ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2′ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία “… ΕΠΕ”, με έδρα το Περιστέρι Αττικής νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία “ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ” και τον διακριτικό τίτλο “ΕΤΕ Α.Ε.” που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γιανναράκο και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “… ΑΕΕΠ” που εδρεύει στην Κατερίνη, νόμιμα εκπροσωπούμενη η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Κορδονούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-05-2021 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3306/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 2271/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-02-2024 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν, μόνο οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1182/2021). Απαράδεκτη κηρύσσεται επίσης η συζήτηση όταν από το φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπομένου διαδίκου (ΑΠ 317/2016, ΑΠ 242/2014, ΑΠ 363/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά της στο πινάκιο. Από τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα, και ειδικότερα από την επί του αντιγράφου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης από 9.4.2024 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου … Γ. Κ. προκύπτει ότι αντίγραφο αυτής [αίτησης] με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε στην πρώτη αναιρεσίβλητη από την αναιρεσείουσα, και επομένως ότι αυτή είναι η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υπόθεσης , η οποία παρά την απουσία της πρέπει να δικασθεί σαν να ήταν παρούσα. 2. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 87 και 88 παρ. 1 του ν.δ/τος της 17 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1923 “περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών”, οι οποίες έχουν διατηρηθεί σε ισχύ με το άρθρο 52 περ. 3 του ΕισΝ.Κ.Πολ.Δ. , εφόσον δεν εμπίπτουν στις από το άρθρο αυτό καταργούμενες διατάξεις του ως άνω ν.δ/τος, ορίζονται τα ακόλουθα: “Εάν εγένετο κατάσχεσις χρημάτων ή χρεωγράφων παρ’ ανωνύμω εταιρία, ως τρίτη, η εταιρία δικαιούται είτε να καταθέση τα κατασχεθέντα δικαστικώς, απαλασσόμενη διά της τοιαύτης καταθέσεως πάσης ευθύνης προς τε τον κατασχόντα και τον δικαιούχον είτε να αιτήσηται παρά του προέδρου την άρσιν της κατασχέσεως, ην ούτος δύναται να χορήγηση μετά ή άνευ εγγυήσεως (άρθρο 87 παρ. 1). Εάν η κατάσχεσις εγένετο εις χείρας της … Τραπέζης, ως τρίτης, αύτη δικαιούται ίνα καταθέση τα κατασχεθέντα παρ’ αυτή κατά τους όρους των εις πρώτην ζήτησιν αποδοτέων καταθέσεων” (άρθρο 87 παρ. 2). Ως δικαστική κατάθεση, σύμφωνα με το άρθρο 87 παρ. 1 του ως άνω ν.δ/τος, νοείται η δικαστική παρακαταθήκη, που συστήνεται υποχρεωτικά στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το οποίο φυλάσσει και διαχειρίζεται κάθε δικαστική παρακαταθήκη, η απόδοση της οποίας εξαρτήθηκε από δικαστική απόφαση (άρθρο 2 του οργανικού νόμου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων). Συνακόλουθα, στην περίπτωση κατά την οποία, η ανώνυμη τραπεζική εταιρία, εφόσον έχει προβεί σε καταφατική δήλωση (άρθρο 985 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δικ.), καταθέσει στη συνέχεια, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων τα κατασχεθέντα στα χέρια της, ως τρίτης, χρηματικά ποσά, απαλλάσσεται έκτοτε από την ευθύνη και τις υποχρεώσεις του μεσεγγυούχου, τόσο έναντι του κατασχόντος δανειστή, όσο και έναντι του δικαιούχου του λογαριασμού και πελάτη της. Αν πρόκειται δε για την Εθνική Τράπεζα, της παρέχεται το επιπλέον ειδικό προνόμιο, η κατάθεση των κατασχεθέντων στο όνομα του δικαιούχου του λογαριασμού να γίνεται στην ίδια, σε ειδικό λογαριασμό κατάθεσης όψης (σε πρώτη ζήτηση αποδοτέας κατάθεσης) και όχι στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, όπως ισχύει για τις λοιπές τράπεζες (άρθρα 87 παρ. 2 και 88 παρ. 2 του πιο πάνω ν.δ/τος).
Εξάλλου κατά την παρ. 1 του άρθρου 88 του ανωτέρω ν.δ/τος “Η ανάληψις των κατά το προηγούμενον άρθρον κατατεθέντων γίνεται μόνον αδεία του προέδρου” (άρθρ. 88 παρ. 1). Η τελευταία διάταξη καθίδρυε αρμοδιότητα του Προέδρου και ως τέτοιος, κατά την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 του ιδίου ν.δ/τος, νοείται ο Πρόεδρος Πρωτοδικών. Μετά όμως την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ. και σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 ΕισΝ.Κ.Πολ.Δ. αρμόδιο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο δικάζει κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. του Κ.Πολ.Δ.). H ανωτέρω απόφαση παραδεκτά εκκαλείται, μη εφαρμοζόμενης της διάταξης του άρθρου 699 του Κ.Πολ.Δ, ενόψει του ότι, η αίτηση, δεν εισάγει προς διάγνωση γνήσια υπόθεση ασφαλιστικών μέτρων, αλλά με αυτή τέμνεται οριστικά η διαφορά, η δε από το άρθρο 88 παρ. 1 του ν.δ/τος 17-7/13-8-1923 παραπομπή στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρ. 3 παρ. 2 του ΕισΝΚΠολΔικ) γίνεται για την ανάγκη της ταχείας επίλυσης της διαφοράς. Συμπληρωματικά, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 982 επ. του Κ.Πολ.Δ. που ισχύουν άμεσα, όπου υπάρχουν κενά, σύμφωνα με τα άρθρα 42 παρ. 3 και 53 παρ. 2 του ως άνω ν.δ/τος, που διατηρήθηκαν επίσης σε ισχύ με το προαναφερόμενο άρθρο 52 περ. 3 του ΕισΝ.Κ.Πολ.Δ. Διάδικοι στη σχετική δίκη για την ανάληψη του παρακαταθέντος ποσού, είναι, αφενός (α) μεν ο δυνάμει νόμιμου τίτλου και αιτών την παροχή της άδειας κατασχών δανειστής ή, (β) σε περίπτωση εξόφλησης του τελευταίου ή απόσβεσης με άλλο τρόπο της εκτελεστέας απαίτησης, ο δικαιούχος του λογαριασμού στο όνομα του οποίου έχει παρακατατεθεί το ποσό, ή (γ) ακόμα και η ίδια η καταθέσασα τράπεζα, αφετέρου δε (ως καθων) το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ή η Εθνική Τράπεζα που ευλόγως αρνούνται την απόδοση τόσο στον κατασχόντα δανειστή, αφού τα κατασχεθέντα ποσά έχουν παρακατατεθεί υπέρ του δικαιούχου λογαριασμού και πελάτη της τραπεζικής ανώνυμης εταιρίας, στα χέρια της οποίας ως τρίτης κατασχέθηκαν, όσο και στο δικαιούχο, στο όνομα του οποίου έγινε η δημόσια κατάθεση του κατασχεθέντος ποσού, αφού, κατά την παρακατάθεση, η παρακαταθέσασα τράπεζα εξάρτησε την ανάληψη του παρακατατεθέντος ποσού από απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου χορηγούσα τη σχετική άδεια, αλλά και ο καθου η εκτέλεση, ώστε αυτός, ως διάδικος, να δυνηθεί να προτείνει οποιαδήποτε επιτρεπόμενη, στο στάδιο της εκτελεστικής διαδικασίας, ένσταση του (όπως π.χ. την εξόφληση του κατασχόντος ή τη δικαστική αναστολή της εκτέλεσης, στα χέρια της τράπεζας, ως τρίτης) ή και η ίδια παρακαταθέσασα τράπεζα, αφού δεν επιτρέπεται η ανάκληση της παρακατάθεσης. Αντικείμενο έρευνας στην ανοιγόμενη σχετική δίκη δεν μπορεί να αποτελέσει η διάγνωση του δικαιώματος του αιτούντος το οποίο έχει ήδη εξοπλισθεί με τίτλο εκτελεστό, αλλά είτε η τυχόν επιγενόμενη της κατάσχεσης απόσβεση της απαίτησης είτε το εκτελεστό του τίτλου κατά το χρόνο επιβολής της κατάσχεσης εις χείρας του τρίτου (ΑΠ 1050/2017). Απόρροια των ανωτέρω είναι ότι στην περίπτωση που το κατασχετήριο εις χείρας τρίτου έχει ακυρωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, δεν είναι δυνατή η ανάληψη του κατασχεθέντος δυνάμει αυτού ποσού και η σχετική αίτηση είναι απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος του αιτούντος.
3. Κατά το άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης. Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, που συνίσταται στην ανάγκη δικαστικής προστασίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 ΚΠολΔ), κρίσιμος δε χρόνος για την ύπαρξή του είναι κατ’ αρχήν ο χρόνος άσκησης του ενδίκου μέσου, οπωσδήποτε όμως πρέπει να υφίσταται και κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο (ΑΠ 909/2006), αν δε κατά το διάστημα από την άσκηση του ενδίκου μέσου και πριν από τον άνω κρίσιμο χρόνο εκλείψει το έννομο συμφέρον, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται. Η ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος μπορεί να κριθεί και με βάση γεγονότα που επήλθαν μετά την προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία είτε αναιρούν την ύπαρξη της βλάβης είτε αποκλείουν την επέλευσή της, η δε έλλειψη αυτού , αρκεί να προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να είναι απαραίτητο το εκ του λόγου αυτού απαράδεκτο να προτείνεται με τις προτάσεις που κατατίθενται στην προθεσμία του άρθρ. 570 παρ. 1 του ίδιου κώδικα.
4. Η προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση 2271/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής πορείας, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης: Με την από 19.5.2021 αίτησή της η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία εξέθεσε ότι με το από 6.11.2020 κατασχετήριο έγγραφο επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της καθής-πρώτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ‘ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ’ ως τρίτης και σε βάρος της οφειλέτιδος αυτής [αιτούσας] και δευτέρας αναιρεσίβλητης εταιρείας για το συνολικό ποσό των 71.051,40 ευρώ, καθώς και ότι η καθής υπέβαλε θετική δήλωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών σχετικά με τις καταθέσεις και τους λογαριασμούς που η οφειλέτιδα της αιτούσας διατηρεί στα υποκαταστήματά της, ζήτησε δε να της χορηγηθεί η άδεια να αναλάβει το κατασχεθέν εις χείρας της καθής χρηματικό ποσό των 43.684,31 ευρώ. Κατά τη συζήτηση της ανωτέρω αίτησης η οφειλέτιδα της αιτούσας, ήδη δευτέρα αναιρεσίβλητη, άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της καθ’ ης, επικαλούμενη έννομο συμφέρον, που συνίστατο στο ότι κατά του από κατασχετηρίου, δυνάμει του οποίου επιβλήθηκε η ανωτέρω κατάσχεση, η παρεμβαίνουσα άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κατερίνης την από 9.11.2020 ανακοπή της από το άρθρο 933 ΚΠολΔ, και αίτηση αναστολής εκτέλεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 57/2021 απόφαση του Ειρηνοδικείου, με την οποία διατάχθηκε η αναστολή της επισπευδόμενης εκτέλεσης δυνάμει του ανωτέρω κατασχετηρίου. Επί της αίτησης και της παρέμβασης, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η με αριθμό 3306/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αίτηση ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Κατά της εν λόγω απόφασης η αιτούσα-αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη με αριθμό 2271/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την ακόλουθη, κρίσιμη για τον αναιρετικό έλεγχο αιτιολογία: ‘Η αιτούσα -εκκαλούσα [αναιρεσείουσα] εταιρία περιορισμένης ευθύνης, στις 23.9.2020 επέδωσε στην προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ‘… ΑΕΕΠ [δεύτερη αναιρεσίβλητη] το από 23.9.2020 κατασχετήριο εις χείρας της ως τρίτης, σε επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της οφειλέτιδος της αιτούσας εταιρίας με την επωνυμία ‘… ΑΕΒΕ’ [μη διαδίκου στην παρούσα δίκη], επί τη βάσει της υπ’ αριθμ. …/2020 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και της υπ’ αριθμ. …/2020 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, για οφειλή συνολικού κεφαλαίου ποσού 41.216,42 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, η δε προσθέτως παρεμβαίνουσα ως τρίτη προέβη στις 24.9.2020 σε θετική δήλωση, συνταχθείσας προς τούτο της υπ’ αριθμ. … δήλωσης τρίτου ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Κατερίνας, δηλώνοντας ότι με την οφειλέτιδα της αιτούσας διατηρεί εμπορική συνεργασία και ότι χάριν πληρωμής οφειλών έναντι αυτής ποσού 71.000 ευρώ, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εξέδωσε και παρέδωσε εις διαταγήν της, τις αναφερόμενες στη ρηθείσα δήλωση, τρείς επιταγές, συρόμενες από τον τηρούμενο στην καθής η αίτηση [πρώτη αναιρεσίβλητη] τράπεζα λογαριασμό της. Ακολούθως, η αιτούσα έλαβε το υπ’ αριθμ. 160/2020 απόγραφο εκτελεστό από τον Ειρηνοδίκη Κατερίνης για το ποσό των 71.051,40 ευρώ και εν συνεχεία, με το από 6-11-2020 κατασχετήριο το οποίο επιδόθηκε αυθημερόν στην καθ` ης τράπεζα [πρώτη αναιρεσίβλητη], επέβαλε εις χείρας της, ως τρίτης, κατάσχεση επί των καταθέσεων, που η προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρία διατηρεί σε αυτήν μέχρι του ποσού των 71.051,40 ευρώ, για την ικανοποίηση της ανωτέρω απαιτήσεώς της, ενώ, επίσης, το ως άνω κατασχετήριο επιδόθηκε στην προσθέτως παρεμβαίνουσα (βλ. την υπ` αριθμ. …2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου … με έδρα το Πρωτοδικείο … Χ. Ζ.). Στις 6-4-2021 η καθ` ης υπέβαλε, κατά το άρθρο 985 ΚΠολΔ μέσα στην οριζόμενη από το άρθρο αυτό οκταήμερη προθεσμία, όπως αυτή προσμετράται βάσει των διαδοχικών αναστολών διενέργειας δικαστικών και εξωδίκων πράξεων που επιβλήθηκαν για την αντιμετώπιση της πανδημίας του ιού COVID-19, την υπ` αριθμ. …2021 θετική δήλωσή της στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, δηλώνοντας ότι υπάρχει σε αυτή, σε λογαριασμό της προσθέτως παρεμβαίνουσας, το ποσό των 71.051,40 ευρώ, το οποίο και έχει δεσμευθεί υπέρ της κατασχούσας-αιτούσας εταιρίας. … Περαιτέρω, από τα προμνησθέντα αποδεικτικά μέσα, πιθανολογήθηκε ότι κατά της ως άνω επισπευδόμενης εκτέλεσης, η προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρία άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κατερίνης την από 9-11-2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 132/2020 ανακοπή της κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ [και τους από 18.11.2020 πρόσθετους λόγους] κατά του ενδίκου από 6-11-2020 κατασχετηρίου και κατά της αιτούσας, η οποία συζητήθηκε ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου στις 15-6-2021, αλλά δεν έχει εκδοθεί εισέτι απόφαση. Συναφώς δε, άσκησε ενώπιον του προαναφερθέντος Δικαστηρίου, τόσο την υπ` αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως. …2020 αίτηση αναστολής της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως που επισπεύδεται σε βάρος της από την ήδη αιτούσα, δυνάμει του άνω από 6-11-2020 κατασχετηρίου εις χείρας της καθ` ης μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ ανακοπής της προσθέτως παρεμβαίνουσας, όσο και την από 10-11-2020 αίτηση χορηγήσεως προσωρινής διαταγής. Η προαναφερθείσα αίτηση χορηγήσεως προσωρινής διαταγής συζητήθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Κατερίνης στις 12-11-2020, έγινε δεκτή, όπως προκύπτει από τη σχετική από 12-11-2021 σημείωση που καταχωρήθηκε κάτωθι της πράξεως καταθέσεως της ανωτέρω αιτήσεως και ανεστάλη προσωρινά η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται από την ήδη αιτούσα σε βάρος της προσθέτως παρεμβαίνουσας ανώνυμης εταιρίας δυνάμει του από 6-11-2020 κατασχετηρίου εγγράφου εις χείρας τρίτου, με το οποίο η αιτούσα επέβαλε κατάσχεση εις χείρας, εκτός των άλλων και της καθ` ης η αίτηση τράπεζας, έως την συζήτηση της αίτησης κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 18-11-2020 και υπό τον όρο συζήτησης αυτής κατά την άνω δικάσιμο. Η ως άνω προσωρινή διαταγή επιδόθηκε από την προσθέτως παρεμβαίνουσα και οφειλέτη της απαίτησης στην καθ` ης και εφεσίβλητη στις 17-11-2020 (βλ. την υπ` αριθ. …2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου … Χ. Ζ.) και κατά συνέπεια δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός της εκκαλούσας που προβάλλεται με τον πρώτο λόγο έφεσης ότι η αναστολή αυτή δεν είχε γνωστοποιηθεί από τον οφειλέτη προς την τράπεζα και μάλιστα προ της παρόδου της οκταήμερης προθεσμίας του άρθρου 988 παρ. 1 ΚΠολΔ από την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου προς την προσθέτως παρεμβαίνουσα και οφειλέτη. Ωστόσο, κατά τη ρηθείσα δικάσιμο, λόγω αναστολής των πολιτικών δικών η αίτηση αναστολής της προσθέτως παρεμβαίνουσας αποσύρθηκε και η χορηγηθείσα προσωρινή διαταγή διατηρήθηκε με την από 18-11-2020 πράξη του Ειρηνοδίκη Κατερίνης, κατ` εφαρμογή των ισχυουσών, κατά το χρόνο εκείνο, ΚΥΑ περί λειτουργίας των δικαστηρίων για την αποτροπή της εξάπλωσης της πανδημίας της COVID-19. Ομοίως, η ισχύς της ίδιας προσωρινής διαταγής, κατ` εφαρμογή των εκάστοτε ισχυουσών ΚΥΑ, διατηρήθηκε στις 10-3-2021 και εν τέλει διατηρήθηκε και κατά τη δικάσιμο της 12-5-2021, όταν και συζητήθηκε η άνω αίτηση αναστολής, μέχρι την έκδοση αποφάσεως. Επί της άνω αιτήσεως αναστολής, εξεδόθη κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων η υπ’ αριθμ. 57/2021 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κατερίνης, με την οποία τούτη έγινε εν μέρει δεκτή και ανεστάλη η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται από την ήδη αιτούσα σε βάρος της προσθέτως παρεμβαίνουσας δυνάμει του ίδιου ως άνω από 6-11-2020 κατασχετηρίου χρηματικής απαίτησης εις χείρας τρίτων, έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανωτέρω ασκηθείσας ανακοπής της προσθέτως παρεμβαίνουσας κατά της αιτούσας και των προσθέτων λόγων αυτής.
Περαιτέρω, μετά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εκδόθηκε η υπ` αριθ. 674/2022 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών που δίκασε επί της προαναφερόμενης από 9-11-2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 132/2020 ανακοπής της προσθέτως παρεμβαίνουσας κατά της εκκαλούσας, με την οποία το από 6-11-2020 κατασχετήριο, βάσει του οποίου επιβλήθηκε η προσβληθείσα κατάσχεση και ασκήθηκε η επίδικη αίτηση ανάληψης του ποσού των 43.684,31 ευρώ ακυρώθηκε, ενώ η απόφαση αυτή επιδόθηκε στην αιτούσα και εκκαλούσα στις 3-2-2023 … και κατά συνέπεια, εφόσον δεν προκύπτει ότι έχει ασκηθεί έφεση κατά αυτής εντός της προθεσμίας των 30 ημερών του άρθρου 518 παρ.1 ΚΠολΔ, αυτή έχει γίνει τελεσίδικη. … Κατά συνέπεια, εφόσον μετά την τελεσίδικη ακύρωση του από 6-11-2020 κατασχετηρίου δεν είναι δυνατή από την αιτούσα και εκκαλούσα η ανάληψη του κατασχεθέντος εις χείρας της καθ` ης και εφεσίβλητης ελλείπει το έννομο συμφέρον της εκκαλούσας για την ανάληψη του αιτηθέντος ποσού και η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έσφαλλε που έκρινε ότι η αίτηση είναι ορισμένη και νόμιμη και απέρριψε την αίτηση ως κατ` ουσίαν αβάσιμη, δεδομένου ότι το απαράδεκτο της κρινόμενης έφεσης προέκυψε μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Με τον μοναδικό λόγο της υπό κρίση αίτηση αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα από αυτήν με επίκληση από 4-11-2022 έφεσή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της 674/2022 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και την …2022 έκθεση επιδόσεως της έφεσης προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη. Ήδη κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης η πρώτη αναιρεσίβλητη Εθνική Τράπεζα με τις κατατεθείσες στο παρόν δικαστήριο από 12.8.2025 προτάσεις της προσκομίζει μετ’ επικλήσεως την με αριθμό 3305/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στις 8.4.2025 και η οποία δέχτηκε την ως άνω από 4-11-2022 έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την εκκαλούμενη με αριθμό 674/2022 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δίκασε την από 9.11.2020 ανακοπή της δεύτερης αναιρεσίβλητης, δέχθηκε αυτήν και ακύρωσε το από 6.11.2020 κατασχετήριο έγγραφο, βάσει του οποίου η αναιρεσείουσα επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της πρώτης αναιρεσίβλητης τράπεζας ως τρίτης για την ικανοποίηση της απαίτησής της εις βάρος της δεύτερης αναιρεσίβλητης. Ενόψει του ότι με την ανωτέρω 3305/2025 απόφαση ακυρώθηκε τελεσιδίκως το από 6-11-2020 κατασχετήριο, δεν είναι δυνατή η ευδοκίμηση της αίτησης της αναιρεσείουσας περί ανάληψης του κατασχεθέντος με αυτό εις χείρας της πρώτης αναιρεσίβλητης ποσού. Προκύπτει, επομένως, από το ανωτέρω προσκομιζόμενο έγγραφο, ότι κατά το χρόνο της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα δεν έχει πλέον έννομο συμφέρον προς εξαφάνιση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης, που απέρριψε την αίτηση ανάληψης, όπως απαιτείται κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, και πρέπει για τον λόγο αυτό να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που η αναιρεσείουσα κατέθεσε για την άσκησή της (άρθρο 549 παρ 3 ΚΠολΔ) και να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του περί τούτου αιτήματός τους από τα άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ 2 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-2-2024 αίτηση της εταιρίας “… Ε.Π.Ε.” για αναίρεση της με αριθμό 2271/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, το ύψος των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια [2.700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
