ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Προσφυγή – Επιβολή στην προσφεύγουσα εταιρία προστίμου για παράβαση του άρ. 43 παρ. 2 περ. α’ ν. 3850/2010 λόγω μη έγκαιρης αναγγελίας στην Επιθεώρηση Εργασίας εργατικού ατυχήματος εργαζομένης της – Εργατικό ατύχημα θεωρείται και το επισυμβάν κατά τη μετάβαση του ασφαλισμένου στον τόπο της εργασίας του ή την αποχώρηση από αυτόν, αρκεί να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ εργασίας και ατυχήματος – Μόνο ο δόλος και όχι τυχόν αμέλεια του παθόντος εργαζομένου μεταβάλλει το χαρακτήρα του ατυχήματος ως εργατικού – Η επιβολή της υποχρέωσης για αναγγελία του εργατικού ατυχήματος εντός 24 ωρών αποσκοπεί στο να καθίσταται ευχερής η εξακρίβωση των συνθηκών επέλευσης και των αιτιών του ατυχήματος κατά τον συντομότερο δυνατό χρόνο από το συμβάν, ενώ η υπέρβαση της τασσόμενης προθεσμίας είναι αποκλειστική, της υπέρβασης συγχωρούμενης μόνο λόγω ανωτέρας βίας – Άμοιρος νομικής επιρροής ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας εταιρίας ότι ενημερώθηκε για την επέλευση του συμβάντος το πρώτον σε ημερομηνία απέχουσα 20 ημέρες από την ημερομηνία που αυτό έλαβε χώρα, καθότι η καθιδρυόμενη εκ του νόμου υποχρέωση εμπρόθεσμης αναγγελίας του εργατικού ατυχήματος εμπερικλείει και προϋποθέτει την ευθύνη του εργοδότη για έγκαιρη αντίληψη αναφορικά με όσα λαμβάνουν χώρα στο πεδίο επιρροής και ευθύνης του, δίχως να τον απαλλάσσει από την εν λόγω υποχρέωση τυχόν καθυστερημένη ενημέρωση εκ μέρους του εργαζομένου που υπέστη το ατύχημα – Μη αμφισβήτηση από την προσφεύγουσα εταιρία ότι το τροχαίο ατύχημα συνέβη στη συνήθη διαδρομή της εργαζομένης από την εργασία προς την οικία της και σε σημείο που βρισκόταν μεταξύ αυτών των τόπων – Κατάφαση αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ εργασίας και ατυχήματος – Απορριπτέος ο ισχυρισμός περί μη έγκαιρης ενημέρωσης της προσφεύγουσας από την Επιθεώρηση Εργασίας, καθώς η ίδια είχε υποχρέωση αναγγελίας στην οικεία υπηρεσία – Η ένδικη παράβαση προβλέπεται ευθέως από διάταξη της εργατικής νομοθεσίας, χωρίς να συνδέεται με την κίνηση ποινικής διαδικασίας και το αποτέλεσμα αυτής – Απορρίπτει την προσφυγή
ΤΟ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ Η΄ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Ιανουαρίου 2025, με Δικαστή τη Ναταλία-Ελένη Γρηγοριάδου Πρωτοδίκη Δ.Δ. και γραμματέα τη Δήμητρα Συμεωνίδου, δικαστική υπάλληλο,
για να δικάσει την με αριθ. καταχώρησης ΠΡ1076/25.4.2024 προσφυγή,
της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «… AΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη (…), για την οποία παραστάθηκε με δήλωση (κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ΚΔΔ, ν. 2717/1999, Α΄ 97) ο πληρεξούσιος δικηγόρος Αντώνιος Χρίστογλου,
κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται, εν προκειμένω, από την Προϊσταμένη του Τμήματος Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία (ΤΕΑΥΕ) Β΄ Τομέα Θεσσαλονίκης-Πέλλας της Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Μακεδονίας-Θράκης της ανεξάρτητης αρχής με την επωνυμία «Επιθεώρηση Εργασίας» (άρθρο 102 του ν. 4808/2021, Α΄ 101/19.6.2021, σε συνδυασμό με το άρθρο μόνο της 67759/18.7.2022 απόφασης του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Β΄ 3795/19.7.2022), που δεν παραστάθηκε.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το Νόμο
Η κρίση του είναι η εξής:
1. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (σχετ. το με αριθ. … έντυπο ηλεκτρονικού παραβόλου), ζητείται η ακύρωση της …/29.2.2024 πράξης επιβολής προστίμου (ΠΕΠ) της Τμηματάρχη του ΤΕΑΥΕ Β΄ Τομέα … του ΠΔΕΑΥΕ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΘΡΑΚΗΣ της Ανεξάρτητης Αρχής Επιθεώρησης Εργασίας, με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος της προσφεύγουσας πρόστιμο ύψους 500 ευρώ, για την αποδιδόμενη σε αυτή παράβαση του άρθρου 43 παρ. 2 περιπτ. α΄ του ν. 3850/2010. Επικουρικά ζητεί τη συμβιβαστική επίλυση της επίδικης διαφοράς. Ωστόσο, το αίτημα της προσφεύγουσας περί συμβιβαστικής επίλυσης της κρινόμενης διαφοράς επιβολής του ως άνω προστίμου, πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμο, δεδομένου ότι τέτοια δυνατότητα δεν προβλέπεται στις οικείες διατάξεις.
2. Επειδή, στον Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3850/2010 (Α΄ 84), ορίζεται στο άρθρο 1 ότι: «Ο παρών κώδικας έχει ως αντικείμενο την εφαρμογή μέτρων για την προαγωγή της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων κατά την εργασία. Προς το σκοπό αυτό, περιέχει γενικές αρχές σχετικά με την πρόληψη των επαγγελματικών κινδύνων και την προστασία της υγείας και της ασφάλειας, την εξάλειψη των συντελεστών κινδύνου των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών …», στο άρθρο 2 παρ. 1 ότι: «Οι διατάξεις του κώδικα εφαρμόζονται, εφόσον δεν ορίζεται αλλιώς, σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα», στο άρθρο 3 ότι:«1. Για την εφαρμογή του παρόντος, νοείται ως: α) Εργαζόμενος: κάθε πρόσωπο που απασχολείται από έναν εργοδότη με οποιαδήποτε σχέση εργασίας … β) Εργοδότης: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο συνδέεται με σχέση εργασίας με τον εργαζόμενο και έχει την ευθύνη για την επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση. γ) Επιχείρηση: κάθε επιχείρηση, εκμετάλλευση, εγκατάσταση και εργασία του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, ανεξαρτήτως κλάδου οικονομικής δραστηριότητας στον οποίο κατατάσσεται. δ) … ε) Τόπος εργασίας: κάθε χώρος όπου βρίσκονται ή μεταβαίνουν οι εργαζόμενοι εξαιτίας της εργασίας τους και που είναι κάτω από τον έλεγχο του εργοδότη. στ) …», στο άρθρο 43, με τίτλο «Ειδικές υποχρεώσεις εργοδοτών», ότι: «1. … 2. «Επιπλέον, ο εργοδότης οφείλει: α) Να αναγγέλλει στις αρμόδιες Επιθεωρήσεις Εργασίας, στις πλησιέστερες αστυνομικές αρχές και στις αρμόδιες υπηρεσίες του ασφαλιστικού οργανισμού στον οποίο υπάγεται ο εργαζόμενος, εντός 24 ωρών, όλα τα εργατικά ατυχήματα και εφόσον πρόκειται περί σοβαρού τραυματισμού ή θανάτου, να τηρεί αμετάβλητα όλα τα στοιχεία που δύνανται να χρησιμεύσουν για εξακρίβωση των αιτίων του ατυχήματος. β) …», και στο άρθρο 71 ότι: «1. Σε κάθε εργοδότη, κατασκευαστή, παρασκευαστή, εισαγωγέα, προμηθευτή που παραβαίνει τις διατάξεις της νομοθεσίας για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων ανεξάρτητα από τις ποινικές κυρώσεις, επιβάλλεται με αιτιολογημένη πράξη του αρμόδιου Προϊσταμένου Κέντρου Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου ή του ελέγξαντος Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας και ύστερα από προηγούμενη πρόσκληση του εργοδότη για παροχή εξηγήσεων: α) πρόστιμο για καθεμία παράβαση, από πεντακόσια ευρώ (500,00 Ε) μέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ (50.000,00 Ε), β) … 2. … 3. Κατά την επιλογή και επιβολή των παραπάνω διοικητικών ποινών λαμβάνονται υπόψη ιδίως: α) η αμεσότητα, η σοβαρότητα και η έκταση του κινδύνου, β) η σοβαρότητα της παράβασης, η τυχόν επαναλαμβανόμενη μη συμμόρφωση στις υποδείξεις των αρμόδιων οργάνων, οι παρόμοιες παραβάσεις για τις οποίες έχουν επιβληθεί κυρώσεις στο παρελθόν και ο βαθμός υπαιτιότητας. 4. Πριν από την επιβολή των παραπάνω διοικητικών κυρώσεων μπορεί να χορηγηθεί εύλογη προθεσμία μέχρι τριάντα ημερών για συμμόρφωση ή να παραταθεί μία μόνο φορά η προθεσμία έως και δέκα ημέρες, αν κριθεί ότι εκείνη που χορηγήθηκε αρχικά δεν ήταν επαρκής. 5. Ως προς τη διαδικασία επιβολής προστίμου εφαρμόζεται το άρθρο 16 παρ. 2 του ν. 2639/1998 όπως ισχύει. 6. … 7. Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, που εκδίδονται ύστερα από γνώμη του Σ.Υ.Α.Ε. και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να αυξάνονται τα όρια των προστίμων της παραγράφου 1 περ. Α`. 8. …».
3. Επειδή, το προαναφερόμενο άρθρο 16 του ν. 2639/1998 (Α΄ 205) καταργήθηκε με το άρθρο 33 παρ. 14 του ν. 3996/2011 «Αναμόρφωση του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας, ρυθμίσεις θεμάτων Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις» (Α΄ 170), το άρθρο 1 του οποίου ορίζει ότι: «Συνιστάται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.), το οποίο υπάγεται απευθείας στον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. …», το άρθρο 2 ότι: «1. Έργο του Σ.ΕΠ.Ε. είναι η επίβλεψη και ο έλεγχος της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας … 2. Για την εκτέλεση του έργου του, το Σ.ΕΠ.Ε. έχει τις εξής αρμοδιότητες: α. Επιθεωρεί και ελέγχει τους χώρους εργασίας με κάθε πρόσφορο μέσο, προβαίνει σε κάθε είδους αναγκαία εξέταση και έλεγχο σε όλες τις επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις πρωτογενούς, δευτερογενούς και τριτογενούς τομέα και γενικότερα σε κάθε ιδιωτικό ή δημόσιο χώρο εργασίας ή εκμετάλλευσης ή χώρο όπου πιθανολογείται ότι απασχολούνται εργαζόμενοι … και επιβλέπει την τήρηση και εφαρμογή: αα) των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας της σχετικής ιδίως με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας … την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων … ε. Ερευνά τα αίτια και τις συνθήκες των σοβαρών και θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων … στ. Εξετάζει κάθε καταγγελία και αίτημα που υποβάλλεται σε αυτό και παρεμβαίνει άμεσα στους χώρους εργασίας. …», το άρθρο 23 παρ. 1 ότι: «Στο πλαίσιο της κατασταλτικής δράσης του το Σ.ΕΠ.Ε.: 1. Αν διαπιστώσει παραβίαση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, το Σ.ΕΠ.Ε. είτε χορηγεί κατά την κρίση του εύλογη προθεσμία για συμμόρφωση προς τις εν λόγω διατάξεις είτε λαμβάνει άμεσα διοικητικά μέτρα και επιβάλλει τις προβλεπόμενες διοικητικές κυρώσεις ή και προσφεύγει στη δικαιοσύνη για την επιβολή των ποινικών κυρώσεων κατά περίπτωση σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις» και το άρθρο 24, όπως ίσχυε τον κρίσιμο, εν προκειμένω, χρόνο τέλεσης της παράβασης, ότι: «1. Στον εργοδότη που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας επιβάλλεται ύστερα από προηγούμενη πρόσκληση για παροχή εξηγήσεων Α. Πρόστιμο για καθεμία παράβαση από τριακόσια (300) ευρώ μέχρι πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ με αιτιολογημένη πράξη είτε του αρμόδιου Προϊσταμένου Τμήματος Επιθεώρησης κατόπιν σχετικής εισήγησης του Επιθεωρητή Εργασίας που διενήργησε τον έλεγχο είτε του αρμόδιου Προϊσταμένου Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης κατόπιν σχετικής εισήγησης του αντίστοιχου Προϊσταμένου Τμήματος Επιθεώρησης είτε του Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας που διενήργησε τον έλεγχο. … 2. Για την επιβολή των παραπάνω διοικητικών κυρώσεων συνεκτιμώνται τα εξής κριτήρια: η σοβαρότητα της παράβασης, η τυχόν επαναλαμβανόμενη μη συμμόρφωση στις υποδείξεις των αρμόδιων οργάνων, οι παρόμοιες παραβάσεις για τις οποίες έχουν επιβληθεί κυρώσεις στο παρελθόν, ο βαθμός υπαιτιότητας, ο αριθμός των εργαζομένων, το μέγεθος της επιχείρησης, το καθεστώς απασχόλησης, ο αριθμός των εργαζομένων που θίγονται και η υπαγωγή της επιχείρησης σε μία από τις κατηγορίες του άρθρου 10 του ν. 3850/2010 (Α` 84). Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης κατηγοριοποιούνται οι παραβάσεις, εξειδικεύονται τα κριτήρια, καθορίζεται η μέθοδος υπολογισμού του ύψους του προστίμου και προβλέπονται περιπτώσεις στις οποίες το ύψος του προστίμου μπορεί να αναπροσαρμόζεται. 3. … ».
4. Επειδή, τέλος, κατά τον κρίσιμο, εν προκειμένω, χρόνο τέλεσης της ένδικης παράβασης και έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης, για την επιμέτρηση του επίμαχου προστίμου, ήταν εφαρμοστέα η εκδοθείσα, κατ΄ εξουσιοδότηση των παραπάνω διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 24 του ν. 3996/2011, 29164/755/27.6.2019 απόφαση της Υπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης «Κατηγοριοποίηση παραβάσεων και καθορισμός ύψους προστίμων που επιβάλλονται από τους Επιθεωρητές Εργασίας του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ)» (Β΄ 2686), με την οποία καθορίστηκε η μέθοδος υπολογισμού των επιβαλλόμενων από τους Επιθεωρητές Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία προστίμων, με τη συνεκτίμηση των προβλεπόμενων σε αυτή κριτηρίων. Εξάλλου, το άρθρο 1 του Κεφαλαίου Β αυτής και το Παράστημα ΙΙΙ αυτής, που αναφέρονται στη μέθοδο υπολογισμού του επιβληθέντος από τους Επιθεωρητές Ασφάλειας και Υγείας προστίμου, εξακολούθησε, εν προκειμένω, να ισχύει και μετά την έκδοση της 60201/Δ7.1422/20.12.2019 απόφασης του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων (Β΄ 4997/31.12.2019), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 4 αυτής.
5. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 43 παρ. 2 του ν. 3850/2010, ο εργοδότης υποχρεούται να αναγγέλλει, μεταξύ άλλων, στην Επιθεώρηση Εργασίας, εντός 24 ωρών από την επέλευσή του, κάθε ατύχημα που λαμβάνει χώρα στον τόπο της εργασίας του απασχολούμενου από αυτόν προσωπικού (εργατικό ατύχημα), το οποίο ειδικότερα συνίσταται σε οποιοδήποτε βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, που επιφέρει βλάβη της υγείας του εργαζόμενου (βλ. τον ορισμό του εργατικού ατυχήματος στο άρθρο 8 παρ. 4 του α.ν. 1846/1951, Α΄ 179), ανεξαρτήτως της σοβαρότητάς του (ΔΕφΑθ 2383/2025), το οποίο τελεί προς την εργασία, αμέσως ή εμμέσως, σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος (πρβλ. ΣτΕ 1290/2025, 1773/2022 κ.ά.). Τέτοιο ατύχημα θεωρείται το επισυμβάν στον χώρο και κατά τη διάρκεια της εργασίας, έστω και αν προκλήθηκε από αμέλεια του παθόντος, γιατί η τυχόν αμέλεια αυτού δεν μεταβάλλει τον χαρακτήρα του ατυχήματος ως εργατικού, αλλά μόνο ο δόλος (ΣτΕ 454/2013, 2556/2008, πρβ. Σ.τ.Ε 394/1992, 3475/1987). Ως ατύχημα με τον χαρακτήρα αυτόν θεωρείται και το επισυμβάν υπό ανάλογες συνθήκες κατά τη μετάβαση του ασφαλισμένου στον τόπο της εργασίας του ή την αποχώρησή του από αυτόν, αρκεί να υφίσταται στη συγκεκριμένη περίπτωση αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ εργασίας και ατυχήματος (πρβλ. ΣτΕ 1290/2025, 454/2013, 2556/2008). Συνεπώς, η επιβολή της υποχρέωσης αυτής στους εργοδότες (για αναγγελία των εργατικών ατυχημάτων) αποσκοπεί στο να καθίσταται ευχερής η εξακρίβωση των συνθηκών επέλευσης και των αιτιών του ατυχήματος, κατά τον συντομότερο δυνατό χρόνο από το συμβάν (ΔΕφΑθ. 2383/2025, ΔΕφΘεσ. 1535/2023). Εξάλλου, κατά την έννοια της ίδιας ως άνω διάταξης, η τασσόμενη προθεσμία προς αναγγελία του εργατικού ατυχήματος είναι αποκλειστική, ενώ υπέρβασή της συγχωρείται μόνο για λόγους ανωτέρας βίας (ΔεφΑθ 2383/2025). Η ανωτέρα βία είναι έννοια νομική και συνίσταται σε κάθε γεγονός αιφνίδιο και απρόβλεπτο, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν θα μπορούσε να αποτραπεί ούτε με άκρα επιμέλεια και σύνεση, επαγόμενο απόλυτη αδυναμία του υπόχρεου να υποβάλει την επίμαχη δήλωση εντός της νόμιμης προθεσμίας (ΣτΕ 2383/2018, ΔΕφΑθ. 2383/2025).
6. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Η προσφεύγουσα εταιρία διατηρεί επιχείρηση … με παράρτημα στη …. Στις 20.9.2023 η …, εργαζόμενη της προσφεύγουσας, κατήγγειλε στο ΤEAYE του Β΄ Τομέα Θεσσαλονίκης Πέλλας της ΠΔΕΑΥΕ Μακεδονίας-Θράκης της Επιθεώρησης Εργασίας ότι στις 7.8.2023 κατά την αποχώρησή της από την εργασία της και πλησιάζοντας στην οικία της, αφού κατέβηκε από το λεωφορείο της επιχείρησης και στο διάστημα που κινούνταν πεζή προς το σπίτι της, τη χτύπησε αυτοκίνητο. Η κατάθεση έγινε στην οικία της κυρίως λόγω αδυναμίας μετακίνησης και αδυναμίας επικοινωνίας διότι δεν μιλούσε την ελληνική γλώσσα (βλ. σχετ. την από 20.9.2023 καταγγελία εργατικού ατυχήματος). Μετά την ως άνω καταγγελία, με τα από 20.9.2023 και 22.9.2023 δελτία ελέγχου, κλήθηκε η προσφεύγουσα να δώσει γραπτές εξηγήσεις εντός 5 ημερών, για τη μη αναγγελία του εργατικού ατυχήματος της καταγγέλλουσας που έλαβε χώρα στις 7.8.2023. Στις 26.1.2024, η προσφεύγουσα κατέθεσε στην ανωτέρω Υπηρεσία έγγραφες εξηγήσεις με τις οποίες υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι αγνοούσαν παντελώς τις ακριβείς συνθήκες του ατυχήματος, διότι η καταγγέλλουσα δεν τους χορήγησε αντίγραφο από το βιβλίο συμβάντων της Τροχαίας, καθώς τα σχετικά έγγραφα καλύπτονται από το απόρρητο των προσωπικών δεδομένων, ούτε τους ενημέρωσε εγκαίρως για το συμβάν, ώστε να μπορέσουν να επιβεβαιώσουν τις ακριβείς συνθήκες του ατυχήματος και να πράξουν τα προβλεπόμενα, και ότι όταν πολύ αργότερα πληροφορήθηκαν τους λόγους απουσίας της από την εργασία της (την 30.8.2023) και της ζήτησαν να προσκομίσει όλα τα σχετικά με το συμβάν απαραίτητα έγγραφα παρέλειψε να το πράξει, και, συνεπώς, ότι ήταν αδύνατο να αναγγείλουν το συμβάν εντός 24 ωρών. Επίσης, υποστήριξε ότι καθώς το λεωφορείο με το οποίο γινόταν η μετάβαση και επιστροφή των εργατών ανήκε σε τρίτη εταιρία με την επωνυμία «… ΟΕ» θα ήταν αδύνατο να γνωρίζουν τις συνθήκες του ατυχήματος, και ότι τα κατάγματα που υπέστη είναι ιδιαιτέρως συνήθη και μπορεί να προκληθούν και σε διαφορετικές περιστάσεις, και δεν θα μπορούσαν να γνωρίζουν, μεταξύ άλλων, εάν υπήρχε συνυπαιτιότητα της παθούσας, εάν το ατύχημα οφείλονταν στη στάθμευση του λεωφορείου στην απέναντι πλευρά του δρόμου όπως ζήτησε η εργάτρια, εάν η τελευταία ή ο οδηγός του λεωφορείου ήταν υπό την επήρεια αλκοόλ ή άλλων ουσιών κ.λπ. Επίσης, υποστήριξε ότι το ατύχημα δεν ήταν εργατικό, καθώς η καταγγέλλουσα προσπάθησε να περάσει απέναντι όχι από την μπροστινή πλευρά του λεωφορείου, (όπως προβλέπεται από τη σχετική νομοθεσία και τη στοιχειώδη, όπως προέβαλε, λογική), αλλά από την πίσω, όπως επιβεβαιώνει, κατά τον οικείο ισχυρισμό, και η μάρτυρας … που αποβιβάστηκε μαζί με την καταγγέλλουσα, όσο και η οδηγός του αυτοκινήτου, και ότι επομένως διακόπηκε η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του ατυχήματος και της επιστροφής της καταγγέλλουσας από την εργασία της από την πρωτοφανή, όπως πρόβαλε, απερισκεψία της τελευταίας να διασχίσει τον δρόμο από μη ασφαλές σημείο. Συνεπώς, όπως προέβαλε, η μη άμεση αναγγελία του ατυχήματος οφείλονταν στην πλήρη ανυπαίτια αδυναμία της να παράσχει εξηγήσεις διότι δεν γνώριζε τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε το ατύχημα και στην εκ των υστέρων διαμορφωμένη άποψή τους ότι το ατύχημα δεν ήταν εργατικό, και για τις ακριβείς συνθήκες του οποίου έμελλε να αποφανθεί η ποινική δικαιοσύνη. Κατόπιν των ανωτέρω, και αφού λήφθηκαν υπόψη, μεταξύ άλλων, κατά τα αναγραφόμενα στην προσβαλλόμενη πράξη, οι αντιρρήσεις της προσφεύγουσας, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη επιβολής προστίμου, με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος της προσφεύγουσας, πρόστιμο ποσού 500 ευρώ για την αποδιδόμενη παράβαση της μη αναγγελίας εργατικού ατυχήματος, κατ’ άρθρο 43 παρ. 2 εδάφιο α΄ του ν. 3850/2010.
7. Επειδή, η προσφεύγουσα με την κρινόμενη προσφυγή, όπως οι λόγοι αυτής αναπτύσσονται με το από 16.1.2025 νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης προβάλλοντας ότι όσα αναφέρονται στην προσβαλλόμενη πράξη είναι αναληθή, και ότι η εταιρία της από την ώρα που της κοινοποιήθηκε τι ακριβώς είχε συμβεί με την εργαζόμενή τους (εκτός ωραρίου και χώρου παροχής της εργασίας της) έπραξε ό,τι ήταν σύννομο και προβλεπόμενο από τις κείμενες διατάξεις. Υποστηρίζει για το επίμαχο ατύχημα της εργάτριάς τους, η τελευταία δεν τους τους χορήγησε αντίγραφο από το Βιβλίο Συμβάντων της Τροχαίας ούτε τους ενημέρωσε εγκαίρως για το συμβάν, ώστε να μπορέσουν να επιβεβαιώσουν τις ακριβείς συνθήκες του ατυχήματος και να πράξουν τα προβλεπόμενα (εφόσον προέκυπτε οποιαδήποτε συνάφεια με την εργασία της που, όπως προβάλλει, δεν υπήρχε), και ότι για το τροχαίο ατύχημα δεν είχαν ποτέ καμία πληροφόρηση ή εμπλοκή, αφού αυτό συνέβη εκτός του ωραρίου της εργασίας της και όχι σε χώρους του εργοστασίου της, και ότι συνεπώς ο χαρακτηρισμός του τραυματισμού της ως εργατικό ατύχημα είναι λανθασμένος, αναιτιολόγητος και αυθαίρετος. Υποστηρίζει ότι όλως αναιτιολόγητα επιβλήθηκε το ένδικο πρόστιμο με μόνη αναφορά «μη αναγγελία εργατικού ατυχήματος», ενώ και στο δελτίο ελέγχου δεν αναφέρεται τίποτα πιο ξεκάθαρο και αιτιολογημένο. Όπως προβάλλει, κατά του δελτίου ελέγχου απηύθυνε απάντηση όπου αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι λόγοι για τους οποίους αδίκως και αναιτιολόγητα, όπως προβάλλει, της επιβλήθηκε το ανωτέρω πρόστιμο, ενώ δεν υπέπεσε σε καμία εργατική παράβαση και δεν υπήρξε εν προκειμένω εργατικό ατύχημα, και ενσωματώνει στο δικόγραφο την από 25.1.2024 απάντησή της, επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς της. Ειδικότερα, προβάλλεται (σε συνδυασμό με τις ως άνω εξηγήσεις της) ότι αγνοούσε παντελώς τις ακριβείς συνθήκες του ατυχήματος διότι, κατά τα ανωτέρω, η εργάτριά της δεν τους χορήγησε αντίγραφο από το βιβλίο συμβάντων της τροχαίας, το οποίο δεν θα μπορούσαν με άλλο τρόπο να λάβουν διότι τα έγγραφα και οι σχετικές πληροφορίες καλύπτονται από το απόρρητο των προσωπικών δεδομένων, ούτε τους ενημέρωσε εγκαίρως για το συμβάν, ώστε να μπορέσουν να επιβεβαιώσουν τις ακριβείς συνθήκες του ατυχήματος και να πράξουν τα προβλεπόμενα, και ότι όταν πολύ αργότερα πληροφορήθηκαν τους λόγους απουσίας της από την εργασία της (την 30.8.2023) και της ζήτησαν να προσκομίσει όλα τα σχετικά με το συμβάν απαραίτητα έγγραφα παρέλειψε να το πράξει, και συνεπώς ήταν αδύνατο να αναγγείλουν το συμβάν εντός 24 ωρών, ενώ και η καταγγέλλουσα προέβη στην καταγγελία της μόλις την 20.9.2023. Επίσης, υποστηρίζει ότι καθώς το λεωφορείο με το οποίο γινόταν η μετάβαση και επιστροφή των εργατών ανήκε σε τρίτη εταιρία με την επωνυμία «… ΟΕ» θα ήταν αδύνατο να γνωρίζουν τις συνθήκες του ατυχήματος, και ότι το κάταγμα του ηβικού οστού και το κάταγμα οσφυικού σπονδύλου είναι ιδιαιτέρως συνήθη και μπορεί να προκληθούν και σε διαφορετικές περιστάσεις, υπό την έννοια ότι δεν αποτελούν αποκλειστικά χαρακτηριστικά τροχαίου ατυχήματος, και ότι δεν θα μπορούσαν να γνωρίζουν εάν υπήρχε αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού ή συνυπαιτιότητα της παθούσας, εάν το ατύχημα οφείλονταν στη στάθμευση του λεωφορείου στην απέναντι πλευρά του δρόμου, η ακριβής ώρα και τόπος του ατυχήματος (που δήλωσε η εργάτρια και παρουσιάζει, κατά τον οικείο ισχυρισμό, σημαντική απόκλιση, 30΄, στη δήλωση ατυχήματος του ΙΚΑ/ΕΦΚΑ, 23.40, και τη γνωμάτευση χορήγησης αναρρωτικής άδειας του ιατρού από το ΓΝ … 23.08) εάν ο οδηγός ήταν υπό την επήρεια αλκοόλ κ.λπ. Επίσης, υποστηρίζει ότι το ατύχημα δεν ήταν εργατικό, καθώς το λεωφορείο με το οποίο έγινε η μεταφορά είναι δημόσιας χρήσης τουριστικό λεωφορείο ιδιοκτησίας της ως άνω εταιρίας, και ότι τα τουριστικά λεωφορεία δεν έχουν εκ του νόμου υποχρέωση για στάση σε προκαθορισμένα σημεία, και ότι την ημέρα του ατυχήματος η καταγγέλλουσα αποβιβάστηκε μαζί με τη … σε σημείο κατόπιν συνεννόησης με τον οδηγό προκειμένου με το αυτοκίνητο της τελευταίας να μεταβούν στις κατοικίες τους. Υποστηρίζει ότι η καταγγέλλουσα προσπάθησε να περάσει απέναντι όχι από την μπροστινή πλευρά του λεωφορείου (όπως προβλέπεται από τη νομοθεσία, όπως προβάλλεται, και τη στοιχειώδη λογική), αλλά από την πίσω, όπως επιβεβαιώνει, κατά τον οικείο ισχυρισμό, και η μάρτυρας … όσο και η οδηγός του αυτοκινήτου, και ότι επομένως ότι διακόπηκε η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της επιστροφής της καταγγέλλουσας από την εργασία της και του ατυχήματος από την πρωτοφανή, όπως προβάλλει, απερισκεψία της τελευταίας να διασχίσει τον δρόμο από μη ασφαλές σημείο, και ότι η οδική συμπεριφορά και η διαφύλαξη της ζωής του καθενός όταν προσπαθεί να διαβεί ένα δρόμο ταχείας κυκλοφορίας δεν είναι απότοκος της εργατικής ιδιότητας ούτε συνδεδεμένη με την εργασία του εργάτη. Συνεπώς, όπως προβάλλει, η μη έγκαιρη αναγγελία του δεν οφείλεται σε αμέλειά της, αλλά στην πλήρη ανυπαίτια αδυναμία της να παράσχει εξηγήσεις διότι δεν γνώριζε τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε το ατύχημα και στην εκ των υστέρων διαμορφωμένη άποψή τους ότι το ατύχημα δεν ήταν εργατικό, και ότι για τις ακριβείς συνθήκες του ατυχήματος μέλλει να αποφανθεί η ποινική δικαιοσύνη, και ότι θα ήταν άτοπο να σπεύσουν να χαρακτηρίσουν το ατύχημα ως εργατικό, ενώ δεν έχουν διαπιστωθεί τα αίτια του ατυχήματος και ιδίως την υπαιτιότητα του καθενός, ενώ τέλος, (με τις εξηγήσεις της) αναφέρθηκε, επικαλούμενη και το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος, στο ότι απέρριψαν το αίτημα της για αναβολή ενώ ο νομικός της σύμβουλος συμμετείχε στην πανελλαδική αποχή των δικηγόρων έως 2.2.2024. Περαιτέρω, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η Επιθεώρηση Εργασίας την ενημέρωσε για το θέμα καθυστερημένα μόλις στις 20.12.2023, ενώ είναι γνωστής διεύθυνσης και τα στοιχεία επικοινωνίας της είναι γνωστά, ότι εκ παραδρομής διαπιστώθηκαν σε βάρος της παραβάσεις, ότι η εταιρία της τυγχάνει ενήμερη έναντι του ΕΦΚΑ και ενεργεί πάντα σύννομα, και ότι εξέθεσαν προφορικά τα ανωτέρω πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης, πλην εντελώς αναιτιολόγητα δεν έγιναν δεκτοί οι ισχυρισμοί της. Επίσης, προβάλλει ότι η συμπεριφορά του καθ’ ου προσκρούει στην αρχή της χρηστής διοίκησης και ότι είναι τελείως αυθαίρετο το συμπέρασμα ότι πληρούται εν προκειμένω η νομοτυπική μορφή του εργατικού ατυχήματος και ότι δεν αναφέρεται από ποια αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε η δήθεν παρανομία της, ούτε αναφέρονται οι ισχυρισμοί της και οι αντιρρήσεις της. Τέλος, προβάλλει ότι η επιβολή του προστίμου οφείλεται και στο γεγονός ότι το καθ’ ου απέρριψε το αίτημά της για αναβολή λόγω συμμετοχής του νομικού της συμβούλου στην πανελλαδική αποχή των δικηγόρων έως 2.2.2024, με την αιτιολογία ότι η παροχή εγγράφων εξηγήσεων ζητούμενων κατόπιν ελέγχου είναι αποκλειστική υποχρέωση του εργοδότη, δηλαδή χωρίς συνδρομή δικηγόρου.
8. Επειδή, αντιθέτως το καθ’ ου ζητεί την απόρριψη της κρινόμενης προσφυγής προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι σύμφωνα με τη νομολογία της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου εργατικό ατύχημα θεωρείται κάθε πάθηση κ.λπ. συνεπεία βίαιου εξωτερικού γεγονότος, εφόσον έγινε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή με αφορμή αυτήν και συνδέεται με την εργασία άμεσα ή έμμεσα με σχέση αιτίου και αποτελέσματος. Υποστηρίζει ότι το τροχαίο ατύχημα συνέβη κατά την αποβίβαση της παθούσας (με σκοπό τη μετάβασή της στην οικία της μετά το πέρας της εργασίας της) από μισθωμένο λεωφορείο που εκτελούσε τη διανομή εργαζομένων της επιχείρησης, ότι το γεγονός του τροχαίου επιλήφθηκε το ΑΤ …, ενώ στον τόπο του ατυχήματος έσπευσε το ΕΚΑΒ και την μετέφερε στο ΓΝ …, αποδεικνύουν τη σοβαρότητα του τροχαίου που θα ήταν αδύνατο να περάσει απαρατήρητο από τον οδηγό του λεωφορείου και τους επιβάτες του, καθώς η χρονική τοποθέτηση του τροχαίου και του λεωφορείου συμπίπτουν, και προβάλλει ότι ενώ σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας πληροφορήθηκε τους λόγους απουσίας της από την εργασία της στις 30.8.2023 και ενώ παραδέχεται ότι έλαβε γνώση, έστω και καθυστερημένα, δεν έγινε αναγγελία του ατυχήματος, κατά παράβαση του άρθρου 43 παρ. 2 του ν. 3850/2010, και ότι πουθενά δεν προβλέπεται η ενημέρωση του εργοδότη από την Επιθεώρηση Εργασίας. Περαιτέρω, προβάλλει ότι σύμφωνα με το ενιαίο έντυπο αναγγελίας πρόσληψης της παθούσας το ωράριο της στην προσφεύγουσα είναι καθημερινά εκτός Κυριακής 15:00-22:00, ενώ σύμφωνα με το ακριβές απόσπασμα από το ηλεκτρονικό βιβλίο αδικημάτων-συμβάντων του ΑΤ … επιβεβαιώνεται ότι το τροχαίο έλαβε χώρα στις … ημέρα Παρασκευή, όπως προβάλλει, και ώρα 23:40 απόρροια του οποίου η μεταφορά της παθούσας με το ΕΚΑΒ στο ΓΝ …, και προβάλλει ότι σύμφωνα με την προφορική κατάθεση της παθούσας, αλλά και την παραδοχή της προσφεύγουσας όπως φαίνεται στις γραπτές εξηγήσεις, σχετικά με το λεωφορείο με το οποίο γινόταν η μετάβαση και επιστροφή των εργατών, το ατύχημα συνέβη κατά την επιστροφή της προς την οικία της μετά το πέρας της εργασίας της, συμπεραίνοντας, όπως προβάλλει, ότι το ατύχημα συνδέεται άμεσα με την εργασία της, και ότι είναι εργατικό. Τέλος, το καθ’ ου προβάλλει ότι συντάχθηκε καταρχάς το …/2023 χειρόγραφο δελτίο ελέγχου που στάλθηκε ταχυδρομικά στην προσφεύγουσα, το οποίο επιστράφηκε ως αζήτητο και στη συνέχεια εστάλη το αντίστοιχο ηλεκτρονικό δελτίο, και ότι από την προσφεύγουσα ζητήθηκαν και δόθηκαν δύο παρατάσεις με καταληκτική ημερομηνία 26.1.2024, οπότε και απεστάλησαν οι γραπτές εξηγήσεις. Εξάλλου, με τον διοικητικό φάκελο, προσκομίζονται, μεταξύ άλλων, 1) η με ημερομηνία καταχώρησης 22.8.2023 γνωμάτευση χορήγησης αναρρωτικής άδειας από νοσηλευτικό ίδρυμα, ΓΝ …, στην οποία αναγράφονται, μεταξύ άλλων, ότι η … εξετάσθηκε στα εξωτερικά ιατρεία (ή στο ΤΕΠ) την 22.8.2023, ότι η διάγνωση ήταν κάταγμα του ηβικού οστού και κάταγμα οσφυικού σπόνδυλου, ημερομηνία ατυχήματος … 23:08, και ημερομηνία αναγγελίας 22.8.2023, τόπος ατυχήματος … …, και περιγραφή ατυχήματος τροχαίο ατύχημα-παράσυρση από ΙΧ, και ότι χορηγείται αναρρωτική άδεια από ….2023 για χρονικό διάστημα 30 ημερών, 2) ακριβές απόσπασμα από το ηλεκτρονικό βιβλίο αδικημάτων-συμβάντων από το ΑΤ …, στο οποίο αναγράφεται ότι «Την …-2023 και περί ώρα 23:40 κινούταν στον περιφερειακό Δρόμο … στο ύψος του γηπέδου … , με κατεύθυνση προς …, το υπ’ αριθμ. … ΙΧΕ … οδηγούμενο από … και παρέσυρε στο ανωτέρω σημείο την … η οποία κινούταν πεζή και στην προσπάθεια της να διασχίσει κάθετα την οδό, το ανωτέρο διερχόμενο όχημα την παρέσυρε, με αποτέλεσμα τον ελαφρύ τραυματισμό της. Η τραυματίας μεταφέρθηκε με ΕΚΑΒ στο Γ.Ν. … . …», και 3) το με αριθ. πρωτ. …/13.7.2023 Έντυπο 3, ενιαίο έντυπο αναγγελίας πρόσληψης της … στην επιχείρηση της προσφεύγουσας, με ημερομηνία πρόσληψης ….2023, με ημέρες εργασίας Δευτέρα έως και Σάββατο και ώρα έναρξης εργασίας 15:00 με ώρα αποχώρησης 22:00. Τα ως άνω έγγραφα, όπως προβάλλει το καθ’ ου, παρελήφθησαν από την παθούσα, ενώ προσκομίζεται και η από 20.9.2023 καταγγελία εργατικού ατυχήματος της ….
9. Επειδή, καταρχάς ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας σχετικά με την αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, δεδομένου ότι τα διοικητικά δικαστήρια ως δικαστήρια ουσίας, κατ’ ενάσκηση πλήρους δικαιοδοσίας, αναπληρώνουν την αιτιολογία των προσβαλλομένων ενώπιόν τους διοικητικών πράξεων, κρίνοντας κατ’ ουσίαν τη διαφορά ύστερα από εκτίμηση των υπαρχόντων αποδεικτικών στοιχείων (πρβλ. ΣτΕ 2455/2016, 4703/2014, 4518/2013 κ.ά.), συνεκτιμώντας και τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, τα οποία μπορούν να συμπληρώσουν την αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης (πρβλ. ΣτΕ 95/2016, 4969/2014 κ.ά.), απορριπτόμενων όσων περί του αντιθέτου προβάλλει η προσφεύγουσα. Περαιτέρω, με τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις και την ερμηνεία τους, το Δικαστήριο λαμβάνει καταρχάς υπόψη ότι, κατά την έννοια του άρθρου 43 παρ. 2 α΄ του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων, η προβλεπόμενη στη διάταξή του υποχρέωση του εργοδότη να αναγγέλλει στην αρμόδια υπηρεσία της Επιθεώρησης Εργασίας (μεταξύ άλλων), εντός αποκλειστικής προθεσμίας 24 ωρών από την επέλευσή του, κάθε ατύχημα που λαμβάνει χώρα στον τόπο της εργασίας του απασχολούμενου από αυτόν προσωπικού (εργατικό ατύχημα), αφορά οποιοδήποτε βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, που επιφέρει βλάβη της υγείας του εργαζόμενου, ως ατύχημα, δε, με τον χαρακτήρα αυτόν θεωρείται και το επισυμβάν υπό ανάλογες συνθήκες κατά την αποχώρησή του ασφαλισμένου από τον τόπο της εργασίας του, αρκεί να υφίσταται στη συγκεκριμένη περίπτωση αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ εργασίας και ατυχήματος. Η επιβολή της υποχρέωσης αναγγελίας των εργατικών ατυχημάτων στους εργοδότες αποσκοπεί στο να καθίσταται ευχερής η εξακρίβωση των συνθηκών επέλευσης και των αιτιών του ατυχήματος, κατά τον συντομότερο δυνατό χρόνο από το συμβάν (ΔΕφΑθ 2383/2025, ΔΕφΘεσσ 1535/2023). Επιπρόσθετα, και ενόψει των ανωτέρω, ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι δεν γνώριζε την επέλευση του συμβάντος, όπως αναλυτικά εκτίθεται ανωτέρω, και για το οποίο ενημερώθηκε το πρώτον στις 30.8.2023, πέραν του ότι είναι αναπόδεικτος, σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος ως άμοιρος νομικής επιρροής, διότι η καθιδρυόμενη εκ του νόμου υποχρέωση εμπρόθεσμης αναγγελίας του εργατικού ατυχήματος εμπερικλείει και προϋποθέτει την ευθύνη του εργοδότη για έγκαιρη αντίληψη αναφορικά με όσα λαμβάνουν χώρα στο πεδίο επιρροής και ευθύνης του, δίχως να τον απαλλάσσει από την εν λόγω υποχρέωση τυχόν καθυστερημένη ενημέρωση εκ μέρους του εργαζομένου που υπέστη το ατύχημα, και τούτο, διότι η υποχρέωση αναγγελίας δεν νοείται να επαφίεται σε πρωτοβουλία του τελευταίου να εκθέσει στον εργοδότη του τα περιστατικά, υπό τα οποία συνέβη το ατύχημα (πρβλ. ΔΕφΘεσσ 1535/2023), ο δε λόγος αποχής από την εργασία πρέπει να ερευνάται από τον εργοδότη με τη συνεπικουρία των προϊσταμένων του κάθε εργαζομένου. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου και ιδίως το απόσπασμα από το ηλεκτρονικό Βιβλίο Αδικημάτων-Συμβάντων του ΑΤ … προκύπτει ότι στις …2023 (ημέρα Δευτέρα) έλαβε χώρα ατύχημα της …, εργαζόμενης στην επιχείρηση της προσφεύγουσας, η οποία υπέστη τροχαίο ατύχημα με αποτέλεσμα τον τραυματισμό της, πραγματικά περιστατικά τα οποία, άλλωστε, δεν αμφισβητούνται από την προσφεύγουσα. Επίσης, η προσφεύγουσα εταιρία δεν αμφισβητεί ότι το ως άνω επίμαχο ατύχημα συνέβη στη συνήθη διαδρομή που ακολούθησε η εργαζόμενη κατά την αποχώρησή της από τον τόπο της εργασίας της προς την οικία της, και σε σημείο που βρισκόταν μεταξύ του τόπου εργασίας της και του τόπου κατοικίας της, αντιθέτως, όπως η ίδια προσφεύγουσα προβάλλει, -σε συνδυασμό με τις υποβληθείσες έγγραφες εξηγήσεις προς το καθ’ ου-, η παθούσα μόλις είχε αποβιβασθεί από το λεωφορείο με το οποίο γινόταν η μετάβαση και επιστροφή των εργατών προκειμένου να μεταβούν με το αυτοκίνητο της … στις κατοικίες τους, και για τον λόγο αυτό σε κάθε περίπτωση αλυσιτελώς προβάλλεται ότι υπάρχει απόκλιση στη δηλωθείσα από την καταγγέλλουσα ώρα του ατυχήματος στη δήλωση ατυχήματος στον ΕΦΚΑ και στην ιατρική γνωμάτευση. Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι, στην προκείμενη περίπτωση, υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ εργασίας και ατυχήματος κατά την αποχώρηση της εργαζόμενης από τον τόπο της εργασίας, και τούτο ανεξάρτητα από τυχόν αμέλεια που επέδειξε η παθούσα, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη 5 της παρούσας, ενώ η προσφεύγουσα δεν προέβη στην αναγγελία του εργατικού ατυχήματος της ως άνω εργαζομένης της στην Επιθεώρηση Εργασίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2 α΄ του ν. 3850/2010. Εξάλλου, ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας περί μη έγκαιρης ενημέρωσής της από την Επιθεώρηση Εργασίας είναι απορριπτέος, καθώς σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2 εδ. α΄ του ν. 3850/2010 τη σχετική υποχρέωση αναγγελίας υπείχε η προσφεύγουσα, μεταξύ άλλων, και στην Επιθεώρηση Εργασίας. Εξάλλου, τα όργανα του καθ’ ου επέβαλαν το επίδικο πρόστιμο σε βάρος της προσφεύγουσας εταιρίας, κατ’ ενάσκηση δέσμιας αρμοδιότητας, με μόνη τη διαπίστωση της συνδρομής των τασσόμενων από το νόμο προϋποθέσεων για την επιβολή του και ως εκ τούτου, δεν καταλείπεται έδαφος εφαρμογής της αρχής της χρηστής διοίκησης (πρβλ. ΣτΕ 23/2024, 931/2018, 3474/2013, βλ. ΔΕφΑθ 2373/2025). Ακόμη, ουδόλως ασκεί έννομη επιρροή, εν προκειμένω, για τη στοιχειοθέτηση της ένδικης παράβασης ενόψει του τυπικού χαρακτήρα της το γεγονός της τυχόν τήρησης εκ μέρους της προσφεύγουσας των λοιπών εργοδοτικών της υποχρεώσεων, απορριπτομένων ως αλυσιτελών των σχετικών ισχυρισμών της (πρβλ. ΣτΕ 2164, 815/2017, 423/2016 κ.ά.). Εξάλλου, η ένδικη παράβαση προβλέπεται ευθέως από την ως άνω διάταξη της εργατικής νομοθεσίας, και χωρίς να συνδέεται με την κίνηση της ποινικής διαδικασίας και το αποτέλεσμα αυτής, η δε προσφεύγουσα σε κάθε περίπτωση ουδεμία απόφαση ποινικού δικαστηρίου προσκομίζει, απορριπτομένων όσων περί του αντιθέτου προβάλλει. Ενόψει των ανωτέρω, και εφόσον δεν προβάλλεται άλλος λόγος για την ένδικη παράβαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσφεύγουσα εταιρία υπέπεσε στην αποδιδόμενη σε αυτήν παράβαση των διατάξεων του άρθρου 43 παρ. 2 εδ. α΄ του ν. 3850/2010, και, συνεπώς, νομίμως επιβλήθηκε σε βάρος της με την προσβαλλόμενη ΠΕΠ, το επίδικο πρόστιμο, το ύψος του οποίου δεν αμφισβητείται, τα δε αντιθέτως προβαλλόμενα με την κρινόμενη προσφυγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Εξάλλου, η προσφεύγουσα που σε κάθε περίπτωση υπέβαλε έγγραφες εξηγήσεις στο καθ’ ου πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης προστίμου κατ’ ενάσκηση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, αλυσιτελώς προβάλλει εν προκειμένω, ότι η επιβολή του προστίμου οφείλεται και στο γεγονός ότι το καθ’ ου απέρριψε το αίτημά της για αναβολή λόγω συμμετοχής του νομικού συμβούλου της στην αποχή δικηγόρων, δεδομένου ότι οι προβληθέντες με την προσφυγή λόγοι, οι οποίοι θα προβάλλονταν και ενώπιον της Διοίκησης, ενόψει των προεκτεθέντων δεδομένων και όσων, κατά τα ανωτέρω, έγιναν δεκτά, δεν δύνανται να ασκήσουν επιρροή στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης (ΔΕφΘεσσ 1548/2025), απορριπτομένων όσων περί του αντιθέτου προβάλλονται.
10. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, και να καταπέσει το καταβληθέν παράβολο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 277 παρ. 9΄ του ΚΔΔ). Τέλος, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, πρέπει να απαλλαγεί η προσφεύγουσα εταιρία από τα δικαστικά έξοδα του καθ’ ου (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. ε΄ του ΚΔΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την προσφυγή.
Διατάσσει την κατάπτωση του καταβληθέντος παραβόλου υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
Απαλλάσσει την προσφεύγουσα από τα δικαστικά έξοδα του καθ΄ ου.
Η απόφαση δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στη Θεσσαλονίκη, στις 15.1.2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
