ΑΠΟΦΑΣΗ
Mavrakis κ.α. κατά Τουρκίας, απόφαση της 26.05.2026 (προσφυγές αριθ. 12549/23, 71/24 και 2023/24)
Βλ. εδώ
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Δύο ελληνορθόδοξοι ιερείς της Κωνσταντινούπολης, Τούρκοι υπήκοοι και μέλη της εκεί ελληνορθόδοξης μειονότητας, εξελέγησαν το 2011 και το 2012 στα διοικητικά συμβούλια τριών μειονοτικών κοινοτικών ιδρυμάτων – δύο εκκλησιαστικών (Beşiktaş Cihannüma και Aya Konstantin Samatya) και ενός εκπαιδευτικού (Ίδρυμα του Ελληνικού Λυκείου Αρρένων Φαναρίου / Fener Rum Erkek Lisesi Vakfı). Η τουρκική Γενική Διεύθυνση Ιδρυμάτων (Vakıflar Genel Müdürlüğü), στηριζόμενη στο άρθρο 33 στοιχ. i) του Κανονισμού περί Ιδρυμάτων και επικαλούμενη τη Συνθήκη της Λωζάνης, διέγραψε τους προσφεύγοντες από τους πίνακες των αντίστοιχων διοικητικών συμβουλίων λόγω της ιερατικής τους ιδιότητας.
Μετά από μακρές διαδικασίες ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, του τουρκικού Συμβουλίου της Επικρατείας και του τουρκικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, οι προσφεύγοντες προσέφυγαν στο Στρασβούργο. Το Δικαστήριο, ομόφωνα, έκρινε ότι η απομάκρυνσή τους συνιστούσε παρέμβαση στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα της θρησκευτικής διάστασης της υπόθεσης, και ότι αυτή η παρέμβαση δεν «προβλεπόταν από το νόμο». Κατά συνέπεια, διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 11 της ΕΣΔΑ υπό το πρίσμα του άρθρου 9 της ΕΣΔΑ. Επιδίκασε 2.000 ευρώ για ηθική βλάβη στον δεύτερο προσφεύγοντα ατομικά και 2.000 ευρώ από κοινού στους κληρονόμους του πρώτου προσφεύγοντος, οι οποίοι συνέχισαν τη διαδικασία μετά τον θάνατό του.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Οι προσφεύγοντες είναι ο Νίκος Μαυράκης, γεννηθείς το 1941 και αποβιώσας στις 03.08.2025, και ο Γεώργιος/Corc Kasapoğlu, γεννηθείς το 1984. Αμφότεροι ήταν κάτοικοι Κωνσταντινούπολης και ελληνορθόδοξοι ιερείς. Μετά τον θάνατο του πρώτου προσφεύγοντος, η σύζυγός του Αγγελική Μαυράκη και οι δύο υιοί του, Αντρέας και Ακύλας Μαυράκης, δήλωσαν ότι επιθυμούσαν να συνεχίσουν τη διαδικασία ενώπιον του ΕΔΔΑ ως κληρονόμοι του.
Στις 05.12.2011 ο πρώτος προσφεύγων εξελέγη στο Δ.Σ. του Ιδρύματος της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας Beşiktaş Cihannüma και στις 28.04.2012 εξελέγη αναπληρωματικό μέλος του Δ.Σ. του Ιδρύματος του Ελληνικού Λυκείου Αρρένων Φαναρίου / Fener Rum Erkek Lisesi Vakfı. Στις 10.12.2011 ο δεύτερος προσφεύγων εξελέγη στο Δ.Σ. του Ιδρύματος της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας Αγίου Κωνσταντίνου Σαμάτυας (Koca Mustafa Paşa Samatya).
Μετά την κοινοποίηση των πρακτικών των εκλογών, η Γενική Διεύθυνση Ιδρυμάτων, εφαρμόζοντας το άρθρο 33 στοιχ. i) του Κανονισμού περί Ιδρυμάτων (εκδοθέντος δυνάμει του Νόμου 5737/2008), αποφάσισε τη διαγραφή τους από τους πίνακες των διοικητικών συμβουλίων αποκλειστικά λόγω της ιερατικής τους ιδιότητας και χορήγησε άδειες διαχείρισης στα κατά τα λοιπά τροποποιημένα διοικητικά συμβούλια.
Οι προσφεύγοντες προσέφυγαν στα διοικητικά δικαστήρια Κωνσταντινουπόλεως. Το 3ο, το 4ο και το 9ο Διοικητικό Πρωτοδικείο Κωνσταντινουπόλεως ακύρωσαν τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, κρίνοντας ότι η Διεύθυνση είχε υπερβεί τις αρμοδιότητές της και ότι κανένας κανόνας του εσωτερικού δικαίου δεν προέβλεπε αποκλεισμό κληρικών από τα όργανα διοίκησης των κοινοτικών ιδρυμάτων. Το 3ο Διοικητικό Πρωτοδικείο αναφέρθηκε ρητά στα άρθρα 9 και 11 ΕΣΔΑ και στην απόφαση Agga κατά Ελλάδος αριθ. 2, διαπιστώνοντας πρόδηλη παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας και της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι.
Κατόπιν αναιρέσεων της Διοίκησης, το Συμβούλιο της Επικρατείας της Τουρκίας ανέτρεψε τις πρωτόδικες αποφάσεις. Μετά την αναπομπή, τα διοικητικά δικαστήρια απέρριψαν τις προσφυγές λόγω αναρμοδιότητας.
Το Τουρκικό Συνταγματικό Δικαστήριο, με απόφαση της 02.05.2023, ως προς τις προσφυγές αριθ. 71/24 και 2023/24, διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 33 του Τουρκικού Συντάγματος, το οποίο αντιστοιχεί κατά βάση στην ελευθερία ένωσης, λόγω της υπερβολικής διάρκειας της διαδικασίας και της διατήρησης δικαιοδοτικής αβεβαιότητας επί περίπου οκτώ έτη. Επιδίκασε 30.000 τουρκικές λίρες σε καθέναν από τους προσφεύγοντες. Δεν εξέτασε όμως την ουσία της αιτίασης περί διαγραφής των κληρικών από τα διοικητικά συμβούλια, αλλά παρέπεμψε τους προσφεύγοντες στη δυνατότητα προσφυγής στα αστικά / πολιτικά δικαστήρια.
Όσον αφορά την προσφυγή αριθ. 12549/23, το Συνταγματικό Δικαστήριο την απέρριψε στις 04.11.2022 με σύντομη αιτιολογία, κρίνοντας μέρος των αιτιάσεων προδήλως αβάσιμο και μέρος αυτών απαράδεκτο λόγω μη εξάντλησης των εσωτερικών ένδικων μέσων.
Ως τρίτοι παρεμβαίνοντες συμμετείχαν το European Centre for Law and Justice (ECLJ) και η Alliance Defending Freedom International (ADF International). Οι παρεμβάσεις τους ανέδειξαν το ευρύτερο διαρθρωτικό πλαίσιο περιορισμών στην αυτονομία των μη μουσουλμανικών και ιδίως χριστιανικών κοινοτήτων στην Τουρκία. Το ΕΔΔΑ επέλυσε την υπόθεση αποκλειστικά στο επίπεδο της νομιμότητας της επέμβασης.
Το ΕΔΔΑ, ομόφωνα, διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 11 ΕΣΔΑ υπό το φως του άρθρου 9.
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ
Επί του locus standi των κληρονόμων του πρώτου προσφεύγοντος
Το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας την πάγια νομολογία του, ιδίως τις αποφάσεις López Ribalda κ.α. κατά Ισπανίας [GC], της 17.10.2019, § 72 και Ergezen κατά Τουρκίας, της 08.04.2014, § 29, επαναβεβαίωσε ότι σε περίπτωση θανάτου του προσφεύγοντος κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του ΕΔΔΑ, το αποφασιστικό κριτήριο δεν είναι η μεταβιβασιμότητα του ίδιου του επικαλούμενου δικαιώματος, αλλά η ύπαρξη νομίμου συμφέροντος των κληρονόμων ή στενών συγγενών να συνεχίσουν τη διαδικασία. Αναγνώρισε, συνεπώς, στη σύζυγο και στους δύο υιούς του πρώτου προσφεύγοντος locus standi για τη συνέχιση της διαδικασίας.
Άρθρο 11 ΕΣΔΑ υπό το φως του άρθρου 9. Ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και θρησκευτική διάσταση της κοινοτικής αυτοδιοίκησης
Παραδεκτό
Η τουρκική Κυβέρνηση προέβαλε τρεις ενστάσεις: α) έλλειψη ή απώλεια της ιδιότητας του θύματος, υποστηρίζοντας ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο είχε ήδη αναγνωρίσει παραβίαση και επιδικάσει αποζημίωση, β) μη τήρηση της τετράμηνης προθεσμίας και γ) μη εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων, ιδίως λόγω μη προσφυγής στα αστικά / πολιτικά δικαστήρια, μη χρήσης αίτησης διόρθωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και μη επιδίωξης εκτέλεσης των πρωτόδικων αποφάσεων.
Το ΕΔΔΑ απέρριψε και τις τρεις ενστάσεις. Ως προς την ιδιότητα του θύματος, διαπίστωσε ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο δεν είχε εξετάσει την ουσία της αιτίασης, δηλαδή τη διαγραφή των προσφευγόντων λόγω της ιερατικής τους ιδιότητας, αλλά μόνο τη διαδικαστική πτυχή της υπερβολικής διάρκειας της διαδικασίας. Επίσης, η κατάσταση για την οποία παραπονούνταν οι προσφεύγοντες εξακολουθούσε να υφίσταται, αφού δεν είχαν μπορέσει να ασκήσουν τα καθήκοντά τους στα διοικητικά συμβούλια των ιδρυμάτων.
Ως προς την τετράμηνη προθεσμία, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η ατομική προσφυγή ενώπιον του Τουρκικού Συνταγματικού Δικαστηρίου συνιστά, κατά τη νομολογία του (Uzun κατά Τουρκίας (απόφ.), 30.04.2013), αποτελεσματικό ένδικο μέσο που πρέπει καταρχήν να εξαντληθεί. Συνεπώς, οι προσφυγές στο Στρασβούργο είχαν ασκηθεί εμπροθέσμως από την κοινοποίηση ή δημοσίευση των αποφάσεων του Συνταγματικού Δικαστηρίου.
Ως προς την εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων, το ΕΔΔΑ εφάρμοσε την αρχή ότι, όταν υπάρχουν περισσότερα ένδικα μέσα, ο προσφεύγων δικαιούται να επιλέξει εκείνο που είναι ικανό να θεραπεύσει το βασικό του παράπονο (Nicolae Virgiliu Tănase κατά Ρουμανίας [GC], 25.06.2019, § 177). Διαπίστωσε ότι η προσβαλλόμενη πράξη ήταν διοικητική πράξη, δηλαδή μονομερής πράξη οργάνου της γενικής διοίκησης, και ότι οι προσφυγές ακυρώσεως ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων ήταν, υπό τις περιστάσεις, πρόσφορες και επαρκείς.
Σημαντική είναι η επισήμανση ότι το Δικαστήριο δεν αμφισβήτησε γενικώς την αρμοδιότητα των αστικών δικαστηρίων για ιδιωτικής φύσης εκλογικές διαφορές κοινοτικών ιδρυμάτων, έκρινε όμως ότι, όταν προσβάλλεται μονομερής πράξη της Γενικής Διεύθυνσης Ιδρυμάτων εκδοθείσα ως πράξη δημόσιας εξουσίας, η διοικητική προσφυγή συνιστούσε το κατάλληλο ένδικο μέσο.
Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης την αντιφατική εξέλιξη της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας και τη μεταγενέστερη απόφαση της Περιφερειακής Διοικητικής Αυλής Κωνσταντινουπόλεως της 23.11.2023 (E. 2023/3201, K. 2023/3155), η οποία επιβεβαίωνε ότι ο ακυρωτικός έλεγχος μονομερών πράξεων της Διεύθυνσης ανήκει στη διοικητική δικαιοδοσία.
Ουσία
Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η υπόθεση αφορούσε πρωτίστως τη διαχείριση κοινοτικών ιδρυμάτων μειονοτικών θρησκευτικών κοινοτήτων στην Τουρκία. Επομένως, την εξέτασε υπό το άρθρο 11 ΕΣΔΑ, λαμβάνοντας όμως υπόψη τη θρησκευτική διάσταση της υπόθεσης μέσω της ερμηνείας του άρθρου 11 υπό το πρίσμα του άρθρου 9.
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι οι ενώσεις που αποβλέπουν στην προστασία πολιτιστικής, πνευματικής, θρησκευτικής ή μειονοτικής ταυτότητας διαδραματίζουν ουσιώδη ρόλο στη λειτουργία μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Παρέπεμψε στη νομολογία Gorzelik κ.α. κατά Πολωνίας [GC], § 92, σύμφωνα με την οποία ο πλουραλισμός προϋποθέτει πραγματική αναγνώριση και σεβασμό της πολιτιστικής, εθνοτικής και θρησκευτικής ποικιλομορφίας.
Η απόφαση της Γενικής Διεύθυνσης Ιδρυμάτων να αποκλείσει τους προσφεύγοντες από τα διοικητικά συμβούλια των ιδρυμάτων της ελληνορθόδοξης κοινότητας συνιστούσε, κατά το Δικαστήριο, προφανή επέμβαση στην άσκηση του δικαιώματός τους στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι. Η θρησκευτική διάσταση της αιτίασης ελήφθη υπόψη μέσω της ερμηνείας του άρθρου 11 υπό το πρίσμα του άρθρου 9, κατά τη νομολογιακή προσέγγιση που είχε υιοθετηθεί και στην Barankevich κατά Ρωσίας.
Ως προς τη δικαιολόγηση της επέμβασης, το Δικαστήριο επικεντρώθηκε αποκλειστικά στο αν αυτή ήταν «προβλεπόμενη από τον νόμο». Υπενθύμισε ότι η προϋπόθεση αυτή απαιτεί όχι μόνο ύπαρξη βάσης στο εσωτερικό δίκαιο, αλλά και ποιότητα νόμου, δηλαδή προσβασιμότητα και προβλεψιμότητα ως προς τις συνέπειές του, παραπέμποντας στις αποφάσεις Kudrevičius κ.α.κατά Λιθουανίας [GC] και Selahattin Demirtaş κατά Τουρκίας αριθ. 2 [GC].
Το Δικαστήριο εξέτασε δύο ζητήματα: πρώτον, αν υπήρχε διάταξη του εσωτερικού δικαίου που απαγόρευε στα μέλη του κλήρου να μετέχουν στα όργανα διοίκησης ιδρυμάτων στην Τουρκία και, δεύτερον, αν η Γενική Διεύθυνση Ιδρυμάτων είχε αρμοδιότητα να διαγράφει εκλεγέντα πρόσωπα λόγω της ιερατικής τους ιδιότητας. Σε αμφότερα τα ερωτήματα απάντησε αρνητικά.
Πρώτον, καμία διάταξη του Νόμου 5737/2008 ούτε του Κανονισμού περί Ιδρυμάτων δεν προέβλεπε ασυμβίβαστο της ιερατικής ιδιότητας με τη συμμετοχή στα όργανα διοίκησης κοινοτικών ιδρυμάτων. Τα κριτήρια εκλογιμότητας ήταν περιοριστικά απαριθμημένα: τουρκική υπηκοότητα, ηλικία άνω των 18 ετών, κατοικία στην εκλογική περιφέρεια, στοιχειώδης εκπαίδευση και απουσία συγκεκριμένων ποινικών καταδικών. Δεν αμφισβητήθηκε ότι οι προσφεύγοντες πληρούσαν τις προϋποθέσεις αυτές.
Δεύτερον, η επίκληση της Συνθήκης της Λωζάνης από τη Διεύθυνση δεν έγινε δεκτή από κανένα εσωτερικό δικαστήριο. Το 3ο Διοικητικό Πρωτοδικείο Κωνσταντινουπόλεως είχε διαπιστώσει ρητώς ότι ο αποκλεισμός λόγω ιερατικής ιδιότητας δεν στηριζόταν σε καμία νόμιμη βάση. Το ΕΔΔΑ δεν προέβη σε αυτοτελή ερμηνεία της Συνθήκης της Λωζάνης αλλά περιορίστηκε να διαπιστώσει ότι το επιχείρημα της Διοίκησης περί δήθεν ασυμβίβαστου δεν είχε γίνει δεκτό από τα εθνικά δικαστήρια και ότι η Κυβέρνηση δεν προσκόμισε κανένα επαρκές εσωτερικό νομικό έρεισμα. Ακόμη και το Συμβούλιο της Επικρατείας, μολονότι τελικώς έκρινε ότι τα διοικητικά δικαστήρια έπρεπε να κηρύξουν αυτά αναρμόδια, είχε αναγνωρίσει ότι η Διεύθυνση δεν είχε εξουσία να ακυρώνει ή να επικυρώνει εκλογές, αλλά μόνον να ελέγχει τυπικά τη συμμόρφωσή τους με τον νόμο και τον κανονισμό.
Τρίτον, η Κυβέρνηση δεν προσκόμισε κανένα κανονιστικό κείμενο, εγκύκλιο ή άλλο διοικητικό έρεισμα από το οποίο να προκύπτει ρητή ή σιωπηρή αρμοδιότητα της Διεύθυνσης να διαγράφει νομίμως εκλεγέντα πρόσωπα λόγω της ιερατικής τους ιδιότητας.
Κατά συνέπεια, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η επέμβαση δεν μπορούσε να θεωρηθεί «προβλεπόμενη από τον νόμο». Το συμπέρασμα αυτό αρκούσε για τη διαπίστωση παραβίασης του άρθρου 11 υπό το φως του άρθρου 9 και απάλλασσε το Δικαστήριο από την ανάγκη να εξετάσει αν η επέμβαση επιδίωκε νόμιμο σκοπό ή αν ήταν αναγκαία σε δημοκρατική κοινωνία.
Απόφαση: Παραβίαση του άρθρου 11 ΕΣΔΑ υπό το πρίσμα του άρθρου 9, ομόφωνα. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε λόγος να εξετάσει χωριστά ούτε το παραδεκτό ούτε την ουσία των αιτιάσεων υπό τα άρθρα 6, 13 και 14 ΕΣΔΑ. Επιδίκασε 2.000 ευρώ για ηθική βλάβη στον δεύτερο προσφεύγοντα και 2.000 ευρώ από κοινού στους κληρονόμους του πρώτου προσφεύγοντος. Δεν επιδίκασε έξοδα και δαπάνες, διότι δεν είχε υποβληθεί σχετικό αίτημα.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ
«Υπό το φως όσων προηγήθηκαν, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η καταγγελλόμενη επέμβαση δεν δύναται να θεωρηθεί ως «προβλεπόμενη από τον νόμο». Το συμπέρασμα αυτό αρκεί για να διαπιστωθεί η μη συμμόρφωση προς το άρθρο 11 της Σύμβασης, αναγινωσκόμενο υπό το φως του άρθρου 9, και απαλλάσσει το Δικαστήριο από την υποχρέωση εξετάσεως εάν η επέμβαση επεδίωκε νόμιμο σκοπό και ήταν αναγκαία σε δημοκρατική κοινωνία» (παρ. 86).
ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Η αυστηρή εφαρμογή του κριτηρίου της νομιμότητας ως αυτοτελούς δικλείδας προστασίας. Η σπουδαιότητα της απόφασης Mavrakis έγκειται κυρίως στο ότι το ΕΔΔΑ επέλεξε να επιλύσει την υπόθεση αμιγώς στο επίπεδο του κριτηρίου της νομιμότητας, χωρίς να μεταβεί στην εξέταση του νόμιμου σκοπού ή της αναγκαιότητας σε δημοκρατική κοινωνία. Η μεθοδολογική αυτή επιλογή είναι συμβατή με τη σταθερή νομολογία του ΕΔΔΑ: όταν η επέμβαση δεν έχει επαρκή βάση στο εσωτερικό δίκαιο ή όταν η βάση αυτή δεν πληροί τις απαιτήσεις προσβασιμότητας και προβλεψιμότητας, η εξέταση σταματά στο πρώτο στάδιο του ελέγχου. Δεν απαιτείται, τότε, περαιτέρω στάθμιση υπό το πρίσμα του άρθρου 11 § 2 ΕΣΔΑ.
Η απόφαση επιβεβαιώνει ότι η νομιμότητα δεν αποτελεί τυπική προϋπόθεση, αλλά ουσιαστική εγγύηση κατά της αυθαίρετης κρατικής παρέμβασης. Σε υποθέσεις θρησκευτικών και μειονοτικών κοινοτήτων, η απαίτηση σαφούς νόμιμης βάσης αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, διότι προφυλάσσει ευάλωτες συλλογικές δομές από διοικητικές πρακτικές που δεν στηρίζονται σε σαφείς, προσβάσιμους και προβλέψιμους κανόνες.
Η ένταξη της απόφασης στη νομολογιακή γραμμή για την αυτονομία των θρησκευτικών κοινοτήτων. Η Mavrakis εντάσσεται στη μακρά νομολογιακή γραμμή του Στρασβούργου για την προστασία της αυτονομίας των θρησκευτικών κοινοτήτων από αυθαίρετες επεμβάσεις της κρατικής εξουσίας. Συναφείς είναι ιδίως οι αποφάσεις Hasan and Chaush κατά Βουλγαρίας [GC], Mitropolia Basarabiei κατά Μολδαβίας, Holy Synod of the Bulgarian Orthodox Church κατά Βουλγαρίας, Sindicatul «Păstorul cel Bun» κατά Ρουμανίας [GC] και Magyar Keresztény Mennonita Egyház κατά Ουγγαρίας.
Η ιδιαιτερότητα της Mavrakis είναι ότι δεν αφορά ευθέως τον διορισμό ή την αναγνώριση θρησκευτικών ηγετών, αλλά τη συμμετοχή κληρικών στη διοίκηση κοινοτικών ιδρυμάτων που υπηρετούν τη θρησκευτική, εκπαιδευτική και πολιτιστική ζωή μιας μειονοτικής κοινότητας. Η υπόθεση δείχνει ότι η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και η θρησκευτική ελευθερία μπορεί να τέμνονται όχι μόνο στο επίπεδο της λατρείας ή της θρησκευτικής ηγεσίας, αλλά και στο επίπεδο της διοίκησης των θεσμών που διασφαλίζουν την πρακτική επιβίωση και αυτοδιοίκηση μιας κοινότητας.
Η συστημική διάσταση για τις μη μουσουλμανικές μειονότητες της Τουρκίας. Η απόφαση έχει ιδιαίτερη σημασία για την ελληνορθόδοξη κοινότητα της Κωνσταντινούπολης και, ευρύτερα, για τις μη μουσουλμανικές μειονότητες στην Τουρκία. Προστίθεται σε σειρά αποφάσεων του ΕΔΔΑ που έχουν αναδείξει προβλήματα σχετικά με τα μειονοτικά κοινοτικά ιδρύματα, ιδίως στις υποθέσεις Fener Rum Erkek Lisesi Vakfı κατά Τουρκίας, Bozcaada Kimisis Teodoku Rum Ortodoks Kilisesi Vakfı κατά Τουρκίας, Yedikule Surp Pirgiç Ermeni Hastanesi Vakfı κατά Τουρκίας και Ecumenical Patriarchate κατά Τουρκίας.
Να επισημανθεί ότι οι προγενέστερες αυτές υποθέσεις αφορούσαν κυρίως το δικαίωμα ιδιοκτησίας υπό το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, ενώ η Mavrakis μετατοπίζει το κέντρο βάρους προς την οργανωτική και διοικητική αυτοτέλεια των κοινοτικών ιδρυμάτων, μέσω του άρθρου 11 ΕΣΔΑ υπό το φως του άρθρου 9. Η απόφαση, συνεπώς, δεν είναι απλά συνέχεια της περιουσιακής νομολογίας για τα μειονοτικά ιδρύματα, αλλά προσθέτει μια νέα, θεσμική διάσταση προστασίας.
Οι παρεμβάσεις του ECLJ και της ADF International υπογράμμισαν τη συρρίκνωση των χριστιανικών μειονοτήτων και τις διαρθρωτικές δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν. Το ΕΔΔΑ, πάντως, δεν εξέδωσε διαρθρωτική ή πιλοτική απόφαση, ούτε διέταξε γενικά μέτρα υπό το άρθρο 46. Η συστημική διάσταση μπορεί να αναδειχθεί σε επιστημονικό σχόλιο, αλλά δεν πρέπει να παρουσιαστεί ως ρητή διαπίστωση του διατακτικού ή ως ratio decidendi της απόφασης.
Η επίκληση της Συνθήκης της Λωζάνης. Ιδιαίτερης σημασίας είναι η αντιμετώπιση του επιχειρήματος της τουρκικής Διοίκησης ότι η Συνθήκη της Λωζάνης ή τα παραρτήματά της απαγόρευαν στους κληρικούς να ασκούν διοικητικές λειτουργίες. Το επιχείρημα αυτό είχε προβληθεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, αλλά δεν έγινε δεκτό.
Πρέπει, ωστόσο, να αποφευχθεί η διατύπωση ότι το ΕΔΔΑ «ερμήνευσε» ή «απέρριψε» αυτοτελώς τη Συνθήκη της Λωζάνης. Ακριβέστερο είναι να λεχθεί ότι το Δικαστήριο διαπίστωσε πως κανένα εσωτερικό δικαστήριο δεν υιοθέτησε την ερμηνεία της Διοίκησης και ότι η Κυβέρνηση δεν προσκόμισε καμία διάταξη εσωτερικού δικαίου ικανή να στηρίξει τον αποκλεισμό των κληρικών. Έτσι, η Συνθήκη της Λωζάνης παρέμεινε ιστορικό και επιχειρηματολογικό υπόβαθρο, όχι όμως αντικείμενο αυτοτελούς συμβατικού ελέγχου από το ΕΔΔΑ.
Το πρόβλημα της δικαιοδοτικής αβεβαιότητας. Η απόφαση αναδεικνύει επίσης ένα κρίσιμο πρόβλημα του τουρκικού δικαιοδοτικού συστήματος: τη μεταβαλλόμενη και αντιφατική οριοθέτηση της αρμοδιότητας μεταξύ διοικητικών και αστικών / πολιτικών δικαστηρίων σε ζητήματα κοινοτικών ιδρυμάτων. Πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο όρος «αστικά / πολιτικά δικαστήρια» ή «δικαστήρια της τακτικής δικαιοδοσίας» χρησιμοποιείται εδώ ως δόκιμη απόδοση των ordinary courts, ώστε να αποφεύγεται σύγχυση με πολιτειακά ή πολιτικά όργανα.
Το ΕΔΔΑ δεν εξέτασε χωριστά τις αιτιάσεις υπό τα άρθρα 6 και 13, αλλά στο πλαίσιο του παραδεκτού έλαβε υπόψη ότι οι προσφεύγοντες δεν μπορούσαν ευλόγως να υποχρεωθούν να ξεκινήσουν νέα διαδικασία ενώπιον των αστικών δικαστηρίων μετά από πολυετή διαδικασία ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Η υπόθεση φωτίζει, επομένως, την πρακτική σημασία της δικαιοδοτικής ασφάλειας ως όρου αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων.
Η περιορισμένη δίκαιη ικανοποίηση. Το Δικαστήριο επιδίκασε 2.000 ευρώ για ηθική βλάβη στον δεύτερο προσφεύγοντα ατομικά και 2.000 ευρώ από κοινού στους κληρονόμους του πρώτου προσφεύγοντος. Οι προσφεύγοντες δεν είχαν υποβάλει αίτημα για έξοδα και δαπάνες, οπότε το Δικαστήριο δεν επιδίκασε σχετικό ποσό.
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
Η προκειμένη απόφαση συνιστά τεχνικά συγκρατημένη και δογματικά καθαρή κρίση του ΕΔΔΑ. Το Δικαστήριο επέλεξε την ασφαλέστερη οδό για τη διαπίστωση παραβίασης: την έλλειψη νόμιμης βάσης. Το ισχυρό σημείο της απόφασης έγκειται στην αυστηρότητα του ελέγχου νομιμότητας, ενώ το αδύναμο σημείο της, από επιστημονική άποψη, είναι ότι δεν προχώρησε στην ουσιαστική εξέταση των ζητημάτων διακριτικής μεταχείρισης υπό το άρθρο 14, ούτε στην πλήρη ανάπτυξη της αρχής της αυτονομίας των θρησκευτικών κοινοτήτων ως αυτοτελούς ουσιαστικού άξονα της απόφασης.
Η αυτονομία των θρησκευτικών κοινοτήτων ως σιωπηρό υπόβαθρο. Καίτοι το Δικαστήριο περιορίστηκε στο κριτήριο της νομιμότητας, η αρχή της αυτονομίας των θρησκευτικών κοινοτήτων διαπερνά το υπόβαθρο της συλλογιστικής του. Πρόκειται για αρχή που έχει αναπτυχθεί ιδίως από την απόφαση Hasan and Chaush κατά Βουλγαρίας [GC], όπου το Δικαστήριο τόνισε ότι η αυτόνομη ύπαρξη των θρησκευτικών κοινοτήτων είναι απαραίτητη για τον πλουραλισμό σε μια δημοκρατική κοινωνία και βρίσκεται στον πυρήνα της προστασίας του άρθρου 9. Η νομολογιακή αυτή γραμμή επιβεβαιώθηκε στις αποφάσεις Sindicatul «Păstorul cel Bun» κατά Ρουμανίας [GC], Holy Synod of the Bulgarian Orthodox Church κατά Βουλγαρίας και Mitropolia Basarabiei κατά Μολδαβίας.
Η Mavrakis δεν συνιστά απόφαση που ρητά κατοχυρώνει νέο γενικό δικαίωμα μειονοτικής αυτοδιοίκησης. Ορθότερο είναι να λεχθεί ότι εφαρμόζει τις εγγυήσεις του άρθρου 11, υπό το πρίσμα του άρθρου 9, σε ένα πεδίο όπου η διοίκηση των κοινοτικών ιδρυμάτων αποτελεί πρακτική έκφανση της θρησκευτικής και κοινοτικής αυτονομίας.
Η Συνθήκη της Λωζάνης ως ιστορικό υπόβαθρο και ανεπαρκές νομικό έρεισμα. Η επίκληση της Συνθήκης της Λωζάνης από τη Γενική Διεύθυνση Ιδρυμάτων παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα. Το Τμήμα ΙΙΙ της Συνθήκης, ιδίως τα άρθρα 37-45, αποβλέπει στην προστασία των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων και όχι στην εισαγωγή περιορισμών της εσωτερικής τους οργάνωσης χωρίς σαφή νομοθετική βάση. Καμία διάταξη της Συνθήκης δεν προβλέπει ρητό ασυμβίβαστο μεταξύ ιερατικής ιδιότητας και συμμετοχής σε διοικητικά όργανα κοινοτικών ιδρυμάτων.
Ωστόσο, η νομική διατύπωση πρέπει να παραμείνει ακριβής: το ΕΔΔΑ δεν αποφάνθηκε αυθεντικά για το περιεχόμενο της Συνθήκης της Λωζάνης. Έκρινε ότι η Κυβέρνηση δεν απέδειξε την ύπαρξη εσωτερικής νόμιμης βάσης και ότι το επιχείρημα της Διοίκησης δεν είχε γίνει δεκτό από τα εθνικά δικαστήρια. Συνεπώς, η Συνθήκη της Λωζάνης μπορεί να σχολιαστεί ως ανεπαρκές ή προσχηματικό επιχείρημα της Διοίκησης, όχι όμως ως διεθνής συνθήκη της οποίας η ερμηνεία κρίθηκε αυτοτελώς από το ΕΔΔΑ.
Η σχέση με την προγενέστερη νομολογία για τα τουρκικά κοινοτικά ιδρύματα. Η Mavrakis πρέπει να διαβαστεί υπό το πρίσμα της νομολογίας του Στρασβούργου για τα τουρκικά μειονοτικά κοινοτικά ιδρύματα, όπως οι αποφάσεις Fener Rum Erkek Lisesi Vakfı κατά Τουρκίας, Bozcaada Kimisis Teodoku Rum Ortodoks Kilisesi Vakfı κατά Τουρκίας, Yedikule Surp Pirgiç Ermeni Hastanesi Vakfı κατά Τουρκίας και Ecumenical Patriarchate κατά Τουρκίας. Στις υποθέσεις αυτές το ΕΔΔΑ είχε εντοπίσει παραβιάσεις κυρίως στο πεδίο της περιουσιακής προστασίας.
Η Mavrakis είναι συγκρίσιμη με αυτές τις υποθέσεις ως προς το ευρύτερο μειονοτικό και θεσμικό πλαίσιο, αλλά διαφοροποιείται ως προς το προστατευόμενο δικαίωμα και τη δογματική της βάση. Δεν αφορά στέρηση περιουσίας, αλλά κρατική επέμβαση στη σύνθεση των διοικητικών οργάνων κοινοτικών ιδρυμάτων. Η σύγκριση είναι συνεπώς βάσιμη, υπό την προϋπόθεση ότι δεν εξομοιώνονται οι νομικές βάσεις των υποθέσεων.
Η σύγκριση με αποφάσεις άλλων διεθνών και εθνικών δικαστηρίων. Η Mavrakis μπορεί να συσχετιστεί συγκριτικά με αποφάσεις άλλων δικαιοδοσιών, αλλά οι αναλογίες πρέπει να διατυπώνονται με ακρίβεια.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η απόφαση Hosanna-Tabor Evangelical Lutheran Church and School v. EEOC του Supreme Court αναγνώρισε το λεγόμενο ministerial exception, δηλαδή την προστασία της ελευθερίας των θρησκευτικών οργανισμών να επιλέγουν τους λειτουργούς τους χωρίς κρατική παρέμβαση. Η αναλογία με τη Mavrakis είναι χρήσιμη μόνο σε γενικό επίπεδο, ως προς την προστασία της θεσμικής αυτονομίας των θρησκευτικών κοινοτήτων. Δεν πρέπει να παρουσιαστεί ως άμεσο προηγούμενο, διότι αφορά το αμερικανικό συνταγματικό δίκαιο και εργασιακή διαφορά περί επιλογής θρησκευτικού λειτουργού, ενώ η Mavrakis αφορά διοίκηση κοινοτικών ιδρυμάτων υπό την ΕΣΔΑ.
Στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι αποφάσεις Egenberger, C-414/16, και IR κατά JQ, C-68/17, αναγνωρίζουν τη σημασία της αυτονομίας των θρησκευτικών οργανώσεων, αλλά υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο ως προς την αναγκαιότητα και αναλογικότητα απαιτήσεων συνδεόμενων με το θρήσκευμα στον χώρο εργασίας. Η σύγκριση είναι χρήσιμη για να αναδειχθεί η ευρωπαϊκή τάση προστασίας της θρησκευτικής αυτονομίας υπό δικαστικό έλεγχο, αλλά δεν ταυτίζεται με τη Mavrakis, η οποία δεν αφορά εργασιακή σχέση ούτε εφαρμογή της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ.
Η μη εξέταση των άρθρων 6, 13 και 14. Η απόφαση του ΕΔΔΑ ότι δεν χρειάζεται να εξεταστούν χωριστά τα άρθρα 6, 13 και 14 έχει δογματική συνέπεια. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαπίστωση παραβίασης του άρθρου 11 υπό το φως του άρθρου 9 ήταν επαρκής για την επίλυση της υπόθεσης. Αυτό καθιστά τη ratio decidendi στενή αλλά καθαρή.
Από κριτική άποψη, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η μη εξέταση του άρθρου 14 αποδυναμώνει την απόφαση, διότι αφήνει αναπάντητο τον ισχυρισμό περί άνισης μεταχείρισης των ελληνορθόδοξων κληρικών σε σχέση με λειτουργούς άλλων θρησκειών. Επίσης, η μη εξέταση των άρθρων 6 και 13 αφήνει χωρίς αυτοτελή αξιολόγηση το πρόβλημα της δικαιοδοτικής αβεβαιότητας. Πρέπει όμως να τονιστεί ότι πρόκειται για κριτική στο εύρος της δικαστικής εξέτασης και όχι για σφάλμα ως προς το διατακτικό.
Η εκτέλεση της απόφασης και η διαρθρωτική διάσταση. Η εκτέλεση της απόφασης θα έχει ιδιαίτερη σημασία. Η διαπίστωση έλλειψης νόμιμης βάσης συνεπάγεται ότι οι τουρκικές αρχές οφείλουν να αποφεύγουν παρόμοιες διαγραφές κληρικών από διοικητικά συμβούλια κοινοτικών ιδρυμάτων ελλείψει σαφούς νομοθετικής βάσης σύμφωνης με την ΕΣΔΑ.
Επισημαίνεται ότι το ΕΔΔΑ δεν διέταξε γενικά μέτρα ή διαπίστωσε ρητά συστημική παραβίαση. Η διαρθρωτική διάσταση προκύπτει από το ιστορικό πλαίσιο, τις παρεμβάσεις τρίτων και τη σύνδεση με την προγενέστερη νομολογία για τα μειονοτικά ιδρύματα, όχι από το διατακτικό της απόφασης.
ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ
Α) Hasan and Chaush κατά Βουλγαρίας [GC]. Η Hasan and Chaush κατά Βουλγαρίας αποτελεί θεμελιώδη απόφαση για την αυτονομία των θρησκευτικών κοινοτήτων. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 9 λόγω κρατικής παρέμβασης στην εσωτερική οργάνωση της μουσουλμανικής κοινότητας της Βουλγαρίας. Η απόφαση παραμένει βασικό σημείο αναφοράς για υποθέσεις στις οποίες το Κράτος παρεμβαίνει στη διοίκηση ή εκπροσώπηση θρησκευτικής κοινότητας. Η σχέση της με τη Mavrakis είναι ισχυρή ως προς την αρχή της θρησκευτικής αυτονομίας, αλλά όχι ταυτόσημη ως προς τα πραγματικά περιστατικά: στη Hasan and Chaush το επίκεντρο ήταν η αναγνώριση θρησκευτικής ηγεσίας, ενώ στη Mavrakis η συμμετοχή κληρικών σε διοικητικά όργανα κοινοτικών ιδρυμάτων. Πηγή: HUDOC, Hasan and Chaush v. Bulgaria [GC], no. 30985/96, 26.10.2000.
Β) Sindicatul «Păstorul cel Bun» κατά Ρουμανίας [GC]. Η απόφαση αφορά την άρνηση εγγραφής επαγγελματικού σωματείου ορθοδόξων κληρικών. Το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης έκρινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 11, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην αυτονομία της Ρουμανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η απόφαση είναι σημαντική διότι αναπτύσσει τη σχέση άρθρου 11 και άρθρου 9 σε υποθέσεις θρησκευτικών κοινοτήτων. Για τη Mavrakis, η απόφαση είναι κρίσιμη ως προς τη μεθοδολογία: το άρθρο 11 μπορεί και πρέπει, σε θρησκευτικά συμφραζόμενα, να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του άρθρου 9. Πηγή: HUDOC, Sindicatul “Păstorul cel Bun” v. Romania [GC], no. 2330/09, 09.07.2013.
Γ) Holy Synod of the Bulgarian Orthodox Church κατά Βουλγαρίας. Η απόφαση αυτή αφορά κρατική παρέμβαση σε εσωτερική εκκλησιαστική διαμάχη και επιβεβαιώνει ότι το Κράτος οφείλει να απέχει από αυθαίρετες παρεμβάσεις στην εσωτερική οργάνωση θρησκευτικών κοινοτήτων. Η σύνδεση με τη Mavrakis είναι βάσιμη, αλλά πρέπει να αποφευχθεί η διατύπωση ότι η διαγραφή των κληρικών «ισοδυναμεί» πλήρως με κρατική παρέμβαση στην εκλογή θρησκευτικών ηγετών. Ακριβέστερο είναι ότι συνιστά κρατική παρέμβαση στη διοικητική αυτοδύναμη κοινοτικών θεσμών με σαφή θρησκευτική διάσταση. Πηγή: HUDOC, Holy Synod of the Bulgarian Orthodox Church (Metropolitan Inokentiy) and Others v. Bulgaria, nos. 412/03 and 35677/04, 22.01.2009.
Δ) Mitropolia Basarabiei κατά Μολδαβίας. Η απόφαση αφορά την άρνηση αναγνώρισης θρησκευτικής κοινότητας και την προστασία της θρησκευτικής αυτονομίας. Είναι συναφής με τη Mavrakis ως προς τη θεσμική διάσταση του άρθρου 9. Ωστόσο, η Mavrakis δεν αφορά άρνηση αναγνώρισης θρησκευτικής κοινότητας, αλλά αποκλεισμό συγκεκριμένων προσώπων από διοικητικά συμβούλια κοινοτικών ιδρυμάτων. Η σύγκριση πρέπει να περιοριστεί στην κοινή αρχή της προστασίας της θρησκευτικής και κοινοτικής αυτοοργάνωσης. Πηγή: HUDOC, Mitropolia Basarabiei and Others v. Moldova, no. 45701/99, 13.12.2001.
Ε) Fener Rum Erkek Lisesi Vakfı κατά Τουρκίας. Η απόφαση είναι ιδιαίτερα συναφής, διότι αφορά μειονοτικό ελληνορθόδοξο ίδρυμα στην Τουρκία και παραβίαση της ΕΣΔΑ στο πλαίσιο κρατικών πρακτικών εις βάρος κοινοτικών ιδρυμάτων. Η σύγκριση είναι θεμιτή, αλλά πρέπει να επισημανθεί ότι εκείνη η υπόθεση αφορούσε κυρίως δικαίωμα ιδιοκτησίας, ενώ η Mavrakis αφορά την ελευθερία ένωσης και τη διοικητική συμμετοχή στα όργανα κοινοτικών ιδρυμάτων. Πηγή: HUDOC, Fener Rum Erkek Lisesi Vakfı v. Turkey, no. 34478/97, 09.01.2007.
ΣΤ) Bozcaada Kimisis Teodoku Rum Ortodoks Kilisesi Vakfı κατά Τουρκίας. Η απόφαση αφορά επίσης ελληνορθόδοξα μειονοτικά ιδρύματα και διαπιστώσεις παραβίασης της ΕΣΔΑ στο πλαίσιο περιουσιακών περιορισμών. Η σύνδεση με τη Mavrakis αναδεικνύει τη συνέχεια των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τα ελληνορθόδοξα ιδρύματα στην Τουρκία, αλλά η νομική βάση παραμένει διαφορετική: άρθρο 1 ΠΠΠ στις περιουσιακές υποθέσεις, άρθρο 11 υπό το πρίσμα του άρθρου 9 στη Mavrakis. Πηγή: HUDOC, Bozcaada Kimisis Teodoku Rum Ortodoks Kilisesi Vakfı v. Turkey, nos. 37639/03 and 3 others, 03.03.2009.
Ζ) Agga κατά Ελλάδος αριθ. 2. Η απόφαση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι μνημονεύθηκε από το 3ο Διοικητικό Πρωτοδικείο Κωνσταντινουπόλεως. Η υπόθεση αφορούσε την ποινική δίωξη μουφτή της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη και τη σχέση κρατικής παρέμβασης με τη θρησκευτική ελευθερία. Η αναφορά της Agga από τουρκικό διοικητικό δικαστήριο είναι σημαντική ως ένδειξη διακρατικής κυκλοφορίας της νομολογίας του Στρασβούργου. Ωστόσο, η Agga αφορά ποινική κύρωση και θρησκευτική ηγεσία, ενώ η Mavrakis αφορά διοικητικό αποκλεισμό από όργανα κοινοτικών ιδρυμάτων. Πηγή: HUDOC, Agga v. Greece (no. 2), nos. 50776/99 and 52912/99, 17.10.2002.
Η) ΔΕΕ. Egenberger και IR κατά JQ. Οι αποφάσεις του ΔΕΕ αφορούν την αυτονομία θρησκευτικών οργανισμών σε εργασιακές σχέσεις και τον δικαστικό έλεγχο απαιτήσεων που συνδέονται με το θρήσκευμα. Η σύγκριση με τη Mavrakis είναι χρήσιμη μόνο σε επίπεδο γενικής ευρωπαϊκής τάσης υπέρ της θρησκευτικής αυτονομίας υπό δικαστικό έλεγχο. Δεν έχει άμεση αντιστοιχία, διότι το αντικείμενο και το νομικό πλαίσιο είναι διαφορετικά. Πηγή: CJEU, Egenberger, C-414/16, 17.04.2018· IR v. JQ, C-68/17, 11.09.2018.
Θ) Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΟΗΕ — Γενικό Σχόλιο αριθ. 22. Το Γενικό Σχόλιο της Επιτροπής για το άρθρο 18 ΔΣΑΠΔ αναγνωρίζει την ευρεία προστασία της ελευθερίας θρησκείας, συμπεριλαμβανομένης της συλλογικής άσκησής της. Πηγή: UN Human Rights Committee, General Comment No. 22, CCPR/C/21/Rev.1/Add.4 (1993).
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η απόφαση Mavrakis κ.α. κατά Τουρκίας αποτελεί σημαντική προσθήκη στη νομολογία του ΕΔΔΑ για την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, όταν αυτή συνδέεται με τη θρησκευτική και μειονοτική αυτοδιοίκηση. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η διαγραφή ελληνορθόδοξων ιερέων από τα διοικητικά συμβούλια κοινοτικών ιδρυμάτων λόγω της ιερατικής τους ιδιότητας συνιστούσε επέμβαση στο άρθρο 11 ΕΣΔΑ, εξεταζόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 9, και ότι η επέμβαση αυτή δεν είχε σαφή, προσβάσιμη και προβλέψιμη νόμιμη βάση στο τουρκικό δίκαιο.
Το βασικό πλεονέκτημα της απόφασης είναι η δογματική καθαρότητα: η έλλειψη νόμιμης βάσης αρκούσε για τη διαπίστωση παραβίασης. Το βασικό της όριο είναι ότι δεν εξέτασε χωριστά τα ζητήματα διάκρισης, αποτελεσματικής προσφυγής και δικαιοδοτικής αβεβαιότητας υπό τα άρθρα 14, 13 και 6 ΕΣΔΑ.
Η απόφαση δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως πλήρης και ρητή αναγνώριση ενός αυτοτελούς δικαιώματος μειονοτικής αυτοδιοίκησης ούτε ως αυθεντική ερμηνεία της Συνθήκης της Λωζάνης. Η ακριβής της σημασία είναι ότι το Κράτος δεν μπορεί, χωρίς σαφή και προβλέψιμη νόμιμη βάση, να αποκλείει κληρικούς από τα όργανα διοίκησης κοινοτικών ιδρυμάτων, ιδίως όταν τα ιδρύματα αυτά αποτελούν θεσμικές δομές μιας θρησκευτικής μειονότητας.
Η Mavrakis, συνεπώς, είναι μια απόφαση περιορισμένη ως προς τη μεθοδολογία της, αλλά σημαντική ως προς τις συνέπειές της. Ενισχύει την προστασία των μειονοτικών κοινοτικών ιδρυμάτων όχι πλέον μόνο ως περιουσιακών φορέων, αλλά και ως χώρων συλλογικής, θρησκευτικής και πολιτιστικής αυτοδιοίκησης. Η πρακτική της σημασία θα εξαρτηθεί από την εκτέλεσή της και από το αν οι τοπικές αρχές θα προσαρμόσουν τη διοικητική τους πρακτική στις απαιτήσεις της ΕΣΔΑ.
