Δικαστικό μπλόκο στις αξιώσεις των συγγενών για το πολύνεκρο δυστύχημα του 2004: Η αόρατη αιτία της πτώσης, το «κενό» στις αποδείξεις και τα όρια της κρατικής ευθύνης
Η απόφαση 425/2026 του Συμβουλίου της Επικρατείας επαναφέρει στο προσκήνιο μία από τις πιο βαριές και πολυσυζητημένες αεροπορικές τραγωδίες των τελευταίων δεκαετιών, την πτώση του στρατιωτικού ελικοπτέρου CHINOOK στη θαλάσσια περιοχή της Χαλκιδικής τον Σεπτέμβριο του 2004. Μια υπόθεση που, πέρα από το τραγικό ανθρώπινο αποτύπωμά της, εξελίχθηκε σε πολυετή δικαστική διαμάχη γύρω από τα όρια της κρατικής ευθύνης, την απόδειξη της αιτιώδους συνάφειας και το ερώτημα αν οι συγγενείς των θυμάτων μπορούσαν να αξιώσουν αποζημίωση από το Ελληνικό Δημόσιο.
Το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο κλήθηκε να κρίνει αν ο θάνατος του συγκυβερνήτη του μοιραίου ελικοπτέρου μπορούσε να αποδοθεί νομικά σε παράνομες πράξεις ή παραλείψεις κρατικών οργάνων. Οι οικείοι του υποστήριξαν ότι η πτώση δεν ήταν ένα μεμονωμένο και ανεξήγητο ατύχημα, αλλά το αποτέλεσμα σωρευτικών αδυναμιών στη συντήρηση, στην οργάνωση της πτήσης, στην επιχειρησιακή εποπτεία και στην εκπαίδευση. Το ΣτΕ, ωστόσο, κατέληξε ότι άλλο είναι η υπόνοια ή ακόμη και η διαπίστωση επιμέρους πλημμελειών και άλλο η δικαστικά επαρκής απόδειξη ότι αυτές προκάλεσαν το δυστύχημα. Και ακριβώς εκεί κρίθηκε η υπόθεση.
Το χρονικό της μοιραίας πτήσης
Η υπόθεση ξεκινά στις 11 Σεπτεμβρίου 2004, όταν στρατιωτικό ελικόπτερο τύπου CH-47D CHINOOK, διαμορφωμένο για μεταφορά προσώπων υψηλής σημασίας, εκτελούσε πτήση από την Αθήνα προς το Άγιο Όρος. Στο ελικόπτερο επέβαιναν, μεταξύ άλλων, ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Πέτρος Ζ΄ και μέλη της συνοδείας του, ενώ στο πιλοτήριο βρισκόταν το στρατιωτικό πλήρωμα.
Η πτήση απογειώθηκε από το στρατόπεδο Σακέτα στον Καρέα Αττικής στις 09:38, με προορισμό τις Καρυές του Αγίου Όρους. Κατά τη διαδρομή, το πλήρωμα επικοινωνούσε κανονικά με τις αρμόδιες υπηρεσίες ελέγχου και τίποτε, τουλάχιστον στα πρώτα στάδια, δεν προμήνυε την καταστροφή. Η τελευταία καταγεγραμμένη επικοινωνία έγινε στις 10:53:08, όταν ζητήθηκε άδεια ανόδου από τα 3.100 στα 4.500 πόδια. Λίγο αργότερα, το ελικόπτερο εξαφανίστηκε από τα ραντάρ.
Τα συντρίμμια και οι σοροί εντοπίστηκαν στη θαλάσσια περιοχή νότια του Αγίου Όρους. Η πτώση ήταν βίαιη και τα δεδομένα που προέκυψαν από την έρευνα έδειξαν μια απότομη και ανεξέλεγκτη εξέλιξη, με ισχυρές ταλαντώσεις, απώλεια ελέγχου, θραύση τμημάτων και τελική συντριβή. Παρά τις τεχνικές εκθέσεις και την ανάλυση των στοιχείων, η ακριβής γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος δεν κατέστη δυνατό να προσδιοριστεί με πλήρη βεβαιότητα. Αυτή η αβεβαιότητα θα αποδεικνυόταν αργότερα καθοριστική και στο δικαστικό πεδίο.
Οι συγγενείς είπαν: «Το δυστύχημα δεν ήταν τυχαίο»
Οι συγγενείς του συγκυβερνήτη προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη ζητώντας αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, επιμένοντας ότι το δυστύχημα δεν ήταν μια απλή ατυχής συγκυρία. Κατά την άποψή τους, η πτώση του CHINOOK ήταν το τελικό αποτέλεσμα μιας αλληλουχίας παραλείψεων και αστοχιών που βάρυναν το Ελληνικό Δημόσιο και τα αρμόδια στρατιωτικά όργανα.
Στο δικόγραφο και στην επιχειρηματολογία τους, οι ενάγοντες προέβαλαν ότι υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις για προβλήματα τόσο στη συντήρηση και στην τεχνική παρακολούθηση του ελικοπτέρου όσο και στην προετοιμασία της συγκεκριμένης πτήσης. Έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση σε ζητήματα που αφορούσαν το υδραυλικό σύστημα, το σύστημα AFCS, το επίπεδο της επιχειρησιακής ετοιμότητας, την εκπαίδευση του πληρώματος, αλλά και την υπηρεσιακή κατάσταση του συγκυβερνήτη. Κατά τους ίδιους, το γεγονός ότι ο συγκυβερνήτης δεν διέθετε σε ισχύ δελτίο υγειονομικής εξέτασης ιπταμένου και δεν είχε υποβληθεί στις προβλεπόμενες διαδικασίες αξιολόγησης εντός του έτους δεν μπορούσε να θεωρηθεί μια αμελητέα τυπική παράβαση, αλλά στοιχείο που αποτύπωνε ευρύτερη χαλάρωση των κανόνων ασφαλείας.
Παράλληλα, οι συγγενείς υποστήριξαν ότι σε υποθέσεις όπως αυτή, όπου το κρίσιμο αποδεικτικό υλικό βρίσκεται ουσιαστικά στη σφαίρα ελέγχου του κράτους, το Δημόσιο δεν μπορεί να επωφελείται από την αδυναμία πλήρους ανασύστασης των πραγματικών περιστατικών. Με άλλα λόγια, προσπάθησαν να πείσουν το δικαστήριο ότι η αδυναμία εξακρίβωσης της ακριβούς τεχνικής αιτίας της πτώσης δεν θα έπρεπε να λειτουργήσει εις βάρος των θυμάτων και των οικογενειών τους, αλλά να ληφθεί υπόψη ως ένδειξη υπέρ της ευθύνης του Δημοσίου.
Η απάντηση του Δημοσίου: «Δεν αποδείχθηκε ότι οι πλημμέλειες προκάλεσαν την πτώση»
Από την πλευρά του, το Ελληνικό Δημόσιο αντέτεινε ότι δεν αρκεί να εντοπίζονται αποσπασματικά προβλήματα ή παρατυπίες για να στοιχειοθετηθεί αποζημιωτική ευθύνη. Υποστήριξε ότι το ουσιώδες ζήτημα ήταν αν αποδείχθηκε πως οι επικαλούμενες παραλείψεις υπήρξαν η πραγματική και νομικά κρίσιμη αιτία της συντριβής, κάτι που, σύμφωνα με τη θέση του, δεν συνέβη.
Το Δημόσιο πρόβαλε ότι είχαν διενεργηθεί οι προβλεπόμενοι έλεγχοι, ότι δεν αποδείχθηκε συγκεκριμένη κρίσιμη δυσλειτουργία που να οδήγησε με βεβαιότητα στο μοιραίο αποτέλεσμα και ότι ακόμη και τα ζητήματα που επισημάνθηκαν ως προς τον συγκυβερνήτη ή την κατάσταση του ελικοπτέρου δεν τεκμηρίωναν επαρκώς αιτιώδη σύνδεσμο με την πτώση. Κατά τη δική του γραμμή άμυνας, η τεχνική αβεβαιότητα δεν μπορούσε να μετατραπεί αυτόματα σε τεκμήριο κρατικής ευθύνης.
Εκεί που κρίθηκαν όλα: ο αιτιώδης σύνδεσμος
Το κεντρικό νομικό ερώτημα της υπόθεσης ήταν αν υπήρχε αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στις επικαλούμενες πράξεις ή παραλείψεις του Δημοσίου και στο θανατηφόρο αποτέλεσμα. Το Συμβούλιο της Επικρατείας υπενθύμισε ότι για να θεμελιωθεί ευθύνη του Δημοσίου κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα δεν αρκεί να υπάρχει ζημία ούτε αρκεί να πιθανολογείται πλημμελής λειτουργία της διοίκησης. Απαιτείται η ζημία να συνδέεται αιτιωδώς με συγκεκριμένη παράνομη πράξη ή παράλειψη οργάνου του κράτους.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Διοικητικό Εφετείο είχε ήδη κρίνει ότι αυτό το κρίσιμο στοιχείο δεν αποδείχθηκε. Το ΣτΕ, εξετάζοντας την αίτηση αναιρέσεως, στάθηκε ακριβώς σε αυτό το σημείο: έκρινε ότι τα δικαστήρια της ουσίας είχαν αξιολογήσει τα αποδεικτικά μέσα και είχαν καταλήξει, χωρίς νομικό σφάλμα, ότι δεν μπορούσε να συναχθεί με την απαιτούμενη ασφάλεια πως οι φερόμενες πλημμέλειες ήταν εκείνες που προκάλεσαν την πτώση του ελικοπτέρου.
Με τη συλλογιστική αυτή, το δικαστήριο έδειξε ότι ακόμη και σε υποθέσεις μεγάλης τραγικότητας και υψηλού δημόσιου ενδιαφέροντος, η αποζημιωτική ευθύνη δεν μπορεί να στηριχθεί σε εκτιμήσεις, υπόνοιες ή τεχνικές πιθανότητες που δεν φθάνουν σε επίπεδο δικανικής βεβαιότητας.
Οι παραβάσεις που δεν αρκούσαν για να θεμελιώσουν ευθύνη
Το δικαστήριο εξέτασε ειδικότερα και ορισμένες πλημμέλειες που είχαν πράγματι αναφερθεί στη δικογραφία. Μεταξύ αυτών ήταν το ότι ο συγκυβερνήτης δεν διέθετε σε ισχύ δελτίο υγειονομικής εξέτασης και το ότι δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας. Αυτά τα στοιχεία δεν αγνοήθηκαν. Αντιθέτως, αξιολογήθηκαν ρητά.
Ωστόσο, η δικαστική κρίση ήταν ότι, ακόμη και αν θεωρηθούν υπαρκτές παραβάσεις, δεν αποδείχθηκε ότι ήταν πρόσφορες να οδηγήσουν στην πτώση του ελικοπτέρου. Το ΣτΕ δέχθηκε ουσιαστικά ότι οι παρατυπίες αυτές, όσο προβληματικές και αν ήταν από πειθαρχική ή υπηρεσιακή άποψη, δεν αποδείχθηκε ότι είχαν αιτιώδη συμβολή στο δυστύχημα. Η ευθύνη του Δημοσίου δεν μπορούσε, επομένως, να στηριχθεί μόνο στη διαπίστωση ότι δεν τηρήθηκαν ορισμένοι κανόνες, όταν δεν προέκυπτε ότι ακριβώς αυτή η παράβαση οδήγησε στο τραγικό αποτέλεσμα.
Το θρίλερ με τα τεχνικά συστήματα
Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε και στα τεχνικά ζητήματα που ανέκυψαν από τη διερεύνηση της υπόθεσης, κυρίως σε σχέση με το σύστημα AFCS και το υδραυλικό σύστημα του ελικοπτέρου. Οι διάδικοι απέδωσαν διαφορετική σημασία στα τεχνικά ευρήματα και στις πραγματογνωμοσύνες. Οι συγγενείς των θυμάτων είδαν σε αυτά ενδείξεις δυσλειτουργίας που θα μπορούσαν να έχουν επηρεάσει καθοριστικά την πορεία της πτήσης, ενώ το Δημόσιο υποστήριξε ότι δεν υπήρχε σαφής και αδιάσειστη τεχνική απόδειξη μιας τέτοιας κρίσιμης βλάβης.
Το ΣτΕ δεν προχώρησε στην υιοθέτηση ενός σεναρίου που να αποδίδει με βεβαιότητα την πτώση σε συγκεκριμένη αστοχία του AFCS ή του υδραυλικού συστήματος. Αντιθέτως, έκρινε ότι τα στοιχεία της δικογραφίας δεν αρκούσαν για να καταλήξει κανείς με ασφάλεια σε μια τέτοια αιτιολογική ακολουθία. Ακόμη και σε ό,τι αφορά την ερμηνεία κινήσεων του πληρώματος ή τεχνικών ενδείξεων λίγο πριν από την πτώση, το δικαστήριο δεν θεώρησε ότι υπήρχε επαρκής αποδεικτική βάση για να συναχθεί ότι ένα συγκεκριμένο τεχνικό πρόβλημα ήταν η γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος.
«Το βάρος της απόδειξης δεν αλλάζει χέρια»
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της απόφασης αφορά το βάρος απόδειξης. Οι αναιρεσείοντες ουσιαστικά υποστήριξαν ότι, λόγω της φύσης της υπόθεσης, το Δημόσιο θα έπρεπε να φέρει το βάρος να αποδείξει ότι δεν ευθύνεται. Επέμειναν ότι όταν πρόκειται για στρατιωτικό μέσο, στρατιωτική αποστολή και κρίσιμα τεχνικά δεδομένα που ελέγχονται από το κράτος, δεν είναι δίκαιο να απαιτείται από τους συγγενείς να ανασυνθέσουν πλήρως το πώς και το γιατί της πτώσης.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε αυτή τη λογική. Έκρινε ότι στις αγωγές αποζημίωσης κατά του Δημοσίου εξακολουθεί να ισχύει ο γενικός κανόνας σύμφωνα με τον οποίο κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται προς θεμελίωση των ισχυρισμών του. Με σαφή τρόπο, το δικαστήριο αρνήθηκε να δεχθεί ότι σε αυτή την κατηγορία υποθέσεων υφίσταται αυτοδίκαιη αντιστροφή του βάρους απόδειξης. Πρόκειται για κρίση με ιδιαίτερη σημασία, διότι θέτει σαφές όριο στις περιπτώσεις όπου οι ενάγοντες επιχειρούν να μεταφέρουν στο Δημόσιο το βάρος αποδόμησης της ευθύνης του.
Επικίνδυνη δραστηριότητα, αλλά όχι αυτόματη αποζημίωση
Οι συγγενείς επιχείρησαν ακόμη να στηρίξουν τις αξιώσεις τους και σε μία ευρύτερη συνταγματική βάση, προβάλλοντας ότι η συμμετοχή σε μια τόσο επικίνδυνη κρατική δραστηριότητα, όπως η στρατιωτική πτήση, δεν μπορεί να αφήνει αβοήθητους όσους υφίστανται τη βλάβη ή τις οικογένειές τους. Στο πλαίσιο αυτό, έγινε επίκληση της αρχής της ισότητας στα δημόσια βάρη, με το επιχείρημα ότι ο θάνατος στρατιωτικού κατά την εκτέλεση υπηρεσίας αποτελεί βλάβη που θα έπρεπε να αποκαθίσταται, ακόμη και αν δεν αποδειχθεί κλασική παράνομη πράξη ή παράλειψη.
Το ΣτΕ δεν ακολούθησε αυτή τη συλλογιστική. Έκρινε ότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί γενική και αυτοτελής ευθύνη του Δημοσίου μόνο και μόνο λόγω του επικίνδυνου χαρακτήρα μιας στρατιωτικής αποστολής, χωρίς ειδική νομοθετική βάση και χωρίς να συντρέχουν οι παραδοσιακές προϋποθέσεις της αποζημιωτικής ευθύνης. Με τη θέση αυτή, το δικαστήριο απέκλεισε ουσιαστικά το ενδεχόμενο να αναγνωριστεί μια ευθύνη «από διακινδύνευση» στο συγκεκριμένο πλαίσιο.
Το επιχείρημα για εξωδικαστική ικανοποίηση άλλων συγγενών δεν έπεισε
Στο τραπέζι τέθηκε και ένα ακόμη επιχείρημα, που είχε ιδιαίτερο συμβολικό βάρος. Οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν το γεγονός ότι, σε άλλη περίπτωση συνδεόμενη με το ίδιο δυστύχημα, είχε υπάρξει εξωδικαστική ικανοποίηση συγγενών θύματος μέσω πρακτικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Υποστήριξαν ότι αυτό θα έπρεπε να εκληφθεί ως έμμεση αναγνώριση ευθύνης ή, τουλάχιστον, ως στοιχείο που θα ενίσχυε την απαίτηση ίσης μεταχείρισης.
Το δικαστήριο δεν δέχθηκε ούτε αυτή την προσέγγιση. Έκρινε ότι ένα τέτοιο πρακτικό δεν συνιστά δικονομική ομολογία του Δημοσίου για όλες τις συναφείς περιπτώσεις, ούτε παράγει αυτόματα δικαίωμα επέκτασης της ίδιας μεταχείρισης σε άλλους διαδίκους. Με τη γνωστή νομολογιακή λογική ότι δεν υπάρχει ισότητα στην παρανομία ή στην εσφαλμένη διοικητική πρακτική, το ΣτΕ απέρριψε και αυτό το επιχείρημα.
Η τελική κρίση του ΣτΕ
Καταλήγοντας, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως και επικύρωσε την ουσία της κρίσης των κατώτερων διοικητικών δικαστηρίων. Η απόφαση 425/2026 αποσαφηνίζει ότι, ακόμη και όταν σε μια υπόθεση αναδεικνύονται προβληματικά στοιχεία, αυτό δεν αρκεί για να γεννηθεί ευθύνη του Δημοσίου αν δεν αποδειχθεί με πειστικό και συγκεκριμένο τρόπο ότι αυτά τα στοιχεία συνδέονται άμεσα με τη ζημία.
Με άλλα λόγια, το ΣτΕ έκρινε ότι στην υπόθεση της πτώσης του CHINOOK δεν αποδείχθηκε ο αναγκαίος αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στις αποδιδόμενες παραλείψεις και στο θανατηφόρο αποτέλεσμα. Δεν δέχθηκε αντιστροφή του βάρους απόδειξης, δεν αναγνώρισε γενική ευθύνη του Δημοσίου λόγω της επικινδυνότητας της πτήσης και δεν θεώρησε ότι προηγούμενες εξωδικαστικές ρυθμίσεις μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του στην παρούσα υπόθεση.
