ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 18ης Ιουνίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 – Άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ – Περιορισμός της περιόδου αποθήκευσης – Άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο εʹ – Νομιμότητα της επεξεργασίας των δεδομένων σε σχέση με σύμβαση εργασίας, στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας – Άρθρο 17, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ – Δεν υφίσταται υποχρέωση διαγραφής των δεδομένων σε περίπτωση που η επεξεργασία είναι αναγκαία για τη θεμελίωση, την άσκηση ή την υποστήριξη νομικών αξιώσεων – Δεδομένα που συνέλεξε ο εργοδότης προκειμένου να διαπιστωθεί σοβαρή παράβαση των καθηκόντων εργαζομένου – Χρήση αποδεικτικών στοιχείων που αποκτήθηκαν παράνομα »
Στην υπόθεση C‑484/24,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Landesarbeitsgericht Niedersachsen (δευτεροβάθμιο δικαστήριο εργατικών διαφορών Κάτω Σαξονίας, Γερμανία) με απόφαση της 8ης Μαΐου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Ιουλίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
NTH Haustechnik GmbH
κατά
EM,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. L. Arastey Sahún, πρόεδρο τμήματος, J. Passer, E. Regan (εισηγητή), Δ. Γρατσία και B. Smulders, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Spielmann
γραμματέας: G. Chiapponi, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 2ας Ιουλίου 2025,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους J. Möller και P.-L. Krüger,
– η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Z. Fehér, καθώς και τις K. Szíjjártó και Zs. Biró-Tóth,
– η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις A. Laine και H. Leppo,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους A. Μπουχάγιαρ, F. Erlbacher και H. Kranenborg,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Οκτωβρίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 5, 6, 9, 13 και 17 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ 2016, L 119, σ. 1, στο εξής: ΓΚΠΔ).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της NTH Haustechnik GmbH (στο εξής: NTH) και της πρώην εργαζομένης της EM, με αντικείμενο την αποκατάσταση της ζημίας που φέρεται ότι υπέστη η εταιρία εξαιτίας της μη εξουσιοδοτημένης διαδικτυακής μεταπώλησης αγαθών που της ανήκουν.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3 Οι αιτιολογικές σκέψεις 1, 2, 4, 7, 10, 20, 39 και 41 του ΓΚΠΔ έχουν ως εξής:
«(1) Η προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι θεμελιώδες δικαίωμα. Το άρθρο 8 παράγραφος 1 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης [στο εξής: Χάρτης] και το άρθρο 16, παράγραφος 1, [ΣΛΕΕ] ορίζουν ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.
(2) Οι αρχές και οι κανόνες για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τους θα πρέπει, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια ή τον τόπο διαμονής τους, να σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες τους, ιδίως το δικαίωμά τους στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ο παρών κανονισμός σκοπεύει να συμβάλλει στην επίτευξη ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης και μιας οικονομικής ένωσης, στην οικονομική και κοινωνική πρόοδο, στην ενίσχυση και σύγκλιση των οικονομιών εντός της εσωτερικής αγοράς και στην ευημερία των φυσικών προσώπων.
[…]
(4) Η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να προορίζεται να εξυπηρετεί τον άνθρωπο. Το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι απόλυτο δικαίωμα· πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τη λειτουργία του στην κοινωνία και να σταθμίζεται με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Ο παρών κανονισμός σέβεται όλα τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις ελευθερίες και αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη όπως κατοχυρώνονται στις Συνθήκες, ιδίως τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της κατοικίας και των επικοινωνιών, την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας, την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, την επιχειρηματική ελευθερία, το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου και την πολιτιστική, θρησκευτική και γλωσσική πολυμορφία.
[…]
(7) Οι εξελίξεις αυτές απαιτούν ένα ισχυρό και πιο συνεκτικό πλαίσιο προστασίας των δεδομένων στην [Ευρωπαϊκή] Ένωση, υποστηριζόμενο από αυστηρή εφαρμογή της νομοθεσίας, δεδομένου ότι είναι σημαντικό να δημιουργηθεί η αναγκαία εμπιστοσύνη που θα επιτρέψει στην ψηφιακή οικονομία να αναπτυχθεί στο σύνολο της εσωτερικής αγοράς. Τα φυσικά πρόσωπα θα πρέπει να έχουν τον έλεγχο των δικών τους δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Θα πρέπει να ενισχυθούν η ασφάλεια δικαίου και η πρακτική ασφάλεια για τα φυσικά πρόσωπα, τους οικονομικούς παράγοντες και τις δημόσιες αρχές.
[…]
(10) Για τη διασφάλιση συνεκτικής και υψηλού επιπέδου προστασίας των φυσικών προσώπων και την άρση των εμποδίων στις ροές δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εντός της Ένωσης, το επίπεδο προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των φυσικών προσώπων σε σχέση με την επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων θα πρέπει να είναι ισοδύναμο σε όλα τα κράτη μέλη. Θα πρέπει να διασφαλίζεται συνεκτική και ομοιόμορφη εφαρμογή των κανόνων για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε ολόκληρη την Ένωση. Όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που γίνεται προς συμμόρφωση με νομική υποχρέωση, προς εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να διατηρούν ή να θεσπίζουν εθνικές διατάξεις για τον περαιτέρω προσδιορισμό της εφαρμογής των κανόνων του παρόντος κανονισμού. Σε συνδυασμό με το γενικό και οριζόντιο δίκαιο περί προστασίας δεδομένων που αποσκοπεί στην εφαρμογή της οδηγίας 95/46/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ 1995, L 281, σ. 31)], στα κράτη μέλη ισχύουν διάφοροι τομεακοί νόμοι σε τομείς που χρειάζονται ειδικότερες διατάξεις. Ο παρών κανονισμός παρέχει επίσης περιθώρια χειρισμού στα κράτη μέλη, ώστε να εξειδικεύσουν τους κανόνες του, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αφορούν την επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα […]. Σε αυτόν τον βαθμό, ο παρών κανονισμός δεν αποκλείει το δίκαιο των κρατών μελών να προσδιορίζει τις περιστάσεις ειδικών καταστάσεων επεξεργασίας, μεταξύ άλλων τον ακριβέστερο καθορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι σύννομη.
[…]
(20) Ενώ ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, στις δραστηριότητες των δικαστηρίων και άλλων δικαστικών αρχών, το δίκαιο της Ένωσης ή των κρατών μελών θα μπορούσε να εξειδικεύει τις πράξεις και διαδικασίες επεξεργασίας σε σχέση με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από δικαστήρια και άλλες δικαστικές αρχές. Η αρμοδιότητα των εποπτικών αρχών δεν θα πρέπει να καλύπτει την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όταν τα δικαστήρια ενεργούν υπό τη δικαιοδοτική τους ιδιότητα, προκειμένου να διασφαλίζεται η ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών τους καθηκόντων, περιλαμβανομένης της λήψης αποφάσεων. Η εποπτεία των εν λόγω πράξεων επεξεργασίας δεδομένων θα πρέπει να μπορεί να ανατεθεί σε ειδικούς φορείς στο πλαίσιο του δικαστικού συστήματος του κράτους μέλους, το οποίο θα πρέπει ιδίως να διασφαλίζει τη συμμόρφωση με τους κανόνες του παρόντος κανονισμού, να ευαισθητοποιεί μέλη των δικαστικών λειτουργών όσον αφορά τις υποχρεώσεις τους βάσει του παρόντος κανονισμού και να επιλαμβάνεται καταγγελιών σε σχέση με τις εν λόγω διαδικασίες επεξεργασίας δεδομένων.
[…]
(39) Κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να είναι σύννομη και θεμιτή. Θα πρέπει να είναι σαφές για τα φυσικά πρόσωπα ότι δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν συλλέγονται, χρησιμοποιούνται, λαμβάνονται υπόψη ή υποβάλλονται κατ’ άλλο τρόπο σε επεξεργασία, καθώς και σε ποιο βαθμό τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υποβάλλονται ή θα υποβληθούν σε επεξεργασία. Η αρχή αυτή απαιτεί κάθε πληροφορία και ανακοίνωση σχετικά με την επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα να είναι εύκολα προσβάσιμη και κατανοητή και να χρησιμοποιεί σαφή και απλή γλώσσα. Αυτή η αρχή αφορά ιδίως την ενημέρωση των υποκειμένων των δεδομένων σχετικά με την ταυτότητα του υπευθύνου επεξεργασίας και τους σκοπούς της επεξεργασίας και την περαιτέρω ενημέρωση ώστε να διασφαλιστεί θεμιτή και διαφανής επεξεργασία σε σχέση με τα εν λόγω φυσικά πρόσωπα και το δικαίωμά τους να λαμβάνουν επιβεβαίωση και να επιτυγχάνουν ανακοίνωση των σχετικών με αυτά δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που υπόκεινται σε επεξεργασία. Θα πρέπει να γνωστοποιείται στα φυσικά πρόσωπα η ύπαρξη κινδύνων, κανόνων, εγγυήσεων και δικαιωμάτων σε σχέση με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και πώς να ασκούν τα δικαιώματά τους σε σχέση με την επεξεργασία αυτή. Ιδίως, οι συγκεκριμένοι σκοποί της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να είναι σαφείς, νόμιμοι και προσδιορισμένοι κατά τον χρόνο συλλογής των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να είναι επαρκή και συναφή και να περιορίζονται στα αναγκαία για τους σκοπούς της επεξεργασίας τους. Αυτό απαιτεί ειδικότερα να διασφαλίζεται ότι το διάστημα αποθήκευσης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα να περιορίζεται στο ελάχιστο δυνατό. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να υποβάλλονται σε επεξεργασία μόνο εάν ο σκοπός της επεξεργασίας δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα μέσα. […]
[…]
(41) Οποτεδήποτε ο παρών κανονισμός αναφέρεται σε νομική βάση ή νομοθετικό μέτρο, αυτό δεν προϋποθέτει απαραιτήτως νομοθετική πράξη εγκεκριμένη από ένα κοινοβούλιο, με την επιφύλαξη των απαιτήσεων σύμφωνα με τη συνταγματική τάξη του συγκεκριμένου κράτους μέλους. Ωστόσο, αυτή η νομική βάση ή το νομοθετικό μέτρο θα πρέπει να είναι διατυπωμένο με σαφήνεια και ακρίβεια και η εφαρμογή του να είναι προβλέψιμη για πρόσωπα που υπόκεινται σε αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.»
4 Το άρθρο 1 του ΓΚΠΔ, το οποίο επιγράφεται «Αντικείμενο και στόχοι», ορίζει τα εξής:
«1. Ο παρών κανονισμός θεσπίζει κανόνες που αφορούν την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και κανόνες που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
2. Ο παρών κανονισμός προστατεύει θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες των φυσικών προσώπων και ειδικότερα το δικαίωμά τους στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
3. Η ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εντός της Ένωσης δεν περιορίζεται ούτε απαγορεύεται για λόγους που σχετίζονται με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.»
5 Το άρθρο 2 του ΓΚΠΔ, το οποίο επιγράφεται «Ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής», προβλέπει στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής:
«1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στην, εν όλω ή εν μέρει, αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε σύστημα αρχειοθέτησης.
2. Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα:
α) στο πλαίσιο δραστηριότητας η οποία δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης,
β) από τα κράτη μέλη κατά την άσκηση δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κεφαλαίου 2 του τίτλου V της ΣΕΕ,
γ) από φυσικό πρόσωπο στο πλαίσιο αποκλειστικά προσωπικής ή οικιακής δραστηριότητας,
δ) από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, της διερεύνησης, της ανίχνευσης ή της δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας και πρόληψης έναντι κινδύνων που απειλούν τη δημόσια ασφάλεια.»
6 Το άρθρο 4 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ορισμοί», προβλέπει τα εξής:
«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού νοούνται ως:
[…]
2) “επεξεργασία”: κάθε πράξη ή σειρά πράξεων που πραγματοποιείται με ή χωρίς τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων, σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή σε σύνολα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διάρθρωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η μεταβολή, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η κοινολόγηση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, ο περιορισμός, η διαγραφή ή η καταστροφή,
[…]
6) “σύστημα αρχειοθέτησης”: κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι προσβάσιμα με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, είτε το σύνολο αυτό είναι συγκεντρωμένο είτε αποκεντρωμένο είτε κατανεμημένο σε λειτουργική ή γεωγραφική βάση,
[…]».
7 Το κεφάλαιο II του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αρχές», περιλαμβάνει τα άρθρα 5 έως 11.
8 Το άρθρο 5 του ΓΚΠΔ, το οποίο επιγράφεται «Αρχές που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», προβλέπει τα εξής:
«1. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα:
α) υποβάλλονται σε σύννομη και θεμιτή επεξεργασία με διαφανή τρόπο σε σχέση με το υποκείμενο των δεδομένων (“νομιμότητα, αντικειμενικότητα και διαφάνεια”),
β) συλλέγονται για καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς και δεν υποβάλλονται σε περαιτέρω επεξεργασία κατά τρόπο ασύμβατο προς τους σκοπούς αυτούς· η περαιτέρω επεξεργασία για σκοπούς αρχειοθέτησης προς το δημόσιο συμφέρον ή σκοπούς επιστημονικής ή ιστορικής έρευνας ή στατιστικούς σκοπούς δεν θεωρείται ασύμβατη με τους αρχικούς σκοπούς σύμφωνα με το άρθρο 89, παράγραφος 1 (“περιορισμός του σκοπού”),
γ) είναι κατάλληλα, συναφή και περιορίζονται στο αναγκαίο για τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία (“ελαχιστοποίηση των δεδομένων”),
[…]
ε) διατηρούνται υπό μορφή που επιτρέπει την ταυτοποίηση των υποκειμένων των δεδομένων μόνο για το διάστημα που απαιτείται για τους σκοπούς της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα· τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να αποθηκεύονται για μεγαλύτερα διαστήματα, εφόσον τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θα υποβάλλονται σε επεξεργασία μόνο για σκοπούς αρχειοθέτησης προς το δημόσιο συμφέρον, για σκοπούς επιστημονικής ή ιστορικής έρευνας ή για στατιστικούς σκοπούς, σύμφωνα με το άρθρο 89 παράγραφος 1 και εφόσον εφαρμόζονται τα κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα που απαιτεί ο παρών κανονισμός για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων και ελευθεριών του υποκειμένου των δεδομένων (“περιορισμός της περιόδου αποθήκευσης”),
[…]».
9 Το άρθρο 6 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Νομιμότητα της επεξεργασίας», έχει ως εξής:
«1. Η επεξεργασία είναι σύννομη μόνο εάν και εφόσον ισχύει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) το υποκείμενο των δεδομένων έχει συναινέσει στην επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του για έναν ή περισσότερους συγκεκριμένους σκοπούς,
β) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εκτέλεση σύμβασης της οποίας το υποκείμενο των δεδομένων είναι συμβαλλόμενο μέρος ή για να ληφθούν μέτρα κατ’ αίτηση του υποκειμένου των δεδομένων πριν από τη σύναψη σύμβασης,
γ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τη συμμόρφωση με έννομη υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας,
δ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τη διαφύλαξη ζωτικού συμφέροντος του υποκειμένου των δεδομένων ή άλλου φυσικού προσώπου,
ε) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας,
στ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τους σκοπούς των έννομων συμφερόντων που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τρίτος, εκτός εάν έναντι των συμφερόντων αυτών υπερισχύει το συμφέρον ή τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων που επιβάλλουν την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως εάν το υποκείμενο των δεδομένων είναι παιδί.
Το στοιχείο στ) του πρώτου εδαφίου δεν εφαρμόζεται στην επεξεργασία που διενεργείται από δημόσιες αρχές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
2. Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν ή να θεσπίζουν πιο ειδικές διατάξεις για την προσαρμογή της εφαρμογής των κανόνων του παρόντος κανονισμού όσον αφορά την επεξεργασία για τη συμμόρφωση με την παράγραφο 1, στοιχεία γ) και ε), καθορίζοντας ακριβέστερα ειδικές απαιτήσεις για την επεξεργασία και άλλα μέτρα προς εξασφάλιση σύννομης και θεμιτής επεξεργασίας, μεταξύ άλλων για άλλες ειδικές περιπτώσεις επεξεργασίας όπως προβλέπονται στο κεφάλαιο ΙΧ.
3. Η βάση για την επεξεργασία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχεία γ) και ε) ορίζεται σύμφωνα με:
α) το δίκαιο της Ένωσης, ή
β) το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο υπόκειται ο υπεύθυνος επεξεργασίας.
Ο σκοπός της επεξεργασίας καθορίζεται στην εν λόγω νομική βάση ή, όσον αφορά την επεξεργασία που αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχείο ε), είναι η αναγκαιότητα της επεξεργασίας για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας. Η εν λόγω νομική βάση μπορεί να περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις για την προσαρμογή της εφαρμογής των κανόνων του παρόντος κανονισμού, μεταξύ άλλων: τις γενικές προϋποθέσεις που διέπουν τη σύννομη επεξεργασία από τον υπεύθυνο επεξεργασίας· τα είδη των δεδομένων που υποβάλλονται σε επεξεργασία· τα οικεία υποκείμενα των δεδομένων· τις οντότητες στις οποίες μπορούν να κοινοποιούνται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και τους σκοπούς αυτής της κοινοποίησης· τον περιορισμό του σκοπού· τις περιόδους αποθήκευσης· και τις πράξεις επεξεργασίας και τις διαδικασίες επεξεργασίας, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων για τη διασφάλιση σύννομης και θεμιτής επεξεργασίας, όπως εκείνα για άλλες ειδικές περιπτώσεις επεξεργασίας όπως προβλέπονται στο κεφάλαιο ΙΧ. Το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο του κράτους μέλους ανταποκρίνεται σε σκοπό δημόσιου συμφέροντος και είναι ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο νόμιμο σκοπό.
4. Όταν η επεξεργασία για σκοπό άλλο από αυτόν για τον οποίο έχουν συλλεγεί τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν βασίζεται στη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων ή στο δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο κράτους μέλους το οποίο αποτελεί αναγκαίο και αναλογικό μέτρο σε μια δημοκρατική κοινωνία για τη διασφάλιση των σκοπών που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 1, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, προκειμένου να εξακριβωθεί κατά πόσο η επεξεργασία για άλλο σκοπό είναι συμβατή με τον σκοπό για τον οποίο συλλέγονται αρχικώς τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων:
α) τυχόν σχέση μεταξύ των σκοπών για τους οποίους έχουν συλλεχθεί τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και των σκοπών της επιδιωκόμενης περαιτέρω επεξεργασίας,
β) το πλαίσιο εντός του οποίου συλλέχθηκαν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως όσον αφορά τη σχέση μεταξύ των υποκειμένων των δεδομένων και του υπευθύνου επεξεργασίας,
γ) τη φύση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως για τις ειδικές κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία, σύμφωνα με το άρθρο 9, ή κατά πόσο δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που σχετίζονται με ποινικές καταδίκες και αδικήματα υποβάλλονται σε επεξεργασία, σύμφωνα με το άρθρο 10,
δ) τις πιθανές συνέπειες της επιδιωκόμενης περαιτέρω επεξεργασίας για τα υποκείμενα των δεδομένων,
ε) την ύπαρξη κατάλληλων εγγυήσεων, που μπορεί να περιλαμβάνουν κρυπτογράφηση ή ψευδωνυμοποίηση.»
10 Το άρθρο 9 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», έχει ως εξής:
«1. Απαγορεύεται η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αποκαλύπτουν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις ή τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, καθώς και η επεξεργασία γενετικών δεδομένων, βιομετρικών δεδομένων με σκοπό την αδιαμφισβήτητη ταυτοποίηση προσώπου, δεδομένων που αφορούν την υγεία ή δεδομένων που αφορούν τη σεξουαλική ζωή φυσικού προσώπου ή τον γενετήσιο προσανατολισμό.
2. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:
[…]
στ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τη θεμελίωση, άσκηση ή υποστήριξη νομικών αξιώσεων ή όταν τα δικαστήρια ενεργούν υπό τη δικαιοδοτική τους ιδιότητα,
[…]
3. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορεί να τύχουν επεξεργασίας για τους σκοπούς που προβλέπονται στην παράγραφο 2, στοιχείο η), όταν τα δεδομένα αυτά υποβάλλονται σε επεξεργασία από ή υπό την ευθύνη επαγγελματία που υπόκειται στην υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου βάσει του δικαίου της Ένωσης ή κράτους μέλους ή βάσει κανόνων που θεσπίζονται από αρμόδιους εθνικούς φορείς ή από άλλο πρόσωπο το οποίο υπέχει επίσης υποχρέωση τήρησης του απορρήτου βάσει του δικαίου της Ένωσης ή κράτους μέλους ή βάσει κανόνων που θεσπίζονται από αρμόδιους εθνικούς φορείς.
4. Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν ή να θεσπίζουν περαιτέρω όρους, μεταξύ άλλων και περιορισμούς, όσον αφορά την επεξεργασία γενετικών δεδομένων, βιομετρικών δεδομένων ή δεδομένων που αφορούν την υγεία.»
11 Το κεφάλαιο III του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαιώματα του υποκειμένου των δεδομένων», περιλαμβάνει τα άρθρα 12 έως 23.
12 Το άρθρο 13 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πληροφορίες που παρέχονται εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα συλλέγονται από το υποκείμενο των δεδομένων», προβλέπει τα εξής:
«1. Όταν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν υποκείμενο των δεδομένων συλλέγονται από το υποκείμενο των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, κατά τη λήψη των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων όλες τις ακόλουθες πληροφορίες:
α) την ταυτότητα και τα στοιχεία επικοινωνίας του υπευθύνου επεξεργασίας και, κατά περίπτωση, του εκπροσώπου του υπευθύνου επεξεργασίας,
β) τα στοιχεία επικοινωνίας του υπευθύνου προστασίας δεδομένων, κατά περίπτωση,
γ) τους σκοπούς της επεξεργασίας για τους οποίους προορίζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και τη νομική βάση για την επεξεργασία,
δ) εάν η επεξεργασία βασίζεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο στ), τα έννομα συμφέροντα που επιδιώκονται από τον υπεύθυνο επεξεργασίας ή από τρίτο,
ε) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, εάν υπάρχουν,
στ) κατά περίπτωση, την πρόθεση του υπευθύνου επεξεργασίας να διαβιβάσει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό και την ύπαρξη ή την απουσία απόφασης επάρκειας της Επιτροπής ή, όταν πρόκειται για τις διαβιβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 46 ή 47 ή στο άρθρο 49, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, αναφορά στις ενδεδειγμένες ή κατάλληλες εγγυήσεις και τα μέσα για να αποκτηθεί αντίγραφό τους ή στο πού διατέθηκαν.
2. Εκτός από τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, κατά τη λήψη των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων τις εξής επιπλέον πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εξασφάλιση θεμιτής και διαφανούς επεξεργασίας:
α) το χρονικό διάστημα για το οποίο θα αποθηκευτούν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή, όταν αυτό είναι αδύνατο, τα κριτήρια που καθορίζουν το εν λόγω διάστημα,
β) την ύπαρξη δικαιώματος υποβολής αιτήματος στον υπεύθυνο επεξεργασίας για πρόσβαση και διόρθωση ή διαγραφή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή περιορισμό της επεξεργασίας που αφορούν το υποκείμενο των δεδομένων ή δικαιώματος αντίταξης στην επεξεργασία, καθώς και δικαιώματος στη φορητότητα των δεδομένων,
γ) όταν η επεξεργασία βασίζεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α) ή στο άρθρο 9, παράγραφος 2, στοιχείο α), την ύπαρξη του δικαιώματος να ανακαλέσει τη συγκατάθεσή του οποτεδήποτε, χωρίς να θιγεί η νομιμότητα της επεξεργασίας που βασίστηκε στη συγκατάθεση πριν από την ανάκλησή της,
δ) το δικαίωμα υποβολής καταγγελίας σε εποπτική αρχή,
ε) κατά πόσο η παροχή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αποτελεί νομική ή συμβατική υποχρέωση ή απαίτηση για τη σύναψη σύμβασης, καθώς και κατά πόσο το υποκείμενο των δεδομένων υποχρεούται να παρέχει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και ποιες ενδεχόμενες συνέπειες θα είχε η μη παροχή των δεδομένων αυτών,
στ) την ύπαρξη αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένης της κατάρτισης προφίλ, που προβλέπεται στο άρθρο 22, παράγραφοι 1 και 4, και, τουλάχιστον στις περιπτώσεις αυτές, σημαντικές πληροφορίες σχετικά με τη λογική που ακολουθείται, καθώς και τη σημασία και τις προβλεπόμενες συνέπειες της εν λόγω επεξεργασίας για το υποκείμενο των δεδομένων.
3. Όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας προτίθεται να επεξεργαστεί περαιτέρω τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για άλλο σκοπό από εκείνο για τον οποίο τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα συλλέχθηκαν, ο υπεύθυνος επεξεργασίας παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων, πριν από την εν λόγω περαιτέρω επεξεργασία, πληροφορίες για τον σκοπό αυτόν και άλλες τυχόν αναγκαίες πληροφορίες, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2.
4. Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 δεν εφαρμόζονται, όταν και εφόσον το υποκείμενο των δεδομένων έχει ήδη τις πληροφορίες.»
13 Το άρθρο 17 του ΓΚΠΔ επιγράφεται «Δικαίωμα διαγραφής (“δικαίωμα στη λήθη”)» και προβλέπει τα εξής:
«1. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας τη διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται να διαγράψει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, εάν ισχύει ένας από τους ακόλουθους λόγους:
[…]
β) το υποκείμενο των δεδομένων ανακαλεί τη συγκατάθεση επί της οποίας βασίζεται η επεξεργασία σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), ή το άρθρο 9, παράγραφος 2, στοιχείο α), και δεν υπάρχει άλλη νομική βάση για την επεξεργασία,
[…]
δ) τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υποβλήθηκαν σε επεξεργασία παράνομα,
[…]
3. Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν εφαρμόζονται στον βαθμό που η επεξεργασία είναι απαραίτητη:
[…]
ε) για τη θεμελίωση, άσκηση ή υποστήριξη νομικών αξιώσεων.»
14 Το άρθρο 23 του ΓΚΠΔ, με τίτλο «Περιορισμοί», ορίζει τα εξής:
«1. Το δίκαιο της Ένωσης ή του κράτους μέλους στο οποίο υπόκειται ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο εκτελών την επεξεργασία των δεδομένων μπορεί να περιορίζει μέσω νομοθετικού μέτρου το πεδίο εφαρμογής των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων που προβλέπονται στα άρθρα 12 έως 22 και στο άρθρο 34, καθώς και στο άρθρο 5, εφόσον οι διατάξεις του αντιστοιχούν στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 12 έως 22, όταν ένας τέτοιος περιορισμός σέβεται την ουσία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών και συνιστά αναγκαίο και αναλογικό μέτρο σε μια δημοκρατική κοινωνία για τη διασφάλιση:
[…]
ε) άλλων σημαντικών στόχων γενικού δημόσιου συμφέροντος της Ένωσης ή κράτους μέλους […]
στ) της προστασίας της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και των δικαστικών διαδικασιών,
[…]
θ) της προστασίας του υποκειμένου των δεδομένων ή των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων,
ι) της εκτέλεσης αστικών αξιώσεων.
2. Ειδικότερα, κάθε νομοθετικό μέτρο το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 1 περιέχει συγκεκριμένες διατάξεις τουλάχιστον, ανάλογα με την περίπτωση, όσον αφορά:
α) τους σκοπούς της επεξεργασίας ή τις κατηγορίες επεξεργασίας,
β) τις κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα,
γ) το πεδίο εφαρμογής των περιορισμών που επιβλήθηκαν,
δ) τις εγγυήσεις για την πρόληψη καταχρήσεων ή παράνομης πρόσβασης ή διαβίβασης,
ε) την ειδική περιγραφή του υπευθύνου επεξεργασίας ή των κατηγοριών των υπευθύνων επεξεργασίας,
στ) τις περιόδους αποθήκευσης και τις ισχύουσες εγγυήσεις, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, το πεδίο εφαρμογής και τους σκοπούς της επεξεργασίας ή τις κατηγορίες επεξεργασίας,
ζ) τους κινδύνους για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων και
η) το δικαίωμα των υποκειμένων των δεδομένων να ενημερώνονται σχετικά με τον περιορισμό, εκτός εάν αυτό μπορεί να αποβεί επιζήμιο για τους σκοπούς του περιορισμού.»
Το γερμανικό δίκαιο
Ο Θεμελιώδης Νόμος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας
15 Το άρθρο 92, του Grundgesetz für die Bundesrepublik Deutschland (Θεμελιώδους Νόμου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας), της 23ης Μαΐου 1949 (BGBl. 1949 I, σ. 1), ορίζει τα εξής:
«Η δικαστική εξουσία ανατίθεται στους δικαστές· ασκείται από το Bundesverfassungsgericht (Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο, Γερμανία), από τα ομοσπονδιακά δικαστήρια που προβλέπονται στον παρόντα Θεμελιώδη Νόμο και από τα δικαστήρια των ομόσπονδων κρατών.»
Ο κώδικας πολιτικής δικονομίας
16 Το άρθρο 138 του Zivilprozessordnung (κώδικα πολιτικής δικονομίας), ως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, επιγράφεται «Υποχρέωση εξήγησης των πραγματικών περιστατικών· υποχρέωση αληθείας» και ορίζει τα εξής:
«(1) Οι διάδικοι τοποθετούνται επί των περιστάσεων της υπόθεσης με πληρότητα και σύμφωνα με την αλήθεια.
(2) Κάθε διάδικος υποχρεούται να τοποθετείται επί των πραγματικών ισχυρισμών του αντιδίκου του.
(3) Πραγματικοί ισχυρισμοί που δεν αμφισβητούνται ρητώς θεωρούνται ομολογημένοι, εφόσον δεν προκύπτει από άλλους ισχυρισμούς του διαδίκου ότι αυτός είχε την πρόθεση να τους αμφισβητήσει.
(4) Ο διάδικος μπορεί να επικαλεστεί άγνοια μόνο για πράξεις που δεν διέπραξε ο ίδιος και για τις οποίες δεν είχε επίγνωση.»
17 Το άρθρο 286 του Zivilprozessordnung, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων», προβλέπει τα εξής:
«(1) Υπό το πρίσμα του συνόλου των συζητήσεων και των πορισμάτων των αποδείξεων που έχουν ενδεχομένως διεξαχθεί, το δικαστήριο αποφασίζει ελεύθερα, κατά την πεποίθηση που έχει σχηματίσει, αν ένας πραγματικός ισχυρισμός πρέπει να θεωρηθεί αληθής ή ψευδής. Παραθέτει στην απόφασή του τους λόγους που δικαιολογούν την πεποίθησή του.
(2) Το δικαστήριο δεσμεύεται από τους νομικούς κανόνες περί αποδείξεως μόνο στις περιπτώσεις τις οποίες προβλέπει ο παρών κώδικας.»
18 Το άρθρο 355 του Zivilprozessordnung, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αμεσότητα της αποδεικτικής διαδικασίας», έχει ως εξής:
«(1) Η αποδεικτική διαδικασία διεξάγεται ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Μπορεί να ανατεθεί σε μέλος του δικαστηρίου αυτού ή σε άλλο δικαστήριο μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπει ο παρών κώδικας.
(2) Η απόφαση με την οποία διατάσσονται αποδείξεις δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα.»
Ο ομοσπονδιακός νόμος για την προστασία των δεδομένων
19 Το άρθρο 3 του Bundesdatenschutzgesetz (ομοσπονδιακού νόμου για την προστασία των δεδομένων), της 30ής Ιουνίου 2017 (BGBl. 2017 I, σ. 2097), ως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, επιγράφεται «Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από δημόσιες αρχές» και έχει ως εξής:
«Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από δημόσιο φορέα επιτρέπεται εφόσον είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση καθήκοντος που εμπίπτει στην αρμοδιότητα του υπευθύνου επεξεργασίας ή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας που του έχει ανατεθεί.
[…]»
20 Το άρθρο 26 του Bundesdatenschutzgesetz, ως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, επιγράφεται «Επεξεργασία δεδομένων για τους σκοπούς της σχέσης εργασίας» και προβλέπει τα εξής:
«(1) Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των εργαζομένων μπορούν να υποβάλλονται σε επεξεργασία για τους σκοπούς της σχέσης εργασίας, εφόσον τούτο είναι αναγκαίο για τη λήψη απόφασης σχετικά με τη σύναψη σύμβασης εργασίας ή, μετά τη σύναψη της σύμβασης εργασίας, για την εκτέλεσή της ή την καταγγελία της, ή για την άσκηση δικαιωμάτων ή την εκπλήρωση υποχρεώσεων συνδεόμενων αντίστοιχα με την εκπροσώπηση των συμφερόντων των εργαζομένων που απορρέουν από νόμο ή από γενική συλλογική ρύθμιση, από εργασιακή σύμβαση ή από κλαδική σύμβαση (συλλογική σύμβαση). Για τον εντοπισμό ποινικών αδικημάτων, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των εργαζομένων μπορούν να υποβάλλονται σε επεξεργασία υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει υπόνοια, βάσει συγκεκριμένων ενδείξεων οι οποίες πρέπει να στοιχειοθετηθούν, ότι το πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα διέπραξε αδίκημα στο πλαίσιο της σχέσης εργασίας, ότι η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τον εντοπισμό της αξιόποινης πράξης και ότι η επεξεργασία προσκρούει σε υπέρτερο έννομο συμφέρον του/των εργαζόμενου/-ων, και ιδίως ότι η φύση και η έκταση της επεξεργασίας δεν είναι δυσανάλογες σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους πραγματοποιήθηκε.
(2) Όταν η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των εργαζομένων διενεργείται κατόπιν συγκατάθεσης, προκειμένου να αξιολογηθεί κατά πόσον η συγκατάθεση δόθηκε ελεύθερα, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ άλλων, η εξάρτηση του εργαζομένου στο πλαίσιο της σχέσης εργασίας καθώς και οι περιστάσεις υπό τις οποίες δόθηκε η συγκατάθεση. Ο ελεύθερος χαρακτήρας της συγκατάθεσης μπορεί να διαπιστωθεί, μεταξύ άλλων, αν υφίσταται για τον εργαζόμενο νομικό ή οικονομικό πλεονέκτημα ή αν ο εργοδότης και ο εργαζόμενος έχουν συγκλίνοντα συμφέροντα. Η συγκατάθεση πρέπει να παρέχεται γραπτώς ή ηλεκτρονικώς, εκτός εάν ειδικές περιστάσεις επιβάλλουν την παροχή συγκατάθεσης με άλλον τρόπο. Ο εργοδότης υποχρεούται να ενημερώνει εγγράφως τον εργαζόμενο για τον σκοπό της επεξεργασίας των δεδομένων και για το δικαίωμά του να ανακαλέσει τη συγκατάθεσή του, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 3, του [ΓΚΠΔ].
[…]
(5) Ο υπεύθυνος επεξεργασίας πρέπει να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να διασφαλίζει, ιδίως, ότι τηρούνται οι αρχές που καθορίζονται στο άρθρο 5 του [ΓΚΠΔ] και διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
(6) Τα δικαιώματα συμμετοχής των αντιπροσωπευτικών οργανώσεων των εργαζομένων παραμένουν αμετάβλητα.
(7) Οι παράγραφοι 1 έως 6 εφαρμόζονται επίσης όταν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των εργαζομένων, υποβάλλονται σε επεξεργασία χωρίς να περιέχονται ή να προορίζονται να περιληφθούν σε αρχείο.
(8) Ως εργαζόμενοι κατά την έννοια του παρόντος νόμου νοούνται:
1. οι εργαζόμενοι, συμπεριλαμβανομένων των προσωρινώς απασχολουμένων σε σχέση με τον έμμεσο εργοδότη·
[…]».
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
21 Η NTH είναι επιχείρηση θέρμανσης και κλιματισμού, στην οποία εργαζόταν η EM, σύζυγος του διαχειριστή της NTH.
22 Στις 31 Οκτωβρίου 2019 λύθηκε η σχέση εργασίας μεταξύ της NTH και της EM. Στη συνέχεια, και έως τον χωρισμό της με τον διαχειριστή της NTH στις 26 Ιουνίου 2022, η EM εξακολούθησε να έχει πρόσβαση στις εγκαταστάσεις της ΝΤΗ και να χρησιμοποιεί τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της επιχείρησης.
23 Αμέσως μετά τον χωρισμό του ζεύγους, η NTH, ενεργώντας κυρίως μέσω του υπαλλήλου της F., ο οποίος είναι ο υιός του διαχειριστή της και της EM, διαπίστωσε ότι η EM είχε πωλήσει για ίδιο λογαριασμό, μέσω της διαδικτυακής πλατφόρμας πωλήσεων eBay, αγαθά των οποίων την κυριότητα διεκδικεί η NTH και των οποίων η αξία μεταπώλησης ανερχόταν σε 13 217,09 ευρώ. Λαμβανομένης υπόψη της τιμής αγοράς των αγαθών αυτών και του ποσού των διοικητικών εξόδων για την αντικατάστασή τους, το συνολικό ποσό της ζημίας που υπέστη η NTH ανέρχεται σε 46 567,91 ευρώ.
24 Η EM αμφισβητεί ότι πώλησε τα εν λόγω αγαθά εν αγνοία της NTH. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι επρόκειτο κατά κύριο λόγο είτε για αγαθά που επιστράφηκαν από πελάτες είτε για ελαττωματικά ή παρωχημένα αγαθά, τα οποία η NTH δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει και τα οποία, ως εκ τούτου, δεν είχαν πλέον αξία γι’ αυτήν. Η NTH τα παραχώρησε δωρεάν στην EM, η οποία τα πώλησε για να καλύψει τα κοινά οικογενειακά έξοδα με τον διαχειριστή της ΝΤΗ.
25 Το Landesarbeitsgericht Niedersachsen (δευτεροβάθμιο δικαστήριο εργατικών διαφορών Κάτω Σαξονίας, Γερμανία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο, επισημαίνει ότι η NTH πληροφορήθηκε για τις πωλήσεις που πραγματοποίησε η EM αποκτώντας πρόσβαση στον προσωπικό λογαριασμό της στην πλατφόρμα διαδικτυακών πωλήσεων eBay. Προς τούτο, ο υπάλληλος F. χρησιμοποίησε το αναγνωριστικό και το συνθηματικό πρόσβασης της EM στην πλατφόρμα.
26 Όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο ο εν λόγω υπάλληλος έλαβε γνώση του αναγνωριστικού και του συνθηματικού, ο διαχειριστής της NTH ισχυρίζεται ότι ο υπάλληλος F έλαβε πληροφορίες σχετικά με την εκ μέρους της ΕΜ χρήση της πλατφόρμας από το ιστορικό πλοήγησης του υπολογιστή της επιχείρησης που χρησιμοποιούσε η EM και ότι έλαβε γνώση του συνθηματικού εξετάζοντας τον «οικογενειακό φάκελο» που είχε δημιουργηθεί στον διακομιστή της επιχείρησης. Η ΕΜ ισχυρίζεται ότι δεν είχε αποθηκεύσει το συνθηματικό σε ηλεκτρονικά αποθηκευτικά μέσα της NTH. Αντιθέτως, υποστηρίζει ότι ο διαχειριστής της NTH δήλωσε απώλεια του καταχωρισμένου στο όνομα της επιχείρησης κινητού τηλεφώνου που χρησιμοποιούσε η ΕΜ, προκειμένου να ζητήσει νέα κάρτα SIM (Subscriber Identity Module, μονάδα ταυτότητας συνδρομητή) από τον οικείο τηλεφωνικό πάροχο, ούτως ώστε να μπορέσει να χρησιμοποιήσει τον αριθμό τηλεφώνου που συνδέεται με τη συγκεκριμένη συσκευή και να τροποποιήσει τον κωδικό πρόσβασης του προσωπικού λογαριασμού της EM στην πλατφόρμα eBay και να αποκτήσει πρόσβαση στον λογαριασμό αυτόν.
27 Το αιτούν δικαστήριο δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να ήταν παράνομη η συλλογή δεδομένων στην οποία προέβη η NTH, προκειμένου να λάβει γνώση των πωλήσεων που πραγματοποίησε η EM στην πλατφόρμα διαδικτυακών πωλήσεων eBay.
28 Εν πάση περιπτώσει, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι τείνει να δεχθεί ότι τα δεδομένα που συνέλεξε η NTH συνιστούν επεξεργασία δεδομένων, κατά την έννοια του ΓΚΠΔ.
29 Ωστόσο, κατά το αιτούν δικαστήριο, από τη νομολογία του Δικαστηρίου δεν προκύπτει με σαφήνεια, καταρχάς, αν οι κανόνες του γερμανικού δικονομικού δικαίου είναι αρκούντως ακριβείς ώστε να πληρούνται οι απαιτήσεις του ΓΚΠΔ, ιδίως όσον αφορά τα κριτήρια που πρέπει να εφαρμόζονται προκειμένου να καθοριστεί υπό ποιες περιστάσεις απαγορεύεται η χρήση τέτοιων δεδομένων, εν συνεχεία, αν τα γερμανικά δικαστήρια μπορούν, στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής τους αρμοδιότητας, να στηριχθούν στο άρθρο 17, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του ΓΚΠΔ για την επεξεργασία των δεδομένων αυτών και, τέλος, ποια είναι τα κριτήρια βάσει των οποίων πρέπει να εκτιμάται, κατά τρόπο εμπεριστατωμένο, αν είναι επιτρεπτή η επεξεργασία δεδομένων κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, ιδίως όταν, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, ενδέχεται τα δεδομένα να έχουν συλλεγεί παρανόμως από διάδικο.
30 Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, κατά πρώτον, ότι, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του ΓΚΠΔ, η βάση της επεξεργασίας που προβλέπεται στην παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο, στοιχεία γʹ και εʹ, του άρθρου αυτού ορίζεται, ελλείψει διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, από το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο υπόκειται ο υπεύθυνος επεξεργασίας και το οποίο πρέπει να καθορίζει τους σκοπούς της επεξεργασίας, σύμφωνα με την ερμηνεία του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 6, παράγραφος 3, από το εν λόγω δικαστήριο. Επιπλέον, κατά το αιτούν δικαστήριο, από τη νομολογία του Δικαστηρίου που απορρέει από την απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2022, Valsts ieņēmumu dienests (Επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για φορολογικούς σκοπούς) (C‑175/20, EU:C:2022:124, σκέψη 83), προκύπτει ότι, προκειμένου να πληρούται η απαίτηση περί αναλογικότητας, της οποίας ειδική έκφραση αποτελεί το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ, η ρύθμιση στην οποία στηρίζεται η επεξεργασία των δεδομένων πρέπει να προβλέπει σαφείς και ακριβείς κανόνες, οι οποίοι να διέπουν το περιεχόμενο και την εφαρμογή του επίμαχου μέτρου, και να επιβάλλει ορισμένες ελάχιστες απαιτήσεις, ειδικότερα δε πρέπει η εν λόγω ρύθμιση να ορίζει υπό ποιες περιστάσεις και υπό ποιες συνθήκες μπορεί να ληφθεί μέτρο το οποίο προβλέπει την επεξεργασία τέτοιων δεδομένων.
31 Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, συνεπώς, αν το άρθρο 6, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του ΓΚΠΔ έχει την έννοια ότι, όταν ένα δικαστήριο εκδίδει, στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής του αρμοδιότητας, πράξη συνεπαγόμενη επέμβαση στα θεμελιώδη δικαιώματα διαδίκου και προβαίνει σε επεξεργασία δεδομένων συνδεόμενη με αυτήν, αρκεί να είναι η επεξεργασία απαραίτητη για την εκπλήρωση καθήκοντος εκτελούμενου προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας ή αν απαιτείται, λαμβανομένου υπόψη, μεταξύ άλλων, του άρθρου 8, παράγραφος 2, του Χάρτη, να διευκρινίζονται στη νομική βάση της επεξεργασίας οι περιστάσεις και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα δεδομένα που προσκομίζονται από τους διαδίκους μπορούν να χρησιμοποιηθούν από το ως άνω δικαστήριο.
32 Εφόσον το Δικαστήριο αποφανθεί ότι οι δικαστικές πράξεις επεξεργασίας δεδομένων που συνεπάγονται προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων πρέπει να στηρίζονται σε νομικές διατάξεις που να διευκρινίζουν τις εν λόγω περιστάσεις και προϋποθέσεις, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν εθνικοί κανόνες όπως οι επίμαχοι στην υπόθεση της κύριας δίκης πληρούν τις απαιτήσεις του ΓΚΠΔ. Συγκεκριμένα, οι εθνικοί κανόνες δεν περιέχουν ενδείξεις όσον αφορά τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται ή τα κριτήρια που πρέπει να σταθμίζονται προκειμένου να διαπιστωθεί αν το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη τα πραγματικά στοιχεία που επικαλείται ένας διάδικος ή να εξετάσει τις αποδείξεις που αυτός προσκομίζει. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ποιες συνέπειες έχει η απουσία διάταξης που να διέπει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο διάδικος έχει παρανόμως αποκτήσει τα προσωπικά δεδομένα που επικαλείται ή τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο διάδικος στηρίζεται σε αποδεικτικά στοιχεία τα οποία απέκτησε χρησιμοποιώντας παρανόμως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Διερωτάται επίσης ποια επιρροή ασκεί το γεγονός ότι οι κανόνες που διέπουν, στο γερμανικό δίκαιο, τη χρήση τέτοιων δεδομένων έχουν αμιγώς νομολογιακό χαρακτήρα.
33 Κατά δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το Bundesarbeitsgericht (Ομοσπονδιακό Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, Γερμανία) έχει αποφανθεί ότι από το άρθρο 17 του ΓΚΠΔ προκύπτει με σαφήνεια ότι η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από δικαστήριο είναι δυνατή ακόμη και αν αποδειχθεί ότι η συλλογή των δεδομένων από τον διάδικο είτε ενόψει της δίκης είτε εξωδίκως αποδειχθεί παράνομη δυνάμει του ΓΚΠΔ ή της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας περί προστασίας των δεδομένων, και ότι, κατά συνέπεια, δεν συντρέχει λόγος υποβολής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο.
34 Πάντως, και κατά πάγια νομολογία του Bundesarbeitsgericht, το άρθρο 17, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του ΓΚΠΔ προβλέπει μεν εξαίρεση από το δικαίωμα διαγραφής των δεδομένων που υποβλήθηκαν σε παράνομη επεξεργασία, εφόσον η επεξεργασία των δεδομένων αυτών είναι «απαραίτητη» για τη θεμελίωση, την άσκηση ή την υποστήριξη νομικών αξιώσεων, πλην όμως η διάταξη αυτή αφορά μόνον το δικαίωμα διαγραφής.
35 Εν πάση περιπτώσει, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι πρέπει να εξεταστεί αν το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, ή το άρθρο 9, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, του ΓΚΠΔ αποτελούν τη βάση για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στην οποία προβαίνουν τα εθνικά δικαστήρια κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής τους αρμοδιότητας ή αν τα δικαστήρια μπορούν επίσης να στηριχθούν στο άρθρο 17, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του ΓΚΠΔ.
36 Σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφανθεί ότι το άρθρο 17, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του ΓΚΠΔ μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την επεξεργασία που πραγματοποιείται στο πλαίσιο της άσκησης της δικαιοδοτικής αρμοδιότητας των εθνικών δικαστηρίων, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται πώς πρέπει να εφαρμοστεί η διάταξη αυτή και αν συνεπάγεται απαγόρευση της χρήσης των δεδομένων σε περίπτωση, για παράδειγμα, που η αρχική συλλογή των δεδομένων δεν έχει αποκρυβεί και τα δεδομένα έχουν χρησιμοποιηθεί για να αποδειχθεί η εκ προθέσεως παράβαση υποχρέωσης.
37 Τρίτον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς τα ουσιαστικά κριτήρια που πρέπει να διέπουν τη διενέργεια πράξεων επεξεργασίας δεδομένων κατά την άσκηση δικαιοδοτικής αρμοδιότητας.
38 Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, πρώτον, αν, στην περίπτωση δεδομένων που αποκτήθηκαν παρανόμως, αλλά δεν αμφισβητείται η γνησιότητα και η ακρίβεια του περιεχομένου τους, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να προβαίνουν σε έλεγχο αναλογικότητας και σε εμπεριστατωμένη στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων. Διερωτάται επίσης εάν τα εθνικά δικαστήρια πρέπει επίσης να εκτιμήσουν αν η περίπτωση αυτή διαφέρει από εκείνη κατά την οποία ο έτερος διάδικος αμφισβητεί τόσο τον τρόπο συλλογής των δεδομένων, χαρακτηρίζοντάς τον παράνομο, όσο και τη γνησιότητα και/ή την ακρίβεια του περιεχομένου τους.
39 Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η EM είχε παύσει από μακρού να χρησιμοποιεί το σύστημα πληροφορικής της NTH όταν η επιχείρηση προέβη, για τους σκοπούς της κύριας δίκης, στην απόκτηση ορισμένων από τα αποθηκευμένα στο σύστημα αυτό δεδομένα. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του ΓΚΠΔ προβλέπει, κατ’ ουσίαν, ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να διατηρούνται μόνο για χρονικό διάστημα που απαιτείται για τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία. Διερωτάται, ως εκ τούτου, σχετικά με τις συνέπειες που πρέπει να συναχθούν, για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, από το γεγονός ότι τα δεδομένα έχουν συλλεγεί προ πολλού ή έχουν διατηρηθεί επί μακρόν, καθώς και από το ότι, εν τέλει, υφίσταντο συμβατικές υποχρεώσεις διαγραφής οι οποίες δεν τηρήθηκαν.
40 Κατά τρίτον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν αρκεί η επίκληση από διάδικο γενικού συμφέροντος περί αποδείξεως ή αν το δίκαιο της Ένωσης επιβάλλει τη συνεκτίμηση άλλων παραμέτρων, από τις οποίες προκύπτει ότι το συμφέρον περί αποδείξεως χρήζει προστασίας παρά την προσβολή του δικαιώματος του έτερου διαδίκου.
41 Κατά τέταρτον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν ο ενάγων εργοδότης μπορεί να επικαλεστεί, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, το άρθρο 47, παράγραφος 2, του Χάρτη, προκειμένου να δικαιολογήσει τη συλλογή και την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στην οποία προέβη, καθώς και ποιες συνέπειες έχει η μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των υποχρεώσεων ενημέρωσης που υπέχει από το άρθρο 13 του ΓΚΠΔ.
42 Κατά πέμπτον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, με τη σκέψη 55 της απόφασης της 2ας Μαρτίου 2023, Norra Stockholm Bygg (C‑268/21, EU:C:2023:145), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, προκειμένου να ληφθεί υπόψη το άρθρο 5, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ και, ειδικότερα, η αρχή της «ελαχιστοποίησης των δεδομένων» που διατυπώνεται στο στοιχείο γʹ της διάταξης αυτής, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να κρίνει αν η γνωστοποίηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι πρόσφορη και κρίσιμη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκουν οι εφαρμοστέες διατάξεις του εθνικού δικαίου και αν ο σκοπός αυτός μπορεί να επιτευχθεί με τη χρήση λιγότερο παρεμβατικών αποδεικτικών μέσων υπό το πρίσμα της προστασίας των προσωπικών δεδομένων μεγάλου αριθμού τρίτων όπως, για παράδειγμα, η εξέταση επιλεγμένων μαρτύρων. Διερωτάται, επομένως, αν η λύση αυτή μπορεί να εφαρμοστεί εν προκειμένω, όσον αφορά, για παράδειγμα, τα δεδομένα των αγοραστών της διαδικτυακής πλατφόρμας πωλήσεων eBay.
43 Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Landesarbeitsgericht Niedersachsen (δευτεροβάθμιο δικαστήριο εργατικών διαφορών Κάτω Σαξονίας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει, σε περίπτωση αυτοτελούς επεξεργασίας δεδομένων, η οποία διενεργείται κατά την άσκηση δικαιοδοτικής λειτουργίας και εμπίπτει στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, και παράγραφος 3, του ΓΚΠΔ, να θεωρηθεί ότι οι διατάξεις του άρθρου 92 του [Θεμελιώδους Νόμου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας] και των άρθρων 138, 286, 355 επ. του κώδικα πολιτικής δικονομίας [, ως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης,] συνάδουν με την αρχή της σαφούς νομοθετικής πρόβλεψης, η οποία απορρέει από το άρθρο 8, παράγραφος 2, και το άρθρο 52, παράγραφος 1, του [Χάρτη] καθώς και από το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ, όταν η διενεργούμενη κατά την άσκηση δικαιοδοτικής λειτουργίας επεξεργασία συνεπάγεται προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων διαδίκου ή τρίτου;
2) α) Μπορεί εθνικό δικαστήριο να κρίνει ότι δύναται να διενεργήσει την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού ως επί το πλείστον χαρακτήρα βάσει του άρθρου 17, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του ΓΚΠΔ ή αποτελούν τα άρθρα 6 και 9 του ΓΚΠΔ την αποκλειστική νομική βάση για την επεξεργασία δεδομένων που διενεργείται κατά την άσκηση δικαιοδοτικής λειτουργίας;
β) Σε περίπτωση που το άρθρο 17, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του ΓΚΠΔ μπορεί κατ’ αρχήν να αποτελέσει νομική βάση για την επεξεργασία δεδομένων κατά την άσκηση δικαιοδοτικής λειτουργίας:
αα) Ισχύει το ίδιο και στις περιπτώσεις που η αρχική συλλογή των δεδομένων από διάδικο ή από τρίτον δεν πραγματοποιήθηκε νομίμως;
ββ) Συνεπάγεται, σε επίπεδο παραγώγου δικαίου, η εφαρμογή της γενικής αρχής της καλής πίστης (άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ΓΚΠΔ) σε περίπτωση επεξεργασίας δεδομένων που είχαν αρχικώς συλλεγεί κατά μη σύννομο τρόπο, περιορισμό της επεξεργασίας κατά την άσκηση δικαιοδοτικής λειτουργίας υπό την έννοια ότι το άρθρο 17, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του ΓΚΠΔ εφαρμόζεται μόνον υπό ορισμένες προϋποθέσεις ή εντός ορισμένων ορίων;
γγ) Έχει η διάταξη του άρθρου 17, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του ΓΚΠΔ την έννοια ότι η απαγόρευση της χρήσης, κατά την άσκηση δικαιοδοτικής λειτουργίας, δεδομένων των οποίων η αρχική συλλογή δεν ήταν σύννομη ουδέποτε εφαρμόζεται, ήτοι ότι το δικαστήριο έχει πάντα την ευχέρεια να χρησιμοποιήσει τα δεδομένα αυτά, εφόσον η αρχική συλλογή δεδομένων δεν διενεργήθηκε κατά τρόπο συγκεκαλυμμένο και απέβλεπε στην απόδειξη εκ προθέσεως παράβασης καθήκοντος;
3) Ανεξαρτήτως του αν η επεξεργασία δεδομένων κατά την άσκηση δικαιοδοτικής λειτουργίας εμπίπτει στο άρθρο 17, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του ΓΚΠΔ ή στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχεία γʹ και/ή εʹ, και παράγραφος 3, καθώς και στο άρθρο 9 του ΓΚΠΔ ή σε άλλες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης:
α) Συνάγεται από τις ισχύουσες στο δίκαιο της προστασίας δεδομένων αρχές του αναγκαίου χαρακτήρα και της ελαχιστοποίησης των δεδομένων, οι οποίες κατοχυρώνονται στο άρθρο 52, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του [Χάρτη] και στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ΓΚΠΔ, όσον αφορά ειδικότερα την επεξεργασία δεδομένων των οποίων η αρχική συλλογή ή επεξεργασία δεν ήταν σύννομη, η ανάγκη εκτενούς ελέγχου αναλογικότητας και στάθμισης από τα δικαστήρια;
β) Ποιες συνέπειες έχει το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του ΓΚΠΔ, το οποίο προβλέπει ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διατηρούνται μόνο για το χρονικό διάστημα που απαιτείται βάσει του σκοπού τους, στην περίπτωση της μεταγενέστερης επεξεργασίας δεδομένων κατά την άσκηση δικαιοδοτικής λειτουργίας, ιδίως δε όταν:
– η αρχική συλλογή των δεδομένων επιδίωκε άλλους σκοπούς· ή
– η αρχική παράνομη συλλογή δεδομένων πραγματοποιήθηκε πριν από μεγάλο χρονικό διάστημα· ή
– η παράνομη αποθήκευση διατηρήθηκε επί μακρόν· ή
– η παράνομη συλλογή δεδομένων αφορά δεδομένα που αποθηκεύτηκαν, ενδεχομένως παράνομα, πριν από μεγάλο χρονικό διάστημα, ή
– ο φορέας ή το πρόσωπο που επεξεργάστηκε ή συνέλεξε τα δεδομένα δεσμεύεται μονομερώς ή βάσει ατομικής ή συλλογικής σύμβασης εργασίας να διαγράψει τα δεδομένα εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, αλλά δεν έχει προβεί στη διαγραφή;
γ) Απορρέει από το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα από το άρθρο 8 του [Χάρτη] και το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχεία γʹ και/ή εʹ, και παράγραφος 3, καθώς και από το άρθρο 9 του ΓΚΠΔ, ότι το εθνικό δικαστήριο μπορεί να χρησιμοποιεί αποδεικτικά στοιχεία τα οποία έχουν αποκτηθεί κατά τρόπο που ενείχε προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας μόνον εφόσον υφίσταται θεμιτό συμφέρον του φέροντος το βάρος της απόδειξης διαδίκου το οποίο υπερβαίνει το συμφέρον όσον αφορά απλώς και μόνον την απόδειξη ή μήπως δεν απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης σχετικές απαιτήσεις, με αποτέλεσμα να εναπόκειται στην εθνική έννομη τάξη να θεσπίσει σχετικές ρυθμίσεις;
δ) Προκύπτει από το άρθρο 47, παράγραφος 2, του [Χάρτη], το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και, ειδικότερα, το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, βάσει του οποίου οι διάδικοι σε αστική δίκη πρέπει κατ’ αρχήν να είναι σε θέση να αιτιολογήσουν και να αποδείξουν επαρκώς τον εκ μέρους τους επιδιωκόμενο σκοπό έννομης προστασίας, ότι η επεξεργασία, κατά την άσκηση δικαιοδοτικής λειτουργίας, δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του ενάγοντος εργαζομένου, τα οποία έχουν συλλεγεί παρανόμως από τον εργοδότη, μπορεί να κριθεί ακατάλληλη και δυσανάλογη υπό στενή έννοια μόνον αν αποδειχθεί ότι η συλλογή των δεδομένων συνιστά, βάσει του δικαίου της Ένωσης, σοβαρή παράβαση των άρθρων 7 και 8 του [Χάρτη] και ότι η επιβολή άλλων κυρώσεων εις βάρος του εργοδότη (π.χ. αποζημίωση βάσει του άρθρου 82 του ΓΚΠΔ και επιβολή προστίμων βάσει του άρθρου 83) θα ήταν εντελώς ανεπαρκής ή μήπως ο ακατάλληλος και δυσανάλογος χαρακτήρας μπορεί να διαπιστωθεί ήδη σε περίπτωση άλλων, λιγότερο σοβαρών παραβάσεων της νομοθεσίας περί προστασίας των δεδομένων που διαπράχθηκαν κατά την αρχική συλλογή των δεδομένων;
ε) Οφείλει το δικαστήριο, όταν αποφασίζει αν θα χρησιμοποιήσει, κατά την άσκηση του δικαιοδοτικού του έργου, δεδομένα αρχικώς συλλεγέντα από διάδικο ή τρίτο, να λαμβάνει υπόψη αν ο φορέας που συνέλεξε τα δεδομένα έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις παροχής πληροφοριών που υπέχει δυνάμει του άρθρου 13 του ΓΚΠΔ; Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης: υπό ποιες προϋποθέσεις και με ποια κριτήρια πρέπει τούτο να λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο;
στ) Περιλαμβάνει η υποχρέωση του δικαστή να τηρεί τον ΓΚΠΔ και τον Χάρτη κατά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τρίτων; Με ποιον τρόπο επηρεάζει η ενδεχόμενη προσβολή των δικαιωμάτων τρίτων στην προστασία των δεδομένων τους κατά την αρχική συλλογή των δεδομένων τη μεταγενέστερη επεξεργασία των δεδομένων από τον δικαστή κατά την άσκηση του δικαιοδοτικού του έργου σε διαφορά μεταξύ δύο διαδίκων; Μπορεί ένας διάδικος να επικαλεστεί προσβολή δικαιωμάτων που διαπράχθηκε όχι εις βάρος του ιδίου, αλλά εις βάρος τρίτων;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του παραδεκτού
44 Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα που υποβάλλονται από το εθνικό δικαστήριο, εντός του πραγματικού και νομικού πλαισίου το οποίο αυτό προσδιορίζει με δική του ευθύνη και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο, θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή, πλην όμως τα ερωτήματα αυτά είναι απαράδεκτα όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμη όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί [πρβλ. απόφαση της 18ης Ιουνίου 2024, Bundesrepublik Deutschland (Αποτέλεσμα αποφάσεως περί χορηγήσεως του καθεστώτος πρόσφυγα), C‑753/22, EU:C:2024:524, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
45 Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι, με τα προδικαστικά ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει επανειλημμένως στο άρθρο 9 του ΓΚΠΔ, το οποίο αφορά ορισμένες ειδικές κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ήτοι τα δεδομένα που αποκαλύπτουν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις ή τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, καθώς και τα γενετικά και βιομετρικά δεδομένα, στο μέτρο που τα δεδομένα αυτά υποβάλλονται σε επεξεργασία με σκοπό την αδιαμφισβήτητη ταυτοποίηση φυσικού προσώπου ή ακόμη τα δεδομένα που αφορούν την υγεία ή τη σεξουαλική ζωή ή τον γενετήσιο προσανατολισμό φυσικού προσώπου.
46 Δεδομένου, όμως, ότι από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι η διαφορά της κύριας δίκης δεν αφορά τέτοια δεδομένα, τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο πρέπει να θεωρηθούν απαράδεκτα κατά το μέρος που αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 9 του ΓΚΠΔ.
Επί του πρώτου ερωτήματος
47 Επισημαίνεται, καταρχάς, ότι το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα στηρίζεται στην παραδοχή ότι η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από δικαστήριο στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής του αρμοδιότητας μπορεί να στηριχθεί μόνο στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του ΓΚΠΔ, το οποίο αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση καθήκοντος προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας.
48 Ωστόσο, αφενός, επισημαίνεται ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, για την επεξεργασία των δεδομένων ενδέχεται να έχουν εφαρμογή πλείονες εναλλακτικές προϋποθέσεις νομιμότητας.
49 Αφετέρου, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται από δικαστήριο μπορεί να θεωρηθεί απαραίτητη για την εκπλήρωση καθήκοντος προς το δημόσιο συμφέρον ή εμπίπτουσα στην άσκηση δημόσιας εξουσίας, εντούτοις η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στην οποία ενδέχεται να προβεί ένα δικαστήριο, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, εξ αφορμής της προσκομίσεως αποδεικτικών μέσων εκ μέρους των διαδίκων, εμφανίζει την ιδιαιτερότητα ότι είναι, κατ’ αρχήν, απαραίτητη για τη συμμόρφωση με εκ του νόμου υποχρέωση την οποία υπέχει το δικαστήριο, ήτοι της υποχρέωσης να αποφανθεί επί του παραδεκτού των αποδεικτικών στοιχείων και, εφόσον αυτά κριθούν παραδεκτά βάσει των κριτηρίων που προβλέπει συναφώς το εθνικό δίκαιο, να τα λάβει υπόψη του για την έκδοση της αποφάσεώς του.
50 Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο εκτιμά ότι, προκειμένου να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβλήθηκαν στην υπό κρίση υπόθεση πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ και όχι υπό το πρίσμα του άρθρου 6 παράγραφος 1, στοιχείο εʹ.
51 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, και παράγραφος 3, του ΓΚΠΔ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 8, παράγραφος 2, και του άρθρου 52 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία, όσον αφορά τη χρήση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο της εξέτασης των πραγματικών περιστατικών και της διεξαγωγής αποδείξεων από δικαστήριο, προβλέπει απλώς ότι οι διάδικοι οφείλουν να προσκομίζουν αληθή και τεκμηριωμένα πραγματικά στοιχεία και επιβάλλει στο δικαστήριο την υποχρέωση να τα λάβει πλήρως υπόψη, πριν προβεί κατά περίπτωση στην εκτίμηση αυτών, χωρίς η ρύθμιση αυτή να περιλαμβάνει ενδείξεις σχετικά με τις περιστάσεις και τις συνθήκες υπό τις οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν από το εν λόγω δικαστήριο τα προβληθέντα πραγματικά περιστατικά και τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά στοιχεία που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.
52 Πρώτον, υπενθυμίζεται ότι στο παρόν στάδιο εξελίξεως του δικαίου της Ένωσης, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δίκαιο να καθορίσει τους κανόνες σχετικά με το παραδεκτό και την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων (πρβλ. αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 2020, La Quadrature du Net κ.λπ., C‑511/18, C‑512/18 και C‑520/18, EU:C:2020:791, σκέψη 223, και της 5ης Απριλίου 2022, Commissioner of An Garda Síochána κ.λπ., C‑140/20, EU:C:2022:258, σκέψη 127).
53 Εντούτοις, o ΓΚΠΔ εφαρμόζεται, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, σε κάθε «εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε σύστημα αρχειοθέτησης», με την επιφύλαξη ορισμένων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφοι 2 και 3. Δεδομένου, όμως, ότι η επεξεργασία που πραγματοποιείται από δικαστήρια και άλλες δικαστικές αρχές δεν περιλαμβάνεται στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφοι 2 και 3, ο κανονισμός μπορεί, επομένως, να εφαρμοστεί, όπως επιβεβαιώνεται εξάλλου από την αιτιολογική σκέψη 20, σε διαδικασίες επεξεργασίας που πραγματοποιούνται από τα δικαστήρια αυτά και τις άλλες αυτές δικαστικές αρχές.
54 Συναφώς, σύμφωνα με το άρθρο 4, σημείο 2, του ΓΚΠΔ, ως «επεξεργασία» ορίζεται κάθε πράξη ή σειρά πράξεων που πραγματοποιείται με ή χωρίς τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων, σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή σε σύνολα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διάρθρωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η μεταβολή, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η κοινολόγηση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, ο περιορισμός, η διαγραφή ή η καταστροφή.
55 Η χρήση, στο πλαίσιο αυτό, της φράσης «κάθε πράξη» συνεπάγεται ότι ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να προσδώσει ευρύ περιεχόμενο στην έννοια της «επεξεργασίας» (απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2023, Nacionalinis visuomenės sveikatos centras, C‑683/21, EU:C:2023:949, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
56 Βέβαια, για να εμπίπτει η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πεδίο εφαρμογής του ΓΚΠΔ, πρέπει επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, να είναι εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη ή, αν η επεξεργασία δεν είναι αυτοματοποιημένη, θα πρέπει τα σχετικά δεδομένα να περιλαμβάνονται ή να πρόκειται να περιληφθούν σε σύστημα αρχειοθέτησης.
57 Αφενός, η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να θεωρείται εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν συνεπάγεται τη χρήση τεχνικών διαδικασιών χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2003, Lindqvist, C‑101/01, EU:C:2003:596, σκέψη 26).
58 Αφετέρου, σύμφωνα με το άρθρο 4, σημείο 6, του ΓΚΠΔ, ως «σύστημα αρχειοθέτησης» ορίζεται κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι προσβάσιμα με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, είτε το σύνολο αυτό είναι συγκεντρωμένο είτε αποκεντρωμένο είτε κατανεμημένο σε λειτουργική ή γεωγραφική βάση.
59 Ωστόσο, μολονότι η εκτίμηση περί του παραδεκτού των αποδεικτικών μέσων δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ΓΚΠΔ, πρέπει εντούτοις να γίνει δεκτό ότι ένα δικαστήριο προβαίνει σε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του κανονισμού, όταν, μεταξύ άλλων, ενσωματώνει στη δικογραφία έγγραφα που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, στο μέτρο που η δικογραφία συνιστά «σύστημα αρχειοθέτησης» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, και του άρθρου 4, σημείο 6, του ΓΚΠΔ.
60 Ομοίως, όταν τέτοια έγγραφα προσκομίζονται σε δικαστήριο σε άυλη μορφή και το δικαστήριο εξετάζει, εξάγει, αποθηκεύει ή χρησιμοποιεί τα οικεία δεδομένα, προβαίνει σε επεξεργασία κατά την έννοια του ΓΚΠΔ.
61 Ειδικότερα, δεδομένου ότι κάθε διαβίβαση δεδομένων σε υπεύθυνο επεξεργασίας διαφορετικό από τον προηγούμενο συνεπάγεται, αντιστοίχως, πράξη συλλογής από αυτόν [πρβλ. απόφαση της 30ής Απριλίου 2024, La Quadrature du Net κ.λπ. (Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και καταπολέμηση των προσβολών δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας), C‑470/21, EU:C:2024:370, σκέψη 62], πρέπει να γίνει δεκτό ότι το δικαστήριο προβαίνει σε τέτοια πράξη συλλογής όταν συλλέγει, βάσει άυλων εγγράφων που του διαβιβάστηκαν από διάδικο, προσωπικά δεδομένα που περιλαμβάνονται στα έγγραφα αυτά.
62 Εν προκειμένω, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων, ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ΓΚΠΔ είτε διότι τα δεδομένα είναι ή πρόκειται να είναι προσβάσιμα μέσω της δικογραφίας της υπόθεσης, σύμφωνα με συγκεκριμένα κριτήρια, είτε διότι πρόκειται για εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, περίπτωση που συντρέχει, μεταξύ άλλων, όταν τα αποδεικτικά στοιχεία έχουν διαβιβαστεί σε άυλη μορφή και η επεξεργασία συνίσταται στην εξέταση, την εξαγωγή, την αποθήκευση ή τη χρήση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μέσω των αποδεικτικών στοιχείων.
63 Δεύτερον, δέον να επισημανθεί ότι ο κύριος σκοπός τον οποίο επιδιώκει ο ΓΚΠΔ, όπως προκύπτει ιδίως από το άρθρο 1, καθώς και από τις αιτιολογικές σκέψεις 1, 2, 7 και 10 αυτού, συνίσταται στη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των θεμελιωδών ελευθεριών και δικαιωμάτων των φυσικών προσώπων, και ειδικότερα του δικαιώματός τους στην προστασία της ιδιωτικής ζωής έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του Χάρτη και στο άρθρο 16, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Koninklijke Nederlandse Lawn Tennisbond, C‑621/22, EU:C:2024:858, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
64 Σύμφωνα με τον σκοπό αυτόν, για να είναι σύννομη η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ΓΚΠΔ, πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με τις αρχές που διατυπώνονται στο κεφάλαιο II του κανονισμού, καθώς και με σεβασμό των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων που προβλέπονται στο κεφάλαιο III του κανονισμού (πρβλ. απόφαση της 2ας Μαρτίου 2023, Norra Stockholm Bygg, C‑268/21, EU:C:2023:145, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
65 Δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του ΓΚΠΔ, η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του είναι σύννομη μόνον εάν και στον βαθμό που εμπίπτει τουλάχιστον σε μία από τις εναλλακτικές προϋποθέσεις νομιμότητας που προβλέπονται στη διάταξη αυτή [πρβλ. απόφαση της 5ης Ιουνίου 2023, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία και ιδιωτική ζωή των δικαστών), C‑204/21, EU:C:2023:442, σκέψη 335 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
66 Ωστόσο, όσον αφορά επεξεργασία στηριζόμενη στην εναλλακτική προϋπόθεση νομιμότητας του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ, στο άρθρο 6, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του ΓΚΠΔ διευκρινίζεται ότι η βάση της επεξεργασίας πρέπει να καθορίζεται από το δίκαιο της Ένωσης ή από το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο υπόκειται ο υπεύθυνος επεξεργασίας.
67 Επομένως, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του ΓΚΠΔ, εφόσον το δίκαιο της Ένωσης δεν περιέχει ρυθμίσεις σχετικά με την προβολή των πραγματικών περιστατικών και τη διεξαγωγή αποδείξεων ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται βάσει της εν λόγω εναλλακτικής προϋπόθεσης νομιμότητας πρέπει να έχει νομική βάση στο εθνικό δίκαιο (πρβλ. απόφαση της 2ας Μαρτίου 2023, Norra Stockholm Bygg, C‑268/21, EU:C:2023:145, σκέψη 32).
68 Όσον αφορά τη μορφή και το περιεχόμενο που πρέπει να έχει η εν λόγω νομική βάση, υπό την επιφύλαξη των απαιτήσεων που σχετίζονται με την περίπτωση της τρίτης περιόδου του άρθρου 6, παράγραφος 3, του ΓΚΠΔ, η διάταξη αυτή επιτάσσει απλώς, όσον αφορά τις πράξεις επεξεργασίας του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του κανονισμού, η νομική βάση να ορίζει τον σκοπό της επεξεργασίας, να ανταποκρίνεται σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος και να είναι ανάλογη προς τον σκοπό αυτόν.
69 Αντιθέτως, ούτε από το άρθρο 6, παράγραφος 3, ούτε από άλλη διάταξη του ΓΚΠΔ προκύπτει ότι η προβλεπόμενη στο εθνικό δίκαιο νομική βάση πρέπει να ορίζει τον επιδιωκόμενο από αυτήν στόχο, λαμβανομένου υπόψη ότι ο όρος «στόχος» περιλαμβάνει τους γενικούς σκοπούς που επιδιώκονται με τη συγκεκριμένη πράξη επεξεργασίας και ότι ως «σκοποί» νοούνται οι ειδικοί και συγκεκριμένοι σκοποί της πράξης αυτής [πρβλ. απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2025, Policejní prezidium (Αποθήκευση βιομετρικών και γενετικών δεδομένων), C‑57/23, EU:C:2025:905, σκέψη 81].
70 Βεβαίως, ο νομοθέτης κράτους μέλους, θεσπίζοντας νομική βάση που επιτρέπει την επεξεργασία βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ, εφαρμόζει το δίκαιο της Ένωσης και, συνεπώς, μια τέτοια νομική βάση πρέπει να είναι σύμφωνη με τον Χάρτη, όπως ορίζει το άρθρο 51 αυτού.
71 Όπως, όμως, υπογραμμίζει το αιτούν δικαστήριο, από το άρθρο 8, παράγραφος 2, του Χάρτη, το οποίο απλώς απηχεί και εξειδικεύει την επιταγή του άρθρου 52 του Χάρτη, κατά την οποία κάθε περιορισμός στην άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων τα οποία αναγνωρίζονται από τον Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από νόμο [πρβλ. απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2025, Policejní prezidium (Αποθήκευση βιομετρικών και γενετικών δεδομένων), C‑57/23, EU:C:2025:905, σκέψη 51], το Δικαστήριο έχει συναγάγει ότι η νομική βάση που επιτρέπει την επέμβαση στο δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να προσδιορίζει η ίδια την έκταση του περιορισμού που επιβάλλει στην άσκηση του εν λόγω δικαιώματος (πρβλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020, Privacy International, C‑623/17, EU:C:2023:790, σκέψη 65 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
72 Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει κρίνει, όσον αφορά την απαίτηση του άρθρου 52 του Χάρτη, ότι κάθε επέμβαση στο δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να διενεργείται τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, όπερ επιτάσσει κάθε ρύθμιση που συνεπάγεται τέτοια επέμβαση να θεσπίζει σαφείς και ακριβείς κανόνες που να διέπουν την έκταση και την εφαρμογή του επίμαχου μέτρου και να επιβάλλουν ελάχιστες απαιτήσεις, ούτως ώστε τα πρόσωπα των οποίων τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υποβάλλονται σε επεξεργασία να διαθέτουν επαρκείς εγγυήσεις που να καθιστούν δυνατή την αποτελεσματική προστασία των δεδομένων αυτών από τους κινδύνους κατάχρησης, καθώς και από κάθε παράνομη πρόσβαση και χρήση [πρβλ. αποφάσεις της 24ης Φεβρουαρίου 2022, Valsts ieņēmumu dienests (Επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για φορολογικούς σκοπούς), C‑175/20, EU:C:2022:124, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 16ης Νοεμβρίου 2023, Roos κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, C‑458/22 P, EU:C:2023:871, σκέψη 69 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
73 Ειδικότερα, η νομική βάση για την επεξεργασία δεδομένων πρέπει να αναφέρει υπό ποιες περιστάσεις και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να ληφθεί μέτρο που προβλέπει την επεξεργασία των δεδομένων, διασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό ότι η επέμβαση περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο μέτρο (πρβλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, Facebook Ireland και Schrems, C‑311/18, EU:C:2020:559, σκέψη 176 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
74 Εντούτοις, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, έχει κρίνει ότι ο όρος «νόμος» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, του Χάρτη, στη φράση «προβλέπονται από το νόμο», πρέπει να νοείται υπό την ουσιαστική και όχι την τυπική του έννοια (πρβλ. απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2023, Roos κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, C‑458/22 P, EU:C:2023:871, σκέψη 61 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
75 Επιπλέον, κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η έννοια του όρου «νόμος», στη φράση «προβλέπονται από τον νόμο» του άρθρου 8, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ, συνεπάγεται ότι ο όρος αυτός αφορά το ισχύον κείμενο, όπως έχει ερμηνευθεί από τα αρμόδια δικαστήρια (πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 23ης Ιανουαρίου 2025, H. W. κατά Γαλλίας, CE:ECHR:2025:0123JUD001380521, § 65).
76 Εξάλλου, στην αιτιολογική σκέψη 41 του ΓΚΠΔ αναφέρεται ρητώς ότι, όταν ο παρών κανονισμός αναφέρεται σε νομική βάση ή νομοθετικό μέτρο, αυτό δεν προϋποθέτει απαραιτήτως νομοθετική πράξη εγκεκριμένη από κοινοβούλιο, με την επιφύλαξη των απαιτήσεων που απορρέουν από τη συνταγματική τάξη του συγκεκριμένου κράτους μέλους. Ωστόσο, η νομική βάση, ή το νομοθετικό μέτρο, θα πρέπει να είναι διατυπωμένη με σαφήνεια και ακρίβεια και η εφαρμογή της να είναι προβλέψιμη για τα πρόσωπα που υπόκεινται σε αυτήν, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
77 Επομένως, η απαίτηση του άρθρου 6, παράγραφος 3, του ΓΚΠΔ να προβλέπεται νομική βάση για κάθε επεξεργασία στηριζόμενη στις εναλλακτικές προϋποθέσεις νομιμότητας του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχεία γʹ και εʹ, του κανονισμού πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην την ύπαρξη νομοθετικής πράξης, δεδομένου ότι ο όρος «δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο υπόκειται ο υπεύθυνος επεξεργασίας» μπορεί να καλύπτει και την εθνική νομολογία, εφόσον αυτή είναι σαφής και ακριβής και η εφαρμογή της είναι προβλέψιμη για τα υποκείμενα δικαίου (πρβλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2024, HTB Neunte Immobilien Portfolio και Ökorenta Neue Energien Ökostabil IV, C‑17/22 και C‑18/22, EU:C:2024:738, σκέψεις 71 και 72).
78 Επιπλέον, δεδομένου ότι το άρθρο 6, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο του ΓΚΠΔ επιτάσσει η νομική βάση της επεξεργασίας να ανταποκρίνεται σε σκοπό δημόσιου συμφέροντος και να είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο νόμιμο σκοπό, η νομολογία πρέπει επίσης να πληροί τις εν λόγω προϋποθέσεις (πρβλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2024, HTB Neunte Immobilien Portfolio και Ökorenta Neue Energien Ökostabil IV, C‑17/22 και C‑18/22, EU:C:2024:738, σκέψη 73 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
79 Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι οι επίμαχες στην κύρια δίκη νομοθετικές διατάξεις δεν προβλέπουν τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προκειμένου να κριθούν παραδεκτά αποδεικτικά στοιχεία ή πραγματικά περιστατικά που εμπεριέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είχαν προηγουμένως αποτελέσει αντικείμενο παράνομης επεξεργασίας. Εναπόκειται, συνεπώς, στο αιτούν δικαστήριο, προκειμένου να βεβαιωθεί ότι οι διατάξεις αυτές είναι σύμφωνες με τον ΓΚΠΔ, να εξακριβώσει αν αυτές αποτελούν αντικείμενο σαφούς, συγκεκριμένης και προβλέψιμης νομολογίας, η οποία καθορίζει τις περιστάσεις και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα πραγματικά περιστατικά που προβάλλονται και τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται από τους διαδίκους και εμπεριέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να χρησιμοποιηθούν από δικαστήριο, ανταποκρίνεται σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος και είναι ανάλογη προς τον σκοπό αυτόν.
80 Βάσει των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, και παράγραφος 3, του ΓΚΠΔ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 8, παράγραφος 2, και του άρθρου 52 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία, όσον αφορά τη χρήση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο της εξέτασης των πραγματικών περιστατικών και της διεξαγωγής αποδείξεων από δικαστήριο, προβλέπει απλώς ότι οι διάδικοι οφείλουν να προσκομίζουν αληθή και τεκμηριωμένα πραγματικά στοιχεία και επιβάλλει στο δικαστήριο την υποχρέωση να τα λάβει πλήρως υπόψη, πριν προβεί κατά περίπτωση στην εκτίμηση αυτών, χωρίς η ρύθμιση αυτή να περιλαμβάνει ενδείξεις σχετικά με τις περιστάσεις και τις συνθήκες υπό τις οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν από το εν λόγω δικαστήριο τα προβληθέντα πραγματικά περιστατικά και τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά στοιχεία που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει σαφής, συγκεκριμένη και προβλέψιμη εθνική νομολογία, η οποία καθορίζει τις περιστάσεις και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα πραγματικά περιστατικά που προβάλλονται και τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται από τους διαδίκους και περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να χρησιμοποιηθούν από δικαστήριο, ανταποκρίνεται σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος και είναι ανάλογη προς τον σκοπό αυτόν.
Επί του δευτέρου ερωτήματος, στοιχείο αʹ
81 Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, στοιχείο αʹ, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 17, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του ΓΚΠΔ έχει την έννοια ότι προβλέπει εναλλακτική προϋπόθεση νομιμότητας, την οποία μπορεί να πληροί μια πράξη επεξεργασίας δεδομένων προκειμένου να είναι σύμφωνη με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού και η οποία είναι διακριτή από τις προϋποθέσεις νομιμότητας που απαριθμούνται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του ΓΚΠΔ.
82 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ΓΚΠΔ, κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να είναι, μεταξύ άλλων, σύννομη, όπερ συνεπάγεται, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 64 της παρούσας απόφασης, ότι η επεξεργασία πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με τις αρχές που διατυπώνονται στο κεφάλαιο II του κανονισμού, καθώς και με σεβασμό των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων που προβλέπονται στο κεφάλαιο III του κανονισμού.
83 Όσον αφορά τις αρχές αυτές, στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του ΓΚΠΔ απαριθμούνται εξαντλητικώς και περιοριστικώς οι περιπτώσεις στις οποίες η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη. Συγκεκριμένα, για να μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ΓΚΠΔ, η επεξεργασία πρέπει να εμπίπτει σε μία από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο [πρβλ. απόφαση της 4ης Μαΐου 2023, Bundesrepublik Deutschland (Ηλεκτρονική ταχυδρομική θυρίδα δικαστηρίου), C‑60/22, EU:C:2023:373, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
84 Βέβαια, σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του ΓΚΠΔ, το δικαίωμα των υποκειμένων των δεδομένων να ζητούν από τον υπεύθυνο επεξεργασίας τη διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν, όταν, μεταξύ άλλων, όπως προκύπτει από το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού, τα δεδομένα έχουν υποβληθεί σε παράνομη επεξεργασία, δεν έχει εφαρμογή εάν η επεξεργασία των δεδομένων είναι απαραίτητη για τη θεμελίωση, την άσκηση ή την υποστήριξη νομικών αξιώσεων.
85 Εντούτοις, το γεγονός ότι το άρθρο 17, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του ΓΚΠΔ εισάγει εξαίρεση από το δικαίωμα διαγραφής δεν συνεπάγεται ότι η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι θέτει αυτοτελή εναλλακτική προϋπόθεση νομιμότητας, επί της οποίας μπορεί να στηριχθεί η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που είναι αναγκαία για τη διαπίστωση, την άσκηση ή την υποστήριξη νομικών αξιώσεων, ώστε να είναι σύμφωνη με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ΓΚΠΔ. Πράγματι, δεδομένου ότι η απαρίθμηση των εναλλακτικών προϋποθέσεων νομιμότητας στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του ΓΚΠΔ είναι εξαντλητική και περιοριστική, όπως προκύπτει από τη σκέψη 83 της παρούσας απόφασης, η περίπτωση περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 17, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του κανονισμού δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί εναλλακτική προϋπόθεση νομιμότητας.
86 Βάσει των προεκτεθέντων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, στοιχείο αʹ, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 17, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του ΓΚΠΔ, κατ’ ορθή ερμηνεία, δεν προβλέπει εναλλακτική προϋπόθεση νομιμότητας, την οποία μπορεί να πληροί μια πράξη επεξεργασίας δεδομένων προκειμένου να είναι σύμφωνη με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού και η οποία είναι διακριτή από τις προϋποθέσεις νομιμότητας που απαριθμούνται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του ΓΚΠΔ.
Επί του δευτέρου ερωτήματος, στοιχείο βʹ
87 Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο στοιχείο αʹ του δευτέρου ερωτήματος, παρέλκει η απάντηση στο στοιχείο βʹ αυτού.
Επί του τρίτου ερωτήματος, στοιχείο αʹ
88 Εκ προοιμίου, επισημαίνεται ότι η αρχή της «ελαχιστοποίησης των δεδομένων», η οποία αποτελεί το αποκλειστικό αντικείμενο του στοιχείου βʹ του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος, δεν διατυπώνεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ΓΚΠΔ, όπως φαίνεται να θεωρεί το αιτούν δικαστήριο λαμβανομένης υπόψη της διατύπωσης του ερωτήματος, αλλά στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ.
89 Επιπλέον, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται σε εξέταση της αναλογικότητας της σκοπούμενης επεξεργασίας και σε εξαντλητική «στάθμιση» των εμπλεκόμενων συμφερόντων, και διερωτάται αν απαιτείται, δυνάμει του άρθρου 52, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του Χάρτη, να εξακριβώνεται, για κάθε διενεργούμενη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ότι τα δεδομένα που υποβάλλονται σε επεξεργασία καθιστούν δυνατή και είναι απολύτως αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με την επεξεργασία σκοπού, καθώς και αν απαιτείται η σοβαρότητα της επέμβασης στα θεμελιώδη δικαιώματα την οποία συνεπάγεται η συνεκτίμηση τέτοιων δεδομένων για τη διενέργεια της επίμαχης επεξεργασίας να συνδέεται με το συμφέρον που παρουσιάζει για τον υπεύθυνο επεξεργασίας η χρήση των δεδομένων αυτών για τη διενέργεια της επεξεργασίας.
90 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, στοιχείο αʹ, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 52, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι η αρχή της «ελαχιστοποίησης των δεδομένων» επιβάλλει στα δικαστήρια να μεριμνούν για την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας για κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα την οποία διενεργούν, διασφαλίζοντας ότι τα δεδομένα που υποβάλλονται σε επεξεργασία στο πλαίσιο αυτό μπορούν να καταστήσουν δυνατή και είναι απολύτως αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με την επεξεργασία σκοπού και ότι η σοβαρότητα της επέμβασης στα θεμελιώδη δικαιώματα την οποία συνεπάγεται η συνεκτίμηση των δεδομένων αυτών για τη διενέργεια της επίμαχης επεξεργασίας συνδέεται με το συμφέρον που παρουσιάζει για τον υπεύθυνο επεξεργασίας η χρήση των δεδομένων για τη διενέργεια της επεξεργασίας.
91 Αφενός, όπως προκύπτει από το άρθρο 52, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του Χάρτη, για να συνάδουν με την αρχή της αναλογικότητας, οι περιορισμοί οι οποίοι επιβάλλονται στην άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη πρέπει να είναι αναγκαίοι και να ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων.
92 Ειδικότερα, οι εξαιρέσεις από την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και οι περιορισμοί της δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια του απολύτως αναγκαίου, εξυπακουομένου ότι, εφόσον υφίσταται δυνατότητα επιλογής μεταξύ περισσότερων κατάλληλων μέτρων για την επίτευξη των επιδιωκόμενων θεμιτών σκοπών, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές. Επιπλέον, δεν νοείται θεμιτή επιδίωξη σκοπού γενικού συμφέροντος χωρίς να ληφθεί υπόψη ότι πρέπει να επιτευχθεί συμβιβασμός του σκοπού με τα θιγόμενα από το επίμαχο μέτρο θεμελιώδη δικαιώματα μέσω ισόρροπης στάθμισης μεταξύ, αφενός, του σκοπού γενικού συμφέροντος και, αφετέρου, των εν λόγω δικαιωμάτων, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι δυσχέρειες τις οποίες προκαλεί το μέτρο δεν είναι υπέρμετρες σε σχέση με τους επιδιωκόμενους στόχους. Επομένως, κατά την εκτίμηση της δυνατότητας δικαιολόγησης ενός περιορισμού των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η σοβαρότητα της επέμβασης την οποία συνεπάγεται ο περιορισμός και να ελέγχεται αν η σημασία του σκοπού γενικού συμφέροντος που επιδιώκεται με τον περιορισμό τελεί σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα αυτή (απόφαση της 21ης Μαρτίου 2024, Landeshauptstadt Wiesbaden, C‑61/22, EU:C:2024:251, σκέψη 83 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
93 Κατά συνέπεια, η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας επιτάσσει οι επεμβάσεις στα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη να επιβάλλονται μόνον εάν το επίμαχο μέτρο επιδιώκει έναν ή περισσότερους σκοπούς γενικού συμφέροντος που αναγνωρίζονται από την Ένωση και αν είναι πράγματι κατάλληλο για την υλοποίησή τους, δεύτερον, αν οι επακόλουθες επεμβάσεις περιορίζονται στο απολύτως αναγκαίο, υπό την έννοια ότι οι επιδιωκόμενοι σκοποί δεν θα μπορούσαν ευλόγως να επιτευχθούν εξίσου αποτελεσματικά με άλλα μέσα τα οποία θίγουν σε μικρότερο βαθμό τα θεμελιώδη δικαιώματα των ενδιαφερομένων και, τρίτον, αν οι επεμβάσεις αυτές δεν είναι δυσανάλογες σε σχέση με τους σκοπούς, όπερ σημαίνει ότι οι σκοποί πρέπει να σταθμιστούν με τη σοβαρότητα των επεμβάσεων (απόφαση της 21ης Μαρτίου 2024, Landeshauptstadt Wiesbaden, C‑61/22, EU:C:2024:251, σκέψη 84 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
94 Αφετέρου, το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ, προβλέποντας ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία πρέπει να είναι κατάλληλα, και συναφή, και να περιορίζονται στο αναγκαίο μέτρο σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία, θέτει ως προϋπόθεση για την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα την τήρηση της αρχής της «ελαχιστοποίησης των δεδομένων» [πρβλ. απόφαση της 22ας Ιουνίου 2021, Latvijas Republikas Saeima (Βαθμοί ποινής), C‑439/19, EU:C:2021:504, σκέψη 104].
95 Αν όμως η αρχή αυτή αποτελεί «έκφραση» της αρχής της αναλογικότητας (πρβλ. απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2025, Mousse, C‑394/23, EU:C:2025:2, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), τούτο δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι η διάταξη αυτή θέτει αφ’ εαυτής σε εφαρμογή την αρχή της αναλογικότητας και, ως εκ τούτου, τις τρεις προϋποθέσεις που υπομνήσθηκαν στη σκέψη 91 της παρούσας απόφασης.
96 Συναφώς, επισημαίνεται ότι οι απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ και οι οποίες αρκούν για να δικαιολογήσουν τη θέση ότι η διάταξη αυτή συνιστά έκφραση της αρχής της αναλογικότητας είναι ικανές να διασφαλίσουν ότι η επιλογή της χρήσης ορισμένων δεδομένων αντί άλλων πληροί τις δύο πρώτες προϋποθέσεις που απορρέουν από την τήρηση της ίδιας αρχής.
97 Αφενός, από την ίδια την έννοια των όρων «κατάλληλα» και «συναφή» προκύπτει ότι, όταν τα δεδομένα ικανοποιούν τις δύο αυτές απαιτήσεις, αρκούν για την επίτευξη των σκοπών και, κατά μείζονα λόγο, του στόχου της επεξεργασίας. Αφετέρου, λαμβανομένου υπόψη ότι τα δεδομένα πρέπει να περιορίζονται στο αναγκαίο μέτρο σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία, η επεξεργασία τους πρέπει να διενεργείται υπό το πρίσμα του ευρύτερου σκοπού που επιδιώκετο όταν αποφασίστηκε να χρησιμοποιηθούν για τη διενέργεια της επίμαχης επεξεργασίας.
98 Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση που υπομνήσθηκε στη σκέψη 91 της παρούσας απόφασης, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εφόσον πληρούται μία από τις εναλλακτικές προϋποθέσεις νομιμότητας που μνημονεύονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του ΓΚΠΔ, τούτο αρκεί, κατ’ αρχήν, ώστε οι πράξεις επεξεργασίας στις οποίες ενδέχεται να υποβληθούν τα επίμαχα δεδομένα να περιορίζονται σε εκείνες που είναι αναγκαίες για την επίτευξη νόμιμου σκοπού και εξυπηρετούν έννομο συμφέρον υπέρτερο σε σχέση με τη σοβαρότητα της επέμβασης στα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, την οποία συνεπάγονται οι πράξεις επεξεργασίας.
99 Όσον αφορά τις πράξεις επεξεργασίας που εμπίπτουν στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ, ήτοι εκείνες που είναι απαραίτητες για τη συμμόρφωση με έννομη υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας, το άρθρο 6, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού προβλέπει ρητώς ότι το δίκαιο της Ένωσης ή των κρατών μελών που αποτελεί τη νομική βάση για τη διενέργεια των πράξεων αυτών και, ως εκ τούτου, ορίζει την υποχρέωση για την τήρηση της οποίας απαιτείται η διενέργεια των πράξεων επεξεργασίας πρέπει να ανταποκρίνεται σε σκοπό δημόσιου συμφέροντος και να είναι ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο νόμιμο σκοπό.
100 Επομένως, η τελευταία αυτή διάταξη επιτάσσει ρητώς η έννομη υποχρέωση στην οποία υπόκειται ο υπεύθυνος επεξεργασίας και η οποία χρησιμεύει ως βάση για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα να είναι το αποτέλεσμα στάθμισης, κατά τη θέσπιση της συγκεκριμένης νομικής βάσης, μεταξύ, αφενός, των θεμελιωδών δικαιωμάτων στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, και, αφετέρου, των σκοπών που θεμιτώς επιδιώκονται στο πλαίσιο αυτό από το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο των κρατών μελών (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Agentsia po vpisvaniyata, C‑200/23, EU:C:2024:827, σκέψη 124 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
101 Εφόσον, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ, για τις πράξεις επεξεργασίας μπορούν να χρησιμοποιούνται μόνο δεδομένα που είναι κατάλληλα, συναφή και περιορίζονται στο αναγκαίο μέτρο για τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία, όταν η ως άνω έννομη υποχρέωση είναι το αποτέλεσμα τέτοιας στάθμισης, τα δεδομένα που πληρούν τις απαιτήσεις αυτές θα είναι κατ’ ανάγκην μόνον εκείνα των οποίων η επεξεργασία εξυπηρετεί έννομο συμφέρον υπέρτερο σε σχέση με τη σοβαρότητα της επέμβασης στα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, την οποία συνεπάγονται οι πράξεις επεξεργασίας.
102 Όσον αφορά τις πράξεις επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στις οποίες πρέπει να προβεί ένα δικαστήριο κατά την εξέταση των προτεινόμενων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δεδομένου ότι πρόκειται για πράξεις επεξεργασίας αναγκαίες προκειμένου να γίνει σεβαστό το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, διαπιστώνεται ότι, για να συμμορφωθεί με την αρχή της «ελαχιστοποίησης των δεδομένων», το δικαστήριο οφείλει μόνο να εξακριβώσει αν τα δεδομένα που επεξεργάζεται πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ, χωρίς να υπέχει, στο πλαίσιο αυτό, ειδική υποχρέωση, ήτοι υποχρέωση πέραν της προβλεπόμενης στο άρθρο 6, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του ΓΚΠΔ να είναι η νομική βάση που επιβάλλει τις επίμαχες πράξεις επεξεργασίας ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο νόμιμο σκοπό, να προβαίνει επιπλέον σε στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων, ανεξαρτήτως του αν η στάθμιση αυτή είναι εξαντλητική ή όχι.
103 Βάσει των προεκτεθέντων, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα, στοιχείο αʹ, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 52, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι η αρχή της «ελαχιστοποίησης των δεδομένων» δεν επιβάλλει στα δικαστήρια να μεριμνούν για την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας για κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα την οποία διενεργούν, διασφαλίζοντας ότι τα δεδομένα που υποβάλλονται σε επεξεργασία στο πλαίσιο αυτό μπορούν να καταστήσουν δυνατή και είναι απολύτως αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με την επεξεργασία σκοπού και ότι η σοβαρότητα της επέμβασης στα θεμελιώδη δικαιώματα την οποία συνεπάγεται η συνεκτίμηση των δεδομένων αυτών για τη διενέργεια της επεξεργασίας συνδέεται με το συμφέρον που παρουσιάζει για τον υπεύθυνο επεξεργασίας η χρήση των δεδομένων για τη διενέργεια της επεξεργασίας, υπό τον όρο ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ.
Επί του τρίτου ερωτήματος, στοιχεία βʹ, γʹ και δʹ
104 Λαμβανομένων υπόψη των όσων επισημάνθηκαν στη σκέψη 49 της παρούσας απόφασης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, στοιχεία βʹ, γʹ, και δʹ, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, το άρθρο 5, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 3, του ΓΚΠΔ, και η αρχή της «ελαχιστοποίησης των δεδομένων», κατ’ ορθή ερμηνεία, αντιτίθενται στη χρήση από εθνικό δικαστήριο αποδεικτικών στοιχείων τα οποία περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα αποκτηθέντα διά της προσβολής του δικαιώματος προστασίας της ιδιωτικής ζωής και του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εκ μέρους του διαδίκου που προσκόμισε τα στοιχεία αυτά στο δικαστήριο, όταν ο διάδικος δεν έχει άλλο έννομο συμφέρον να προβεί σε τέτοια επεξεργασία πέραν της στοιχειοθετήσεως και μόνον των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται.
105 Συναφώς, υπογραμμίζεται, αφενός, ότι το δικαίωμα στην προστασία της ιδιωτικής ζωής και το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία προβλέπονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, ενδέχεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, να συγκρούονται με το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, όσον αφορά τις πράξεις επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ΓΚΠΔ, πλην όμως ο κανονισμός προβλέπει μηχανισμούς που καθιστούν δυνατή την επίτευξη δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των διακυβευόμενων θεμελιωδών δικαιωμάτων και των συμφερόντων που κατοχυρώνονται σε αυτόν (πρβλ. απόφαση της 17ης Ιουνίου 2021, M.I.C.M., C‑597/19, EU:C:2021:492, σκέψη 112).
106 Ειδικότερα, ο αναλογικός χαρακτήρας των προσβολών που ενδέχεται να υποστούν το δικαίωμα στην προστασία της ιδιωτικής ζωής και το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία προβλέπονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, ως αποτέλεσμα επεξεργασίας εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του ΓΚΠΔ διασφαλίζεται από τη συνδυασμένη εφαρμογή των αρχών που προβλέπονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού και των απαιτήσεων που είναι εγγενείς σε κάθε εναλλακτική προϋπόθεση νομιμότητας που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού, κατά περίπτωση, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 3.
107 Κατά συνέπεια, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις νόμιμης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που ορίζει ο ΓΚΠΔ, θεωρείται ότι η επεξεργασία διενεργείται συμφώνως και προς τις απαιτήσεις των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη [απόφαση της 5ης Ιουνίου 2023, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία και ιδιωτική ζωή των δικαστών), C‑204/21, EU:C:2023:442, σκέψη 332].
108 Αφετέρου, όπως υπογράμμισε κατ’ ουσίαν ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 32 των προτάσεών του, ούτε το άρθρο 5, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ ούτε τα δικαιώματα και οι αρχές που θεσπίζονται με τις διατάξεις των κεφαλαίων II και III του κανονισμού απαγορεύουν γενικώς και απολύτως να έχει μια δημόσια αρχή, όπως ένα δικαστήριο, την ευχέρεια να λαμβάνει υπόψη δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αποτέλεσαν αντικείμενο παράνομης επεξεργασίας, κατά την έννοια του κανονισμού, από τον διάδικο που τα προσκόμισε.
109 Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ΓΚΠΔ θέτει βέβαια ως αρχή ότι η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να είναι όχι μόνον σύννομη και διαφανής, αλλά και θεμιτή.
110 Ωστόσο, από την αιτιολογική σκέψη 39 του κανονισμού προκύπτει ότι ο επιδιωκόμενος από την αρχή περί του θεμιτού χαρακτήρα της επεξεργασίας σκοπός, ο οποίος συμπίπτει με τον επιδιωκόμενο από την αρχή της διαφάνειας, είναι να διασφαλιστεί ότι τα υποκείμενα των δεδομένων γνωρίζουν για την επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων και ότι λαμβάνουν, ως εκ τούτου, τις αναγκαίες πληροφορίες για την άσκηση των δικαιωμάτων τους.
111 Επομένως, η επιρροή που ασκεί το γεγονός ότι τα δεδομένα τα οποία υποβάλλονται σε επεξεργασία αποτέλεσαν προηγουμένως, εκ μέρους του διαδίκου που τα διαβίβασε, αντικείμενο παράνομης επεξεργασίας, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ΓΚΠΔ, εξαρτάται από την εναλλακτική προϋπόθεση νομιμότητας την οποία επικαλείται ο υπεύθυνος επεξεργασίας για να δικαιολογήσει την επεξεργασία. Πράγματι, ορισμένες από τις εναλλακτικές αυτές προϋποθέσεις ενδέχεται να μην έχουν εφαρμογή όσον αφορά τέτοια δεδομένα, λόγω των απαιτήσεων που θέτουν.
112 Συγκεκριμένα, όσον αφορά την εναλλακτική προϋπόθεση νομιμότητας του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο στʹ, του ΓΚΠΔ, το γεγονός ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι ορισμένα δεδομένα που του διαβιβάστηκαν είχαν προηγουμένως συλλεγεί ή αποθηκευθεί παρανόμως αποκλείει το ενδεχόμενο να θεωρηθεί ότι η συλλογή των δεδομένων αυτών, στην οποία προέβη ο υπεύθυνος επεξεργασίας μετά τη διαβίβασή τους, επιδιώκει έννομα συμφέροντα και πληροί, συνεπώς, την εν λόγω εναλλακτική προϋπόθεση νομιμότητας.
113 Επιβάλλεται, ωστόσο, η διαπίστωση ότι η επεξεργασία, από δικαστήριο, δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σχετιζόμενων με τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονται στα προταθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα είναι, κατ’ αρχήν, αναγκαία για την τήρηση νομικής υποχρέωσης που υπέχει το δικαστήριο, ήτοι της υποχρέωσης να αποφανθεί επί του παραδεκτού των εν λόγω αποδεικτικών μέσων και της υποχρέωσης να τα λάβει υπόψη για την έκδοση της απόφασής του, εφόσον τα κρίνει παραδεκτά βάσει των κριτηρίων που προβλέπει συναφώς το εθνικό δίκαιο.
114 Πλην όμως, το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ δεν προβλέπει καμία απαίτηση που να αποκλείει τη δυνατότητα δικαστηρίου να στηριχθεί στην εν λόγω εναλλακτική προϋπόθεση νομιμότητας σε περίπτωση που τα επίμαχα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται σε προταθέντα αποδεικτικά μέσα αποτέλεσαν προηγουμένως αντικείμενο παράνομης επεξεργασίας, κατά την έννοια του κανονισμού, από το πρόσωπο που τα διαβίβασε.
115 Βέβαια, στο άρθρο 6, παράγραφος 3, του ΓΚΠΔ διευκρινίζεται ότι η νομική βάση της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που θεμελιώνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του κανονισμού ορίζεται σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο υπόκειται ο υπεύθυνος επεξεργασίας, ότι η νομική αυτή βάση μπορεί να περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις για την προσαρμογή της εφαρμογής των κανόνων του κανονισμού στις ανάγκες της επεξεργασίας και ότι, εν πάση περιπτώσει, το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο του κράτους μέλους πρέπει να ανταποκρίνεται σε σκοπό δημόσιου συμφέροντος και να είναι ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο νόμιμο σκοπό (πρβλ. απόφαση της 2ας Μαρτίου 2023, Norra Stockholm Bygg, C‑268/21, EU:C:2023:145, σκέψη 31).
116 Όσον αφορά την προϋπόθεση περί αναλογικότητας και τις απαιτήσεις που αυτή επιβάλλει, επισημαίνεται ότι, κατά τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 91 της παρούσας απόφασης, η νομική βάση της επεξεργασίας πρέπει, πρώτον, να καθιστά δυνατή την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού δημοσίου συμφέροντος, δεύτερον, να επιτρέπει μόνον πράξεις επεξεργασίας οι οποίες δεν υπερβαίνουν το απολύτως αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού μέτρο, όπερ προϋποθέτει ότι δεν υφίστανται άλλα μέτρα που να θίγουν σε μικρότερο βαθμό τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων και να καθιστούν δυνατή την εξίσου αποτελεσματική επίτευξη του εν λόγω σκοπού, και, τρίτον, να είναι αναλογική, υπό στενή έννοια, ήτοι, κατόπιν σταθμίσεως του συνόλου των κρίσιμων στοιχείων, να μην επιτρέπει πράξεις επεξεργασίας που συνεπάγονται περιορισμούς στα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων οι οποίοι είναι δυσανάλογοι σε σχέση με τη σημασία που έχει η επίτευξη του ως άνω σκοπού.
117 Το γεγονός, όμως, ότι η νομική υποχρέωση που καθιστά αναγκαία την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονται στα προταθέντα εκ μέρους των διαδίκων αποδεικτικά στοιχεία ισχύει και για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αποκτήθηκαν κατά προσβολή του δικαιώματος προστασίας της ιδιωτικής ζωής και του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τον διάδικο που τα προσκόμισε στο δικαστήριο δεν φαίνεται ικανό να αποκλείσει το ενδεχόμενο η εν λόγω νομική βάση να πληροί τις απαιτήσεις αυτές.
118 Κατ’ αρχάς, όσον αφορά την πρώτη απαίτηση που υπομνήσθηκε στη σκέψη 91 της παρούσας απόφασης, στην περίπτωση της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από δικαστήριο, η νομική υποχρέωση η οποία επιβάλλει στο δικαστήριο αυτό να αποφανθεί επί του παραδεκτού των προταθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων και, εφόσον αυτά κριθούν παραδεκτά, να τα λάβει υπόψη κατά την έκδοση της απόφασής του, πρέπει να θεωρηθεί ότι αφορά σκοπό δημοσίου συμφέροντος, καθόσον άπτεται του σεβασμού θεμελιώδους δικαιώματος, ήτοι του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη.
119 Περαιτέρω, πρέπει ακόμη να γίνει δεκτό ότι η υποχρέωση αυτή καθιστά δυνατή την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού δημοσίου συμφέροντος, καθώς και ότι είναι απολύτως αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού, ακόμη και αν τα επίμαχα δεδομένα έχουν αποκτηθεί παρανόμως. Ειδικότερα, δεδομένου ότι το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη επιτάσσει να αποφανθεί το δικαστήριο επί του παραδεκτού των προταθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων και, εφόσον αυτά κριθούν παραδεκτά, να τα λάβει υπόψη κατά την έκδοση της απόφασής του, κανένα άλλο μέτρο δεν φαίνεται ικανό να καταστήσει δυνατή την επίτευξη του σκοπού αυτού κατά τρόπο εξίσου αποτελεσματικό, όπως η παροχή στα δικαστήρια της δυνατότητας να επεξεργάζονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονται στα προταθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα.
120 Τέλος, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 4 του ΓΚΠΔ, το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι απόλυτο, αλλά πρέπει να συνεκτιμάται σε σχέση με τον ρόλο του στην κοινωνία και να σταθμίζεται, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη (πρβλ. απόφαση της 2ας Μαρτίου 2023, Norra Stockholm Bygg, C‑268/21, EU:C:2023:145, σκέψη 49).
121 Λαμβανομένης υπόψη της ουσιώδους κοινωνικής σημασίας του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, η επιβολή σε δικαστήριο της υποχρέωσης να επεξεργάζεται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονται στην πρόταση αποδεικτικών μέσων των διαδίκων, ακόμη και όταν τα δεδομένα αυτά έχουν αποκτηθεί κατά προσβολή του δικαιώματος προστασίας της ιδιωτικής ζωής και του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, δεν φαίνεται ικανή να θίξει υπέρμετρα τα εν λόγω δικαιώματα, όπως αυτά κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη.
122 Κατά συνέπεια, η υποχρέωση που υπέχει το δικαστήριο, σύμφωνα με το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, να επεξεργάζεται όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονται στα προταθέντα αποδεικτικά μέσα πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 6, παράγραφος 3, του ΓΚΠΔ, τούτο δε ακόμη και αν η υποχρέωση αυτή αφορά δεδομένα αποκτηθέντα κατά προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας και αν ο διάδικος που τα διαβίβασε στο δικαστήριο δεν έχει, όσον αφορά την επεξεργασία των δεδομένων αυτών, έννομο συμφέρον υπέρτερο της στοιχειοθετήσεως και μόνον των περιστατικών που επικαλείται.
123 Τούτου λεχθέντος, στις περιπτώσεις αυτές πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ, να χρησιμοποιούνται μόνο δεδομένα που είναι κατάλληλα, συναφή και αναγκαία για τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία.
124 Συναφώς, όσον αφορά, πρώτον, τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στην οποία προβαίνει ένα δικαστήριο προκειμένου να αποφασίσει για το παραδεκτό των προτεινόμενων αποδεικτικών μέσων και για τη λυσιτέλεια των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται διάδικος υπό το πρίσμα των κανόνων του εφαρμοστέου στον τομέα αυτό εθνικού δικαίου, υπογραμμίζεται ότι το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, όπως αυτό αναγνωρίζεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, συνεπάγεται ότι οι διάδικοι πρέπει να είναι σε θέση να προτείνουν στο δικαστήριο τα αποδεικτικά μέσα που θεωρούν λυσιτελή.
125 Κατά συνέπεια, όσον αφορά τα ένδικα βοηθήματα που αποσκοπούν στη διασφάλιση των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης, το γεγονός ότι, προκειμένου να αποφανθεί επί του παραδεκτού των προτεινόμενων αποδεικτικών μέσων, το δικαστήριο καλείται να επεξεργαστεί δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν συνεπάγεται, κατ’ αρχήν, καμία παραβίαση της αρχής της «ελαχιστοποίησης των δεδομένων», δεδομένου ότι, στο στάδιο αυτό, τα εν λόγω δεδομένα πρέπει να είναι κατάλληλα, συναφή και να περιορίζονται στο αναγκαίο μέτρο, προκειμένου το δικαστήριο να αποφανθεί επί του παραδεκτού των εν λόγω αποδεικτικών μέσων. Το ίδιο ισχύει όσον αφορά τα ένδικα βοηθήματα στο πλαίσιο των οποίων δεν γίνεται επίκληση του δικαίου της Ένωσης, όταν το δίκαιο του οικείου κράτους μέλους αναγνωρίζει υπέρ των διαδίκων δικαίωμα με περιεχόμενο ανάλογο προς το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη.
126 Αντιθέτως, το δικαστήριο, αφού διαπιστώσει ότι έγγραφα που περιέχουν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που του διαβιβάστηκαν είναι παραδεκτά υπό το πρίσμα των κανόνων που προβλέπει συναφώς το εθνικό δίκαιο, οφείλει, πριν τα συμπεριλάβει στη δικογραφία, να εξετάσει αν τα εν λόγω δεδομένα περιορίζονται σε εκείνα που είναι αναγκαία για τους επιδιωκόμενους σκοπούς, ήτοι, αν πρόκειται για δεδομένα που παρέχουν στο δικαστήριο τη δυνατότητα να εκδώσει απόφαση με την πληρέστερη δυνατή τεκμηρίωση υπό το πρίσμα των περιστάσεων της υπόθεσης και να συμμορφωθεί προς την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως ή αν πρέπει να λάβει ορισμένα μέτρα για τη μείωση του αριθμού των σχετικών δεδομένων, όπως είναι η μερική ή η πλήρης ανωνυμοποίηση των οικείων εγγράφων, χωρίς ωστόσο να θίγονται τα δικαιώματα των λοιπών διαδίκων.
127 Τούτων λεχθέντων, το γεγονός ότι τα οικεία δεδομένα αποκτήθηκαν κατά προσβολή του δικαιώματος προστασίας της ιδιωτικής ζωής και του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, δεν είναι αφ’ εαυτού καθοριστικό, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ, απαιτείται τα δεδομένα αυτά να είναι κατάλληλα, συναφή και να περιορίζονται στο μέτρο που είναι αναγκαίο υπό το πρίσμα των επιδιωκόμενων σκοπών.
128 Όσον αφορά, δεύτερον, τα δεδομένα που υποβάλλονται σε πράξεις επεξεργασίας από δικαστήριο για την απόφαση που θα εκδώσει, λαμβανομένου υπόψη του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, όλα τα δεδομένα που έχουν περιληφθεί σε έγγραφα τα οποία κρίθηκαν παραδεκτά και προστέθηκαν στη δικογραφία πρέπει, κατ’ αρχήν, να θεωρούνται κατάλληλα, συναφή και περιοριζόμενα στο αναγκαίο μέτρο υπό το πρίσμα του σκοπού των ως άνω πράξεων επεξεργασίας, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων προκειμένου, μεταξύ άλλων, να εκτιμήσει τη λυσιτέλειά τους.
129 Τρίτον και τελευταίον, όσον αφορά τη γνωστοποίηση των ως άνω δεδομένων από το δικαστήριο συνεπεία της επίδοσης ή της δημοσίευσης της απόφασής του, για την επεξεργασία αυτή απαιτείται, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα δεδομένα περιορίζονται στο αναγκαίο μέτρο υπό το πρίσμα των σκοπών της επεξεργασίας, να λάβει υπόψη του το δικαστήριο όχι μόνον την ανάγκη να καταστεί δυνατή η εκτέλεση της απόφασης, η ενημέρωση των τρίτων τους οποίους ενδεχομένως αφορούν τα επίμαχα πραγματικά περιστατικά και η προστασία των ιδιωτών από τις παρεκτροπές που συνεπάγεται η εν κρυπτώ απονομή της δικαιοσύνης (πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 2ας Ιουνίου 2022, Straume κατά Λετονίας, CE:ECHR:2022:0602JUD005940214, § 124), αλλά και το ενδεχόμενο λήψης ορισμένων μέτρων, όπως η ανωνυμοποίηση ή η ψευδωνυμοποίηση των δεδομένων, προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί η προσβολή του δικαιώματος προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που ενδέχεται να συνεπάγεται η γνωστοποίηση των επίμαχων δεδομένων.
130 Βάσει των προεκτεθέντων, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα, στοιχεία βʹ, γʹ, και δʹ πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, το άρθρο 5, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 3, του ΓΚΠΔ, και η αρχή της «ελαχιστοποίησης των δεδομένων», κατ’ ορθή ερμηνεία, δεν αντιτίθενται στη χρήση από εθνικό δικαστήριο αποδεικτικών στοιχείων τα οποία περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα αποκτηθέντα διά της προσβολής του δικαιώματος προστασίας της ιδιωτικής ζωής και του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εκ μέρους του διαδίκου που προσκόμισε τα στοιχεία αυτά στο δικαστήριο, όταν ο διάδικος δεν έχει άλλο έννομο συμφέρον να προβεί σε τέτοια επεξεργασία πέραν της στοιχειοθετήσεως και μόνον των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται. Αντιθέτως, πριν προβεί στη γνωστοποίηση των δεδομένων αυτών στους διαδίκους ή σε τρίτους, το δικαστήριο οφείλει να εξακριβώσει ότι τα δεδομένα αυτά περιορίζονται στο αναγκαίο μέτρο σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους πραγματοποιείται η γνωστοποίηση και, κατά περίπτωση, να λάβει ορισμένα μέτρα προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί η προσβολή του δικαιώματος προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που ενδέχεται να συνεπάγεται η γνωστοποίηση των επίμαχων δεδομένων.
Επί του τρίτου ερωτήματος, στοιχείο εʹ
131 Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, στοιχείο εʹ, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 2, του ΓΚΠΔ έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει σε εθνικό δικαστήριο να χρησιμοποιεί, κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής του αρμοδιότητας, δεδομένα που συλλέγονται από πρόσωπο το οποίο δεν έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις ενημέρωσης που υπέχει από τη διάταξη αυτή.
132 Συναφώς, από το άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 2, του ΓΚΠΔ προκύπτει ότι, όταν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν το υποκείμενο των δεδομένων συλλέγονται από το υποκείμενο των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας του παρέχει, κατά τον χρόνο λήψης των δεδομένων, τις πληροφορίες που απαριθμούνται στις εν λόγω παραγράφους.
133 Δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αποτελεί μέρος του κεφαλαίου III του ΓΚΠΔ, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι παράγραφοι 1 και 2 ορίζουν τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προκειμένου η συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα να είναι σύννομη.
134 Κατά τα λοιπά, η υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 13 συνδέεται με την εκπλήρωση της απαίτησης η οποία απορρέει από το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ΓΚΠΔ, που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο II του κανονισμού, και η οποία πρέπει επίσης να τηρείται και επιβάλλει κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα να είναι θεμιτή και διαφανής.
135 Εντούτοις, χωρίς να απαιτείται να καθοριστεί αν, προκειμένου να διαφυλαχθεί η πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 17, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του ΓΚΠΔ, η διάταξη αυτή έχει την έννοια ότι το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος διάδικος συνέλεξε τα επίμαχα δεδομένα χωρίς να συμμορφωθεί προς την υποχρέωση αυτή δεν συνεπάγεται ότι η επεξεργασία που συνίσταται στη διαβίβαση αποδεικτικών στοιχείων που περιέχουν τα δεδομένα αυτά σε δικαστήριο πρέπει να θεωρηθεί παράνομη, υπενθυμίζεται ότι, όπως διαπιστώθηκε με τη σκέψη 108 της παρούσας απόφασης, ούτε το άρθρο 5 παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ ούτε κανένα από τα λοιπά δικαιώματα και αρχές που προβλέπονται στα κεφάλαια II και III του κανονισμού αυτού απαγορεύουν γενικώς και απολύτως στον υπεύθυνο επεξεργασίας να λαμβάνει υπόψη δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία υποβλήθηκαν προηγουμένως, από το πρόσωπο που του τα διαβίβασε, σε παράνομη επεξεργασία, κατά την έννοια του ΓΚΠΔ.
136 Κατά συνέπεια, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα, στοιχείο εʹ πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 2, του ΓΚΠΔ έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει σε εθνικό δικαστήριο να χρησιμοποιεί, κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής του αρμοδιότητας, δεδομένα που συλλέγονται από πρόσωπο το οποίο δεν έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις ενημέρωσης που υπέχει από τη διάταξη αυτή.
Επί του τρίτου ερωτήματος, στοιχείο στʹ
137 Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, στοιχείο στʹ, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν ο ΓΚΠΔ έχει την έννοια ότι ένα δικαστήριο οφείλει, στο πλαίσιο της άσκησης της δικαιοδοτικής του αρμοδιότητας, να μεριμνά για την τήρηση του κανονισμού όταν επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν τρίτους σε σχέση με εκκρεμή ενώπιόν του διαδικασία και αν το δίκαιο της Ένωσης απαιτεί να μπορεί ένας εκ των μετεχόντων στη διαδικασία να επικαλεστεί ότι τα δεδομένα αυτά συνελέγησαν ή αποθηκεύθηκαν παρανόμως, κατά την έννοια του κανονισμού, από τον αντίδικο κατά προσβολή των δικαιωμάτων που οι τρίτοι αντλούν από τον κανονισμό.
138 Συναφώς, από το άρθρο 288 ΣΛΕΕ προκύπτει ότι ο κανονισμός έχει γενική ισχύ, είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
139 Δεδομένου ότι οι αρχές που διατυπώνονται στο κεφάλαιο II του ΓΚΠΔ εφαρμόζονται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εκτίμηση σχετική με τη δικονομική κατάσταση των υποκειμένων των δεδομένων ή από το ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας είναι δικαστήριο, ο κανονισμός, σε συνδυασμό με το άρθρο 288 ΣΛΕΕ, έχει την έννοια ότι ένα δικαστήριο υποχρεούται, στο πλαίσιο της άσκησης της δικαιοδοτικής του αρμοδιότητας, να τηρεί τον κανονισμό όταν επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν τρίτους σε σχέση με τη διαδικασία που εκκρεμεί ενώπιόν του.
140 Αντιθέτως, όσον αφορά το ζήτημα αν ένας διάδικος μπορεί να επικαλεστεί παρανομία διαπραχθείσα εις βάρος τρίτου, το ζήτημα αυτό εμπίπτει, ελλείψει σχετικής διατάξεως στο δίκαιο της Ένωσης, στη δικονομική αυτονομία των κρατών μελών.
141 Βέβαια, όσον αφορά τα ένδικα βοηθήματα που αποσκοπούν στη διασφάλιση των δικαιωμάτων που οι ιδιώτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης, δυνάμει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας, η οποία εφαρμόζεται ελλείψει διατάξεως του δικαίου της Ένωσης, οι δικονομικοί κανόνες για τα ένδικα βοηθήματα αυτά δεν πρέπει να είναι ούτε λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που διέπουν παρόμοιες καταστάσεις υπαγόμενες στο εσωτερικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε ικανοί να καταστήσουν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει το δίκαιο της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) (πρβλ. αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 2020, La Quadrature du Net κ.λπ., C‑511/18, C‑512/18 και C‑520/18, EU:C:2020:791, σκέψη 223 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
142 Εξάλλου, οι δικονομικοί κανόνες πρέπει επίσης να συνάδουν με το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, ο οποίος έχει εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 51 αυτού, σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες τα κράτη μέλη εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης.
143 Επιβάλλεται, εντούτοις, η διαπίστωση ότι ούτε η αρχή της αποτελεσματικότητας ούτε το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη επιβάλλουν, κατ’ αρχήν, να αναγνωρίζεται στους διαδίκους ένδικης διαδικασίας η δυνατότητα να επικαλεστούν παράβαση του ΓΚΠΔ διαπραχθείσα εις βάρος τρίτων στη διαδικασία αυτή.
144 Κατά συνέπεια, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα, στοιχείο στʹ, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο ΓΚΠΔ έχει την έννοια ότι ένα δικαστήριο οφείλει, στο πλαίσιο της άσκησης της δικαιοδοτικής του αρμοδιότητας, να μεριμνά για την τήρηση του κανονισμού όταν επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν τρίτους σε σχέση με ένδικη διαδικασία. Το δίκαιο της Ένωσης δεν απαιτεί να έχουν οι διάδικοι τη δυνατότητα να επικαλεστούν ότι τα δεδομένα αυτά συνελέγησαν ή αποθηκεύθηκαν παρανόμως, κατά την έννοια του κανονισμού, από τον αντίδικο, κατά προσβολή των δικαιωμάτων που οι τρίτοι αυτοί αντλούν από τον κανονισμό.
Επί των δικαστικών εξόδων
145 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, και παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων), ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 8, παράγραφος 2, και του άρθρου 52 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
έχει την έννοια ότι:
δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία, όσον αφορά τη χρήση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο της εξέτασης των πραγματικών περιστατικών και της διεξαγωγής αποδείξεων από δικαστήριο, προβλέπει απλώς ότι οι διάδικοι οφείλουν να προσκομίζουν αληθή και τεκμηριωμένα πραγματικά στοιχεία και επιβάλλει στο δικαστήριο την υποχρέωση να τα λάβει πλήρως υπόψη, πριν προβεί κατά περίπτωση στην εκτίμηση αυτών, χωρίς η ρύθμιση αυτή να περιλαμβάνει ενδείξεις σχετικά με τις περιστάσεις και τις συνθήκες υπό τις οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν από το εν λόγω δικαστήριο τα προβληθέντα πραγματικά περιστατικά και τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά στοιχεία που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει σαφής, συγκεκριμένη και προβλέψιμη εθνική νομολογία, η οποία καθορίζει τις περιστάσεις και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα πραγματικά περιστατικά που προβάλλονται και τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται από τους διαδίκους και περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να χρησιμοποιηθούν από δικαστήριο, ανταποκρίνεται σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος και είναι ανάλογη προς τον σκοπό αυτόν.
2) Το άρθρο 17, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 2016/679,
κατ’ ορθή ερμηνεία:
δεν προβλέπει εναλλακτική προϋπόθεση νομιμότητας, την οποία μπορεί να πληροί μια πράξη επεξεργασίας δεδομένων προκειμένου να είναι σύμφωνη με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού και η οποία είναι διακριτή από τις προϋποθέσεις νομιμότητας που απαριθμούνται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού.
3) Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2016/679, σε συνδυασμό με το άρθρο 52, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων,
έχει την έννοια ότι:
η αρχή της «ελαχιστοποίησης των δεδομένων» δεν επιβάλλει στα δικαστήρια να μεριμνούν για την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας για κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα την οποία διενεργούν, διασφαλίζοντας ότι τα δεδομένα που υποβάλλονται σε επεξεργασία στο πλαίσιο αυτό μπορούν να καταστήσουν δυνατή και είναι απολύτως αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με την επεξεργασία σκοπού και ότι η σοβαρότητα της επέμβασης στα θεμελιώδη δικαιώματα την οποία συνεπάγεται η συνεκτίμηση των δεδομένων αυτών για τη διενέργεια της επεξεργασίας συνδέεται με το συμφέρον που παρουσιάζει για τον υπεύθυνο επεξεργασίας η χρήση των δεδομένων για τη διενέργεια της επεξεργασίας, υπό τον όρο ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2016/679.
4) Τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/679, το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του κανονισμού αυτού, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού, και η αρχή της «ελαχιστοποίησης των δεδομένων»,
κατ’ ορθή ερμηνεία,
δεν αντιτίθενται στη χρήση από εθνικό δικαστήριο αποδεικτικών στοιχείων τα οποία περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα αποκτηθέντα διά της προσβολής του δικαιώματος προστασίας της ιδιωτικής ζωής και του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εκ μέρους του διαδίκου που προσκόμισε τα στοιχεία αυτά στο δικαστήριο, όταν ο διάδικος δεν έχει άλλο έννομο συμφέρον να προβεί σε τέτοια επεξεργασία πέραν της στοιχειοθετήσεως και μόνον των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται. Αντιθέτως, πριν προβεί στη γνωστοποίηση των δεδομένων αυτών στους διαδίκους ή σε τρίτους, το δικαστήριο οφείλει να εξακριβώσει ότι τα δεδομένα αυτά περιορίζονται στο αναγκαίο μέτρο σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους πραγματοποιείται η γνωστοποίηση και, κατά περίπτωση, να λάβει ορισμένα μέτρα προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί η προσβολή του δικαιώματος προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που ενδέχεται να συνεπάγεται η γνωστοποίηση των επίμαχων δεδομένων.
5) Το άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2016/679
έχει την έννοια ότι:
δεν απαγορεύει σε εθνικό δικαστήριο να χρησιμοποιεί, κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής του αρμοδιότητας, δεδομένα που συλλέγονται από πρόσωπο το οποίο δεν έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις ενημέρωσης που υπέχει από τη διάταξη αυτή.
6) O κανονισμός 2016/679
έχει την έννοια ότι:
ένα δικαστήριο οφείλει, στο πλαίσιο της άσκησης της δικαιοδοτικής του αρμοδιότητας, να μεριμνά για την τήρηση του κανονισμού όταν επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν τρίτους σε σχέση με ένδικη διαδικασία. Το δίκαιο της Ένωσης δεν απαιτεί να έχουν οι διάδικοι τη δυνατότητα να επικαλεστούν ότι τα δεδομένα αυτά συνελέγησαν ή αποθηκεύθηκαν παρανόμως, κατά την έννοια του κανονισμού, από τον αντίδικο, κατά προσβολή των δικαιωμάτων που οι τρίτοι αυτοί αντλούν από τον κανονισμό.
(υπογραφές)
