Ανακοπή κατά έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης κινητής περιουσίας – Απαραίτητη η προηγούμενη έκδοση και νόμιμη κοινοποίηση προς τον οφειλέτη ατομικής ειδοποίησης για τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου αναγκαστικής εκτέλεσης – Παράλειψη αποστολής ατομικών ειδοποιήσεων προ της επίδικης κατάσχεσης – Ακύρωση έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης κινητής περιουσίας.
Συνεπώς, αναγκαία προϋπόθεση για τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου αναγκαστικής εκτέλεσης συνιστά η προηγούμενη έκδοση και νόμιμη κοινοποίηση προς τον οφειλέτη της ατομικής ειδοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε. και, ήδη, στο άρθρο 47 του Κ.Φ.Δ. Δεδομένου τούτου και σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία κατοχυρώνει το δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής έννομης προστασίας, η μη περιέλευση ή η καθυστερημένη περιέλευση της ατομικής ειδοποίησης του άρθρου 4 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε. ή του άρθρου 47 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013) στον οφειλέτη, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα να απωλέσει ο τελευταίος στάδιο δικονομικής προστασίας πριν από τη λήψη σε βάρος του συγκεκριμένου μέτρου εκτέλεσης, όπως η κατάσχεση ακινήτου του, οδηγεί σε ακύρωση αυτής της πράξης εκτέλεσης, εφόσον ο οφειλέτης επικαλεστεί το γεγονός αυτό της μη περιέλευσης ή της μη έγκαιρης περιέλευσης σ’ αυτόν της ατομικής ειδοποίησης
Εξάλλου, η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 5 του Κ.Φ.Δ., δυνατότητα κοινοποίησης των πράξεων της Φορολογικής Διοίκησης στους φορολογούμενους με συστημένη επιστολή, εντασσόμενη στο ως άνω σύστημα διατάξεων εξυπηρετεί τον σκοπό της επίσπευσης των διαδικασιών βεβαίωσης και είσπραξης των φορολογικών και λοιπών εσόδων. Ήδη, με την 1545/2024 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (επταμελούς σύνθεσης, σε απάντηση υποβληθέντος με την 1151/2024 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών προδικαστικού ερωτήματος) κρίθηκε ότι το τεκμήριο νόμιμης κοινοποίησης, το οποίο θεσπίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 5 του Κ.Φ.Δ., και το οποίο έχει μαχητό χαρακτήρα δεν έχει, πάντως, έδαφος εφαρμογής στην περίπτωση κατά την οποία η επίδοση αμφισβητείται από τον προς ον, ήτοι εφόσον αυτός αμφισβητεί ότι πράγματι παρέλαβε τη συστημένη επιστολή. Στην περίπτωση αυτή, κατά την αληθή έννοια της ως άνω διάταξης, ερμηνευόμενης υπό το φως των συνταγματικών αρχών του κράτους δικαίου, της φανερής δράσης της Διοίκησης, της ασφάλειας δικαίου και της παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, δεν εφαρμόζεται το προαναφερθέν τεκμήριο, αλλά η Φορολογική Διοίκηση οφείλει, πλέον, να αποδείξει, με κάθε πρόσφορο τρόπο, την πραγματική παραλαβή της πράξης από τον προς ον αυτή αφορά ή την πλήρη γνώση του περιεχομένου της από αυτόν. Επομένως, δύναται να αμφισβητηθεί ότι η αποσταλείσα με συστημένη επιστολή ατομική ειδοποίηση περιήλθε, πράγματι, στον ενδιαφερόμενο, στην περίπτωση δε αυτή, προκειμένου να μπορεί να συναχθεί με βεβαιότητα ότι η ατομική ειδοποίηση επιδόθηκε νομίμως, πρέπει να συντάσσεται από τα όργανα των Ελληνικών Ταχυδρομείων (ΕΛ.ΤΑ.) αποδεικτικό παραλαβής της, που περιλαμβάνει ορισμένα ουσιώδη στοιχεία, όπως ο αριθμός της επιδοθείσας πράξης, η ημέρα και ώρα επίδοσής της, καθώς και τα ονοματεπώνυμα και η υπογραφή του επιδίδοντος οργάνου και αυτού που την παρέλαβε. Ως εκ τούτου, λόγω της φύσης του αμφισβητούμενου γεγονότος (αρνητικό γεγονός που δεν εντάσσεται στη σφαίρα ευθύνης και ενεργειών του διοικουμένου), είναι ευχερής η απόδειξη τυχόν επίδοσης της ατομικής ειδοποίησης, με την προσκόμιση από τη φορολογική αρχή ενώπιον των δικαστηρίων του προαναφερθέντος αποδεικτικού παραλαβής.
Από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν προκύπτει ότι πριν από την επιβολή της επίδικης κατάσχεσης κοινοποιήθηκε νομοτύπως και προσηκόντως στην ανακόπτουσα εταιρεία ατομική ειδοποίηση καταβολής – υπερημερίας του άρθρου 47 του Κ.Φ.Δ., αναφορικά με τις οφειλές για την είσπραξη των οποίων επιβλήθηκε η ένδικη αναγκαστική κατάσχεση. Τούτο, δε, διότι η φέρουσα το βάρος απόδειξης Φορολογική Αρχή δεν απέδειξε, ως όφειλε, την επίδοση στην ανακόπτουσα των συναφώς εκδοθεισών … ατομικών ειδοποιήσεων καταβολής – υπερημερίας. Ειδικότερα, οι ανωτέρω ατομικές ειδοποιήσεις καταβολής – υπερημερίας, προκύπτει ότι παραδόθηκαν μεν στα ΕΛ.ΤΑ. με συστημένες επιστολές …. πλην όμως δεν προκύπτει η πορεία αποστολής των ανωτέρω ατομικών ειδοποιήσεων καταβολής υπερημερίας, ούτε ότι αυτές πράγματι επιδόθηκαν στην ανακόπτουσα, δεδομένου ότι δεν προσκομίσθηκαν αποδεικτικά παραλαβής των εν λόγω ατομικών ειδοποιήσεων …, με αναγραφή της επωνυμίας της ανακόπτουσας εταιρείας και υπογραφή τους από τη νόμιμη εκπρόσωπο αυτής, ούτε άλλωστε προκύπτει ότι ζητήθηκε από τα ΕΛ.ΤΑ. τυχόν επιστροφή τούτων με συνοδευτικό κείμενο στο οποίο να περιλαμβάνεται η ημερομηνία κατά την οποία οι εν λόγω συστημένες επιστολές προσκομίστηκαν και παρουσιάστηκαν στη διεύθυνση της ανακόπτουσας και ο λόγος για τη μη επίδοσή τους ή τη μη βεβαίωση της επίδοσης, με αποτέλεσμα να μην αποδεικνύεται ότι πράγματι έλαβε χώρα η κοινοποίηση αυτών στην ανακόπτουσα εταιρεία. Άλλωστε, δεν αρκεί η προσκόμιση εκτυπωμένων σελίδων του ηλεκτρονικού αρχείου που τηρεί η επισπεύδουσα αρχή, καθώς αυτή πιστοποιεί τη σύνταξη, αλλά όχι και την κοινοποίηση της ατομικής ειδοποίησης. Η δε επικαλούμενη από το καθ’ ου αδυναμία του να προσκομίσει τα σχετικά αποδεικτικά επιδόσεως, λόγω παρόδου του προβλεπόμενου κατά νόμο χρονικού διαστήματος των έξι (6) μηνών, σύμφωνα και με σχετική ενημέρωση που έχει λάβει από τα ΕΛ.ΤΑ., ανεξαρτήτως του ότι ουδόλως αποδεικνύει ότι έλαβε χώρα η κοινοποίηση των ανωτέρω ατομικών ειδοποιήσεων στην ανακόπτουσα, προβάλλεται αλυσιτελώς, διότι η φορολογική αρχή υποχρεούταν να ζητήσει τα εν λόγω αποδεικτικά από τα ΕΛ.ΤΑ. πριν από την επιβολή της ένδικης κατάσχεσης, ώστε να διαπιστώσει τη νομιμότητα της επίδοσης και στη συνέχεια να προβεί στη λήψη μέτρων εκτέλεσης σε βάρος της ανακόπτουσας. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η παράλειψη αποστολής ατομικών ειδοποιήσεων προ της επίδικης κατάσχεσης είχε ως αποτέλεσμα η ανακόπτουσα εταιρεία να απωλέσει προηγούμενο στάδιο δικαστικής προστασίας, συνεπώς η ένδικη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της κινητής περιουσίας της είναι μη νόμιμη και για το λόγο αυτό ακυρωτέα, κατ’ αποδοχή ως βάσιμου του προβαλλόμενου σχετικού λόγου της ανακοπής, ενώ παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων αυτής. Δέχεται την ανακοπή.
