο εις βάρος του και να μην προκαλεί περιττά έξοδα και υπέρμετρες επιβαρύνσεις για τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Οι ερευνητικές εξουσίες όσον αφορά πρόσβαση σε εγκαταστάσεις θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τις ειδικές απαιτήσεις του δικονομικού δικαίου του κράτους μέλους, όπως η απαίτηση έκδοσης προηγούμενης δικαστικής έγκρισης. Κάθε νομικά δεσμευτικό μέτρο της εποπτικής αρχής θα πρέπει να υποβάλλεται γραπτώς, να είναι σαφές και απερίφραστο, να αναφέρει την εποπτική αρχή που το εξέδωσε, την ημερομηνία έκδοσής του, να φέρει την υπογραφή του προϊσταμένου ή μέλους της εποπτικής αρχής εξουσιοδοτημένου εκ μέρους του, να αναφέρει τους λόγους για τη λήψη του μέτρου και το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής. Τούτο δεν θα πρέπει να αποκλείει τη δυνατότητα πρόσθετων απαιτήσεων σύμφωνα με το δικονομικό δίκαιο του κράτους μέλους. Η έκδοση νομικά δεσμευτικής απόφασης συνεπάγεται ότι μπορεί, ενδεχομένως, να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικού ελέγχου στο κράτος μέλος της εποπτικής αρχής που εξέδωσε την απόφαση.
[…]
(141) Κάθε υποκείμενο των δεδομένων θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να υποβάλει καταγγελία σε μία μόνη εποπτική αρχή, ιδίως στο κράτος μέλος της συνήθους διαμονής του, και το δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 47 του [Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: “Χάρτης”], εφόσον θεωρεί ότι παραβιάζονται τα δικαιώματά του βάσει του παρόντος κανονισμού ή όταν η εποπτική αρχή δεν δίνει συνέχεια σε μια καταγγελία, απορρίπτει εν όλω ή εν μέρει ή κρίνει απαράδεκτη μια καταγγελία ή δεν ενεργεί ενώ οφείλει να ενεργήσει για να προστατεύσει τα δικαιώματα του υποκειμένου των δεδομένων. Η διερεύνηση κατόπιν καταγγελίας θα πρέπει να διενεργείται, με την επιφύλαξη δικαστικού ελέγχου, στον βαθμό που ενδείκνυται για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Η εποπτική αρχή οφείλει να ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων για την πρόοδο και την έκβαση της καταγγελίας εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. […]»
4 Το άρθρο 17 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα διαγραφής (“δικαίωμα στη λήθη”)», προβλέπει στην παράγραφο 1, στοιχείο δʹ, τα ακόλουθα:
«Το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας τη διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται να διαγράψει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, εάν ισχύει ένας από τους ακόλουθους λόγους:
[…]
δ) τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υποβλήθηκαν σε επεξεργασία παράνομα».
5 Το κεφάλαιο VI του ΓΚΠΔ, το οποίο επιγράφεται «Ανεξάρτητες εποπτικές αρχές», περιλαμβάνει τα άρθρα 51 έως 59.
6 Το άρθρο 57 του κεφαλαίου αυτού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Καθήκοντα», ορίζει στην παράγραφο 1, στοιχείο στʹ, τα εξής:
«Με την επιφύλαξη των άλλων καθηκόντων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, κάθε εποπτική αρχή στο έδαφός της:
[…]
στ) χειρίζεται τις καταγγελίες που υποβάλλονται από το υποκείμενο των δεδομένων ή από φορέα ή οργάνωση ή ένωση σύμφωνα με το άρθρο 80 και ερευνά, στο μέτρο που ενδείκνυται, το αντικείμενο της καταγγελίας και ενημερώνει τον καταγγέλλοντα για την πρόοδο και για την έκβαση της έρευνας εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, ιδίως εάν απαιτείται περαιτέρω έρευνα ή συντονισμός με άλλη εποπτική αρχή».
7 Το άρθρο 58 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εξουσίες», προβλέπει στην παράγραφο 2 τα ακόλουθα:
«Κάθε αρχή ελέγχου διαθέτει όλες τις ακόλουθες διορθωτικές εξουσίες:
α) να απευθύνει προειδοποιήσεις στον υπεύθυνο επεξεργασίας ή στον εκτελούντα την επεξεργασία ότι σκοπούμενες πράξεις επεξεργασίας είναι πιθανόν να παραβαίνουν διατάξεις του παρόντος κανονισμού,
β) να απευθύνει επιπλήξεις στον υπεύθυνο επεξεργασίας ή στον εκτελούντα την επεξεργασία όταν πράξεις επεξεργασίας έχουν παραβεί διατάξεις του παρόντος κανονισμού,
γ) να δίνει εντολή στον υπεύθυνο επεξεργασίας ή στον εκτελούντα την επεξεργασία να συμμορφώνεται προς τα αιτήματα του υποκειμένου των δεδομένων για την άσκηση των δικαιωμάτων τους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό,
δ) να δίνει εντολή στον υπεύθυνο επεξεργασίας ή στον εκτελούντα την επεξεργασία να καθιστούν τις πράξεις επεξεργασίας σύμφωνες με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, εάν χρειάζεται, με συγκεκριμένο τρόπο και εντός ορισμένης προθεσμίας,
ε) να δίνει εντολή στον υπεύθυνο επεξεργασίας να ανακοινώνει την παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο υποκείμενο των δεδομένων,
στ) να επιβάλλει προσωρινό ή οριστικό περιορισμό, περιλαμβανομένης της απαγόρευσης της επεξεργασίας,
ζ) να δίνει εντολή διόρθωσης ή διαγραφής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή περιορισμού της επεξεργασίας δυνάμει των άρθρων 16, 17 και 18 και εντολή κοινοποίησης των ενεργειών αυτών σε αποδέκτες στους οποίους τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα γνωστοποιήθηκαν δυνάμει του άρθρου 17 παράγραφος 2 και του άρθρου 19,
η) να αποσύρει την πιστοποίηση ή να διατάξει τον οργανισμό πιστοποίησης να αποσύρει ένα πιστοποιητικό εκδοθέν σύμφωνα με τα άρθρα 42 και 43 ή να διατάξει τον οργανισμό πιστοποίησης να μην εκδώσει πιστοποίηση, εφόσον οι απαιτήσεις πιστοποίησης δεν πληρούνται ή δεν πληρούνται πλέον,
θ) να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο δυνάμει του άρθρου 83, επιπλέον ή αντί των μέτρων που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε μεμονωμένης περίπτωσης,
ι) να δίνει εντολή για αναστολή της κυκλοφορίας δεδομένων σε αποδέκτη σε τρίτη χώρα ή σε διεθνή οργανισμό.»
8 Το κεφάλαιο VIII του ΓΚΠΔ, το οποίο επιγράφεται «Προσφυγές, ευθύνη και κυρώσεις», περιλαμβάνει τα άρθρα 77 έως 84.
9 Το άρθρο 77 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα υποβολής καταγγελίας σε εποπτική αρχή», ορίζει τα εξής:
«1. Με την επιφύλαξη τυχόν άλλων διοικητικών ή δικαστικών προσφυγών, κάθε υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να υποβάλει καταγγελία σε εποπτική αρχή, ιδίως στο κράτος μέλος στο οποίο έχει τη συνήθη διαμονή του ή τον τόπο εργασίας του ή τον τόπο της εικαζόμενης παράβασης, εάν το υποκείμενο των δεδομένων θεωρεί ότι η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορά παραβαίνει τον παρόντα κανονισμό.
2. Η εποπτική αρχή στην οποία έχει υποβληθεί καταγγελία ενημερώνει τον καταγγέλλοντα για την πρόοδο και για την έκβαση της καταγγελίας, καθώς και για τη δυνατότητα άσκησης δικαστικής προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 78.»
10 Το άρθρο 78 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προσφυγής κατά αρχής ελέγχου», προβλέπει στις παραγράφους 1 και 2 τα ακόλουθα:
«1. Με την επιφύλαξη κάθε άλλης διοικητικής ή μη δικαστικής προσφυγής, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει το δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προσφυγής κατά νομικά δεσμευτικής απόφασης εποπτικής αρχής που το αφορά.
2. Με την επιφύλαξη κάθε άλλης διοικητικής ή μη δικαστικής προσφυγής, κάθε υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προσφυγής, εφόσον η εποπτική αρχή που είναι αρμόδια δυνάμει των άρθρων 55 και 56 δεν εξετάσει την καταγγελία ή δεν ενημερώσει το υποκείμενο των δεδομένων εντός τριών μηνών για την πρόοδο ή την έκβαση της καταγγελίας που υποβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 77.»
11 Το άρθρο 79 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προσφυγής κατά υπευθύνου επεξεργασίας ή εκτελούντος την επεξεργασία», ορίζει τα εξής:
«1. Με την επιφύλαξη κάθε διαθέσιμης διοικητικής ή μη δικαστικής προσφυγής, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος υποβολής καταγγελίας σε εποπτική αρχή δυνάμει του άρθρου 77, έκαστο υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προσφυγής εάν θεωρεί ότι τα δικαιώματά του που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό παραβιάστηκαν ως αποτέλεσμα της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του που το αφορούν κατά παράβαση του παρόντος κανονισμού.
2. Η διαδικασία κατά υπευθύνου επεξεργασίας ή εκτελούντος την επεξεργασία κινείται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο εκτελών την επεξεργασία έχουν εγκατάσταση. Εναλλακτικά, η εν λόγω διαδικασία μπορεί να κινηθεί ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο το υποκείμενο των δεδομένων έχει τη συνήθη διαμονή του, εκτός εάν ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο εκτελών την επεξεργασία είναι δημόσια αρχή κράτους μέλους η οποία ενεργεί κατά την άσκηση των δημόσιων εξουσιών της.»
12 Το άρθρο 81 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αναστολή των διαδικασιών», προβλέπει στις παραγράφους 2 και 3 τα ακόλουθα:
«2. Όταν διαδικασίες σχετικά με το ίδιο αντικείμενο που αφορά επεξεργασία από τον ίδιο υπεύθυνο επεξεργασίας ή εκτελούντα την επεξεργασία εκκρεμούν σε δικαστήριο άλλου κράτους μέλους, οποιοδήποτε αρμόδιο δικαστήριο διαφορετικό από το πρώτο επιληφθέν δικαστήριο δύναται να αναστείλει τις οικείες διαδικασίες.
3. Όταν οι εν λόγω διαδικασίες εκκρεμούν σε πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, κάθε δικαστήριο εκτός του πρώτου επιληφθέντος δύναται επίσης, με αίτηση ενός των διαδίκων, να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο, αν το πρώτο επιληφθέν δικαστήριο είναι αρμόδιο για τις εν λόγω προσφυγές και το δίκαιό του επιτρέπει τη συνεκδίκασή τους.»
Το αυστριακό δίκαιο
13 Το άρθρο 94, παράγραφος 1, του Bundes-Verfassungsgesetz (ομοσπονδιακού συνταγματικού νόμου), ο οποίος αναδημοσιεύθηκε στις 2 Ιανουαρίου 1930 (BGBl. 1/1930), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, ορίζει τα εξής:
«Η δικαιοσύνη είναι, σε όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, ανεξάρτητη από τη διοίκηση.
[…]»
14 Το άρθρο 24 του Bundesgesetz zum Schutz natürlicher Personen bei der Verarbeitung personenbezogener Daten (Datenschutzgesetz – DSG) [ομοσπονδιακού νόμου για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (νόμου για την προστασία των δεδομένων – DSG)], της 17ης Αυγούστου 1999 (BGBl. I, 165/1999), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, το οποίο φέρει τον τίτλο «Καταγγελίες στην αρχή προστασίας δεδομένων», ορίζει στις παραγράφους 1 και 4 τα εξής:
«(1) Κάθε υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να υποβάλει καταγγελία στην αρμόδια αρχή προστασίας δεδομένων εάν θεωρεί ότι η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν διενεργείται κατά παράβαση του ΓΚΠΔ ή του άρθρου 1 ή του άρθρου 2, πρώτο μέρος.
[…]
(4) Το δικαίωμα εξέτασης μιας καταγγελίας αποσβέννυται, εάν ο καταγγέλλων δεν την υποβάλει εντός προθεσμίας ενός έτους αφότου έλαβε γνώση του βλαπτικού γεγονότος και το αργότερο εντός τριών ετών από την ημερομηνία κατά την οποία φέρεται να έλαβε χώρα το γεγονός αυτό. Οι εκπρόθεσμες καταγγελίες απορρίπτονται. […]»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
15 Στις 3 Ιουλίου 2017 η ιατρός Dr. G S απηύθυνε στην εταιρία D, η οποία εκμεταλλευόταν επιγραμμική πλατφόρμα αναζήτησης ιατρών που επιτρέπει σε τρίτους να υποβάλλουν αξιολογήσεις και μαρτυρίες σχετικά με αυτούς, αίτημα διαγραφής ορισμένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που την αφορούσαν, στηριζόμενη στο νομικό καθεστώς που ίσχυε πριν από τη θέση σε ισχύ του ΓΚΠΔ. Στις 10 Ιουλίου 2017 η εταιρία D απέρριψε το αίτημα διαγραφής.
16 Κατόπιν της απορρίψεως αυτής, η Dr. G S άσκησε αγωγή, τον Νοέμβριο του 2017, ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου κατά της εν λόγω εταιρίας, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, προσβολή του δικαιώματος προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που την αφορούσαν και ζητώντας τη διαγραφή των σχετικών δημοσιευμένων δεδομένων. Επιπλέον, ζήτησε να υποχρεωθεί η εταιρία να απόσχει από οποιαδήποτε περαιτέρω επεξεργασία των δεδομένων αυτών.
17 Στις 22 Ιουνίου 2018, κατόπιν της έναρξης ισχύος του ΓΚΠΔ, η Dr. G S υπέβαλε νέο αίτημα στην εταιρία D, προκειμένου να επιτύχει τη διαγραφή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που την αφορούσαν και που είχαν δημοσιευθεί στην πλατφόρμα εκμετάλλευσης της εν λόγω εταιρίας. Το αίτημα απορρίφθηκε με έγγραφο της 6ης Ιουλίου 2018.
18 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Dr. G S υπέβαλε, στις 26 Ιουλίου 2018, καταγγελία στην DSB δυνάμει του άρθρου 77, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ επικαλούμενη, μεταξύ άλλων, το άρθρο 17 του ΓΚΠΔ, που κατοχυρώνει το δικαίωμα διαγραφής. Με την εν λόγω καταγγελία, η Dr. G S ζήτησε από την DSB να διαπιστώσει την προσβολή του δικαιώματος προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που την αφορούσαν, να υποχρεώσει την εταιρία D να διαγράψει το σύνολο των σχετικών δεδομένων που περιλαμβάνονταν στην πλατφόρμα της και να απόσχει από οποιαδήποτε περαιτέρω επεξεργασία τους.
19 Με απόφαση της 4ης Ιανουαρίου 2019, η DSB απέρριψε την καταγγελία με την αιτιολογία ότι η καταγγελία αυτή και το ένδικο βοήθημα που ασκήθηκε τον Νοέμβριο του 2017, όπως περιγράφεται στη σκέψη 16 της παρούσας αποφάσεως, είχαν το ίδιο αντικείμενο, δηλαδή τη διαγραφή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα της Dr. G S, όπως είχαν δημοσιευθεί στην εν λόγω πλατφόρμα.
20 Συναφώς, η DSB έκρινε ότι η παράλληλη ή διαδοχική διεξαγωγή διαδικασιών ενώπιον εποπτικής αρχής και ενώπιον δικαστηρίου θα ήταν, από συστηματική άποψη, αντίθετη προς τον μηχανισμό έννομης προστασίας που προβλέπεται στον ΓΚΠΔ. Κατά την ίδια, σε μια τέτοια περίπτωση, η εποπτική αρχή καλείται να αποφανθεί επί του ίδιου ζητήματος με εκείνο που έχει υποβληθεί στην κρίση του πολιτικού δικαστηρίου. Πλην όμως, η ταυτόχρονη άσκηση του δικαιώματος υποβολής καταγγελίας ενώπιον εποπτικής αρχής και του δικαιώματος προσφυγής σε δικαστήριο αποκλείεται.
21 Η Dr. G S άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης της DSB της 4ης Ιανουαρίου 2019 ενώπιον του Bundesverwaltungsgericht (ομοσπονδιακού διοικητικού δικαστηρίου, Αυστρία), το οποίο, με απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 2020, απέρριψε την προσφυγή αυτή σε χρόνο κατά τον οποίο η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου της 23ης Ιουλίου 2020, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της Dr. G S, δεν είχε ακόμη τελεσιδικήσει.
22 Συναφώς, το Bundesverwaltungsgericht (ομοσπονδιακό διοικητικό δικαστήριο) έκρινε ότι ο ΓΚΠΔ έχει θεσπίσει σκοπίμως διττό σύστημα έννομης προστασίας. Δεδομένου ότι ο ΓΚΠΔ έχει άμεση εφαρμογή, οι εθνικοί κανόνες που αντιβαίνουν στον εν λόγω κανονισμό πρέπει να παραμένουν ανεφάρμοστοι. Επομένως, η καταγγελία την οποία υπέβαλε η Dr. G S δυνάμει του άρθρου 77, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ δεν μπορούσε να απορριφθεί με την αιτιολογία που παρέσχε η DSB, οπότε, αντιθέτως, η DSB όφειλε να επικυρώσει την κατ’ αρχήν αρμοδιότητά της να λάβει απόφαση επί της καταγγελίας αυτής.
23 Εντούτοις, το ίδιο δικαστήριο έκρινε ότι η καταγγελία ήταν εκπρόθεσμη καθόσον δεν είχε τηρηθεί η μονοετής προθεσμία του άρθρου 24, παράγραφος 4, του νόμου περί προστασίας των δεδομένων, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης. Δεδομένου ότι το εκπρόθεσμο της καταγγελίας που υποβάλλεται δυνάμει του άρθρου 77, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ επιφέρει επίσης την απόρριψη της καταγγελίας αυτής, το συγκεκριμένο δικαστήριο έκρινε ότι ορθώς απορρίφθηκε η καταγγελία που είχε υποβάλει η Dr. G S.
24 Εν συνεχεία, τόσο η Dr. G S, μετά την απόρριψη της εξέτασης της υπόθεσής της από το Verfassungsgerichtshof (Συνταγματικό Δικαστήριο, Αυστρία), όσο και η DSB άσκησαν αναίρεση κατά της αποφάσεως του Bundesverwaltungsgericht (ομοσπονδιακού διοικητικού δικαστηρίου) ενώπιον του Verwaltungsgerichtshof (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, Αυστρία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο.
25 Το δικαστήριο αυτό δεν συντάσσεται με την εκτίμηση του Bundesverwaltungsgericht (ομοσπονδιακού διοικητικού δικαστηρίου) ότι η καταγγελία της Dr. G S είναι εκπρόθεσμη. Εντούτοις, εξετάζει μήπως η απόρριψη της καταγγελίας μπορούσε να στηριχθεί κατά νόμο σε άλλους λόγους. Κατόπιν υπενθυμίσεως της νομολογίας που απορρέει από τις αποφάσεις της 12ης Ιανουαρίου 2023, Nemzeti Adatvédelmi és Információszabadság Hatóság (C‑132/21, EU:C:2023:2), και της 7ης Δεκεμβρίου 2023, SCHUFA Holding (Πτωχευτική απαλλαγή) (C‑26/22 και C‑64/22, EU:C:2023:958), το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, μεταξύ άλλων, ως προς την αιτιολογία που παρέσχε η DSB σχετικά με την ύπαρξη εκκρεμούς δίκης επί ένδικου βοηθήματος με το ίδιο αντικείμενο με την εν λόγω καταγγελία. Συναφώς, επισημαίνει ότι το άρθρο 94, παράγραφος 1, του ομοσπονδιακού συνταγματικού νόμου, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, ορίζει ότι η δικαιοσύνη είναι, σε όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, ανεξάρτητη από τη διοίκηση. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, η διάταξη αυτή καθιερώνει την αρχή του διαχωρισμού της δικαιοσύνης από τη διοίκηση, η οποία επιβάλλει την ανάθεση μιας υπόθεσης στο σύνολό της είτε στα δικαστήρια είτε στις διοικητικές αρχές. Επομένως, το εν λόγω άρθρο απαγορεύει στα δικαστήρια και τις διοικητικές αρχές να αποφαίνονται παράλληλα ή διαδοχικά επί της ίδιας διαφοράς.
26 Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν μια καταγγελία που υποβάλλεται ενώπιον της εποπτικής αρχής δυνάμει του άρθρου 77, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ μπορεί να απορριφθεί για τον λόγο ότι έχει προηγουμένως ασκηθεί με το ίδιο αντικείμενο πραγματική δικαστική προσφυγή κατά την έννοια του άρθρου 79 του ΓΚΠΔ, και η σχετική διαδικασία παραμένει εκκρεμής ενώπιον του επιληφθέντος δικαστηρίου.
27 Συναφώς, προκειμένου να αποφευχθεί η ύπαρξη αντιφατικών αποφάσεων, το αιτούν δικαστήριο, εμπνεόμενο από τον μηχανισμό που προβλέπεται στο άρθρο 81, παράγραφοι 2 και 3, του ΓΚΠΔ, τείνει να κρίνει ότι θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι, όταν εκκρεμεί διαφορά ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων και των διοικητικών αρχών, το όργανο που επιλαμβάνεται δεύτερο κατά σειρά οφείλει, βάσει της αρχής της χρονικής προτεραιότητας, να απορρίψει τα αιτήματα του ενδιαφερομένου.
28 Ωστόσο, τονίζει επιπλέον ότι σε περίπτωση απόρριψης της καταγγελίας που έχει υποβληθεί δυνάμει του άρθρου 77 του ΓΚΠΔ για τον λόγο και μόνον της εκκρεμοδικίας, δεν υφίσταται ακόμη απόφαση επί της ουσίας όσον αφορά την προβαλλόμενη παραβίαση της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, δεν συντρέχει ακόμη ο κίνδυνος αντιφατικών αποφάσεων.
29 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω εγείρεται το ερώτημα αν χωρεί διάκριση μεταξύ της περίπτωσης της εκκρεμούς δικαστικής προσφυγής και της περίπτωσης όπου έχει ήδη εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας, έστω και αν αυτή δεν έχει ακόμη τελεσιδικήσει.
30 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Verwaltungsgerichtshof (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Αυστρία) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχουν τα άρθρα 77 και 79 του [ΓΚΠΔ], υπό το πρίσμα των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις αποφάσεις της 12ης Ιανουαρίου 2023, Nemzeti Adatvédelmi és Információszabadság Hatóság (C‑132/21, EU:C:2023:2), και της 7ης Δεκεμβρίου 2023, SCHUFA Holding (Πτωχευτική απαλλαγή) (C‑26/22 και C‑64/22, EU:C:2023:958), την έννοια ότι η προβλεπόμενη στο εθνικό δίκαιο δυνατότητα απορρίψεως καταγγελίας ενώπιον εποπτικής αρχής δυνάμει του άρθρου 77 του ΓΚΠΔ, λόγω της προηγούμενης ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος δυνάμει του άρθρου 79 του ΓΚΠΔ στην ίδια υπόθεση και λόγω του γεγονότος ότι το ένδικο βοήθημα εκκρεμεί ενώπιον δικαστηρίου, συνιστά επιτρεπτό κανόνα για τη ρύθμιση της σχέσεως μεταξύ των εν λόγω μέσων έννομης προστασίας (κατά την έννοια της προαναφερθείσας νομολογίας του Δικαστηρίου);
2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, έχουν τα άρθρα 77 και 79 του ΓΚΠΔ, υπό το πρίσμα των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις αποφάσεις της 12ης Ιανουαρίου 2023, Nemzeti Adatvédelmi és Információszabadság Hatóság (C‑132/21, EU:C:2023:2), και της 7ης Δεκεμβρίου 2023, SCHUFA Holding (Πτωχευτική απαλλαγή) (C‑26/22 και C‑64/22, EU:C:2023:958), την έννοια ότι η προβλεπόμενη στο εθνικό δίκαιο δυνατότητα απορρίψεως καταγγελίας ενώπιον εποπτικής αρχής δυνάμει του άρθρου 77 του ΓΚΠΔ για τον λόγο ότι έχει ήδη εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας (μολονότι δεν έχει ακόμη τελεσιδικήσει) στο πλαίσιο διαδικασίας που εκκρεμεί για την ίδια υπόθεση, σχετικής με το ένδικο βοήθημα που προβλέπεται στο άρθρο 79 του κανονισμού αυτού, συνιστά επιτρεπτό κανόνα για τη ρύθμιση της σχέσεως μεταξύ των εν λόγω μέσων έννομης προστασίας (κατά την έννοια της προαναφερθείσας νομολογίας του Δικαστηρίου);»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
31 Με τα δύο προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία πρέπει να συνεξεταστούν, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 77, παράγραφος 1, και το άρθρο 79, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται στη δυνατότητα μιας εποπτικής αρχής να απορρίψει την καταγγελία που έχει υποβληθεί δυνάμει του άρθρου 77, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ για τον λόγο και μόνον ότι ασκήθηκε προηγουμένως, με το ίδιο αντικείμενο, ένδικο βοήθημα κατά το άρθρο 79, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, ακόμη και αν η απόφαση που εκδόθηκε επί του ένδικου βοηθήματος δεν έχει τελεσιδικήσει.
32 Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, προκειμένου να ερμηνευθεί διάταξη του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2023, Nemzeti Adatvédelmi és Információszabadság Hatóság, C‑132/21, EU:C:2023:2, σκέψη 32).
33 Κατά πρώτον, επιβάλλεται να επισημανθεί ότι τα άρθρα 77 και 79 του ΓΚΠΔ εντάσσονται στο κεφάλαιο VIII του ΓΚΠΔ το οποίο ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, τα μέσα έννομης προστασίας που καθιστούν δυνατή την προστασία των δικαιωμάτων του υποκειμένου των δεδομένων όταν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν έχουν υποστεί επεξεργασία η οποία φέρεται ότι αντιβαίνει στις διατάξεις του ΓΚΠΔ. Επομένως, την προστασία των δικαιωμάτων αυτών μπορεί να ζητήσει επίσης το υποκείμενο των δεδομένων κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 77 έως 79 του ΓΚΠΔ (πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Lindenapotheke, C‑21/23, EU:C:2024:846, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
34 Συναφώς, όσον αφορά το γράμμα των άρθρων 77 και 79 του ΓΚΠΔ, υπενθυμίζεται, κατ’ αρχάς, ότι το άρθρο 77, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ ορίζει ότι, με την επιφύλαξη τυχόν άλλων διοικητικών ή δικαστικών προσφυγών, κάθε υποκείμενο δεδομένων έχει το δικαίωμα να υποβάλει καταγγελία σε εποπτική αρχή. Εν συνεχεία, κατά το άρθρο 78, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει το δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προσφυγής κατά νομικά δεσμευτικής απόφασης εποπτικής αρχής που το αφορά, με την επιφύλαξη κάθε άλλης διοικητικής ή μη δικαστικής προσφυγής. Τέλος, το άρθρο 79, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ εξασφαλίζει σε έκαστο υποκείμενο των δεδομένων το δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προσφυγής, με την επιφύλαξη κάθε διαθέσιμης διοικητικής ή μη δικαστικής προσφυγής, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος υποβολής καταγγελίας σε εποπτική αρχή δυνάμει του άρθρου 77, παράγραφος 77 του ΓΚΠΔ (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Lindenapotheke, C‑21/23, EU:C:2024:846, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
35 Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι διατάξεις του ΓΚΠΔ παρέχουν διάφορα μέσα έννομης προστασίας στα πρόσωπα τα οποία προβάλλουν παράβαση του εν λόγω κανονισμού, το καθένα δε από τα εν λόγω μέσα έννομης προστασίας πρέπει να μπορεί να ασκηθεί «με την επιφύλαξη» των λοιπών (απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2023, Nemzeti Adatvédelmi és Információszabadság Hatóság, C‑132/21, EU:C:2023:2, σκέψη 34).
36 Επομένως, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 46 των προτάσεών του, ο ΓΚΠΔ δεν προβλέπει κατά προτεραιότητα ή αποκλειστική αρμοδιότητα, ούτε θεσπίζει οποιονδήποτε κανόνα σύμφωνα με τον οποίο υπερισχύει η εκτίμηση της αρχής ή των δικαστηρίων που μνημονεύονται σ’ αυτόν ως προς την ύπαρξη προσβολής των δικαιωμάτων που παρέχει ο εν λόγω κανονισμός. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η προσφυγή του άρθρου 78, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, με αντικείμενο τον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης εποπτικής αρχής που έχει εκδοθεί βάσει του άρθρου 77 του ΓΚΠΔ, και η προσφυγή του άρθρου 79, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ μπορούν να ασκηθούν επίσης παραλλήλως και αυτοτελώς (πρβλ. απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2023, Nemzeti Adatvédelmi és Információszabadság Hatóság, C‑132/21, EU:C:2023:2, σκέψη 35).
37 Κατά δεύτερον, όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι ανωτέρω διατάξεις του ΓΚΠΔ, υπενθυμίζεται ότι βάσει του άρθρου 57, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του ΓΚΠΔ, κάθε εποπτική αρχή υποχρεούται, στην εδαφική περιοχή για την οποία είναι αρμόδια, αφενός, να εξετάζει τις καταγγελίες τις οποίες κάθε υποκείμενο δεδομένων δικαιούται, σύμφωνα με το άρθρο 77, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, να υποβάλλει όταν θεωρεί ότι η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν συνιστά παράβαση του κανονισμού αυτού και, αφετέρου, να ερευνά το αντικείμενό τους στο μέτρο του αναγκαίου, ενημερώνει δε σχετικά τον καταγγέλλοντα για την πρόοδο και την έκβαση της έρευνας εντός εύλογου χρονικού διαστήματος Η εποπτική αρχή οφείλει να εξετάζει μια τέτοια καταγγελία με τη δέουσα επιμέλεια [απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2024, Land Hessen (Υποχρέωση ενέργειας εκ μέρους της αρχής προστασίας δεδομένων), C‑768/21, EU:C:2024:785, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Συνεπώς, όπως επιβεβαιώνεται από την αιτιολογική σκέψη 129 του ΓΚΠΔ, η εποπτική αρχή διαδραματίζει αναγκαίο ρόλο στο σύστημα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθόσον συμβάλλει στη συνεπή εφαρμογή του συγκεκριμένου κανονισμού εντός των κρατών μελών.
38 Κατά τρίτον, η εν λόγω συστηματική ερμηνεία επιρρωννύεται από τους σκοπούς που επιδιώκονται με τον ΓΚΠΔ. Συναφώς, επισημαίνεται ότι η επιλογή του νομοθέτη της Ένωσης να παράσχει στα υποκείμενα των δεδομένων τα οποία αφορά η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τη δυνατότητα να ασκήσουν παράλληλα και αυτοτελώς τις προσφυγές που προβλέπονται στο άρθρο 77, παράγραφος 1, και στο άρθρο 79, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ συνάδει με τον σκοπό του ΓΚΠΔ που συνίσταται, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 10, στη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εντός της Ένωσης. Στην αιτιολογική σκέψη 11 του ΓΚΠΔ σημειώνεται επιπλέον ότι η αποτελεσματική προστασία των δεδομένων αυτών απαιτεί την ενίσχυση των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων.
39 Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η πρόβλεψη πλειόνων μέσων έννομης προστασίας ενισχύει τον σκοπό που εκτίθεται στην αιτιολογική σκέψη 141 του ΓΚΠΔ σχετικά με τη διασφάλιση του δικαιώματος πραγματικής δικαστικής προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 47 του Χάρτη για κάθε υποκείμενο των δεδομένων το οποίο θεωρεί ότι προσβάλλονται τα δικαιώματα που του παρέχει ο ΓΚΠΔ (απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2023, Nemzeti Adatvédelmi és Információszabadság Hatóság, C‑132/21, EU:C:2023:2, σκέψη 44).
40 Το Δικαστήριο έχει επίσης τονίσει ότι η επιλογή του νομοθέτη της Ένωσης να παράσχει στα υποκείμενα των δεδομένων τη δυνατότητα παράλληλης και αυτοτελούς άσκησης των μέσων έννομης προστασίας που προβλέπονται, αφενός, στο άρθρο 77, παράγραφος 1, και στο άρθρο 78, παράγραφος 1, και, αφετέρου, στο άρθρο 79, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ συνάδει με τον σκοπό του ΓΚΠΔ (πρβλ. απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2023, Nemzeti Adatvédelmi és Információszabadság Hatóság, C‑132/21, EU:C:2023:2, σκέψη 42).
41 Τούτου δοθέντος, ελλείψει ενωσιακής ρύθμισης στον τομέα αυτόν, σε έκαστο κράτος μέλος απόκειται να καθορίσει, δυνάμει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, τους κανόνες της διοικητικής και της ένδικης διαδικασίας οι οποίες αποσκοπούν στη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των δικαιωμάτων που αντλούν οι πολίτες από το δίκαιο της Ένωσης (απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2023, Nemzeti Adatvédelmi és Információszabadság Hatóság, C‑132/21, EU:C:2023:2, σκέψη 45).
42 Επομένως, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να προσδιορίσει, βάσει των εθνικών δικονομικών διατάξεών του, τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ασκηθούν τα μέσα έννομης προστασίας των άρθρων 77 έως 79 του ΓΚΠΔ (πρβλ. απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2023, Nemzeti Adatvédelmi és Információszabadság Hatóság, C‑132/21, EU:C:2023:2, σκέψη 46).
43 Οι κανόνες που διέπουν την άσκηση των εν λόγω παράλληλων και αυτοτελών μέσων έννομης προστασίας δεν θα πρέπει ιδίως να θίγουν την πρακτική αποτελεσματικότητα και την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων τα οποία κατοχυρώνει ο ΓΚΠΔ (απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2023, Nemzeti Adatvédelmi és Információszabadság Hatóság, C‑132/21, EU:C:2023:2, σκέψη 47).
44 Συναφώς, οι κανόνες αυτοί δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που αφορούν παρεμφερή μέσα έννομης προστασίας τα οποία προβλέπονται για την προστασία των δικαιωμάτων που αντλούνται από την εσωτερική έννομη τάξη (αρχή της ισοδυναμίας), ούτε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) (απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2023, Nemzeti Adatvédelmi és Információszabadság Hatóság, C‑132/21, EU:C:2023:2, σκέψη 48).
45 Στο εν λόγω πλαίσιο το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει ότι όταν τα κράτη μέλη καθορίζουν τους δικονομικούς κανόνες που διέπουν τα μέσα έννομης προστασίας με τα οποία εξασφαλίζεται η προστασία των δικαιωμάτων που απονέμονται από τον ΓΚΠΔ, πρέπει να εγγυώνται την τήρηση του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη και αποτελεί επιβεβαίωση της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας(απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2023, Nemzeti Adatvédelmi és Információszabadság Hatóság, C‑132/21, EU:C:2023:2, σκέψη 50).
46 Εν προκειμένω, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι το σύστημα των μέσων παροχής έννομης προστασίας το οποίο προβλέπει το αυστριακό δίκαιο δεν επιτρέπει στα δικαστήρια και τις διοικητικές αρχές να αποφαίνονται παράλληλα ή διαδοχικά επί της ίδιας διαφοράς. Στο πλαίσιο αυτό, τίθεται το ζήτημα αν καταγγελία που υποβλήθηκε στην εποπτική αρχή δυνάμει του άρθρου 77, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ μπορεί να απορριφθεί για τον λόγο και μόνον ότι έχει ασκηθεί προηγουμένως με το ίδιο αντικείμενο η δικαστική προσφυγή του άρθρου 79 του ΓΚΠΔ και η σχετική διαδικασία παραμένει εκκρεμής.
47 Κατά το αιτούν δικαστήριο, μια τέτοια ρύθμιση της σχέσης μεταξύ των δύο μέσων έννομης προστασίας θα συνέβαλλε στην αποφυγή της έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων επί των ίδιων αιτημάτων. Εντούτοις, τονίζει ότι όταν η DSB απορρίπτει μια καταγγελία που έχει υποβληθεί δυνάμει του άρθρου 77, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ με την αιτιολογία ότι εκκρεμεί ενώπιον του επιληφθέντος δικαστηρίου δικαστική προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 79, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, η DSB δεν μπορεί να είναι βέβαιη ότι θα εκδοθεί πράγματι απόφαση επί της ουσίας στο πλαίσιο της εν λόγω προσφυγής. Τούτο μπορεί να συμβεί, μεταξύ άλλων, αν η προσφυγή απορριφθεί ως απαράδεκτη, χωρίς να εξεταστεί επί της ουσίας.
48 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, όπως αναφέρθηκε στο σημείο 37 της παρούσας αποφάσεως, βάσει του άρθρου 57, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του ΓΚΠΔ, κάθε εποπτική αρχή υποχρεούται, στην εδαφική περιοχή για την οποία είναι αρμόδια, αφενός, να εξετάζει τις καταγγελίες τις οποίες κάθε υποκείμενο δεδομένων δικαιούται να υποβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 77, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, όταν θεωρεί ότι η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν συνιστά παράβαση του κανονισμού αυτού, και, αφετέρου, να ερευνά το αντικείμενό τους στο μέτρο του αναγκαίου. Η εποπτική αρχή οφείλει να εξετάζει μια τέτοια καταγγελία με τη δέουσα επιμέλεια [απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2023, SCHUFA Holding (Πτωχευτική απαλλαγή), C‑26/22 και C‑64/22, EU:C:2023:958, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
49 Στο πλαίσιο της εξέτασης αυτής, η εν λόγω αρχή διαθέτει, όσον αφορά τις διορθωτικές εξουσίες που απαριθμούνται στο άρθρο 58, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ, περιθώριο εκτιμήσεως ως προς την επιλογή των κατάλληλων και αναγκαίων μέσων [απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2023, SCHUFA Holding (Πτωχευτική απαλλαγή), C‑26/22 και C‑64/22, EU:C:2023:958, σκέψη 68 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
50 Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η διαδικασία υποβολής καταγγελίας, η οποία διαφέρει από εκείνη της υποβολής αναφοράς, δημιουργήθηκε ως μηχανισμός ικανός να προστατεύει με αποτελεσματικό τρόπο τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των υποκειμένων των δεδομένων [απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2023, SCHUFA Holding (Πτωχευτική απαλλαγή), C‑26/22 και C‑64/22, EU:C:2023:958, σκέψη 58].
51 Ειδικότερα, η εποπτική αρχή υποχρεούται να παρέμβει όταν η λήψη ενός ή πλειόνων μέτρων από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 58, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ διορθωτικά μέτρα είναι κατάλληλη, αναγκαία και αναλογική προκειμένου να θεραπευθεί η διαπιστωθείσα ανεπάρκεια και να διασφαλιστεί πλήρης συμμόρφωση με τον ΓΚΠΔ (πρβλ. απόφαση της 30ής Απριλίου 2025, Inspektorat kam Visshia sadeben savet, C‑313/23, C‑316/23 και C‑332/23, EU:C:2025:303, σκέψη 132).
52 Ασφαλώς, η ως άνω υποχρέωση παρέμβασης επιτάσσει, όταν η εποπτική αρχή επιλαμβάνεται καταγγελίας υποβληθείσας δυνάμει του άρθρου 77, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ και ενημερώνεται για την ύπαρξη ένδικης διαδικασίας κινηθείσας βάσει του άρθρου 79, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ με το ίδιο αντικείμενο, να λαμβάνεται δεόντως υπόψη, στο πλαίσιο της εξέτασης της καταγγελίας, η απόφαση με την οποία περατώνεται τελειωτικά η σχετική διαδικασία.
53 Ωστόσο, θα ήταν αντίθετο προς τη συγκεκριμένη υποχρέωση να στερηθεί εκ προοιμίου το υποκείμενο των δεδομένων το ευεργέτημα ενός τέτοιου μηχανισμού προστασίας εξαιτίας της παροχής στην εποπτική αρχή της δυνατότητας να απορρίψει την καταγγελία του για τον λόγο και μόνον ότι έχει ασκηθεί προηγουμένως, με το ίδιο αντικείμενο, η δικαστική προσφυγή του άρθρου 79, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, ενώ μάλιστα η απόφαση επί του προσφυγής δεν έχει ακόμη τελεσιδικήσει.
54 Στο πλαίσιο αυτό, όσον αφορά τον κίνδυνο έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων σχετικά με την ίδια επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εντός του ίδιου κράτους μέλους, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 55 και 56 των προτάσεών του, το οικείο κράτος μέλος θα μπορούσε, σε περίπτωση όπως η περίπτωση της διαφοράς της κύριας δίκης, να εξετάσει, παραδείγματος χάριν, τη θέσπιση μηχανισμού αναστολής δυνάμει του οποίου η εποπτική αρχή, επιληφθείσα καταγγελίας υποβληθείσας δυνάμει του άρθρου 77, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, θα έχει τη δυνατότητα ή την υποχρέωση να αναστείλει την ενώπιόν της διαδικασία σε περίπτωση που έχει ασκηθεί προηγουμένως δικαστική προσφυγή, σύμφωνα με το άρθρο 79, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, με το ίδιο αντικείμενο. Μια τέτοια αναστολή θα μπορούσε να διατηρηθεί σε ισχύ έως την έκδοση της δικαστικής απόφασης επί της ασκηθείσας δικαστικής προσφυγής και, κατά περίπτωση, εφόσον ασκούνταν ένδικο μέσο κατά της απόφασης αυτής, έως την έκδοση τελειωτικής απόφασης επί της διαφοράς.
55 Συναφώς, επισημαίνεται ότι η ενδεχόμενη αναστολή της εξέτασης καταγγελίας υποβληθείσας δυνάμει του άρθρου 77, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ ενώπιον της εποπτικής αρχής εν αναμονή της έκδοσης δικαστικής απόφασης είναι σύμφωνη τόσο με την απαίτηση διασφάλισης του δικαιώματος πραγματικής δικαστικής προσφυγής όσο και με την απαίτηση αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από τον ΓΚΠΔ και αποφυγής της έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων ικανών να θίξουν την ασφάλεια δικαίου.
56 Αντιθέτως, όταν η εποπτική αρχή απορρίπτει μια καταγγελία για τον λόγο και μόνον ότι εκκρεμεί δικαστική προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 79, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, αφενός, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 47 της παρούσας αποφάσεως, η εποπτική αρχή δεν μπορεί να είναι βέβαιη ότι θα εκδοθεί πράγματι απόφαση επί της ουσίας στο πλαίσιο της δικαστικής προσφυγής. Αφετέρου, η υποβολή νέας καταγγελίας θα καταστεί αδύνατη στην περίπτωση που το εθνικό δίκαιο την εξαρτά από την τήρηση προθεσμίας παραδεκτού, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, και η προθεσμία αυτή έχει ήδη παρέλθει. Επομένως, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο το πρόσωπο το οποίο αφορά η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα να στερηθεί κάθε αποτελεσματικής προστασίας, αν η δικαστική προσφυγή απορριφθεί για δικονομικό λόγο χωρίς να εξεταστεί η υπόθεση επί της ουσίας ή αν επιθυμήσει να παραιτηθεί από την ασκηθείσα προσφυγή.
57 Ως εκ τούτου, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 57 των προτάσεών του, η απόρριψη καταγγελίας υποβληθείσας στην εποπτική αρχή σε περίπτωση όπως η περίπτωση της διαφοράς της κύριας δίκης προσκρούει στην αρχή της αποτελεσματικότητας, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη διάρθρωση των μέσων έννομης προστασίας είναι ικανή να υπονομεύσει την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον ΓΚΠΔ.
58 Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν οι επίμαχες στη διαφορά της κύριας δίκης διατάξεις του εθνικού δικαίου είναι ικανές να διασφαλίσουν την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον ΓΚΠΔ, ιδίως εκείνες που διέπουν τη διάρθρωση των παράλληλων και αυτοτελών μέσων παροχής έννομης προστασίας που τίθενται στη διάθεση των υποκειμένων των δεδομένων στο πλαίσιο της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν.
59 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 77, παράγραφος 1, και το άρθρο 79, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται στη δυνατότητα μιας εποπτικής αρχής να απορρίψει την καταγγελία που έχει υποβληθεί δυνάμει του άρθρου 77, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ για τον λόγο και μόνον ότι ασκήθηκε προηγουμένως με το ίδιο αντικείμενο ένδικο βοήθημα κατά το άρθρο 79, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, ακόμη και αν η απόφαση που εκδόθηκε επί του ένδικου βοηθήματος δεν έχει τελεσιδικήσει.
Επί των δικαστικών εξόδων
60 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 77, παράγραφος 1, και το άρθρο 79, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων),
έχουν την έννοια ότι:
αντιτίθενται στη δυνατότητα μιας εποπτικής αρχής να απορρίψει την καταγγελία που έχει υποβληθεί δυνάμει του άρθρου 77, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ για τον λόγο και μόνον ότι ασκήθηκε προηγουμένως με το ίδιο αντικείμενο ένδικο βοήθημα κατά το άρθρο 79, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, ακόμη και αν η απόφαση που εκδόθηκε επί του ένδικου βοηθήματος δεν έχει τελεσιδικήσει.
(υπογραφές)
