Μπορεί να σταθεί αποστρατεία ανώτατου αξιωματικού με αιτιολογία «μη ικανοποιητικής απόδοσης», όταν οι αξιολογήσεις του τον εμφανίζουν ως «υψηλά αποτελεσματικό»;
Το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την απόφαση 61/2026, απάντησε αρνητικά, ακυρώνοντας τόσο τη δυσμενή κρίση υπηρεσιακού συμβουλίου όσο και το επακόλουθο προεδρικό διάταγμα αποστρατείας.
Η υπόθεση αφορούσε τον έλεγχο νομιμότητας, αφενός, της κρίσης με την οποία αξιωματικός του Πυροσβεστικού Σώματος χαρακτηρίστηκε ως «ευδοκίμως τερματίσας τη σταδιοδρομία του», λόγω συμπλήρωσης 35ετούς συντάξιμης υπηρεσίας και μη ικανοποιητικής απόδοσης, μετά την απόρριψη αίτησης επανάκρισης, και, αφετέρου, της υποχρεωτικής αποστρατείας που ακολούθησε.
Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η προσβολή της απόφασης του υπηρεσιακού συμβουλίου εκδικάζεται ως προσφυγή ουσίας, ενώ η προσβολή του προεδρικού διατάγματος ως αίτηση ακυρώσεως, με τις δύο υποθέσεις να συνεκδικάζονται λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της αποστρατείας.
Ως προς το ουσιαστικό πλαίσιο, επισημαίνεται ότι η κρίση περί «ευδοκίμου τερματισμού» συνιστά στην πράξη απόλυση λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας, η οποία είναι κατ’ αρχήν συμβατή με τη συνταγματική μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, υπό την προϋπόθεση ότι λαμβάνεται από αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο με πλήρεις εγγυήσεις και επαρκή τεκμηρίωση.
Στην επίμαχη περίπτωση, η δυσμενής κρίση στηρίχθηκε κυρίως σε επιμέρους βαθμολογίες «4» σε συγκεκριμένα κριτήρια αξιολόγησης. Ωστόσο, το ΣτΕ υπογράμμισε ότι, βάσει της ισχύουσας κλίμακας, ο βαθμός «4» αντιστοιχεί σε «αποτελεσματική» απόδοση και δεν συνιστά ένδειξη ανεπάρκειας. Αντίθετα, μόνο βαθμολογίες «1» ή «2» μπορούν να δικαιολογήσουν δυσμενή κρίση, και μάλιστα με ειδική, σαφή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Το Δικαστήριο προχώρησε σε πλήρη επανεκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, κρίνοντας αλυσιτελείς τις αιτιάσεις περί πλημμελούς αιτιολογίας, καθώς στο πλαίσιο της προσφυγής ουσίας έχει τη δυνατότητα να αξιολογήσει εκ νέου τα πραγματικά δεδομένα.
Από τα στοιχεία του φακέλου προέκυψε ότι οι πρόσφατες εκθέσεις αξιολόγησης του αξιωματικού τον κατατάσσουν στους «υψηλά αποτελεσματικούς», με συνολικές βαθμολογίες που φτάνουν το 98,8, το 96,67 και το 95,2. Παράλληλα, σε πολυάριθμες παλαιότερες εκθέσεις είχε αξιολογηθεί ως «λίαν καλός», με σταθερά υψηλές επιδόσεις και θετικές κρίσεις για τη διοικητική και επιχειρησιακή του ικανότητα.
Το ΣτΕ έκρινε ότι οι επίμαχες βαθμολογίες «4» ή «8» δεν μπορούν να θεμελιώσουν κρίση ανεπάρκειας, ενώ τα παλαιότερα στοιχεία του φακέλου θεωρούνται παρωχημένα, καθώς ανάγονται σε χρονικό διάστημα που απέχει έως και δεκαετίες από την κρίση. Επιπλέον, διαπιστώθηκε απουσία πειθαρχικών ποινών ή άλλων δυσμενών στοιχείων.
Με βάση τα παραπάνω, το Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν συντρέχει υπηρεσιακή ανεπάρκεια και ότι η κρίση περί «μη ικανοποιητικής απόδοσης» δεν έχει νόμιμο έρεισμα.
Για τον λόγο αυτό έκανε δεκτή την προσφυγή, εξαφάνισε την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Συμβουλίου Κρίσεων κατά το μέρος που αφορούσε τον προσφεύγοντα και, κατ’ αποδοχή της αίτησης ακυρώσεως, ακύρωσε το προεδρικό διάταγμα αποστρατείας. Παράλληλα, διατάχθηκε η απόδοση του παραβόλου και επιδικάστηκαν δικαστικά έξοδα σε βάρος του Δημοσίου.
