ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 4ης Ιουνίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Μεταφορές – Κανονισμός (ΕΚ) 392/2009 – Ευθύνη των μεταφορέων που εκτελούν θαλάσσιες μεταφορές επιβατών, σε περίπτωση ατυχήματος – Άρθρο 2 – Πεδίο εφαρμογής – Άρθρο 3 – Ευθύνη και ασφάλιση – Άρθρο 7 – Πληροφόρηση των επιβατών – Σύμβαση των Αθηνών σχετικά με τη θαλάσσια μεταφορά επιβατών και των αποσκευών τους – Άρθρο 3 – Ευθύνη του μεταφορέα για θάνατο ή σωματικές βλάβες επιβάτη – Άρθρα 6 και 7 – Όρια ευθύνης – Οδηγία 90/314/ΕΟΚ – Οργανωμένα ταξίδια και οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις – Άρθρο 5 – Ευθύνη του διοργανωτή ταξιδίων για την προσήκουσα εκτέλεση του πακέτου – Κρουαζιέρα – Σωματική βλάβη που υπέστη ταξιδιώτης επί του πλοίου – Όρια αποζημίωσης σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις »
Στην υπόθεση C‑629/24,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Γαλλία) με απόφαση της 15ης Μαΐου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Σεπτεμβρίου 2024, στο πλαίσιο των δικών
MH
κατά
Costa Crociere SpA,
Axyme Selàrl, υπό την ιδιότητα του δικαστικού εκκαθαριστή της εταιρίας Blue Passion,
Generali IARD SA, υπό την ιδιότητα του ασφαλιστή της εταιρίας Blue Passion,
Hiscox Insurance Company Ltd,
Caisse primaire d’assurance maladie (CPAM) de Paris,
και
Costa Crociere SpA,
κατά
DI,
DM, ιδίω ονόματι και υπό την ιδιότητα του κληρονόμου της DI,
Croisière Club SAS,
Hiscox Insurance Company Ltd,
Caisse primaire d’assurance maladie (CPAM) du Puy-De-Dôme
Hiscox SA, υπό την ιδιότητα του ασφαλιστή αστικής επαγγελματικής ευθύνης της Croisière Club SAS,
WT, υπό την ιδιότητα του κληρονόμου της DI,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. L. Arastey Sahún, πρόεδρο τμήματος, J. Passer, E. Regan, Δ. Γρατσία και B. Smulders (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: R. Norkus
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η MH, εκπροσωπούμενη από τον N. Boullez, avocat,
– η Costa Crociere SpA, εκπροσωπούμενη από τον G. Valdelièvre, avocat,
– η Hiscox Insurance Company Ltd, εκπροσωπούμενη από τον G. Thouvenin, avocat,
– ο DM, ιδίω ονόματι και υπό την ιδιότητα του κληρονόμου της DI, και ο WT, υπό την ιδιότητα του κληρονόμου της DI, εκπροσωπούμενοι από τον F. Rocheteau, avocat,
– η Croisière Club SAS και η Hiscox SA, υπό την ιδιότητα του ασφαλιστή αστικής επαγγελματικής ευθύνης της Croisière Club SAS, εκπροσωπούμενες από τον D. Le Prado, avocat,
– η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους B. Herbaut και B. Travard,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους S. Delaude, M. Noll‑Ehlers και N. Yerrell,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 2, του άρθρου 3, παράγραφος 1, και του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΚ) 392/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την ευθύνη των μεταφορέων που εκτελούν θαλάσσιες μεταφορές επιβατών, σε περίπτωση ατυχήματος (ΕΕ 2009, L 131, σ. 24), σε περιστάσεις υπό τις οποίες θαλάσσιος μεταφορέας πραγματοποιεί κρουαζιέρα η οποία συνιστά πακέτο οργανωμένου ταξιδίου, κατά την έννοια της οδηγίας 90/314/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1990, για τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις (ΕΕ 1990, L 158, σ. 59).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο δύο ενδίκων διαφορών, ήτοι, πρώτον, της διαφοράς μεταξύ, αφενός, της MH, και, αφετέρου, της Costa Crociere SpA, της Axyme Selàrl, υπό την ιδιότητα του δικαστικού εκκαθαριστή της εταιρίας Blue Passion, της Generali IARD SA, υπό την ιδιότητα του ασφαλιστή της εταιρίας Blue Passion, της Hiscox Insurance Company Ltd καθώς και του Caisse primaire d’assurance maladie (CPAM) de Paris (πρωτοβάθμιου ταμείου ασφάλισης υγείας του Παρισιού) (στο εξής: υπόθεση MH), και, δεύτερον, της διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Costa Crociere, και, αφετέρου, της DI, του DM, ιδίω ονόματι και υπό την ιδιότητα του κληρονόμου της DI, της Croisière Club SAS, της Hiscox Insurance Company Ltd, του Caisse primaire d’assurance maladie (CPAM) du Puy-de-Dôme (πρωτοβάθμιου ταμείου ασφάλισης υγείας του Puy-de-Dôme), της Hiscox SA, υπό την ιδιότητα του ασφαλιστή αστικής επαγγελματικής ευθύνης της Croisière Club SAS και του WT, υπό την ιδιότητα του κληρονόμου της DI (στο εξής: υπόθεση Costa Crociere), λόγω σωματικών βλαβών που υπέστησαν η MH και η DI κατά τη διάρκεια κρουαζιερών που πραγματοποιήθηκαν σε πλοίο εκμετάλλευσης της Costa Crociere και οι οποίες τους πωλήθηκαν ως πακέτα οργανωμένων ταξιδίων από τα πρακτορεία ταξιδίων Blue Passion και Croisière Club.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Ο κανονισμός 392/2009
3 Το άρθρο 1 του κανονισμού 392/2009 φέρει τον τίτλο «Αντικείμενο» και προβλέπει τα εξής:
«1. Ο παρών κανονισμός θεσπίζει το κοινοτικό καθεστώς σχετικά με την ευθύνη και την ασφάλιση για τις θαλάσσιες μεταφορές επιβατών, όπως ορίζουν οι συναφείς διατάξεις:
α) της σύμβασης των Αθηνών του 1974 σχετικά με τη θαλάσσια μεταφορά επιβατών και των αποσκευών τους, όπως τροποποιήθηκε με το πρωτόκολλο του 2002 (εφεξής “σύμβαση των Αθηνών”), οι οποίες παρατίθενται στο παράρτημα Ι […]
[…]».
4 Το άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», έχει ως ακολούθως:
«Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε διεθνή μεταφορά κατά την έννοια του άρθρου 1 σημείο 9 της σύμβασης των Αθηνών ή στη μεταφορά διά θαλάσσης εντός ενός και μόνο κράτους μέλους με πλοία κατηγορίας Α και Β σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 98/18/ΕΚ[του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 1998, για τους κανόνες και τα πρότυπα ασφαλείας για τα επιβατηγά πλοία (ΕΕ 1998, L 144, σ. 1)], εφόσον:
α) το πλοίο φέρει σημαία κράτους μέλους ή είναι νηολογημένο σε κράτος μέλος·
β) η σύμβαση μεταφοράς έχει συναφθεί σε κράτος μέλος, ή
γ) ο τόπος αναχώρησης ή προορισμού, σύμφωνα με τη σύμβαση μεταφοράς, βρίσκεται σε κράτος μέλος.
Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν τον παρόντα κανονισμό σε όλες τις εσωτερικές θαλάσσιες μεταφορές.»
5 Το άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ευθύνη και ασφάλιση», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Το καθεστώς ευθύνης ως προς τους επιβάτες, τις αποσκευές τους και τα οχήματά τους και οι κανόνες για την ασφάλιση ή άλλου είδους χρηματοοικονομική ασφάλεια διέπονται από τον παρόντα κανονισμό καθώς και από τα άρθρα 1 και 1α, το άρθρο 2 παράγραφος 2, τα άρθρα 3 έως 16, και τα άρθρα 18, 20 και 21 της σύμβασης των Αθηνών που παρατίθενται στο παράρτημα Ι και τις διατάξεις των κατευθυντήριων γραμμών του [Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (IMO)] που παρατίθενται στο παράρτημα ΙΙ.»
6 Το άρθρο 7 του ίδιου κανονισμού, με τίτλο «Πληροφόρηση των επιβατών», ορίζει τα ακόλουθα:
«Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων ταξιδιωτικών πρακτόρων σύμφωνα με την οδηγία [90/314], ο μεταφορέας και/ή το πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό του μεταφορέα διασφαλίζουν ότι παρέχονται στους επιβάτες κατάλληλες και κατανοητές πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματα που έχουν δυνάμει του παρόντος κανονισμού.
Εφόσον η σύμβαση μεταφοράς συνήφθη σε κράτος μέλος, οι εν λόγω πληροφορίες παρέχονται σε όλα τα σημεία πώλησης, περιλαμβανομένης της πώλησης διά τηλεφώνου και μέσω του Διαδικτύου. Όταν ο τόπος αναχώρησης βρίσκεται σε κράτη μέλη, οι εν λόγω πληροφορίες παρέχονται πριν από την αναχώρηση. Σε όλες τις λοιπές περιπτώσεις οι εν λόγω πληροφορίες παρέχονται το αργότερο κατά την αναχώρηση. Εφόσον η υποχρέωση πληροφόρησης δυνάμει του παρόντος άρθρου έχει τηρηθεί είτε από τον μεταφορέα είτε από το πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό του μεταφορέα, τότε το άλλο πρόσωπο δεν υποχρεούται να την τηρήσει. Οι πληροφορίες παρέχονται υπό την πλέον ενδεδειγμένη μορφή.
Προκειμένου να συμμορφωθεί προς την υποχρέωση πληροφόρησης που υπέχει από το παρόν άρθρο, ο μεταφορέας και το πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό του παρέχει στους επιβάτες τουλάχιστον τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται σε περίληψη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού που καταρτίζει η [Ευρωπαϊκή] Επιτροπή και έχει δημοσιοποιηθεί.»
7 Το άρθρο 12 του κανονισμού 392/2009, με τίτλο «Έναρξη ισχύος», προβλέπει τα κατωτέρω:
«Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Εφαρμόζεται από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της σύμβασης των Αθηνών όσον αφορά την Κοινότητα, αλλά όχι αργότερα από τις 31 Δεκεμβρίου 2012.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.»
8 Το παράρτημα I του κανονισμού αυτού, σχετικά με τις διατάξεις της Σύμβασης των Αθηνών όσον αφορά την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού (στο εξής: παράρτημα I), περιλαμβάνει το άρθρο 1 της εν λόγω σύμβασης, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ορισμοί» και προβλέπει τα εξής:
«Στην παρούσα σύμβαση, οι ακόλουθες εκφράσεις έχουν τη σημασία που τους αποδίδεται παρακάτω:
1. α) “μεταφορέας” σημαίνει το πρόσωπο το οποίο έχει συνάψει σύμβαση μεταφοράς ή για λογαριασμό του οποίου έχει συναφθεί σύμβαση μεταφοράς, ανεξαρτήτως του εάν η μεταφορά εκτελείται όντως από το πρόσωπο αυτό ή από πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λογαριασμό του μεταφορέα·
β) “πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λογαριασμό του μεταφορέα” σημαίνει το διαφορετικό από τον μεταφορέα πρόσωπο, που είναι ο πλοιοκτήτης, ναυλωτής ή διαχειριστής ενός πλοίου και το οποίο εκτελεί όντως όλη τη μεταφορά ή μέρος της και
γ) “μεταφορέας που εκτελεί όντως όλη τη μεταφορά ή μέρος της” σημαίνει το πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λογαριασμό του μεταφορέα ή τον μεταφορέα, εφόσον ο τελευταίος εκτελεί όντως όλη τη μεταφορά ή μέρος της·
2) “σύμβαση μεταφοράς” σημαίνει τη σύμβαση που έχει συναφθεί από μεταφορέα ή για λογαριασμό του, με αντικείμενο τη θαλάσσια μεταφορά επιβάτη ή επιβάτη και των αποσκευών του, ανάλογα με την περίπτωση·
[…]
8. η “μεταφορά” καλύπτει τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα:
α) σχετικά με τον επιβάτη και τις αποσκευές του καμπίνας, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο επιβάτης ή και οι αποσκευές του καμπίνας βρίσκονται πάνω στο πλοίο ή στη διαδικασία της επιβίβασης ή αποβίβασης, και το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο επιβάτης και οι αποσκευές του καμπίνας μεταφέρονται με πλωτά μέσα από την ξηρά στο πλοίο ή αντιστρόφως, εφόσον το κόστος της μεταφοράς αυτής περιλαμβάνεται στο ναύλο ή εφόσον το σκάφος που χρησιμοποιείται γι’ αυτόν το σκοπό της βοηθητικής μεταφοράς έχει τεθεί στη διάθεση του επιβάτη από τον μεταφορέα. Εντούτοις, όσον αφορά τον επιβάτη, η μεταφορά δεν περιλαμβάνει το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αυτός βρίσκεται σε τερματικό σταθμό ή σταθμό ή σε προκυμαία ή μέσα ή πάνω σε κάθε άλλη λιμενική εγκατάσταση·
[…]
9. “διεθνής μεταφορά” σημαίνει κάθε μεταφορά, της οποίας, σύμφωνα με τη σύμβαση μεταφοράς, ο τόπος αναχώρησης και ο τόπος προορισμού βρίσκονται σε δύο διαφορετικά κράτη ή σε ένα μόνον κράτος, εάν, σύμφωνα με τη σύμβαση μεταφοράς ή το προγραμματισμένο δρομολόγιο, υπάρχει ενδιάμεσο λιμάνι προσέγγισης σε άλλο κράτος·
[…]».
9 Το άρθρο 3 του παραρτήματος I, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ευθύνη του μεταφορέα», ορίζει τα εξής:
«1. Ο μεταφορέας είναι υπεύθυνος για τη ζημία που επήλθε ως αποτέλεσμα θανάτου ή σωματικής βλάβης επιβάτη, που προξενήθηκαν από ναυτικό συμβάν, κατά το βαθμό που η ζημία αυτή ως προς τον εν λόγω επιβάτη δεν υπερβαίνει σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση τις 250 000 μονάδες υπολογισμού, εκτός εάν ο μεταφορέας αποδείξει ότι το συμβάν:
α) ήταν αποτέλεσμα πολεμικής πράξης, εχθροπραξιών, εμφυλίου πολέμου, εξέγερσης ή φυσικού φαινομένου έκτακτου, αναπόφευκτου και ακαταμάχητου χαρακτήρα· ή
β), προξενήθηκε εξ ολοκλήρου από πράξη ή παράλειψη τρίτου με σκοπό την προξένηση του συμβάντος.
Εφόσον και κατά το βαθμό που η ζημία υπερβαίνει το ανωτέρω όριο, ο μεταφορέας είναι περαιτέρω υπεύθυνος, εκτός εάν αποδείξει ότι το συμβάν που προξένησε τη ζημία δεν οφειλόταν σε δικό του πταίσμα ή αμέλεια.
2. Για τη ζημία που επήλθε ως αποτέλεσμα θανάτου ή σωματικής βλάβης επιβάτη, που δεν προξενήθηκε από ναυτικό συμβάν, την ευθύνη φέρει ο μεταφορέας, εφόσον το συμβάν το οποίο προξένησε τη ζημία οφειλόταν σε δικό του πταίσμα ή αμέλεια. Το βάρος απόδειξης του πταίσματος ή της αμέλειας φέρει ο ενάγων.
[…]
5. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου:
α) “ναυτικό συμβάν” σημαίνει ναυάγιο, ανατροπή, σύγκρουση ή προσάραξη του πλοίου, έκρηξη ή πυρκαγιά στο πλοίο ή ελάττωμα του πλοίου·
β) με τους όρους “πταίσμα ή αμέλεια του μεταφορέα” νοούνται το πταίσμα ή η αμέλεια του προσωπικού του μεταφορέα, το οποίο ενεργεί στο πλαίσιο της σχέσης εργασίας του·
γ) “ελάττωμα του πλοίου” σημαίνει οποιαδήποτε δυσλειτουργία, αστοχία ή μη συμφωνία με τους ισχύοντες κανονισμούς ασφαλείας, η οποία αφορά οποιοδήποτε μέρος του πλοίου ή του εξοπλισμού του όταν χρησιμοποιείται για τη διαφυγή, εκκένωση, επιβίβαση και αποβίβαση επιβατών ή όταν χρησιμοποιείται για την ώθηση, πηδαλιούχηση, ασφαλή πλεύση, πρόσδεση, αγκυροβόληση, άφιξη ή αναχώρηση από προκυμαία ή αγκυροβόλιο ή έλεγχο βλάβης έπειτα από κατάκλυση· ή όταν χρησιμοποιείται για την καθέλκυση σωστικών μέσων και
δ) ο όρος “ζημία” δεν περιλαμβάνει αποζημιώσεις ποινικού ή παραδειγματικού χαρακτήρα.
6. Η βάσει του παρόντος άρθρου ευθύνη του μεταφορέα αφορά μόνο τη ζημία η οποία προκύπτει από συμβάντα τα οποία έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της μεταφοράς. Ο ενάγων πρέπει να αποδείξει ότι το συμβάν που προξένησε τη ζημία έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της μεταφοράς καθώς και την έκταση της ζημίας.
[…]»
10 Το άρθρο 6 του παραρτήματος I, το οποίο φέρει τον τίτλο «Συντρέχον πταίσμα», προβλέπει τα εξής:
«Εάν ο μεταφορέας αποδείξει ότι πταίσμα ή αμέλεια του επιβάτη προκάλεσε ή συνέβαλε στο θάνατο ή τη σωματική του βλάβη ή στην απώλεια ή φθορά αποσκευών του, το δικάζον δικαστήριο δύναται να απαλλάξει τον μεταφορέα πλήρως ή εν μέρει από την ευθύνη του, σύμφωνα με το δίκαιο που εφαρμόζει.»
11 Το άρθρο 7 του παραρτήματος I, το οποίο φέρει τον τίτλο «Όριο ευθύνης για θάνατο και σωματικές βλάβες», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Η βάσει του άρθρου 3 ευθύνη του μεταφορέα για θάνατο ή σωματικές βλάβες επιβάτη δεν υπερβαίνει σε καμία περίπτωση τις 400 000 μονάδες υπολογισμού ανά επιβάτη για κάθε επί μέρους μεταφορά. Όταν, σύμφωνα με το δίκαιο του δικάζοντος δικαστηρίου, επιδικάζονται αποζημιώσεις υπό μορφή περιοδικών προσόδων, το ισότιμο της αξίας του κεφαλαίου των εν λόγω καταβολών δεν υπερβαίνει το ανωτέρω όριο.»
12 Το άρθρο 9 του παραρτήματος I, το οποίο φέρει τον τίτλο «Μονάδα υπολογισμού και μετατροπή», έχει ως εξής:
«1. Η μονάδα υπολογισμού κατά την παρούσα σύμβαση είναι τα Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα, όπως ορίζονται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Τα ποσά που αναφέρουν το άρθρο 3 παράγραφος 1, το άρθρο 4α παράγραφος 1, το άρθρο 7 παράγραφος 1, και το άρθρο 8 μετατρέπονται στο εθνικό νόμισμα του κράτους, στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται το δικάζον δικαστήριο, βάσει της αξίας του εν λόγω νομίσματος σε σχέση με τα Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης ή την ημερομηνία που συμφωνήθηκε από τους διαδίκους. Η σε σχέση με τα Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα αξία του εθνικού νομίσματος κράτους μέλους της σύμβασης, το οποίο είναι μέλος του διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, υπολογίζεται σύμφωνα με τη μέθοδο αποτίμησης που εφαρμόζει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο κατά την οικεία ημερομηνία για τις δικές του πράξεις και συναλλαγές. Η σε σχέση με τα Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα αξία του εθνικού νομίσματος κράτους μέλους της σύμβασης, το οποίο δεν είναι μέλος του διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, υπολογίζεται με τον τρόπο που καθορίζει αυτό το κράτος μέλος της σύμβασης.
2. Ωστόσο, ένα κράτος το οποίο δεν είναι μέλος του διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και του οποίου η νομοθεσία δεν επιτρέπει την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1 δύναται, κατά τη στιγμή της κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης στην παρούσα σύμβαση ή σε οποιαδήποτε άλλη μεταγενέστερη χρονική στιγμή, να δηλώσει ότι η μονάδα υπολογισμού την οποία αναφέρει η παράγραφος 1 ισούται με δεκαπέντε χρυσά φράγκα. Το χρυσό φράγκο που αναφέρει η παρούσα παράγραφος αντιστοιχεί σε εξήντα πέντε και μισό χιλιοστόγραμμα χρυσού καθαρότητας εννιακοσίων βαθμών. Η μετατροπή του χρυσού φράγκου σε εθνικό νόμισμα γίνεται σύμφωνα με τη νομοθεσία του οικείου κράτους.
3. Ο υπολογισμός στον οποίο αναφέρεται η τελευταία περίοδος της παραγράφου 1 και η μετατροπή στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 2 γίνονται με τέτοιο τρόπο ώστε, για τα ποσά του άρθρου 3 παράγραφος 1, του άρθρου 4α παράγραφος 1, του άρθρου 7 παράγραφος 1 και του άρθρου 8, να εκφράζεται σε εθνικό νόμισμα των κρατών μελών της σύμβασης, κατά το δυνατόν, η ίδια πραγματική αξία με εκείνη που θα προέκυπτε από την εφαρμογή των τριών πρώτων εδαφίων της παραγράφου 1. Τα κράτη γνωστοποιούν στον Γενικό Γραμματέα τον τρόπο υπολογισμού σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή το αποτέλεσμα της μετατροπής σύμφωνα με την παράγραφο 2, ανάλογα με την περίπτωση, κατά την κατάθεση της πράξης κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης στην παρούσα σύμβαση και κάθε φορά που επέρχεται αλλαγή στον τρόπο υπολογισμού ή στο αποτέλεσμα της μετατροπής.»
13 Κατά το άρθρο 13 του παραρτήματος I, το οποίο φέρει τον τίτλο «Απώλεια του δικαιώματος περιορισμού της ευθύνης»:
«1. Ο μεταφορέας δεν έχει το δικαίωμα να επικαλεσθεί τα όρια ευθύνης που καθορίζονται από τα άρθρα 7, 8 και το άρθρο 10 παράγραφος 1, εάν αποδειχθεί ότι η ζημία προκλήθηκε από πράξη ή παράλειψη του μεταφορέα που έγινε με πρόθεση να προξενηθεί η ζημία αυτή ή από αμέλεια εν επιγνώσει του ότι θα μπορούσε πιθανότατα να προκληθεί η ζημία αυτή.
2. Ο υπάλληλος ή πράκτορας του μεταφορέα ή του προσώπου το οποίο ενεργεί για λογαριασμό του μεταφορέα δεν έχει το δικαίωμα να επικαλεσθεί τα όρια αυτά, εάν αποδειχθεί ότι η ζημία προκλήθηκε από πράξη ή παράλειψη αυτού του υπαλλήλου ή πράκτορα, που έγινε με πρόθεση να προξενηθεί η ζημία αυτή ή από αμέλεια εν επιγνώσει του ότι θα μπορούσε πιθανότατα να προκληθεί η ζημία αυτή.»
14 Το άρθρο 14 του παραρτήματος I, το οποίο φέρει τον τίτλο «Βάση απαιτήσεων», προβλέπει τα εξής:
«Καμία αγωγή αποζημίωσης για τον θάνατο ή τις σωματικές βλάβες επιβάτη ή για την απώλεια ή φθορά αποσκευών δεν εγείρεται κατά μεταφορέα ή προσώπου το οποίο ενεργεί για λογαριασμό του μεταφορέα με άλλο τρόπο εκτός από αυτόν που προβλέπεται από την παρούσα σύμβαση.»
Ο κανονισμός (ΕΕ) 1177/2010
15 Το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΕ) 1177/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για τα δικαιώματα των επιβατών στις θαλάσσιες και εσωτερικές πλωτές μεταφορές και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 (ΕΕ 2010, L 334, σ. 1), έχει ως ακολούθως:
«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως:
[…]
κ) “κρουαζιέρα” υπηρεσία μεταφορών διά θαλάσσης ή μέσω εσωτερικών πλωτών οδών, που πραγματοποιείται αποκλειστικά χάριν ευχαρίστησης ή αναψυχής και συνοδεύεται από κατάλυμα και άλλες ευκολίες, η οποία υπερβαίνει τις δύο διανυκτερεύσεις στο πλοίο,
[…]».
Η οδηγία 90/314
16 Η δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 90/314 ανέφερε τα εξής:
«ότι, όταν ο διοργανωτής ή/και ο πωλητής ευθύνονται για τη μη εκτέλεση ή την πλημμελή εκτέλεση των υπηρεσιών που αποτελούν αντικείμενο του οργανωμένου ταξιδιού, φαίνεται σκόπιμο η ευθύνη αυτή να δύναται να περιορισθεί σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις που διέπουν τις υπηρεσίες αυτές, ιδίως τη σύμβαση της Βαρσοβίας του 1929 για τις διεθνείς εναέριες μεταφορές, τη σύμβαση της Βέρνης του 1961 για τις σιδηροδρομικές μεταφορές, τη σύμβαση των Αθηνών […] και τη σύμβαση των Παρισίων του 1962 για την ευθύνη των ξενοδόχων· ότι, επί πλέον, προκειμένου για μη σωματικές βλάβες, περιορισμοί τις ευθύνης πρέπει να μπορούν να προκύπτουν και από τη σύμβαση του οργανωμένου ταξιδιού, με την προϋπόθεση όμως να είναι εύλογοι».
17 Το άρθρο 1 της οδηγίας όριζε τα εξής:
«Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις που πωλούνται ή προσφέρονται προς πώληση στο έδαφος της Κοινότητας.»
18 Το άρθρο 2 της εν λόγω οδηγίας όριζε τα εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
1. Οργανωμένο ταξίδι: ο προκαθορισμένος συνδυασμός τουλάχιστον δύο από τα ακόλουθα στοιχεία, εφόσον πωλείται ή προσφέρεται προς πώληση σε μία συνολική τιμή και εάν η διάρκεια της παροχής αυτής υπερβαίνει τις 24 ώρες ή περιλαμβάνει διανυκτέρευση:
α) μεταφορά·
β), διαμονή·
γ) άλλες τουριστικές υπηρεσίες μη συμπληρωματικές της μεταφοράς ή της διαμονής που αντιπροσωπεύουν σημαντικό τμήμα του οργανωμένου ταξιδιού.
[…]»
19 Το άρθρο 5 της ίδιας οδηγίας όριζε τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε ο διοργανωτής ή/και ο πωλητής, που είναι συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση, να φέρουν ευθύνη έναντι του καταναλωτή για την καλή εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εν λόγω σύμβαση, ασχέτως του αν οι υποχρεώσεις αυτές πρόκειται να εκτελεσθούν από τους ίδιους ή από άλλους παρέχοντες υπηρεσίες, και με την επιφύλαξη του δικαιώματος του διοργανωτή ή/και του πωλητή να στραφεί κατ’ αυτών των παρεχόντων υπηρεσίες.
2. Όσον αφορά τις ζημίες που προκύπτουν εις βάρος του καταναλωτή λόγω μη εκτελέσεως ή πλημμελούς εκτελέσεως της συμβάσεως, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε ο διοργανωτής ή/και ο πωλητής να φέρουν ευθύνη, εκτός αν αυτή η μη εκτέλεση ή πλημμελής εκτέλεση δεν οφείλεται ούτε σε δική τους υπαιτιότητα ούτε σε υπαιτιότητα κάποιου άλλου παρέχοντος υπηρεσίες, διότι:
– οι παραλείψεις που σημειώθηκαν κατά την εκτέλεση της συμβάσεως καταλογίζονται στον καταναλωτή,
– οι παραλείψεις αυτές καταλογίζονται σε τρίτο πρόσωπο ξένο προς την παροχή των υπηρεσιών που προβλέπονται στη σύμβαση και έχουν απρόβλεπτο ή αναπότρεπτο χαρακτήρα,
– οι παραλείψεις αυτές οφείλονται σε λόγους ανωτέρας βίας, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο σημείο ii), ή σε γεγονός που ούτε ο διοργανωτής ή/και ο πωλητής, ούτε ο παρέχων υπηρεσίες, θα μπορούσαν, με όλη την απαιτούμενη επιμέλεια να προβλέψουν ή να αποτρέψουν.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στη δεύτερη και τρίτη περίπτωση, ο διοργανωτής ή/και ο πωλητής, που είναι συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση, οφείλουν να επιδείξουν επιμέλεια προκειμένου να συνδράμουν τον καταναλωτή που βρίσκεται σε δύσκολη θέση.
Όσον αφορά τις ζημίες που προκύπτουν από τη μη εκτέλεση ή την πλημμελή εκτέλεση των παροχών του οργανωμένου ταξιδίου, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η αποζημίωση θα περιορίζεται σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις οι οποίες διέπουν τις παροχές αυτές.
Όσον αφορά τις λοιπές ζημίες, εκτός των σωματικών βλαβών, που προκύπτουν από τη μη εκτέλεση ή την πλημμελή εκτέλεση των παροχών του οργανωμένου ταξιδίου, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η αποζημίωση θα περιορίζεται δυνάμει της συμβάσεως. Ο περιορισμός αυτός πρέπει να είναι εύλογος.
3. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 τέταρτο εδάφιο, οι παράγραφοι 1 και 2 δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο παρεκκλίσεως δυνάμει συμβατικής ρήτρας.
[…]»
Το γαλλικό δίκαιο
20 Ο code du tourisme (τουριστικός κώδικας) μεταφέρει στο γαλλικό δίκαιο την οδηγία 90/314. Το άρθρο L. 211‑1 του κώδικα αυτού, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών των διαφορών των κύριων δικών, προβλέπει τα εξής:
«I.- Το παρόν κεφάλαιο εφαρμόζεται στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία, ανεξαρτήτως του τρόπου καταβολής της αμοιβής τους, συμμετέχουν ή έχουν επικουρικό ρόλο σε δραστηριότητες που συνίστανται στην οργάνωση ή την πώληση:
a) ατομικών ή συλλογικών ταξιδίων ή διακοπών·
b) υπηρεσιών που μπορούν να παρέχονται στο πλαίσιο ταξιδιού ή διακοπών, όπως είναι η έκδοση τίτλων μεταφοράς, η κράτηση δωματίων σε ξενοδοχεία ή σε τουριστικά καταλύματα και η χορήγηση κουπονιών διαμονής ή σίτισης·
[…]».
21 Το άρθρο L. 211‑2 του τουριστικού κώδικα ορίζει τα εξής:
«Οργανωμένο τουριστικό ταξίδι συνιστούν οι ακόλουθες υπηρεσίες:
1° υπηρεσίες που προκύπτουν από τον προκαθορισμένο συνδυασμό τουλάχιστον δύο δραστηριοτήτων που αφορούν, αντιστοίχως, τη μεταφορά, τη διαμονή ή άλλες τουριστικές υπηρεσίες μη συμπληρωματικές της μεταφοράς ή της διαμονής και που αντιπροσωπεύουν σημαντικό τμήμα του οργανωμένου ταξιδιού·
2° υπηρεσίες που υπερβαίνουν τις 24 ώρες ή περιλαμβάνουν διανυκτέρευση·
3° υπηρεσίες που πωλούνται ή προσφέρονται προς πώληση σε συνολική τιμή.»
22 Κατά το άρθρο L. 211‑16 του τουριστικού κώδικα:
«Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διενεργεί τις πράξεις του άρθρου L. 211‑1 ευθύνεται αυτοδικαίως έναντι του αγοραστή για την προσήκουσα εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σύμβαση, ανεξαρτήτως του αν η σύμβαση αυτή συνήφθη εξ αποστάσεως ή όχι και ανεξαρτήτως του αν οι υποχρεώσεις αυτές πρόκειται να εκτελεσθούν από το ίδιο ή από άλλους παρέχοντες υπηρεσίες, με την επιφύλαξη του δικαιώματός του να στραφεί κατ’ αυτών και μέχρι του ορίου των αποζημιώσεων που προβλέπουν οι διεθνείς συμβάσεις.
Πάντως, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να απαλλαγεί εν όλω ή εν μέρει από την ευθύνη του, αποδεικνύοντας ότι η μη εκτέλεση ή η πλημμελής εκτέλεση της συμβάσεως οφείλεται είτε στον αγοραστή, είτε σε απρόβλεπτη και αναπότρεπτη ενέργεια τρίτου ξένου προς την παροχή των υπηρεσιών που προβλέπονται στη σύμβαση, είτε σε περίπτωση ανωτέρας βίας.»
Οι διαφορές της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
Η υπόθεση MH
23 Στις 18 Ιανουαρίου 2017 η MH προέβη σε κράτηση κρουαζιέρας μέσω του ταξιδιωτικού γραφείου Blue Passion, έναντι τιμήματος 12 038 ευρώ. Η κρουαζιέρα αυτή επρόκειτο να πραγματοποιηθεί από το Βαλπαραΐσο (Χιλή) στη Μελβούρνη (Αυστραλία) με πλοίο της Costa Crociere, για το διάστημα από τις 15 Φεβρουαρίου έως τις 17 Μαρτίου 2017. Κατά τη διάρκεια της νύχτας της 17ης προς τη 18η Φεβρουαρίου 2017, η MH σηκώθηκε από το κρεβάτι της χωρίς να ανάψει το φως, έπεσε και υπέστη κάταγμα κεφαλής βραχιονίου. Κατόπιν του κατάγματος αυτού, η MH επαναπατρίσθηκε στην ηπειρωτική Γαλλία για να της παρασχεθεί περίθαλψη.
24 Τον Ιούλιο του 2017 η MH άσκησε αγωγή αποζημιώσεως κατά των Blue Passion και Costa Crociere ενώπιον του tribunal de grande instance de Paris (πολυμελούς πρωτοδικείου Παρισιού, Γαλλία). Η Hiscox Insurance παρενέβη εκουσίως στη δίκη, υπό την ιδιότητα του ασφαλιστή των ως άνω εταιριών.
25 Με απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 2019, το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι η Blue Passion και η Costa Crociere ευθύνονταν σε ποσοστό 20 % για τις ζημίες που υπέστη η MH λόγω της πτώσης της, η οποία έφερε εν μέρει ευθύνη για την πτώση, δεδομένου ότι δεν είχε ανάψει το φως πριν από το ατύχημα. Επιπλέον, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων L. 211‑2 επ. του τουριστικού κώδικα, το εν λόγω δικαστήριο υποχρέωσε την Blue Passion και την Costa Crociere να καταβάλουν, αλληλεγγύως με την Hiscox, αποζημίωση ύψους 2 041,53 ευρώ στην MH.
26 Με δικαστική απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2020, η Blue Passion τέθηκε υπό δικαστική εκκαθάριση.
27 Η Costa Crociere άσκησε έφεση κατά της απόφασης της 24ης Οκτωβρίου 2019 ενώπιον του cour d’appel de Paris (εφετείου Παρισιού, Γαλλία), το οποίο, με απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2022, έκρινε ότι η MH ήταν η μόνη υπεύθυνη για το ατύχημά της, διότι δεν είχε ανάψει το φως πριν από την πτώση της, και ότι συνεπώς η Blue Passion δεν μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνη για πλημμελή εκτέλεση της συμβάσεως κατ’ εφαρμογήν των άρθρων L. 211‑1 επ. του τουριστικού κώδικα. Επιπλέον, το εφετείο έκρινε ότι ούτε η Costa Crociere μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνη για το ατύχημα κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού 392/2009 και της Σύμβασης των Αθηνών, δεδομένου ότι δεν αναφέρθηκε οποιαδήποτε κίνηση του κρουαζιερόπλοιου ή παράλειψη της Costa Crociere που θα μπορούσαν να έχουν προκαλέσει την επίμαχη πτώση. Κατά συνέπεια, το εφετείο Παρισιού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση.
28 Η MH άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης του εφετείου ενώπιον του Cour de cassation (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Γαλλία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο, εκτιμώντας ότι το εφετείο Παρισιού κακώς αρνήθηκε να εφαρμόσει τα άρθρα L. 211‑2 και L. 211‑16 του τουριστικού κώδικα, εφαρμόζοντας αντ’ αυτών τις διατάξεις του κανονισμού 392/2009 και της Σύμβασης των Αθηνών.
Η υπόθεση Costa Crociere
29 Στις 11 Φεβρουαρίου 2016 ο DM αγόρασε, για τη σύζυγό του DI και για τον ίδιο, πακέτο οργανωμένου ταξιδίου από το γραφείο ταξιδίων Croisière Club, έναντι τιμήματος 1 782 ευρώ. Το ταξίδι αυτό συνίστατο σε κρουαζιέρα με πλοίο της Costa Crociere SpA από τη Μασσαλία (Γαλλία) στα ελληνικά νησιά, με πέντε ενδιάμεσους σταθμούς, προγραμματισμένη για το διάστημα από τις 30 Μαρτίου έως τις 11 Απριλίου 2016.
30 Στις 30 Μαρτίου 2016 η DI υπέστη κάταγμα κεφαλής βραχιονίου ύστερα από πτώση, λόγω κτυπήματος που δέχθηκε από πρόσωπο αγνώστων στοιχείων, ενώ επιχειρούσε να σερβιριστεί στον μπουφέ του κρουαζιερόπλοιου, το οποίο ήταν ακόμη ελλιμενισμένο στον λιμένα της Μασσαλίας.
31 Συνεπεία του συμβάντος αυτού, ο DM και η DI δεν έλαβαν μέρος στην κρουαζιέρα και άσκησαν αγωγή αποζημιώσεως κατά της Costa Crociere και της Croisière Club ενώπιον του tribunal judiciaire de Nanterre (πρωτοδικείου Nanterre, Γαλλία). Η Hiscox Insurance παρενέβη εκουσίως στη δίκη, υπό την ιδιότητα του ασφαλιστή της Croisière Club.
32 Στις 22 Οκτωβρίου 2020 το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι η Costa Crociere και η Croisière Club υπέχουν ευθύνη και τις υποχρέωσε, καθώς και την Hiscox Insurance, να καταβάλουν διάφορα ποσά στην DI και στον DM προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν. Οι Costa Crociere, Croisière Club και Hiscox Insurance άσκησαν έφεση κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του cour d’appel de Versailles (εφετείου Βερσαλλιών, Γαλλία).
33 Με απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 2023, το ως άνω δικαστήριο επικύρωσε, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων L. 211‑1 επ. του τουριστικού κώδικα, την πρωτόδικη απόφαση.
34 Η Costa Crociere άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης του εφετείου ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, εκτιμώντας ότι το εφετείο Βερσαλλιών κακώς αρνήθηκε να εφαρμόσει τον κανονισμό 392/2009 καθώς και τη Σύμβαση των Αθηνών και εσφαλμένως της καταλόγισε ευθύνη για τη ζημία που υπέστησαν οι DM και DI κατ’ εφαρμογήν των άρθρων L. 211‑1 επ. του τουριστικού κώδικα.
Κοινές εκτιμήσεις επί αμφοτέρων των υποθέσεων των κύριων δικών
35 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι οι απόψεις τόσο του εφετείου Παρισιού και του εφετείου Βερσαλλιών όσο και μέρους της θεωρίας διίστανται ως προς το ζήτημα αν ο κανονισμός 392/2009 έχει εφαρμογή σε κρουαζιέρες που έχουν τα χαρακτηριστικά οργανωμένου τουριστικού ταξιδίου, κατά την έννοια της οδηγίας 90/314.
36 Αφενός, η ευθύνη του διοργανωτή θαλάσσιων κρουαζιερών που πωλούνται ως οργανωμένα ταξίδια θα μπορούσε να εμπίπτει στο καθεστώς ευθύνης που θεσπίστηκε με την οδηγία 90/314. Συγκεκριμένα, ο κανονισμός 392/2009 δεν προβλέπει εξαίρεση από το ενιαίο καθεστώς αντικειμενικής ευθύνης του διοργανωτή ή του πωλητή το οποίο θεσπίστηκε με την ως άνω οδηγία. Επιπλέον, η οδηγία αυτή αποσκοπεί στη διασφάλιση καλύτερης προστασίας των καταναλωτών. Ο ως άνω κανονισμός αφορά αποκλειστικά και μόνον τις συμβάσεις που αφορούν τη θαλάσσια μεταφορά επιβατών, η δε παραπομπή του άρθρου 7 του εν λόγω κανονισμού στην οδηγία 90/314 περιορίζεται μόνο στις υποχρεώσεις των ταξιδιωτικών πρακτόρων σχετικά με την ενημέρωση των επιβατών και δεν αφορά σε καμία περίπτωση το καθεστώς ευθύνης που προβλέπει η οδηγία αυτή.
37 Αφετέρου, η ευθύνη του διοργανωτή θαλάσσιων κρουαζιερών που πωλούνται ως οργανωμένα ταξίδια θα μπορούσε να εμπίπτει στο καθεστώς ευθύνης που προβλέπει ο κανονισμός 392/2009, δεδομένου ότι το άρθρο 14 της Σύμβασης των Αθηνών, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού, προβλέπει ότι καμία αγωγή αποζημίωσης για τον θάνατο ή τις σωματικές βλάβες επιβάτη ή για την απώλεια ή φθορά αποσκευών δεν εγείρεται κατά μεταφορέα ή προσώπου το οποίο ενεργεί για λογαριασμό του μεταφορέα με άλλο τρόπο εκτός από αυτόν που προβλέπεται από την εν λόγω σύμβαση, ότι καμία διάταξη του προμνησθέντος κανονισμού δεν εξαιρεί τις κρουαζιέρες από το πεδίο εφαρμογής του και ότι το άρθρο 7 του ίδιου κανονισμού παραπέμπει στην οδηγία 90/314.
38 Εξάλλου, σύμφωνα με μέρος της θεωρίας, πρέπει να γίνεται διάκριση αναλόγως του αν το ατύχημα του επιβάτη ο οποίος πραγματοποιεί κρουαζιέρα συνδέεται με την ίδια την πράξη μεταφοράς, οπότε η ευθύνη του μεταφορέα εμπίπτει στο καθεστώς που προβλέπει η Σύμβαση των Αθηνών, ή με τουριστική υπηρεσία η οποία παρέχεται στο πλαίσιο της μεταφοράς αυτής και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 90/314.
39 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχουν [το άρθρο 2, το άρθρο 3, παράγραφος 1, και το άρθρο 7], πρώτο εδάφιο, του κανονισμού [392/2009], και το παράρτημα I αυτού, την έννοια ότι διέπουν την ευθύνη θαλάσσιου μεταφορέα που εκτελεί κρουαζιέρα έχουσα τα χαρακτηριστικά οργανωμένου τουριστικού ταξιδίου κατά την έννοια της οδηγίας [90/314];
2. Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, διέπουν οι εν λόγω διατάξεις του κανονισμού [392/2009] την ευθύνη του συγκεκριμένου μεταφορέα που εκτελεί κρουαζιέρα μόνον όταν η σωματική βλάβη συνδέεται με τη θαλάσσια μεταφορά;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
40 Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου την οποία θεσπίζει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, στο Δικαστήριο απόκειται να δώσει στο εθνικό δικαστήριο χρήσιμη απάντηση που να του παρέχει τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί. Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο μπορεί να αναδιατυπώσει, εφόσον είναι αναγκαίο, τα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2025, SACD κ.λπ., C‑182/24, EU:C:2025:979, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
41 Εν προκειμένω, με δύο αλληλοσυμπληρούμενα ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ποιοι είναι οι εφαρμοστέοι κανόνες περί ευθύνης σε περίπτωση που επιβάτης κρουαζιερόπλοιου υφίσταται σωματική βλάβη επί του πλοίου αυτού, λαμβανομένου υπόψη ότι μια κρουαζιέρα μπορεί να χαρακτηριστεί συγχρόνως ως οργανωμένο ταξίδι, κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 1, της οδηγίας 90/314, και ως θαλάσσια μεταφορά, κατά την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού 392/2009, καθώς και ότι το άρθρο 5 της οδηγίας αυτής και το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού, σε συνδυασμό με το παράρτημά του I, προβλέπουν διαφορετικά καθεστώτα ευθύνης.
42 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με τα δύο ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 3, παράγραφος 1, το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, και το παράρτημα I του κανονισμού 392/2009, καθώς και το άρθρο 5 της οδηγίας 90/314, έχουν την έννοια ότι, όταν μια κρουαζιέρα έχει τα χαρακτηριστικά οργανωμένου τουριστικού ταξιδίου, κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 1, της οδηγίας αυτής, οι αγωγές αποζημιώσεως λόγω σωματικής βλάβης την οποία υπέστη κατά τη διάρκεια της θαλάσσιας μεταφοράς, κατά την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού αυτού, ένας επιβάτης ευρισκόμενος στο κρουαζιερόπλοιο διέπονται από το προβλεπόμενο στον εν λόγω κανονισμό καθεστώς ευθύνης του θαλάσσιου μεταφορέα που πραγματοποιεί την κρουαζιέρα με το συγκεκριμένο πλοίο.
43 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 90/314, αυτή έχει ως σκοπό την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις που πωλούνται ή προσφέρονται προς πώληση στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως προκύπτει από το άρθρο 2 της οδηγίας 90/314, οι συμβάσεις τις οποίες αφορά η συγκεκριμένη οδηγία είναι συμβάσεις συναπτόμενες μεταξύ ενός καταναλωτή, αφενός, και ενός διοργανωτή ή πωλητή, αφετέρου, με αντικείμενο οργανωμένο ταξίδι που συνίσταται στην πώληση σε συνολική τιμή παροχής της οποίας η διάρκεια υπερβαίνει τις 24 ώρες ή περιλαμβάνει διανυκτέρευση συνδυάζουσα τουλάχιστον δύο εκ των τριών στοιχείων της μεταφοράς, της διαμονής και των λοιπών τουριστικών υπηρεσιών μη συμπληρωματικών της μεταφοράς ή της διαμονής που αποτελούν σημαντικό τμήμα του πακέτου οργανωμένου ταξιδίου.
44 Επομένως, όταν μια κρουαζιέρα, η οποία ορίζεται στο άρθρο 3, στοιχείο κʹ, του κανονισμού 1177/2010 ως υπηρεσία μεταφορών διά θαλάσσης ή μέσω εσωτερικών πλωτών οδών, που πραγματοποιείται αποκλειστικά χάριν ευχαρίστησης ή αναψυχής και συνοδεύεται από κατάλυμα και άλλες τουριστικές υπηρεσίες, η οποία υπερβαίνει τις δύο διανυκτερεύσεις στο πλοίο, πωλείται σε συνολική τιμή παροχής σε καταναλωτή, η πώληση αυτή πρέπει να θεωρηθεί ότι αφορά οργανωμένο ταξίδι, κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 1, της οδηγίας 90/314, και, επομένως, να διέπεται από την οδηγία αυτή.
45 Συναφώς, επισημαίνεται ότι, προκειμένου να υλοποιηθεί η προσέγγιση την οποία προβλέπει το άρθρο 1 οδηγίας 90/314, η οδηγία αυτή θεσπίζει δεσμευτικό καθεστώς συμβατικής ευθύνης των διοργανωτών οργανωμένων ταξιδίων έναντι των καταναλωτών που έχουν συνάψει με αυτούς σύμβαση για τέτοια ταξίδια. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 90/314 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε ο διοργανωτής και/ή ο πωλητής, οι οποίοι είναι συμβαλλόμενα μέρη τέτοιας συμβάσεως, να ευθύνονται έναντι του καταναλωτή για την προσήκουσα εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σύμβαση, ανεξαρτήτως αν οι συγκεκριμένες υποχρεώσεις πρέπει να εκπληρώνονται από τους ίδιους ή από άλλους παρόχους υπηρεσιών. Το άρθρο 5, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής ορίζει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε ο διοργανωτής ή/και ο πωλητής να ευθύνονται για τις ζημίες που προκύπτουν εις βάρος του καταναλωτή λόγω μη εκτελέσεως ή πλημμελούς εκτελέσεως της συμβάσεως (πρβλ. απόφαση της 18ης Μαρτίου 2021, Kuoni Travel, C‑578/19, EU:C:2021:213, σκέψεις 34 και 35).
46 Ωστόσο, η κατά τα ανωτέρω ευθύνη του διοργανωτή ή/και του πωλητή έναντι του καταναλωτή δεν είναι απεριόριστη.
47 Πράγματι, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 90/314, ο διοργανωτής ή/και ο πωλητής δεν ευθύνονται για παραλείψεις κατά την εκτέλεση της σύμβασης, εάν αυτές καταλογίζονται είτε στον καταναλωτή, είτε σε τρίτο πρόσωπο ξένο προς την παροχή των υπηρεσιών που προβλέπονται στη σύμβαση και έχουν απρόβλεπτο ή αναπότρεπτο χαρακτήρα, ή οφείλονται σε ανωτέρα βία ή σε γεγονός απρόβλεπτο ή αναπότρεπτο για τον διοργανωτή.
48 Επιπλέον, από το άρθρο 5, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 90/314, σε συνδυασμό με τη δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής, προκύπτει ότι, όσον αφορά τις ζημίες που προκύπτουν από τη μη εκτέλεση ή την πλημμελή εκτέλεση των παροχών του οργανωμένου ταξιδίου, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η αποζημίωση θα περιορίζεται σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις οι οποίες διέπουν τις παροχές αυτές, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η Σύμβαση των Αθηνών.
49 Όσον αφορά τον τελευταίο αυτόν περιορισμό στην αποζημίωση του καταναλωτή, επισημαίνεται, κατά πρώτον, ότι ο περιορισμός αυτός εφαρμόζεται σε κάθε «μεταφορέα», ο οποίος ορίζεται στο άρθρο 1, σημείο 1, της ως άνω σύμβασης ως το πρόσωπο το οποίο έχει συνάψει σύμβαση μεταφοράς ή για λογαριασμό του οποίου έχει συναφθεί σύμβαση μεταφοράς, ανεξαρτήτως του εάν η μεταφορά εκτελείται όντως από το πρόσωπο αυτό ή από πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λογαριασμό του μεταφορέα, ήτοι το διαφορετικό από τον μεταφορέα πρόσωπο το οποίο εκτελεί όντως όλη τη μεταφορά ή μέρος της.
50 Κατά δεύτερον, επισημαίνεται ότι η Σύμβαση των Αθηνών περιορίζει την αποζημίωση που μπορεί να αξιώσει ο επιβάτης ή οι εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα από μεταφορέα στις περιπτώσεις σωματικών βλαβών ή θανάτου που επήλθαν κατά τη διάρκεια της θαλάσσιας μεταφοράς.
51 Ειδικότερα, το άρθρο 3 της εν λόγω σύμβασης προβλέπει διαφορετικά καθεστώτα ευθύνης του μεταφορέα αναλόγως του αν ο θάνατος ή η σωματική βλάβη του επιβάτη οφείλεται ή όχι σε ναυτικό συμβάν, το οποίο ορίζεται στο άρθρο αυτό ως ναυάγιο, ανατροπή, σύγκρουση ή προσάραξη του πλοίου, έκρηξη ή πυρκαγιά στο πλοίο ή ελάττωμα του πλοίου.
52 Επομένως, σε περίπτωση ζημίας που επήλθε ως αποτέλεσμα θανάτου ή σωματικής βλάβης επιβάτη εξαιτίας τέτοιου ναυτικού συμβάντος, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της Σύμβασης των Αθηνών προβλέπει ότι ο μεταφορέας είναι υπεύθυνος όταν η ζημία αυτή ως προς τον εν λόγω επιβάτη δεν υπερβαίνει σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση τις 250 000 μονάδες υπολογισμού, οι οποίες, δυνάμει του άρθρου 9 του εν λόγω παραρτήματος I, είναι τα ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα όπως ορίζονται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ). Εάν η ζημία την οποία υπέστη ο επιβάτης δεν υπερβαίνει αυτό το όριο των 250 000 μονάδων υπολογισμού, ο μεταφορέας μπορεί να απαλλαγεί από την ευθύνη του μόνον εφόσον αποδείξει ότι το ναυτικό συμβάν ήταν αποτέλεσμα πολεμικής πράξης, εχθροπραξιών, εμφυλίου πολέμου, εξέγερσης ή φυσικού φαινομένου έκτακτου, αναπόφευκτου και ακαταμάχητου χαρακτήρα ή προκλήθηκε εξ ολοκλήρου από πράξη ή παράλειψη τρίτου με σκοπό την πρόκληση του συμβάντος. Εάν η ζημία την οποία υπέστη ο επιβάτης υπερβαίνει το εν λόγω όριο των 250 000 μονάδων υπολογισμού, ο μεταφορέας εξακολουθεί να ευθύνεται, εκτός εάν αποδείξει ότι το ναυτικό συμβάν δεν οφειλόταν σε δικό του πταίσμα ή αμέλεια.
53 Αντιθέτως, σε περίπτωση ζημίας που επήλθε ως αποτέλεσμα θανάτου ή σωματικής βλάβης επιβάτη που δεν προκλήθηκε από ναυτικό συμβάν, το άρθρο 3, παράγραφοι 2 και 5, της Σύμβασης των Αθηνών προβλέπει ότι ο μεταφορέας ευθύνεται μόνον εφόσον το πρόσωπο που ζητεί αποζημίωση αποδεικνύει ότι το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός οφείλεται σε πταίσμα ή αμέλεια του μεταφορέα ή του προσωπικού του μεταφορέα, το οποίο ενεργεί στο πλαίσιο της σχέσης εργασίας του.
54 Περαιτέρω, το άρθρο 6 και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της σύμβασης αυτής περιορίζουν την ευθύνη του μεταφορέα σε περίπτωση θανάτου ή σωματικών βλαβών του επιβάτη, τούτο δε ανεξαρτήτως του αν ο θάνατος ή οι βλάβες αυτές προκλήθηκαν ή όχι από ναυτικό συμβάν. Πράγματι, δυνάμει του εν λόγω άρθρου 6, το επιληφθέν δικαστήριο δύναται να απαλλάξει τον μεταφορέα πλήρως ή εν μέρει από την ευθύνη του εάν ο τελευταίος αποδείξει ότι ο θάνατος ή η σωματική βλάβη του επιβάτη οφείλεται, άμεσα ή έμμεσα, σε πταίσμα ή αμέλεια του επιβάτη. Επιπλέον, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 7, παράγραφος 1, η ευθύνη του μεταφορέα σε περίπτωση θανάτου ή σωματικών βλαβών του επιβάτη περιορίζεται, σε κάθε περίπτωση, σε 400 000 μονάδες υπολογισμού ανά επιβάτη για κάθε επιμέρους μεταφορά. Το άρθρο 13, παράγραφος 1, της εν λόγω σύμβασης προβλέπει, ωστόσο, την απώλεια του δικαιώματος επίκλησης των ορίων ευθύνης που θέτει το εν λόγω άρθρο 7, παράγραφος 1, εφόσον αποδεικνύεται ότι η ζημία προκλήθηκε από πράξη ή παράλειψη του μεταφορέα που έγινε με πρόθεση να προξενηθεί η ζημία αυτή ή από αμέλεια εν επιγνώσει του ότι θα μπορούσε πιθανότατα να προκληθεί η ζημία αυτή.
55 Κατά τρίτον, ενώ το άρθρο 5, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 90/314 προβλέπει απλώς τη δυνατότητα των κρατών μελών να περιορίζουν, σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις, την αποζημίωση του καταναλωτή όσον αφορά τις ζημίες που προκύπτουν από τη μη εκτέλεση ή την πλημμελή εκτέλεση των παροχών του οργανωμένου ταξιδίου, τα όρια ευθύνης του μεταφορέα που προβλέπονται στη Σύμβαση των Αθηνών και μνημονεύονται στις σκέψεις 48 έως 54 της παρούσας απόφασης δεσμεύουν όλα τα κράτη μέλη, τουλάχιστον, από τις 31 Δεκεμβρίου 2012.
56 Πράγματι, όπως προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 392/2009, ο κανονισμός αυτός θεσπίζει ενωσιακό καθεστώς σχετικά με την ευθύνη για τις θαλάσσιες μεταφορές επιβατών βάσει των σχετικών διατάξεων της Σύμβασης των Αθηνών, οι οποίες περιλαμβάνονται στο παράρτημα I του ίδιου κανονισμού. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού διευκρινίζει, συναφώς, ότι το εν λόγω καθεστώς ευθύνης διέπεται από το άρθρο 1, το άρθρο 1α, το άρθρο 2, παράγραφος 2, τα άρθρα 3 έως 16 και τα άρθρα 18, 20 και 21 της Σύμβασης των Αθηνών που παρατίθενται στο παράρτημα I του εν λόγω κανονισμού. Εκτός αυτού, το άρθρο 12, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 392/2009 προβλέπει ότι ο κανονισμός αυτός τίθεται σε εφαρμογή, το αργότερο, στις 31 Δεκεμβρίου 2012.
57 Επιπλέον, εφόσον ένας μεταφορέας είναι ο πάροχος υπηρεσιών ενός διοργανωτή κρουαζιέρας η οποία πωλήθηκε σε καταναλωτή ως οργανωμένο ταξίδι, ο διοργανωτής αυτός, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος έναντι του καταναλωτή, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 5 της οδηγίας 90/314, για οποιαδήποτε μη εκτέλεση ή πλημμελή εκτέλεση της θαλάσσιας μεταφοράς από τον εν λόγω μεταφορέα, πρέπει, λαμβανομένης υπόψη της παραγράφου 1 in fine του άρθρου 5, καθώς και της παραγράφου 2, τρίτο εδάφιο, σε συνδυασμό με τη δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής, να μπορεί επίσης να επωφεληθεί από τους περιορισμούς στην αποζημίωση από τους οποίους επωφελείται ο μεταφορέας έναντι ενός επιβάτη βάσει της Σύμβασης των Αθηνών, όταν αυτή εφαρμόζεται σε μια τέτοια μεταφορά.
58 Επομένως, το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2012, τα κράτη μέλη δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να περιορίζουν ελεύθερα την ευθύνη του διοργανωτή για τη θαλάσσια μεταφορά επιβατών, λαμβανομένων υπόψη των προβλεπόμενων από τη Σύμβαση των Αθηνών ορίων της ευθύνης του μεταφορέα που είναι υπεύθυνος για μια τέτοια μεταφορά, αλλά υποχρεούνται να περιορίζουν την ευθύνη αυτή του διοργανωτή σύμφωνα με την ως άνω σύμβαση. Επομένως, τα όρια της ευθύνης του μεταφορέα, όπως προβλέπονται από την εν λόγω σύμβαση και μνημονεύονται στις σκέψεις 48 έως 54 της παρούσας απόφασης, εφαρμόζονται στην αποζημίωση καταναλωτή από τον διοργανωτή, λόγω ζημιών που οφείλονται στη μη εκτέλεση ή την πλημμελή εκτέλεση παροχών κατά τη διάρκεια κρουαζιέρας η οποία πωλήθηκε στον καταναλωτή αυτόν υπό τη μορφή οργανωμένου ταξιδίου.
59 Ωστόσο, επισημαίνεται ότι η κρουαζιέρα αυτή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 392/2009. Συναφώς, παρατηρείται ότι, κατά το άρθρο 2 του ως άνω κανονισμού, ο κανονισμός εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, σε οποιαδήποτε διεθνή μεταφορά -η οποία ορίζεται στο άρθρο 1, σημείο 9, της Σύμβασης των Αθηνών ως κάθε μεταφορά, της οποίας, σύμφωνα με τη σύμβαση μεταφοράς, ο τόπος αναχώρησης και ο τόπος προορισμού βρίσκονται σε δύο διαφορετικά κράτη ή σε ένα μόνον κράτος, εάν, σύμφωνα με τη σύμβαση μεταφοράς ή το προγραμματισμένο δρομολόγιο, υπάρχει ενδιάμεσο λιμάνι προσέγγισης σε άλλο κράτος-, εφόσον το πλοίο φέρει σημαία κράτους μέλους ή είναι νηολογημένο σε κράτος μέλος, η σύμβαση μεταφοράς έχει συναφθεί σε κράτος μέλος ή ο τόπος αναχώρησης ή προορισμού, σύμφωνα με τη σύμβαση μεταφοράς, βρίσκεται σε κράτος μέλος.
60 Εξάλλου, το άρθρο 3, παράγραφος 6, της Σύμβασης των Αθηνών, το οποίο έχει εφαρμογή δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 392/2009, προβλέπει ότι το καθεστώς ευθύνης του μεταφορέα που προβλέπεται στη σύμβαση αυτή αφορά μόνο τη ζημία η οποία προκύπτει από συμβάντα τα οποία έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της μεταφοράς. Η μεταφορά ορίζεται στο άρθρο 1, σημείο 8, στοιχείο αʹ, της εν λόγω σύμβασης, το οποίο επίσης εφαρμόζεται δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 392/2009, ως το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο επιβάτης βρίσκεται πάνω στο πλοίο ή στη διαδικασία της επιβίβασης ή αποβίβασης, καθώς και το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο επιβάτης μεταφέρεται με πλωτά μέσα από την ξηρά στο πλοίο ή αντιστρόφως, εφόσον το κόστος της μεταφοράς αυτής περιλαμβάνεται στο ναύλο ή εφόσον το σκάφος που χρησιμοποιείται γι’ αυτόν το σκοπό της βοηθητικής μεταφοράς έχει τεθεί στη διάθεση του επιβάτη από τον μεταφορέα, εξαιρουμένου του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο ο επιβάτης βρίσκεται σε τερματικό σταθμό ή σταθμό ή σε προκυμαία ή μέσα ή πάνω σε κάθε άλλη λιμενική εγκατάσταση.
61 Επομένως, κάθε αίτημα αποζημιώσεως λόγω θανάτου επιβάτη ή σωματικής βλάβης την οποία αυτός υπέστη κατά τη διάρκεια της θαλάσσιας μεταφοράς του εμπίπτει στο καθεστώς ευθύνης που προβλέπει η Σύμβαση των Αθηνών. Δεδομένου ότι η μεταφορά επιβάτη ορίζεται στην εν λόγω σύμβαση ως το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο επιβάτης βρίσκεται πάνω στο πλοίο, ο καθορισμός του εφαρμοστέου καθεστώτος ευθύνης σε περίπτωση θανάτου ή σωματικής βλάβης επί του πλοίου δεν μπορεί να εξαρτάται από την απάντηση στο ερώτημα αν ο εν λόγω θάνατος ή σωματική βλάβη οφείλονται σε μη εκτέλεση ή πλημμελή εκτέλεση των υπηρεσιών μεταφοράς αντί σε μη εκτέλεση ή πλημμελή εκτέλεση των υπηρεσιών παροχής καταλύματος επί του πλοίου ή των υπηρεσιών αναψυχής επί του πλοίου. Για κάθε μη εκτέλεση ή πλημμελή εκτέλεση υπηρεσιών σε κρουαζιερόπλοιο κατά τη διάρκεια της μεταφοράς η οποία προκάλεσε τον θάνατο ή τη σωματική βλάβη επιβάτη ο διοργανωτής μπορεί να επικαλεστεί έναντι επιβάτη τους περιορισμούς της ευθύνης που προβλέπονται στη Σύμβαση των Αθηνών, τους οποίους μπορεί να προβάλει ο μεταφορέας, χωρίς να χρειάζεται να γίνει διάκριση μεταξύ των υπηρεσιών μεταφοράς, παροχής καταλύματος ή αναψυχής επί του πλοίου.
62 Επιπλέον, δεδομένου ότι το άρθρο 7 του κανονισμού 392/2009 προβλέπει ότι, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων ενημέρωσης που υπέχουν οι ταξιδιωτικοί πράκτορες από την οδηγία 90/314, οι επιβάτες πρέπει να λαμβάνουν από τον μεταφορέα κατάλληλες και κατανοητές πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματά τους βάσει του κανονισμού αυτού, τουλάχιστον υπό τη μορφή περίληψης των διατάξεών του, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι επιβάτες κρουαζιερόπλοιου πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με το καθεστώς ευθύνης που εφαρμόζεται σε περίπτωση θανάτου ή σωματικών βλαβών προκαλούμενων επί του πλοίου αυτού.
63 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, επισημαίνεται ότι, όταν, όπως εν προκειμένω, ένας καταναλωτής ο οποίος αγόρασε οργανωμένο ταξίδι για να πραγματοποιήσει κρουαζιέρα εμπίπτουσα στο άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας 90/314, υφίσταται σωματική βλάβη κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο βρίσκεται πάνω στο κρουαζιερόπλοιο και εκτιμά ότι η βλάβη αυτή οφείλεται σε μη εκτέλεση ή σε πλημμελή εκτέλεση της σύμβασης οργανωμένου ταξιδιού, έχει την επιλογή να ασκήσει δύο είδη αγωγών αποζημίωσης.
64 Πρώτον, κατά το άρθρο 5 της οδηγίας 90/314, ο καταναλωτής μπορεί να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως κατά του διοργανωτή της κρουαζιέρας προκειμένου να του καταβληθεί αποζημίωση.
65 Εντούτοις, ο διοργανωτής μπορεί να αντιτάξει σε ένα τέτοιο αποζημιωτικό αίτημα τα όρια της αποζημίωσης του επιβάτη από τον μεταφορέα που προβλέπονται στα άρθρα 3 και 7 της Σύμβασης των Αθηνών, τα οποία δεσμεύουν τα κράτη μέλη δυνάμει της συνδυασμένης εφαρμογής του άρθρου 3 του κανονισμού 392/2009 και του άρθρου 5, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 90/314, όπως εκτέθηκε στις σκέψεις 55 έως 58 της παρούσας απόφασης, και τα οποία, σε περίπτωση θανάτου ή σωματικής βλάβης, βαίνουν πέραν των ορίων του άρθρου 5, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής.
66 Εν προκειμένω, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να αξιολογήσει, στις υποθέσεις MH και Costa Crociere, αν οι σωματικές βλάβες που προκλήθηκαν στις ΜΗ και DI ενόσω βρίσκονταν στο αντίστοιχο κρουαζιερόπλοιο οφείλονται ή όχι σε ναυτικό συμβάν, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 5, της Σύμβασης των Αθηνών, και, στην περίπτωση κατά την οποία δεν οφείλονται σε τέτοιο συμβάν, αν οι ΜΗ και DI απέδειξαν ότι το γενεσιουργό της ζημίας τους γεγονός οφείλεται σε πταίσμα ή αμέλεια του μεταφορέα ή του προσωπικού του μεταφορέα, το οποίο ενήργησε στο πλαίσιο της σχέσης εργασίας του.
67 Δεύτερον, ο καταναλωτής για τον οποίο γίνεται λόγος στη σκέψη 63 της παρούσας απόφασης μπορεί να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως βάσει του κανονισμού 392/2009 και της Σύμβασης των Αθηνών απευθείας κατά του μεταφορέα που όντως εκτέλεσε τη θαλάσσια μεταφορά του, ακόμη και όταν ο τελευταίος δεν είναι ο διοργανωτής της κρουαζιέρας.
68 Δεδομένου ότι το άρθρο 14 της Σύμβασης των Αθηνών, το οποίο έχει εφαρμογή στα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 392/2009, προβλέπει ότι καμία αγωγή αποζημιώσεως κατά του μεταφορέα όσον αφορά, μεταξύ άλλων, σωματικές βλάβες δεν μπορεί να ασκηθεί με άλλο τρόπο εκτός από αυτόν που προβλέπεται από την σύμβαση αυτή, ο μεταφορέας θα μπορέσει να επικαλεστεί τους περιορισμούς της ευθύνης του που προβλέπονται στα άρθρα 3 και 7 της εν λόγω σύμβασης.
69 Εφόσον ο επιβάτης που συμμετέχει σε κρουαζιέρα ασκήσει καθεμία από τις ως άνω αγωγές αποζημίωσης, η αποζημίωση που θα του επιδικαστεί κατόπιν ευδοκίμησης μίας από τις αγωγές αυτές θα πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την εκτίμηση της αποζημίωσης που ζητείται στο πλαίσιο της άλλης αγωγής, τούτο δε προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο ο επιβάτης να λάβει, μέσω των εν λόγω αγωγών αποζημίωσης, αποζημίωση υψηλότερη από εκείνη που αντιστοιχεί στην προκληθείσα ζημία.
70 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, και το παράρτημα I του κανονισμού 392/2009, καθώς και το άρθρο 5 της οδηγίας 90/314, έχουν την έννοια ότι, όταν μια κρουαζιέρα έχει τα χαρακτηριστικά οργανωμένου τουριστικού ταξιδίου, κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 1, της οδηγίας αυτής, οι αγωγές αποζημιώσεως λόγω σωματικής βλάβης την οποία υπέστη κατά τη διάρκεια της θαλάσσιας μεταφοράς, κατά την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού αυτού, ένας επιβάτης ευρισκόμενος στο κρουαζιερόπλοιο διέπονται από το προβλεπόμενο στον εν λόγω κανονισμό καθεστώς ευθύνης του θαλάσσιου μεταφορέα που πραγματοποιεί την κρουαζιέρα με το συγκεκριμένο πλοίο.
Επί των δικαστικών εξόδων
71 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους των κύριων δικών τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, και το παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΚ) 392/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την ευθύνη των μεταφορέων που εκτελούν θαλάσσιες μεταφορές επιβατών, σε περίπτωση ατυχήματος, καθώς και το άρθρο 5 της της οδηγίας 90/314/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1990, για τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις,
έχουν την έννοια ότι:
όταν μια κρουαζιέρα έχει τα χαρακτηριστικά οργανωμένου τουριστικού ταξιδίου, κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 1, της οδηγίας αυτής, οι αγωγές αποζημιώσεως λόγω σωματικής βλάβης την οποία υπέστη κατά τη διάρκεια της θαλάσσιας μεταφοράς, κατά την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού αυτού, ένας επιβάτης ευρισκόμενος στο κρουαζιερόπλοιο διέπονται από το προβλεπόμενο στον εν λόγω κανονισμό καθεστώς ευθύνης του θαλάσσιου μεταφορέα που πραγματοποιεί την κρουαζιέρα με το συγκεκριμένο πλοίο.
(υπογραφές)
