ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Αγωγή 105-106 ΕισΝΑΚ – Αγωγή για ιατρικό σφάλμα – Αίτημα αποζημίωσης για απώλεια εισοδημάτων και ηθική βλάβη λόγω φερόμενων παράνομων πράξεων και παραλείψεων του εναγομένου νοσοκομείου κατά τη νοσηλεία του ενάγοντος σε αυτό που οδήγησαν σε ακρωτηριασμό του δεξιού κάτω άκρου του – Ο κανόνας της ίσης τυπικής αξίας των αποδεικτικών μέσων δεν έχει την έννοια ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν την ίδια ουσιαστική αποδεικτική δύναμη, ούτε ότι ο δικαστής της ουσίας είναι ελεύθερος να αξιολογήσει τη βαρύτητά τους κατά το δοκούν, αλλά ότι η αποδεικτική τους δύναμη, άλλως η αξιοπιστία τους και, συνακολούθως, η βαρύτητα που πρέπει να τους αποδοθεί, κρίνεται κατά τους κανόνες της κοινής ή ειδικής και τεχνικής πείρας και υπό το φως των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων και περιστάσεων – Άσκηση (αρχικής) αγωγής αποζημίωσης το έτος 2003, για την επικαλούμενη ως παράνομη ζημία από τα όργανα του εναγομένου, που συνίστατο στην ολική διά βίου αναπηρία του ενάγοντος, λόγω ισχαιμικής μυοσίτιδας, επί της οποίας εκδόθηκε δικαστική απόφαση, με την οποία κρίθηκε παράνομη και ζημιογόνος η παράλειψη των οργάνων του εναγομένου για έγκαιρο εντοπισμό, διάγνωση και αντιμετώπιση της προκληθείσας ανωτέρω ζημίας και επιδίκαση θετικής και αποθετικής ζημίας και ηθικής βλάβης – Άσκηση μετά παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος της επίδικης αγωγής (το έτος 2016), για επικαλούμενη ως παράνομη ζημία από τον ακρωτηριασμό του δεξιού κάτω άκρου του ενάγοντος, αποδιδόμενη στις ίδιες ανωτέρω πράξεις και παραλείψεις – Κρίση ότι σε βάρος του ενάγοντος επήλθαν διαφορετικές συνέπειες από τον ακρωτηριασμό σε σχέση με την χωλότητα βάδισης και ορθοστάτησης από την οποία έως τότε έπασχε – Διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης προς τον σκοπό να διαπιστωθεί εάν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ακρωτηριασμού και της βλάβης που είχε υποστεί η υγεία του ενάγοντος κατά την αρχική νοσηλεία του, λόγω της διαπιστωθείσας με δύναμη δεδικασμένου παράνομης παράλειψης των οργάνων του εναγομένου – Συμπληρωματική έκθεση του ιατρού-πραγματογνώμονα – Δεν λαμβάνεται υπόψη, εφόσον δεν διατάχθηκε από το Δικαστήριο η διενέργεια συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης – Απαράδεκτη ως αποτελούσα ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής η παράθεση από τον ενάγοντα το πρώτον με το υπόμνημα ισχυρισμών που θέτουν σε άλλη ιστορική βάση την αποδιδόμενη στο εναγόμενο αποζημιωτική ευθύνη – Διαπίστωση ότι ο ακρωτηριασμός έλαβε χώρα σε διαφορετικό χρόνο και για διαφορετικό λόγο από τα ιστορούμενα στην αγωγή – Κρίση περί μη απόδειξης από τον ενάγοντα της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του επίδικου ακρωτηριασμού και της προκληθείσας στον ίδιο, συνεπεία παράνομων πράξεων και παραλείψεων των αρμοδίων οργάνων του εναγόμενου, μυοσίτιδας, διότι ο ακρωτηριασμός του πραγματοποιήθηκε προκειμένου να αντιμετωπιστεί κάταγμα (που ως γεγονός δεν είχε εκτεθεί με το δικόγραφο της αγωγής) προκληθέν συνεπεία πάθησης, η οποία, όπως έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου, δεν συνδέεται αιτιωδώς με παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του εναγόμενου νοσοκομείου – Απορρίπτει την αγωγή
ΤΟ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Τμήμα Α’ – Τριμελές
(Μεταβατική Έδρα Κατερίνης)
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2025, με δικαστές τους: Σοφία Σαββοπούλου, Πρόεδρο Πρωτοδικών Δ.Δ., Άλκηστη Σιάρκου και Σωτήριο – Αιμίλιο Τσούγκο (εισηγητή), Πρωτοδίκες Δ.Δ., και γραμματέα την Ευαγγελία Τανού, δικαστική υπάλληλο,
για να δικάσει την αγωγή με ημερομηνία κατάθεσης 11 Μαΐου 2016 (αριθ. κατ. 2157/11-5-2016),
του … του …, κατοίκου …, οδός .. αριθ. …, ο οποίος παρέστη μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Χριστόδουλου Ματίδη,
κατά του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Γενικό Νοσοκομείο …», που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του, ο οποίος παραστάθηκε με την από 2-5-2025 δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 Κ.Δ.Δ., του πληρεξούσιου δικηγόρου Γεωργίου Χριστοδουλόπουλου.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ο διάδικος που παραστάθηκε στο ακροατήριο ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε όσα αναφέρονται στα πρακτικά.
Μετά τη συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.
Η κρίση του Δικαστηρίου είναι η εξής:
1. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, η οποία νομίμως επαναφέρεται προς συζήτηση μετά την έκδοση των …/2022 και …/2024 προδικαστικών αποφάσεων του παρόντος δικαστηρίου (Τμήματα Α’ και Ε’, αντίστοιχα – Τριμελή, Μεταβατική Έδρα Κατερίνης), ο ενάγων ζητεί να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου νοσοκομείου να του καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφλησή του, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή (άρθρο 80 παρ. 3 Κ.Δ.Δ.), το συνολικό ποσό του 1.282.490,34 ευρώ, αναλυόμενο ως εξής: α) ποσό ύψους 1.202.490,34 ευρώ, ως αποζημίωση, κατ’ άρθρα 105 – 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ.), για την αποκατάσταση αποθετικής ζημίας, συνιστάμενης στην απώλεια εισοδημάτων από 1-8-2005 έως 1-3-2027, ήτοι έως και την ημερομηνία συμπλήρωσης του 67ου έτους της ηλικίας του, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, οφείλεται σε παράνομες πράξεις και παραλείψεις των αρμοδίων οργάνων του εναγόμενου, που έλαβαν χώρα κατά τη νοσηλεία του σε αυτό από 16-4-1999 έως 19-4-1999 και είχαν ως αποτέλεσμα να υποβληθεί σε επέμβαση ακρωτηριασμού του δεξιού κάτω άκρου του και β) ποσό ύψους 80.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υποστηρίζει ότι υπέστη από την ίδια ως άνω αιτία.
2. Επειδή, όπως έχει κριθεί με οριστική διάταξη της προαναφερόμενης …/2022 προδικαστικής απόφασης (σκ. 11), η υπό κρίση αγωγή, καθ’ ο μέρος με αυτήν ζητείται η επιδίκαση αποζημίωσης λόγω απώλειας εισοδημάτων από 1-8-2005 έως 8-7-2014, παρίσταται απαράδεκτη ως δεύτερη, κατά την έννοια του άρθρου 76 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.). Κατά τα λοιπά, η αγωγή ασκείται παραδεκτώς και πρέπει να εξεταστεί επί της ουσίας.
3. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. (π.δ. 456/1984, ΦΕΚ Α’ 164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος …» και στο άρθρο 106 ότι: «Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Περαιτέρω, στο άρθρο 932 Α.Κ. ορίζεται ότι: «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά τη κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. …».
4. Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, ευθύνη προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνο από την έκδοση παράνομης εκτελεστής διοικητικής πράξης, αλλά και από παράνομες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή από παραλείψεις οφειλόμενων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον αυτές συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών. Εξάλλου, ευθύνη του Δημοσίου υφίσταται, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του νόμου, όχι μόνο όταν παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου με σχετική πράξη ή παράλειψη οργάνου του Δημοσίου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα ή υποχρεώσεις που προβλέπει η κείμενη νομοθεσία, καθώς και εκείνα που, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και της καλής πίστης, προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη δημόσια υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (ΣτΕ 877/2013 7μ., 1964/2021, 1594/2020, 116/2019 κ.ά.), χωρίς να απαιτείται και η διαπίστωση πταίσματος του οργάνου του (ΣτΕ 1500/2022, 1774/2020, 76/2018, 1056/2016, 4410/2015 κ.ά.). Απαραίτητη, πάντως, προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενεργείας ή παράλειψης υλικής ενεργείας του δημοσίου οργάνου ή του οργάνου του ν.π.δ.δ. και της επελθούσης ζημίας. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η παράλειψη είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και μπορεί αντικειμενικά, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΣτΕ 877/2013 7μ., 1774/2020, 842/2019, 2433/2018 κ.ά.). Περαιτέρω, κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί, κατά το άρθρο 932 Α.Κ., να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΣτΕ 1581/2018, 2839/2017, 2669/2015 κ.ά.).
5. Επειδή, εξάλλου, ο α.ν. 1565/1939 «Περί Κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος» (ΦΕΚ Α’ 16), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 341 του ν. 4512/2018 (ΦΕΚ Α’ 5), όριζε στο άρθρο 13 ότι: «Ο ιατρός οφείλει να ασκή ευσυνειδήτως το επάγγελμα αυτού και να συμπεριφέρηται τόσον εν τη ασκήσει του επαγγέλματος, όσον και εκτός αυτής κατά τρόπον αντάξιον της αξιοπρεπείας και εμπιστοσύνης τας οποίας απαιτεί το ιατρικόν επάγγελμα» και στο άρθρο 24 ότι: «Ο ιατρός οφείλει να παρέχει μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης πείρας, τηρών τας ισχυούσας διατάξεις περί διαφυλάξεως των ασθενών και προστασίας των υγιών». Περαιτέρω, στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 47 του ν. 2071/1992 (ΦΕΚ Α’ 123) ορίζεται ότι: «1. Ο ασθενής έχει το δικαίωμα προσεγγίσεως στις υπηρεσίες του νοσοκομείου, τις πλέον κατάλληλες για τη φύση της ασθενείας του. 2. Ο ασθενής έχει το δικαίωμα της παροχής φροντίδας σ’ αυτόν με τον οφειλόμενο σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια του. …». Περαιτέρω, στο άρθρο 2 του ν. 3418/2005 «Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας» (ΦΕΚ Α’ 287) ορίζεται ότι: «1. Η άσκηση της ιατρικής είναι λειτούργημα που αποσκοπεί στη διατήρηση, βελτίωση και αποκατάσταση της σωματικής, πνευματικής και ψυχικής υγείας του ανθρώπου, καθώς και στην ανακούφισή του από τον πόνο. 2. Ο ιατρός … ασκεί το έργο του σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και πρέπει, κατά την άσκηση του επαγγέλματός του, να αποφεύγει κάθε πράξη ή παράλειψη η οποία μπορεί να βλάψει την τιμή και την αξιοπρέπεια του ιατρού και να κλονίσει την πίστη του κοινού προς το ιατρικό επάγγελμα. … 3. Το ιατρικό λειτούργημα ασκείται σύμφωνα με τους γενικά αποδεκτούς και ισχύοντες κανόνες της ιατρικής επιστήμης. Διέπεται από απόλυτο σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια …», στο άρθρο 3 παρ. 3 ότι: «Ο ιατρός, κατά την άσκηση της ιατρικής, ενεργεί με πλήρη ελευθερία, στο πλαίσιο των γενικά αποδεκτών κανόνων και μεθόδων της ιατρικής επιστήμης, όπως αυτοί διαμορφώνονται με βάση τα αποτελέσματα της εφαρμοσμένης σύγχρονης επιστημονικής έρευνας. Έχει δικαίωμα για επιλογή μεθόδου θεραπείας, την οποία κρίνει ότι υπερτερεί σημαντικά έναντι άλλης, για τον συγκεκριμένο ασθενή, με βάση τους σύγχρονους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, και παραλείπει τη χρήση μεθόδων που δεν έχουν επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση» και στο άρθρο 10 παρ. 1 ότι: «Η άσκηση της ιατρικής γίνεται σύμφωνα με τους γενικά παραδεκτούς κανόνες της ιατρικής επιστήμης. …».
6. Επειδή, από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι δύναται να θεμελιωθεί ευθύνη νοσοκομείου προς αποζημίωση, κατ’ άρθρα 105 – 106 Εισ.Ν.Α.Κ., για την ζημία που υπέστη ασθενής από κάθε αμέλεια του ιατρικού προσωπικού αυτού, ακόμη και ελαφρά, αν το όργανο του νοσοκομείου, κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων, παρέβη την υποχρέωσή του να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές και τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και της επαγγελματικής πείρας που έχει αποκτήσει, επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια, δηλαδή αυτή που αναμένεται από τον μέσο εκπρόσωπο του κύκλου του, με αποτέλεσμα την εκ μέρους του εσφαλμένη ή εν γένει πλημμελή διάγνωση ή θεραπευτική αγωγή και την ελλιπή ιατρική παρακολούθηση του ασθενούς και τη μη ενδεδειγμένη αντιμετώπιση του ιατρικού περιστατικού και τη μη αποτροπή προσβολών ή κινδύνων κατά της σωματικής ακεραιότητας, της υγείας ή της ζωής του τελευταίου (ΣτΕ 2447/2021, 56/2019, 15/2018). Εξάλλου, από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι συνιστούν γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, μεταξύ άλλων, η λήψη πλήρους ιστορικού του ασθενούς από τον θεράποντα ιατρό και η διενέργεια όλων των αναγκαίων ιατρικών εξετάσεων μέχρι να καταστεί εφικτή η εκ μέρους του τεκμηριωμένη και σαφής διάγνωση, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη τα ευρήματα και συμπτώματα του ασθενούς, τα οποία, κατόπιν συνθετικής και δημιουργικής αξιοποίησής τους από τον θεράποντα ιατρό κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης καθορίζουν τις κατευθύνσεις της ιατρικής έρευνας σε κάθε περίπτωση (ΣτΕ 1594/2020).
7. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 5 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ., ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (ΦΕΚ Α’ 97), ορίζεται ότι: «Τα δικαστήρια δεσμεύονται από τις αποφάσεις άλλων διοικητικών δικαστηρίων, κατά το μέρος που αυτές αποτελούν δεδικασμένο, σύμφωνα με όσα ορίζουν οι σχετικές διατάξεις» και στο άρθρο 197 ότι: «1. Δεδικασμένο δημιουργείται από τις τελεσίδικες και τις ανέκκλητες αποφάσεις, εφόσον οι τελευταίες δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, ως προς το, ουσιαστικό ή δικονομικό, διοικητικής φύσης ζήτημα που με αυτές κρίθηκε, εφόσον τούτο τελεί σε άμεση και αναγκαία συνάρτηση προς το συμπέρασμα που με τις ίδιες έγινε δεκτό. … 2. … 3. Το αναφερόμενο στις προηγούμενες παραγράφους δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά εκείνων που διατέλεσαν διάδικοι …».
8. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 197 του Κ.Δ.Δ., δεδικασμένο δημιουργείται από τις τελεσίδικες και ανέκκλητες αποφάσεις, ως προς το οικείο ουσιαστικό ή δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε με αυτές, ευθέως ή παρεμπιπτόντως, εφόσον στην τελευταία περίπτωση η παρεμπίπτουσα κρίση ήταν αναγκαία προκειμένου το δικαστήριο να αποφανθεί για το κύριο ζήτημα (ΣτΕ 3192/2014, ΔΕφΑθ 3163/2024). Ως κριθέν ζήτημα θεωρείται εκείνο το οποίο αποτελεί αναγκαίο στήριγμα του συμπεράσματος που διατυπώνεται στο διατακτικό της απόφασης, όχι δε και κάθε άλλη κρίση της απόφασης, η οποία δεν είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της (ΣτΕ 436/2023, 3970/2014, 2625/2013, πρβλ. ΑΠ 169/2024). Εξάλλου, για τη δημιουργία δεδικασμένου από τελεσίδικη απόφαση αναγκαία προϋπόθεση είναι, μεταξύ άλλων, η ταυτότητα προσώπων (ΣτΕ 1126/2021, 798/2017).
9. Επειδή, τέλος, στο άρθρο 144 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ. ορίζεται ότι: «Αντικείμενο απόδειξης είναι αμφισβητούμενα πραγματικά γεγονότα, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης», στο άρθρο 145 παρ. 1 ότι: «1. Κάθε διάδικος υποχρεούται να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που επικαλείται για να στηρίξει τους ισχυρισμούς του … Οι άλλοι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ανταποδείξουν», στο άρθρο 146 ότι: «Η απόδειξη στηρίζεται στα στοιχεία του, κατά το άρθρο 149, διοικητικού φακέλου, καθώς και σε εκείνα που προέκυψαν από την ενώπιον του δικαστηρίου αποδεικτική διαδικασία», στο άρθρο 147 παρ. 1 ότι: «Αποδεικτικά μέσα είναι: α) η αυτοψία, β) η πραγματογνωμοσύνη, γ) τα έγγραφα, δ) η ομολογία του ιδιώτη διαδίκου, ε) οι εξηγήσεις των διαδίκων, στ) οι μάρτυρες και ζ) τα δικαστικά τεκμήρια», στο άρθρο 148 ότι: «Το δικαστήριο χρησιμοποιεί τα αποδεικτικά μέσα κατά την κρίση του και τα εκτιμά ελευθέρως, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό μεταξύ τους, εκτός αν ειδική διάταξη νόμου ορίζει διαφορετικά». Περαιτέρω, στο άρθρο 159 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ. ορίζεται ότι: «Το δικαστήριο, αν κρίνει ότι ανακύπτουν ζητήματα για τη διάγνωση των οποίων απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, διατάζει πραγματογνωμοσύνη και διορίζει, για τη διεξαγωγή της, έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες. …», στο άρθρο 167 ότι: «1. Αν το δικαστήριο αποφασίσει το διορισμό πραγματογνώμονα, κάθε διάδικος μπορεί να ορίσει, με δαπάνη του, έναν τεχνικό σύμβουλο, ο οποίος πρέπει να είναι πρόσωπο που έχει την ικανότητα να διοριστεί πραγματογνώμονας. 2. Ο ορισμός γίνεται με έγγραφη δήλωση του διαδίκου, η οποία κατατίθεται στη γραμματεία ή και προφορικώς στο δικαστήριο ή στον εισηγητή – δικαστή ενώπιον των οποίων διενεργείται η πραγματογνωμοσύνη. Για τον ορισμό, αναλόγως με την περίπτωση, συντάσσεται έκθεση ή πρακτικό, αντίστοιχα» και στο άρθρο 171 παρ. 1 ότι: «Τα δημόσια έγγραφα που έχουν συνταχθεί από το αρμόδιο όργανο και κατά τους νόμιμους τύπους αποτελούν πλήρη απόδειξη για όσα βεβαιώνεται σε αυτά, είτε ότι ενήργησε ο συντάκτης τους είτε ότι έγιναν ενώπιόν του, ως προς τα οποία είναι δυνατή η ανταπόδειξη μόνο εφόσον τα έγγραφα αυτά προσβληθούν ως πλαστά».
10. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο διάδικος φέρει το βάρος να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζονται οι ισχυρισμοί του, διαφορετικά αυτοί απορρίπτονται ως αναπόδεικτοι (ΣτΕ 1218/2012, 3324/2008, πρβλ. ΣτΕ 1916/2021). Συνεπώς, ο ενάγων φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συνέβη πράγματι το ζημιογόνο γεγονός, ότι υπέστη τη ζημία που επικαλείται, το ακριβές μέγεθός της, καθώς και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της συγκεκριμένης ζημίας (ΔΕφΙωαν 40/2026, ΔΕφΘεσ 1663/2025, 1527/2024, ΔΕφΠειρ 1301/2025). Περαιτέρω, με το άρθρο 148 του Κ.Δ.Δ. καθιερώνεται η αρχή της ελεύθερης χρήσης και εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό μεταξύ τους, με την επιφύλαξη δε διαφορετικής ειδικής ρύθμισης, όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν, κατ’ αρχήν, την ίδια τυπική αξία και εκτιμώνται ελευθέρως από το δικαστή της ουσίας. Ωστόσο, ο πιο πάνω κανόνας της ίσης τυπικής αξίας των αποδεικτικών μέσων δεν έχει την έννοια ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν την ίδια ουσιαστική αποδεικτική δύναμη ούτε ότι ο δικαστής της ουσίας είναι ελεύθερος να αξιολογήσει τη βαρύτητά τους κατά το δοκούν, αλλά ότι η αποδεικτική δύναμη, άλλως η αξιοπιστία, των αποδεικτικών μέσων και, συνακολούθως, η βαρύτητα που πρέπει να τους αποδοθεί, κρίνεται, μεταξύ άλλων, με βάση τους κανόνες της, κατά περίπτωση, κοινής ή ειδικής και τεχνικής πείρας και υπό το φως των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων και περιστάσεων (ΣτΕ 1488 – 1489/2025, 784/2024, 1765/2023) και εξαρτάται από την ευλογοφάνεια της πρωτογενούς πληροφορίας που παρέχουν (ΣτΕ 106/2022, 204/2021, ΔΕφΘεσ 1663/2025, 1083/2025). Άλλωστε, στα άρθρα 159 έως 168 του Κ.Δ.Δ. περιέχονται διατάξεις που αφορούν στη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάσσεται από το δικαστήριο, όταν αυτό κρίνει ότι ανακύπτουν ζητήματα, για τη διάγνωση των οποίων απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι προσκομιζόμενες από τους διαδίκους εξώδικες δηλώσεις, επιστολές ή βεβαιώσεις τρίτων προσώπων, που έχουν ειδικές γνώσεις ή εμπειρία επί ορισμένου αντικειμένου, δεν είναι νόμιμα αποδεικτικά μέσα και δεν επιτρέπεται να ληφθούν νομίμως υπόψη, γιατί αποτελούν είτε μαρτυρίες είτε εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης (ΣτΕ 2447/2021, 1580/2018), για τις οποίες δεν τηρήθηκαν οι απαιτούμενες από τον Κ.Δ.Δ. διατυπώσεις για την εγκυρότητά τους. Αποτελούν όμως οι εν λόγω δηλώσεις ή βεβαιώσεις νόμιμα αποδεικτικά μέσα, αν είναι προγενέστερες της άσκησης του οικείου ενδίκου βοηθήματος και δεν έχουν συνταχθεί ενόψει ή επ’ ευκαιρία της διοικητικής δίκης ή με σκοπό να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιό της, αλλά είναι άσχετες με τη δίκη αυτή (ΣτΕ 1591/2024, 616 – 618/2019).
11. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων, γεννηθείς το …, εισήχθη στις 16-4-1999 στα εξωτερικά ιατρεία της Χειρουργικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου …, ως επείγον περιστατικό, λόγω τραυματισμού του σε τροχαίο ατύχημα που είχε συμβεί την ίδια ημέρα. Κατά την εισαγωγή του διαπιστώθηκε ότι έφερε, μεταξύ άλλων καταγμάτων (πλευρών, θώρακος, λαγονίου οστού), και κάταγμα δεξιάς κνήμης και, κατόπιν υποβολής του σε σχετικές ιατρικές εξετάσεις, τοποθετήθηκε γύψινος νάρθηκας στο δεξιό πάσχον σκέλος του από ιατρό του εναγόμενου νοσοκομείου. Την επόμενη ημέρα, ήτοι στις 17-4-1999, εξετάστηκε από τον εφημερεύοντα ιατρό, ο οποίος διαπίστωσε ύπαρξη φυσαλίδων στο δεξιό του γόνατο, χωρίς να διαγνώσει κάποια άλλη πάθηση πλην των ανωτέρω αναφερομένων, παρότι, σε εντολή που απηύθυνε προς τον ενάγοντα για να κουνήσει τα δάχτυλα του δεξιού ποδιού του, ο τελευταίος δεν μπόρεσε να το πράξει. Μετά την εξέταση αυτή και λόγω ανησυχίας για την κατάσταση της υγείας του, ο ενάγων κάλεσε, στις 18-4-1999, ιδιώτη ιατρό, ο οποίος, αφού τον εξέτασε, τον ενημέρωσε ότι η κατάστασή του ήταν κρίσιμη, καθώς παρουσίαζε φλεγμονές και σήψη στα τραύματά του και είχαν χαθεί πολλές λειτουργίες του δεξιού ποδιού του. Κατόπιν αυτών και με δική του πρωτοβουλία, ο ενάγων, θεωρώντας ότι συνέτρεχε πλημμελής αντιμετώπιση της κατάστασής του από τα όργανα του εναγόμενου, ζήτησε και έλαβε εξιτήριο από αυτό στις 19-4-1999, ημερομηνία κατά την οποία εισήχθη προς περαιτέρω νοσηλεία στην ιδιωτική κλινική «…» στην …, όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση (οστεοσύνθεση κονδύλων και διερεύνηση περονιαίου). Με την από 24-4-2003 αγωγή που άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (αριθ. κατάθεσης ΑΓ…/…-2003), ο ενάγων ζήτησε να του καταβληθούν από το εναγόμενο, ως αποζημίωση, τα έξοδα στα οποία είχε υποβληθεί λόγω της προεκτεθείσας βλάβης του σώματός του, διαφυγόντα κέρδη λόγω απώλειας εισοδημάτων από την επαγγελματική δραστηριότητά του κατά το χρονικό διάστημα από 16-4-1999 έως 1-3-2025, ήτοι έως και τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του, οπότε και θα συνταξιοδοτείτο, καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη συνεπεία της προσβολής της υγείας του. Σχετικώς, προέβαλε, μεταξύ άλλων, ότι κατά την τριήμερη νοσηλεία του στο εναγόμενο Νοσοκομείο (από 16-4-1999 έως 19-4-1999) δεν έγινε καμία ουσιώδης και αναγκαία επέμβαση στα τραύματα της δεξιάς κνήμης του, τα οποία απαιτούσαν αποσυμπίεση της περιοχής με φασιοτομή και όχι με επίδεση, στην οποία είχαν προβεί οι ιατροί του εναγόμενου, με αποτέλεσμα να προκληθεί σε αυτόν ισχαιμική μυοσίτιδα εξαιτίας εγκατάστασης συνδρόμου προσθίου διαμερίσματος στη δεξιά κνήμη και νεκρώσεις των μυών, των τενόντων και των νεύρων και ότι συνεπεία των ως άνω παράνομων ενεργειών και παραλείψεων των οργάνων του εναγόμενου υπέστη σοβαρότατη βλάβη στην υγεία του, με ολική δια βίου αναπηρία. Κατόπιν τούτων, το ανωτέρω Δικαστήριο (Τμήμα ΣΤ’ – Τριμελές), με την …/2007 απόφασή του, έκρινε ότι κατά τη νοσηλεία του ενάγοντος στο εναγόμενο, ήτοι από 16-4-1999 έως 19-4-1999, τα όργανα του τελευταίου παρανόμως παρέλειψαν να εντοπίσουν, να διαγνώσουν και να αντιμετωπίσουν εγκαίρως το πρόσθιο διαμερισματικό σύνδρομο, το οποίο είχε αρχίσει να εγκαθίσταται στη δεξιά του κνήμη ήδη από τις 17-4-1999, με αποτέλεσμα να προκληθεί ισχαιμική μυοσίτιδα και να νεκρωθούν μύες και τένοντες της κνήμης. Οι εν λόγω παραλείψεις αποτέλεσαν, κατά την κρίση του ως άνω Δικαστηρίου, τη μοναδική παρανομία των οργάνων του εναγόμενου, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση ζημίας σε βάρος του ενάγοντος. Αντιθέτως, στην ίδια απόφαση, μεταξύ άλλων, διαλαμβάνεται ότι δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της οστεομυελίτιδας, από την οποία διαπιστώθηκε ότι έπασχε ο ενάγων, και των αποδιδόμενων στο εναγόμενο παράνομων πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων του, καθόσον κρίθηκε ότι η πάθηση αυτή δεν ήταν απόρροια του τραυματισμού του ενάγοντος στο επίδικο τροχαίο ατύχημα, αλλά της χειρουργικής επέμβασης στην οποία υποβλήθηκε στην ιδιωτική κλινική «…» μετά την έξοδό του από το εναγόμενο νοσοκομείο. Υπό τα δεδομένα αυτά, το ανωτέρω δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτή την από 24-4-2003 αγωγή, έκρινε ότι ο ενάγων είχε υποστεί αφενός ζημία θετική και αποθετική, η οποία οφείλεται στις προαναφερόμενες παράνομες παραλείψεις των οργάνων του εναγόμενου κατά την τριήμερη νοσηλεία του σε αυτό και ανάγεται στο χρονικό διάστημα από 1-5-1999 έως 31-7-2005, αφετέρου ηθική βλάβη από την ίδια αιτία, οπότε υποχρέωσε το εναγόμενο να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 231.700 ευρώ [πλέον ποσού 34.600 ευρώ που του είχε επιδικαστεί με την …/2004 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου (Τμήμα Δ’ – Τριμελές), κατ’ άρθρα 211 επ. Κ.Δ.Δ.], εκ των οποίων ποσό 150.000 ευρώ αντιστοιχούσε σε χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης. Ακολούθως, με την …/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης (Τμήμα Γ’ – Τριμελές), απορρίφθηκαν ως αβάσιμες εφέσεις που ασκήθηκαν κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης εκατέρωθεν από τον ενάγοντα και από το εναγόμενο νοσοκομείο.
12. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι με την πάροδο του χρόνου η κατάσταση της υγείας του διαρκώς χειροτέρευε και ο ίδιος υπέφερε από αβάσταχτους πόνους, ενώ η μόλυνση στο δεξιό του σκέλος δεν υποχωρούσε, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει άμεσα η ζωή του, οπότε, στις 9-7-2014, αναγκάστηκε να υποβληθεί σε επέμβαση μηριαίου ακρωτηριασμού. Υποστηρίζει δε ότι εξαιτίας της βαρύτατης βλάβης της υγείας του, οφειλόμενης, κατά τους ισχυρισμούς του, στις προαναφερόμενες παράνομες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του εναγόμενου νοσοκομείου, κατά το χρονικό διάστημα νοσηλείας του σε αυτό, ήτοι από 16-4-1999 έως 19-4-1999, οι οποίες είχαν ως συνέπεια την πρόκληση στον ίδιο μόνιμης πλέον αναπηρίας, λόγω του ακρωτηριασμού του στις 9-7-2014, απώλεσε τη δυνατότητα για κάθε εργασία και την ικανότητα κτήσης εισοδημάτων έως τη συνταξιοδότησή του. Εξάλλου, προς απόδειξη του ακρωτηριασμού του δεξιού σκέλους του, ο ενάγων προσκόμισε την υπ’ αριθ. …/9-7-2014 ιατρική βεβαίωση του Ορθοπεδικού Τμήματος του εναγόμενου νοσοκομείου.
13. Επειδή, το εναγόμενο, με την από 7-5-2021 έκθεση απόψεων, το περιεχόμενο της οποίας επαναλαμβάνεται με το από 18-5-2021 υπόμνημα, ζητεί την απόρριψη της κρινόμενης αγωγής προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι οι επιζήμιες συνέπειες στην υγεία του ενάγοντος ήταν ήδη γνωστές από το έτος 2003 και, ως εκ τούτου, ήταν δικαστικώς επιδιώξιμες από τον χρόνο εκείνο και, επομένως, οι ένδικες αξιώσεις που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 1-8-2005 έως 1-3-2027 (δοθείσας και της αμετάκλητης απόρριψης, κατά το μέρος αυτό, της προηγούμενης αγωγής του) έχουν υποπέσει στην κατά το άρθρο 48 παρ.1 του ν.δ. 496/1974 πενταετή παραγραφή. Σε κάθε περίπτωση, προέβαλε ότι για τη διάγνωση της επίδικης διαφοράς απαιτούνται ειδικές γνώσεις της ιατρικής επιστήμης και, ως εκ τούτου, ήταν απαραίτητη η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, ώστε, στη συνέχεια, να διαπιστωθεί από το δικαστήριο εάν ο ακρωτηριασμός του κάτω δεξιού σκέλους του ενάγοντος, το 2014, σχετιζόταν αιτιωδώς με την προ δεκαπενταετίας τριήμερη νοσηλεία του ή ήταν απότοκος άλλων προβλημάτων υγείας. Επ’ αυτών αντέτεινε ο ενάγων, με το από 14-5-2021 δικόγραφο προσθήκης – αντίκρουσης, ότι κατά τον χρόνο άσκησης της από 24-4-2003 αγωγής του δεν ήταν δυνατό να προβλεφθεί ο ακρωτηριασμός του κάτω δεξιού άκρου του, ούτε είχε καταστεί ισοβίως ανάπηρος και, επομένως, λόγω των τελευταίων αυτών γεγονότων γεννήθηκε νέα αποζημιωτική αξίωση εναντίον του αντιδίκου, η οποία δεν υπόκειται στο δεδικασμένο της πρώτης αγωγής του, ούτε και είχε υποκύψει σε παραγραφή κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής.
14. Επειδή, κατόπιν τούτων, δημοσιεύθηκε η …/2022 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου (Τμήμα Α’ – Τριμελές), με την οποία κρίθηκε ότι οι συνέπειες που επέφερε στον ενάγοντα ο ακρωτηριασμός του δεξιού του σκέλους, στις 9-7-2014, είναι διαφορετικές σε σχέση με τις συνέπειες της βλάβης που είχε επικαλεστεί με την από 24-4-2003 αγωγή του, αφού με την αποκοπή του σκέλους του προκλήθηκε σε αυτόν πλήρης και δια βίου αδυναμία αυτοδύναμης βάδισης και ορθοστάτησης και όχι απλή δυσχέρεια λόγω χωλότητας από την οποία αυτός έπασχε έως τότε. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι η δυσμενής αυτή εξέλιξη στην υγεία του είναι μεν χρονικά αρκετά μεταγενέστερη της άσκησης της πρώτης αγωγής του, εντούτοις τα αιτήματα της κρινόμενης αγωγής περί επιδίκασης αποζημίωσης λόγω απώλειας εισοδήματος για το μετέπειτα του ακρωτηριασμού χρονικό διάστημα έως και το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο ενάγων θα συνταξιοδοτούνταν, ήτοι από 9-7-2014 έως 1-3-2027, καθώς και συμπληρωματικής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κατ’ επίκληση του γεγονότος αυτού, τελούν υπό τις εξής προϋποθέσεις: α) ο ακρωτηριασμός θα πρέπει είτε να οφείλεται αποκλειστικά στις ίδιες παράνομες παραλείψεις των οργάνων του εναγόμενου που είχαν λάβει χώρα κατά το χρονικό διάστημα της τριήμερης νοσηλείας του ενάγοντος σε αυτό, όπως αυτές κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου με την ανωτέρω …/2007 απόφαση – συγκεκριμένα στην παράλειψη εντοπισμού και διάγνωσης του πρόσθιου διαμερισματικού συνδρόμου που είχε αρχίσει να εγκαθίσταται στη δεξιά του κνήμη ήδη από τις 17-4-1999, καθώς και στην παράλειψη έγκαιρης αντιμετώπισης του συνδρόμου αυτού, με αποτέλεσμα να προκληθεί μυοσίτιδα και να νεκρωθούν μύες και τένοντες της κνήμης – είτε να οφείλεται σε κάποιο ποσοστό στα προαναφερθέντα, σε συνδυασμό και αθροιστικά με κάποια άλλη υπάρχουσα πάθηση, για την πρόκληση της οποίας δεν ευθύνεται το εναγόμενο και η οποία προκύπτει από τα στοιχεία του ιατρικού φακέλου του ενάγοντος και β) ο ακρωτηριασμός αυτός, αν και πολύ μεταγενέστερος, θα πρέπει να μην μπορούσε να προβλεφθεί ως μέλλων και προσδοκώμενος κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, δεδομένου του προεκτεθέντος ιστορικού, κατά τον χρόνο άσκησης της από 24-4-2003 αγωγής του ενάγοντος, σύμφωνα με τις ιατρικές γνωματεύσεις που είχαν προσκομισθεί και είχε λάβει υπόψη του το πρωτόδικο δικαστήριο για τη δημοσίευση της …/2007 απόφασης, αφού, στην αντίθετη περίπτωση, νέες αξιώσεις κατά του εναγόμενου δεν γεννιούνται (ΑΠ 2174/2013). Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο έκρινε αναγκαίο, για την ασφαλή διάγνωση της διαφοράς, να αναβάλει την έκδοση οριστικής απόφασης, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 151, 152 και 159 του Κ.Δ.Δ., και να διατάξει τη συμπλήρωση των αποδείξεων και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ως εξής: α) διόρισε ως πραγματογνώμονα τον Δρ. …, ορθοπεδικό -χειρουργό, β) υποχρέωσε τους διαδίκους να προσκομίσουν στο Δικαστήριο, ο μεν ενάγων αντίγραφα των βιβλιαρίων υγείας χρονικού διαστήματος από 24-4-2003 έως 9-7-2014, καθώς και κάθε άλλο ιατρικό έγγραφο σχετικό με νοσηλείες του σε ιδιωτικά και δημόσια νοσοκομεία και κλινικές που τυχόν έλαβαν χώρα κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, το δε εναγόμενο επίσημα αντίγραφα των από 9-7-2014 πρακτικών χειρουργείου, του εισιτηρίου και της διάγνωσης εισόδου και εξόδου όσον αφορά την νοσηλεία του ενάγοντος σε αυτό για τη διενέργεια της επέμβασης του ακρωτηριασμού και, επιπλέον, να διαβιβάσουν στον ορισθέντα πραγματογνώμονα οποιοδήποτε άλλο ιατρικό έγγραφο τους ζητηθεί προς τον σκοπό της σύνταξης της πραγματογνωμοσύνης και γ) υποχρέωσε τον ανωτέρω πραγματογνώμονα, αφού μελετήσει τα στοιχεία του φακέλου και έχοντας παραλλήλως δικαίωμα να ζητήσει συμπληρωματικά οποιαδήποτε στοιχεία, πληροφορίες και έγγραφα αυτός θεωρήσει αναγκαία, να συντάξει έκθεση, στην οποία να αναφέρει, κατά τρόπο σαφή, αναλυτικό και αιτιολογημένο, τη γνώμη του, με ρητές αναφορές σε ελληνική και ξένη βιβλιογραφία, επί των ακόλουθων ζητημάτων: 1. α. εάν ο γενόμενος στις 9-7-2014 ακρωτηριασμός του δεξιού κάτω σκέλους του ενάγοντος, άνωθεν του γόνατος, οφείλεται στην προ δεκαπενταετίας προσβολή της δεξιάς του κνήμης από ισχαιμική μυοσίτιδα, η οποία προκλήθηκε λόγω παράλειψης εντοπισμού, διάγνωσης και έγκαιρης θεραπείας του συνδρόμου πρόσθιου διαμερίσματος από τα όργανα του εναγόμενου νοσοκομείου κατά το χρονικό διάστημα της τριήμερης νοσηλείας του ενάγοντος, ή β. εάν ο ακρωτηριασμός οφείλεται στην προαναφερθείσα μυοσίτιδα σε συνδυασμό με κάποια άλλη πάθηση του ενάγοντος, που τυχόν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου (όπως π.χ. οστεομυελίτιδα), και σε ποιο ποσοστό επέδρασε η κάθε πάθηση στον ακρωτηριασμό αυτόν, ή γ. εάν, λόγω του διαδραμόντος χρόνου από την προσβολή του ενάγοντος από μυοσίτιδα (1999) έως και τον ακρωτηριασμό του (2014), αποκλείεται ο τελευταίος να οφείλεται στην πάθηση αυτή και 2. μόνον επί κατάφασης είτε του 1.α. είτε του 1.β. ερωτήματος, εάν ο ακρωτηριασμός μπορούσε να προβλεφθεί ως μέλλων και προσδοκώμενος κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, δοθέντος του σχετικού ιστορικού, βάσει των ιατρικών γνωματεύσεων που είχαν προσκομιστεί στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης κατά τη συζήτηση της από 24-4-2003 αγωγής του ενάγοντος, παρότι επήλθε μετά την πάροδο δεκαπέντε και πλέον ετών.
15. Επειδή, σε εκτέλεση της εν λόγω προδικαστικής απόφασης, ο διορισθείς πραγματογνώμονας …, αφού μελέτησε τα στοιχεία του φακέλου και εξέτασε κλινικώς τον ενάγοντα, με την από 15-3-2023 έκθεσή του, απάντησε στα τεθέντα σε αυτόν ερωτήματα ως εξής, αιτιολογώντας τις απαντήσεις του και παραθέτοντας σχετική βιβλιογραφία: Α. Στο ερώτημα 1.α., ότι ο πραγματοποιηθείς στις 9-7-2014 ακρωτηριασμός του δεξιού κάτω άκρου του ενάγοντος οφείλεται στην προ δεκαπενταετίας προσβολή της δεξιάς του κνήμης από ισχαιμική μυοσίτιδα, η οποία προκλήθηκε λόγω παράλειψης διάγνωσης και έγκαιρης θεραπείας του συνδρόμου πρόσθιου διαμερίσματος από τα όργανα του εναγόμενου Νοσοκομείου κατά το χρονικό διάστημα της τριήμερης νοσηλείας του ενάγοντος σε αυτό, από 16-4-1999 έως 19-4-1999, Β. στο ερώτημα 1.β., ότι από τον φάκελο και την κλινική εξέταση του ενάγοντος δεν προέκυψε ότι έπασχε από κάποια άλλη ασθένεια, συνεπώς η μυοσίτιδα, ως απόρροια της παράλειψης διάγνωσης και θεραπείας του συνδρόμου πρόσθιου διαμερίσματος, επαρκεί ως λόγος για τον τελικό ακρωτηριασμό του δεξιού σκέλους του ενάγοντος, η δε οστεομυελίτιδα, που εμφανίσθηκε αργότερα, δεν είχε και δεν θα μπορούσε να έχει άμεση συνάφεια με το σύνδρομο πρόσθιου διαμερίσματος και, ως εκ τούτου, δεν επηρέασε τον ακρωτηριασμό αυτόν, Γ. στο ερώτημα 1.γ., ότι παρότι μεσολάβησε το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, ο ακρωτηριασμός του ενάγοντος συνδέεται αιτιωδώς με την πάθηση της μυοσίτιδας, ως απόρροια της παράλειψης διάγνωσης και έγκαιρης θεραπείας του συνδρόμου πρόσθιου διαμερίσματος του δεξιού σκέλους του και Δ. στο ερώτημα 2, ότι ο ακρωτηριασμός του δεξιού σκέλους του ενάγοντος δεν θα μπορούσε να προβλεφθεί ως προσδοκώμενος με βάση τη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων, διότι και με βάση τον ιατρικό φάκελο που είχε σχηματιστεί κατά την αρχική νοσηλεία του, θα μπορούσε αυτός να συνεχίσει να ζει με προβλήματα κινητικότητας και δυσλειτουργίας του δεξιού του ποδιού, δηλαδή να συνεχίσει με συντηρητική αγωγή και συνεχόμενους καθαρισμούς και με τη χρήση βοηθητικής βακτηρίας χωρίς να υφίσταται ενδεχόμενο ακρωτηριασμού, ωστόσο «ενδεχομένως το 2014, κατά τον επαναληπτικό έλεγχο, να διαπιστώθηκε σε μεγάλο ποσοστό ότι είχε προκληθεί, λόγω της επιβαρυμένης τοπικής κατάστασης, γενικευμένη σηψαιμία και κρίθηκε τότε αναγκαίος ο ακρωτηριασμός του σκέλους για να αποφευχθεί ο κίνδυνος θανάτου».
16. Επειδή, μετά τη διενέργεια της παραπάνω πραγματογνωμοσύνης και την κατάθεση στο δικαστήριο της οικείας έκθεσης, εισήχθη και συζητήθηκε εκ νέου η υπόθεση στη δικάσιμο της 13ης Μαΐου 2024. Πριν από τη συζήτηση αυτή, ο ενάγων κατέθεσε υπόμνημα με το οποίο ζήτησε να γίνει δεκτή η αγωγή του, επικαλούμενος το περιεχόμενο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, ενώ το εναγόμενο νοσοκομείο, με το υπόμνημα που κατέθεσε στις 16-5-2024, ήτοι τρεις (3) ημέρες μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, ισχυρίστηκε, το πρώτον, ότι ο ακρωτηριασμός του δεξιού σκέλους του ενάγοντος έλαβε χώρα στις 12-6-2014 και όχι στις 9-7-2014, όπως υποστηρίζει ο τελευταίος με την κρινόμενη αγωγή, και ότι δεν οφείλεται στο σύνδρομο πρόσθιου διαμερίσματος και την εξ αυτού προκληθείσα μυοσίτιδα, αλλά σε νέο κάταγμα που υπέστη ο ενάγων συνεπεία πτώσης τον 6ο/2014, το οποίο δεν μπορούσε να αποκατασταθεί χειρουργικά λόγω της χρόνιας οστεομυελίτιδας από την οποία έπασχε. Προς απόδειξη του συγκεκριμένου ισχυρισμού του το εναγόμενο προσκόμισε και επικαλέστηκε τα εξής έγγραφα: α) αντίγραφο του από 18-6-2014 εγγράφου του Διευθυντή της Ορθοπεδικής Κλινικής του, σύμφωνα με το οποίο ο ενάγων προσήλθε σε αυτό με ασθενοφόρο του Ε.Κ.Α.Β. στις 9-6-2014, εξαιτίας πτώσης και κάκωσης της δεξιάς κνήμης του επί εδάφους χρόνιας οστεομυελίτιδας με συρίγγιο επί της καταγματικής περιοχής, λόγω δε του υψηλού κινδύνου αποτυχίας της αποκατάστασης του κατάγματος και έξαρσης – επέκτασης της φλεγμονής, και κατόπιν ενημέρωσης και συναίνεσης του ενάγοντος και των οικείων του, έλαβε χώρα στις 12-6-2014 ακρωτηριασμός του δεξιού κάτω άκρου επί υγιών ορίων άνωθεν του γονάτου και β) αντίγραφο του από 18-6-2014 εξιτηρίου του ενάγοντος από το εναγόμενο, σύμφωνα με το οποίο αυτός είχε εισαχθεί στις 9-6-2014 με διάγνωση εισόδου «κατάγματα άλλων τμημάτων της κνήμης». Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο εξέδωσε την …/2024 προδικαστική απόφαση, με την οποία ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε τη συμπλήρωση των αποδείξεων, ώστε τα προαναφερθέντα δύο (2) έγγραφα, τα οποία προσκομίστηκαν από το εναγόμενο μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, να καταστούν στοιχεία της δικογραφίας και να δοθεί η δυνατότητα στον ενάγοντα να λάβει γνώση αυτών και να διατυπώσει ισχυρισμούς επί των πραγματικών περιστατικών που προκύπτουν από τα έγγραφα αυτά.
17. Επειδή, στις 2-5-2025 ο ενάγων κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την από 30-4-2025 «συμπληρωματική έκθεση» του διορισθέντος ιατρού – πραγματογνώμονα …, στην οποία διαλαμβάνεται ότι το σύνδρομο διαμερίσματος της κνήμης, με το οποίο είχε διαγνωστεί ο ενάγων, συνδέεται αιτιωδώς με το κάταγμά του και τον επακόλουθο ακρωτηριασμό του δεξιού κάτω σκέλους του, καθώς το εν λόγω σύνδρομο ελαττώνει την αιμάτωση και καθιστά το οστό της κνήμης πιο εύθραυστο, αυξάνοντας τον κίνδυνο πρόκλησης παθολογικών καταγμάτων, για την αντιμετώπιση των οποίων απαιτείται πλαστική αποκατάσταση ή ακόμη και ακρωτηριασμός, όπως συνέβη εν προκειμένω. Εξάλλου, με το από 5-5-2025 υπόμνημα, ο ενάγων αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Σχετικά με τα αναφερόμενα στη δεύτερη προδικαστική σας, προσκομίζω συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη του διορισμένου από το Δικαστήριο Σας πραγματογνώμονα … Τέθηκαν εκ νέου ερωτήματά σας προς αυτόν, ο οποίος και συνέταξε την προσκομιζόμενη πραγματογνωμοσύνη. … Πρακτικά ήταν θέμα χρόνου να σπάσει το οστούν εξαιτίας του συνδρόμου διαμερίσματος και της μυοσίτιδας και όχι εξαιτίας της κάκωσης που επήλθε σε δεύτερο χρόνο. … Είναι ξεκάθαρο ότι το κάταγμα που υπέστην πριν τον ακρωτηριασμό μου οφείλεται στη μυοσίτιδα και το σύνδρομο του διαμερίσματος και όχι σε δική μου υπαιτιότητα ή πταίσμα. …». Αντιθέτως, το εναγόμενο νοσοκομείο, με τα από 2-5-2025 και 13-5-2025 υπομνήματα, αφού επαναλαμβάνει ότι ο ένδικος ακρωτηριασμός δεν πραγματοποιήθηκε στις 9-7-2014, όπως ιστορείται στην αγωγή, αλλά στις 12-6-2014, και ότι ουδόλως συνδέεται αιτιωδώς με το σύνδρομο διαμερίσματος, αλλά οφείλεται σε κάταγμα που υπέστη ο ενάγων λόγω πτώσης τον Ιούνιο του 2014, το οποίο δεν μπορούσε να αποκατασταθεί χειρουργικά εξαιτίας της χρόνιας οστεομυελίτιδας του, για την οποία, όπως έχει τελεσίδικα κριθεί, ουδεμία ευθύνη βαραίνει το νοσοκομείο, υποστηρίζει ότι ο ενάγων συνομολογεί έμμεσα ότι αποσιώπησε αρχικά από το δικαστήριο την ως άνω πτώση και το κάταγμα που προκλήθηκε εξ αυτής, προσκομίζει δε απαραδέκτως την από 30-4-2025 «συμπληρωματική έκθεση», δοθέντος ότι το Δικαστήριο ουδέποτε διέταξε τη συμπλήρωση της πραγματογνωμοσύνης. Περαιτέρω, το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι ο συντάξας την παραπάνω «συμπληρωματική έκθεση» ιατρός – πραγματογνώμονας, …, γνωμοδοτεί οίκοθεν επί ιατρικής φύσης ζητημάτων, τα οποία, όμως, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο σχετικού ερωτήματος από το Δικαστήριο, με αποτέλεσμα να έχει κλονιστεί η αξιοπιστία του ως άνω ιατρού, ο οποίος ενήργησε, κατ’ ουσίαν, ως τεχνικός σύμβουλος του ενάγοντος.
18. Επειδή, υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει, καταρχάς, ότι δεν συνιστά νόμιμο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως πραγματογνωμοσύνη η από 30-4-2025 «συμπληρωματική έκθεση» του ιατρού …, διότι, όπως βασίμως προβάλλει το εναγόμενο με τα από 2-5-2025 και 13-5-2025 υπομνήματά του, ουδέποτε διατάχθηκε η διεξαγωγή συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης. Άλλωστε, η παραπάνω έκθεση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε ως τεχνική έκθεση, διότι, πέραν του ότι συντάχθηκε προκειμένου να χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο της παρούσας δίκης (βλ. τα γενόμενα ερμηνευτικώς δεκτά στη δέκατη σκέψη), ο προαναφερόμενος ιατρός είχε διοριστεί από το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ίδιας δίκης, ως πραγματογνώμονας. Σε κάθε δε περίπτωση, η παράθεση το πρώτον με το από 5-5-2025 υπόμνημα του ενάγοντος ισχυρισμών οι οποίοι θέτουν σε άλλη ιστορική βάση την αποδιδόμενη στο εναγόμενο ευθύνη προς αποζημίωση [ότι δηλαδή ο ακρωτηριασμός του δεξιού κάτω άκρου του ενάγοντος δεν έλαβε χώρα, στις 9-7-2014, προκειμένου να αντιμετωπιστεί μόλυνση οφειλόμενη στη μυοσίτιδα συνεπεία της παράλειψης διάγνωσης και θεραπείας του συνδρόμου πρόσθιου διαμερίσματος κατά την από 16-4-1999 έως 19-4-1999 νοσηλεία αυτού στο εναγόμενο, αλλά (έλαβε χώρα), στις 12-6-2014, προς αντιμετώπιση παθολογικού κατάγματος του ενάγοντος, οφειλόμενο στην ευθραυστότητα του οστού της κνήμης του εξαιτίας του ως άνω συνδρόμου] είναι απαράδεκτη, διότι αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής (πρβλ. ΣτΕ 1113/2022, 1414/2017, 1922/2016, ΔΕφΘεσ 1725/2023, ΔΕφΧαν 373/2023). Τούτων δοθέντων και εφόσον η από 15-3-2023 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορθοπεδικού …, ανεξαρτήτως της αξιοπιστίας της, στερείται πλέον ουσιαστικής αποδεικτικής σημασίας, προεχόντως διότι συντάχθηκε χωρίς ο ανωτέρω να έχει συνεκτιμήσει το προκληθέν πριν από τον επίδικο ακρωτηριασμό κάταγμα του ενάγοντος, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα λοιπά στοιχεία του φακέλου, ιδίως δε το από 18-6-2014 έγγραφο του Διευθυντή της Ορθοπεδικής Κλινικής του εναγόμενου νοσοκομείου, κρίνει ότι στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων δεν αποδεικνύει την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του επίδικου ακρωτηριασμού και της προκληθείσας στον ίδιο συνεπεία παράνομων πράξεων και παραλείψεων των αρμοδίων οργάνων του εναγόμενου μυοσίτιδας, αντιθέτως δε, προκύπτει ότι ο ακρωτηριασμός του πραγματοποιήθηκε στις 12-6-2014, και όχι στις 9-7-2014, όπως αναληθώς υποστηρίζει ο ενάγων, προκειμένου να αντιμετωπιστεί κάταγμα προκληθέν συνεπεία πτώσης και κάκωσης της δεξιάς κνήμης του, επί εδάφους χρόνιας οστεομυελίτιδας, δηλαδή πάθησης, η οποία, όπως έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου, δεν συνδέεται αιτιωδώς με παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του εναγόμενου νοσοκομείου, οπότε, υπό τα δεδομένα αυτά, δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω αδικοπρακτική ευθύνη αυτού.
19. Επειδή, κατ’ ακολουθία τούτων, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί, ενώ, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, πρέπει να απαλλαγεί ο ενάγων από τα λοιπά, πλην της πραγματογνωμοσύνης, δικαστικά έξοδα (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. τελ. Κ.Δ.Δ.).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την αγωγή.
Καταλογίζει σε βάρος του ενάγοντος την αμοιβή του πραγματογνώμονα …, ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ.
Απαλλάσσει τον ενάγοντα από τα λοιπά δικαστικά έξοδα.
Η διάσκεψη πραγματοποιήθηκε εξ αποστάσεως με τη χρήση υπηρεσιακών ηλεκτρονικών μέσων στις 27-4-2026 με τη σύνθεση που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και το παρόν πρωτότυπο υπογράφεται, κατ’ άρθρο 194 παρ. 3 περ. α’ του Κ.Δ.Δ., λόγω προαγωγής της Προέδρου του Τμήματος Σοφίας Σαββοπούλου σε Εφέτη Δ.Δ. και τοποθέτησής της στο Διοικητικό Εφετείο Λάρισας από την αρχαιότερη δικαστή της σύνθεσης Άλκηστη Σιάρκου, που ήδη προήχθη σε Πρόεδρο Πρωτοδικών Δ.Δ. και τοποθετήθηκε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Η ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΗ ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ
Η απόφαση δημοσιεύτηκε στη Θεσσαλονίκη στις 30-4-2026, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, με τη σύνθεση που αναγράφεται στα οικεία πρακτικά λόγω των ως άνω υπηρεσιακών μεταβολών και λόγω μετακίνησης του Σωτήριου – Αιμίλιου Τσούγκου, Πρωτοδίκη Δ.Δ., στο ΙΓ’ Τμήμα του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
