ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 23ης Απριλίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Προστασία των καταναλωτών – Καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή – Οδηγία 93/13/EOK – Άρθρο 2, στοιχείο γʹ – Έννοια του “επαγγελματία” – Άρθρο 6, παράγραφος 1 – Αποτελέσματα της διαπίστωσης του καταχρηστικού χαρακτήρα τέτοιας ρήτρας – Ακυρότητα της σύμβασης – Άρθρο 7, παράγραφος 1 – Αποτρεπτικό αποτέλεσμα της απαγόρευσης των καταχρηστικών ρητρών – Σύμβαση δανείου συνομολογηθείσα σε ξένο νόμισμα – Συμβατική ρήτρα που μετακυλίει τον συναλλαγματικό κίνδυνο στον καταναλωτή – Μεταβίβαση μεταξύ επαγγελματιών δυνάμει του εθνικού δικαίου – Επαγγελματίας έναντι του οποίου ο καταναλωτής μπορεί να επικαλεστεί τις έννομες συνέπειες της ακυρότητας καταχρηστικής ρήτρας περιλαμβανόμενης στη σύμβαση σε περίπτωση μεταβίβασης της συμβατικής σχέσης »
Στην υπόθεση C‑761/24,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Budapest Környéki Törvényszék (δικαστήριο Βουδαπέστης, Ουγγαρία), με απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 5 Νοεμβρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
HM,
JD
κατά
AXA Bank Belgium SA,
OTP Bank Nyrt.,
OTP Faktoring Követeléskezelő Zrt.,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους O. Spineanu-Matei, πρόεδρο τμήματος, S. Rodin και N. Piçarra (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Spielmann
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– οι HM και JD, εκπροσωπούμενοι από τον L. Marczingós, ügyvéd,
– οι OTP Bank Nyrt. και OTP Faktoring Követeléskezelő Zrt., εκπροσωπούμενες από τον A. Lendvai, ügyvéd,
– η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους D. Csoknyai και Μ. Z. Fehér,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την O. Dani και τον P. Kienapfel,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 2, στοιχείο γʹ, του άρθρου 6, παράγραφος 1, και του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ 1993, L 95, σ. 29).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ δύο καταναλωτών, των HM και JD (στο εξής: δύο καταναλωτές), αφενός, και τριών πιστωτικών ιδρυμάτων, ήτοι της AXA Bank Belgium SA (στο εξής: AXA), της OTP Bank Nyrt. (στο εξής: OTP) και της OTP Faktoring Követeléskezelő Zrt. (στο εξής: OTP Faktoring), σχετικά με το πιστωτικό ίδρυμα έναντι του οποίου οι δύο αυτοί καταναλωτές μπορούν να επικαλεστούν τις έννομες συνέπειες της ακυρότητας καταχρηστικής ρήτρας περιλαμβανόμενης σε σύμβαση δανείου συναφθείσα με τη δικαιοπάροχο της AXA, η οποία στη συνέχεια μεταβίβασε τη συμβατική σχέση στην OTP, η οποία με τη σειρά της εκχώρησε την απαίτηση που απορρέει από τη σύμβαση στην OTP Faktoring.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3 Η εικοστή πρώτη και η εικοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 93/13 έχουν ως εξής:
«[εκτιμώντας] ότι τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να αποφεύγεται η παρουσία καταχρηστικών ρητρών μέσα στις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία· ότι, εάν παρ’ όλα αυτά εμφανίζονται στις συμβάσεις καταχρηστικές ρήτρες, δεν θα δεσμεύουν τον καταναλωτή, η δε σύμβαση θα εξακολουθεί να δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με τους ίδιους όρους, εάν μπορεί να υφίσταται χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες·
[…]
ότι οι δικαστικές αρχές και τα διοικητικά όργανα [των κρατών μελών] πρέπει να διαθέτουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα ώστε να θέτουν τέρμα στην εφαρμογή των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται με τους καταναλωτές».
4 Το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας ορίζει τον «επαγγελματία» ως «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας, είτε δημόσιας είτε ιδιωτικής».
5 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες.»
6 Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές.»
Το ουγγρικό δίκαιο
Ο αστικός κώδικας
7 Το άρθρο 6:202 του Polgári Törvénykönyvről szóló 2013. évi V. törvény (νόμου V του 2013, για τη θέσπιση αστικού κώδικα), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: αστικός κώδικας), το οποίο φέρει τον τίτλο «Μεταβίβαση δικαιωμάτων», προβλέπει στην παράγραφο 3 τα εξής:
«Οι διατάξεις περί εκχωρήσεως απαιτήσεων εφαρμόζονται αναλόγως στη μεταβίβαση δικαιωμάτων.»
8 Το άρθρο 6:208 του αστικού κώδικα, το οποίο επιγράφεται «Αποτελέσματα της μεταβίβασης της συμβατικής σχέσης», ορίζει τα εξής:
«1. Το μέρος που αποχωρεί από τη συμβατική σχέση, ο αντισυμβαλλόμενός του και το μέρος που προσχωρεί σε αυτήν μπορούν να συμφωνήσουν τη μεταβίβαση στο τελευταίο του συνόλου των συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αποχωρούντος μέρους.
2. Το μέρος που προσχωρεί στη συμβατική σχέση υπεισέρχεται στο σύνολο των συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του μέρους που αποχωρεί από τη συμβατική σχέση έναντι του αντισυμβαλλομένου του. Το μέρος που προσχωρεί στη συμβατική σχέση δεν μπορεί να συμψηφίσει άλλες απαιτήσεις που τυχόν διατηρούσε το μέρος που αποχωρεί από τη συμβατική σχέση έναντι του αντισυμβαλλομένου του. Ο αντισυμβαλλόμενος δεν μπορεί να συμψηφίσει άλλες απαιτήσεις που τυχόν διατηρούσε έναντι του μέρους που αποχωρεί από τη συμβατική σχέση.
3. Οι ασφάλειες υπέρ του δικαιώματος που μεταβιβάζεται στο μέρος που προσχωρεί στη συμβατική σχέση διατηρούνται. Οι ασφάλειες που έχουν παρασχεθεί για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που μεταβιβάζονται στο μέρος που προσχωρεί στη συμβατική σχέση αποσβέννυνται, με την επιφύλαξη της συναινέσεως του παρασχόντος την ασφάλεια για τη μεταβίβαση της συμβατικής σχέσεως.»
Ο νόμος CCXXXVII. του 2013
9 Κατά το άρθρο 17, παράγραφος 1, του hitelintézetekről és a pénzügyi vállalkozásokról szóló 2013. évi CCXXXVII. törvény (νόμου CCXXXVII. του 2013 σχετικά με τα πιστωτικά ιδρύματα και τις χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις):
«Υπό την επιφύλαξη της άδειας της [Magyar Nemzeti Bank (Εθνικής Τράπεζας της Ουγγαρίας) που ενεργεί ως εποπτική αρχή], τα αποταμιευτικά χαρτοφυλάκια και κάθε άλλο επιστρεπτέο κεφάλαιο καθώς και τα χαρτοφυλάκια συμβάσεων-πλαισίων για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών μπορούν να μεταβιβάζονται (με συμφωνία) μεταξύ του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος και του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος. Οι διατάξεις του αστικού κώδικα σχετικά με τη μεταβίβαση συμβατικής σχέσης εφαρμόζονται στη μεταβίβαση χαρτοφυλακίου, με τη διαφορά ότι, στην περίπτωση μεταβίβασης χαρτοφυλακίου, οι ασφάλειες που συνδέονται με τη σύμβαση εξακολουθούν να ισχύουν και ότι, εκτός αυτού, για τη μεταβίβαση χαρτοφυλακίου δεν απαιτείται δήλωση βουλήσεως του έτερου συμβαλλόμενου μέρους του μεταβιβαζόμενου χαρτοφυλακίου. [Η άδεια αυτή] δεν αντικαθιστά την απαιτούμενη από τον νόμο περί απαγορεύσεως των αθέμιτων ή περιοριστικών του ανταγωνισμού εμπορικών πρακτικών άδεια της Gazdasági Versenyhivatal (Αρχής ανταγωνισμού, Ουγγαρία).»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
10 Στις 12 Ιουνίου 2008 οι δύο καταναλωτές συνήψαν με τη δικαιοπάροχο της AXA σύμβαση δανείου συνομολογηθείσα σε ελβετικά φράγκα (CHF) για ποσό 141 536,00 CHF, το οποίο αντιστοιχούσε σε περίπου 20 075 000 ουγγρικά φιορίνια (HUF) κατόπιν μετατροπής βάσει της τιμής αγοράς συναλλάγματος που είχε ορίσει το πιστωτικό ίδρυμα κατά την ημερομηνία αποδεσμεύσεως των κεφαλαίων. Η εν λόγω σύμβαση δανείου, η οποία συνήφθη για διάρκεια 19 ετών, όριζε ότι οι μηνιαίες δόσεις του δανείου έπρεπε να καταβάλλονται σε ουγγρικά φιορίνια κατόπιν μετατροπής βάσει της οριζόμενης από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα τιμής πωλήσεως του ελβετικού φράγκου. Επιπλέον, παρείχε στο εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα τη δυνατότητα μονομερούς τροποποίησης του ποσού των τόκων και των εξόδων διαχείρισης που όφειλαν να καταβάλουν οι δύο καταναλωτές.
11 Η Axa κατήγγειλε την εν λόγω σύμβαση δανείου με ισχύ από 4ης Ιουνίου 2013 λόγω προβαλλόμενης καθυστέρησης πληρωμής καταλογιστέας στους δύο καταναλωτές. Από την εκκαθάριση λογαριασμού που εκδόθηκε στις 4 Μαρτίου 2015 προέκυψε χρεωστικό υπόλοιπο υπέρ της AXA ανερχόμενο σε 42 815 836 HUF.
12 Στις 21 Οκτωβρίου 2015 οι δύο καταναλωτές άσκησαν ενώπιον του Budapest Környéki Törvényszék (δικαστηρίου Βουδαπέστης, Ουγγαρία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, αγωγή κατά της AXA, με αίτημα, αφενός, να αναγνωριστεί ότι η δανειακή σύμβαση είναι άκυρη, επειδή περιέχει καταχρηστικές ρήτρες οι οποίες, για τον λόγο αυτό, δεν μπορούν να τους αντιταχθούν, και, αφετέρου, να θεραπευθούν οι συνέπειες της ακυρότητας της σύμβασης.
13 Στις 31 Οκτωβρίου 2016 η AXA μεταβίβασε στην OTP χαρτοφυλάκιο συμβάσεων που περιελάμβανε την επίμαχη στην κύρια δίκη σύμβαση δανείου καθώς και το σύνολο των σχετικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Στις 2 Νοεμβρίου 2016 η OTP εκχώρησε στην OTP Faktoring την απαίτηση που απέρρεε από την εν λόγω σύμβαση δανείου.
14 Με παρεμπίπτουσα απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2022, το αιτούν δικαστήριο κήρυξε την εν λόγω σύμβαση δανείου άκυρη στο σύνολό της λόγω του μη σύννομου χαρακτήρα της ενημέρωσης σχετικά με τον συναλλαγματικό κίνδυνο. Εντούτοις, με διάταξη της 19ης Απριλίου 2023, η απόφαση αυτή εξαφανίστηκε κατ’ έφεση και η υπόθεση αναπέμφθηκε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
15 Στις 21 Σεπτεμβρίου 2023 το αιτούν δικαστήριο, εκτιμώντας ότι όφειλε επίσης να προσδιορίσει ποιο από τα εμπλεκόμενα πιστωτικά ιδρύματα αφορούσαν οι κυρώσεις που προβλέπει η οδηγία 93/13, υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάτο ως προς τη νομιμότητα της επιβολής των κυρώσεων αυτών στο πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο μεταβιβάστηκε η επίμαχη στην κύρια δίκη δανειακή συμβατική σχέση, δεδομένου ότι αυτό είχε ωφεληθεί από τα οικονομικά και χρηματοοικονομικά αποτελέσματα της δανειακής σύμβασης, χωρίς ωστόσο να έχει εισαγάγει το ίδιο στη σύμβαση τη ρήτρα την οποία το αιτούν δικαστήριο χαρακτήρισε καταχρηστική.
16 Με τη διάταξη της 9ης Απριλίου 2024, AXA Bank Europe κ.λπ. (C‑628/23, EU:C:2024:317), η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως απορρίφθηκε ως προδήλως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι δεν πληρούσε τις απαιτήσεις του άρθρου 94 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
17 Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, οι δύο καταναλωτές επικρίνουν εθνική νομολογία κατά την οποία επίκληση των εννόμων συνεπειών της ακυρότητας σύμβασης περιέχουσας καταχρηστικές ρήτρες, η οποία συνήφθη μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία, χωρεί μόνον έναντι του προσώπου στο οποίο μεταβιβάστηκε η συμβατική σχέση. Υποστηρίζουν ότι το αποτρεπτικό αποτέλεσμα που το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας, προσδίδει στη διαπίστωση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών αυτών θα υπονομευόταν αν ο επαγγελματίας που εισήγαγε τις εν λόγω ρήτρες σε μια τέτοια σύμβαση μπορούσε να αποφύγει τις έννομες συνέπειες της ακυρότητας της σύμβασης μεταβιβάζοντας τη συμβατική σχέση σε τρίτον.
18 Κατά το αιτούν δικαστήριο, από τις διατάξεις του αστικού κώδικα σχετικά με τη μεταβίβαση συμβατικής σχέσης, οι οποίες έχουν εφαρμογή και στη μεταβίβαση χαρτοφυλακίων, προκύπτει ότι, σε περίπτωση που σύμβαση δανείου κηρυχθεί άκυρη, ο καταναλωτής που επιθυμεί να επιτύχει την επιστροφή τυχόν αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού μπορεί να στραφεί μόνον κατά του προσώπου στο οποίο μεταβιβάστηκε η συμβατική σχέση, αποκλειομένου του μεταβιβάσαντος αυτήν. Πλην όμως, ο δυνητικά μεγάλος αριθμός αγωγών κατά του εν λόγω προσώπου στο οποίο μεταβιβάστηκε η συμβατική σχέση θα μπορούσε να το καταστήσει αφερέγγυο, όπερ θα ενείχε τον κίνδυνο να στερηθεί ο καταναλωτής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
19 Εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν το αποτρεπτικό αποτέλεσμα που προσδίδει η οδηγία 93/13 στη διαπίστωση του καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας μπορεί να αντιταχθεί έναντι του προσώπου στο οποίο μεταβιβάστηκε η συμβατική σχέση, ενώ αυτό δεν ευθύνεται για την ύπαρξη της καταχρηστικής ρήτρας στην οικεία σύμβαση.
20 Συνακόλουθα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να κρίνει, υπό το πρίσμα της οδηγίας 93/13, έναντι ποιου επαγγελματία οι δύο καταναλωτές μπορούν να επικαλεστούν τις έννομες συνέπειες της ακυρότητας της επίμαχης στην κύρια δίκη σύμβασης δανείου, διευκρινίζοντας συγχρόνως ότι προτίθεται να αφήσει ανεφάρμοστες τις διατάξεις της ουγγρικής νομοθεσίας που διέπουν τη διαφορά της κύριας δίκης, αν το Δικαστήριο ερμηνεύσει την οδηγία υπό την έννοια ότι μόνον ο μεταβιβάσας οφείλει να θεραπεύσει τις έννομες αυτές συνέπειες.
21 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Budapest Környéki Törvényszék (δικαστήριο της Βουδαπέστης) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Αντιτίθενται το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 σε εθνική νομολογία ή ερμηνεία του εθνικού δικαίου [από εθνικό δικαστήριο] κατά την οποία, σε περίπτωση πλήρους ακυρότητας συμβάσεως με καταναλωτή λόγω καταχρηστικής συμβατικής ρήτρας:
– οι έννομες συνέπειες της ακυρότητας δεν θεραπεύονται στο πλαίσιο της έννομης σχέσεως μεταξύ του αρχικού δανειστή και του καταναλωτή ως οφειλέτη, διότι η εθνική νομοθεσία προβλέπει τη δυνατότητα μεταβολής των υποκειμένων της συμβάσεως κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του αρχικού δανειστή και τρίτου, αλλά
– οι έννομες συνέπειες της ακυρότητας θεραπεύονται μόνον στο πλαίσιο της σχέσης μεταξύ του καταναλωτή και του δικαιοδόχου του αρχικού δανειστή, ο οποίος, μετά τη μεταβίβαση της συμβατικής σχέσεως, προσχωρεί ως νέος συμβαλλόμενος στη συμβατική σχέση, κατά τρόπον ώστε ο καταναλωτής να υποχρεούται να καταβάλει τυχόν πληρωμές στον νέο συμβαλλόμενο και όχι στον αρχικό δανειστή και, αντιστρόφως, να μπορεί να απαιτήσει μόνον από τον νέο συμβαλλόμενο που προσχωρεί στη συμβατική σχέση το οφειλόμενο ποσό που ενδεχομένως πρέπει να του επιστραφεί, ακόμη και αν δεν έχει προβεί σε πληρωμές προς τον εν λόγω συμβαλλόμενο;
2) Αντιβαίνει στην έννοια του “επαγγελματία”, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 93/13, εθνική νομολογία ή ερμηνεία του εθνικού δικαίου [από εθνικό δικαστήριο] κατά την οποία οι έννομες συνέπειες της ακυρότητας καταχρηστικής συμβάσεως με καταναλωτή μπορούν να επέλθουν μόνο μεταξύ των νυν συμβαλλομένων μερών της συμβάσεως, δηλαδή μεταξύ του νέου δανειστή που προσχωρεί στη συμβατική σχέση συνεπεία της μεταβολής των υποκειμένων της συμβάσεως και του καταναλωτή ως οφειλέτη;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων
22 Η Axa υποστηρίζει ότι τα προδικαστικά ερωτήματα είναι απαράδεκτα για τον λόγο ότι δεν έχουν καμία σχέση με τη διαφορά της κύριας δίκης και, ως εκ τούτου, έχουν αμιγώς υποθετικό χαρακτήρα. Αφενός, η ακυρότητα της επίμαχης στην κύρια δίκη σύμβασης δανείου δεν μπορεί να γίνει δεκτή, για τον λόγο ότι η παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία είχε, αρχικώς, αναγνωρισθεί η ακυρότητα εξαφανίσθηκε στη συνέχεια κατ’ έφεση. Αφετέρου, δεδομένου ότι η εν λόγω σύμβαση δανείου καταγγέλθηκε πριν από την επίμαχη στην κύρια δίκη μεταβίβαση, πρόκειται για εκχώρηση με αντικείμενο την απαίτηση που γεννήθηκε από τη σύμβαση και όχι για μεταβίβαση της ίδιας της δανειακής συμβατικής σχέσης.
23 Κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων που καθιερώνεται με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της εκδοθησόμενης δικαστικής απόφασης, να αξιολογήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της υπόθεσης, τόσο την αναγκαιότητα της προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του απόφασης όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να απαντήσει (απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2025, Kuszycka, C‑767/24, EU:C:2025:962, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
24 Επομένως, τα προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν το δίκαιο της Ένωσης θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή. Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος που έχει υποβάλει εθνικό δικαστήριο μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή, ακόμη, όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία τα οποία είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2025, Kuszycka, C‑767/24, EU:C:2025:962, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
25 Εξάλλου, στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, η οποία στηρίζεται σε σαφή διάκριση των αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, μόνον ο εθνικός δικαστής μπορεί να διαπιστώσει και να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης και να καθορίσει το ακριβές περιεχόμενο των εθνικών νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων. Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας ή του κύρους διατάξεων του δικαίου της Ένωσης αποκλειστικώς και μόνον βάσει της πραγματικής και νομικής κατάστασης που εκθέτει το αιτούν δικαστήριο, χωρίς να μπορεί να την αμφισβητήσει ή να ελέγξει την ακρίβειά της (πρβλ. απόφαση της 13ης Ιουλίου 2023, Ferrovienord, C‑363/21 και C‑364/21, EU:C:2023:563, σκέψεις 54 και 55).
26 Εν προκειμένω, η επιχειρηματολογία που προβάλλει η AXA προς στήριξη του υποθετικού χαρακτήρα των προδικαστικών ερωτημάτων αφορά τη διαπίστωση και την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης. Δεν απόκειται, όμως, στο Δικαστήριο να αμφισβητήσει την ως άνω διαπίστωση και εκτίμηση, οι οποίες εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου. Η επιχειρηματολογία αυτή δεν αρκεί, κατά συνέπεια, για την ανατροπή του τεκμηρίου λυσιτέλειας στο οποίο έγινε αναφορά στη σκέψη 24 της παρούσας απόφασης.
27 Κατά συνέπεια, τα προδικαστικά ερωτήματα είναι παραδεκτά.
Επί της ουσίας
28 Με τα ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση δυνάμει της οποίας ο καταναλωτής που συνήψε σύμβαση με πιστωτικό ίδρυμα οφείλει, όταν η σχετική συμβατική σχέση μεταβιβάστηκε στη συνέχεια σε έτερο πιστωτικό ίδρυμα, να προβάλει τα δικαιώματα που αντλεί από την οδηγία αποκλειστικώς και μόνον έναντι του πιστωτικού ιδρύματος στο οποίο μεταβιβάστηκε η συμβατική σχέση.
29 Κατά πρώτον, το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 93/13 ορίζει ότι ως «επαγγελματίας» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, στις συμβάσεις που καλύπτει η εν λόγω οδηγία, ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας, είτε δημόσιας είτε ιδιωτικής.
30 Ο ευρύς ορισμός του «επαγγελματία» τον οποίο θέλησε, συνακόλουθα, να καθιερώσει ο νομοθέτης της Ένωσης [πρβλ. απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 2022, S. V. (Πολυκατοικία επί της οποίας έχει συσταθεί οριζόντια ιδιοκτησία), C‑485/21, EU:C:2022:839, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία] αντιτίθεται σε ερμηνεία του όρου αυτού υπό την έννοια ότι καλύπτει μόνον το πρόσωπο που συνήψε αρχικώς τη σύμβαση με καταναλωτή, αποκλειομένου κατ’ αυτόν τον τρόπο από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/13 κάθε άλλου προσώπου, ακόμη και αν αυτό ενεργεί, ως πρόσωπο στο οποίο μεταβιβάστηκε η συμβατική σχέση, στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας.
31 Μια τέτοια ερμηνεία του άρθρου 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 93/13 θα ήταν, επιπλέον, ασυμβίβαστη με τον επιδιωκόμενο από την οδηγία σκοπό, ο οποίος συνίσταται στη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών (πρβλ. απόφαση της 8ης Μαΐου 2025, Myszak, C‑324/23, EU:C:2025:324, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Πράγματι, η επιβαλλόμενη στους καταναλωτές υποχρέωση να ασκούν τα δικαιώματα που αντλούν από την εν λόγω οδηγία έναντι επαγγελματία ο οποίος δεν είναι πλέον συμβαλλόμενο μέρος στην επίμαχη σύμβαση μπορεί να καταστήσει δυσχερέστερη, στην πράξη, την άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων.
32 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι πιστωτικό ίδρυμα, στο οποίο μεταβιβάστηκε η συμβατική σχέση που απορρέει από σύμβαση δανείου συναφθείσα με καταναλωτή, εμπίπτει στην έννοια του «επαγγελματία», κατά το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 93/13. Εντούτοις, βάσει της διάταξης αυτής και μόνον δεν είναι δυνατόν να κριθεί αν επίκληση των εννόμων συνεπειών της ακυρότητας της καταχρηστικής ρήτρας που περιλαμβάνεται στη σύμβαση χωρεί αποκλειστικώς και μόνον έναντι του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος στο οποίο μεταβιβάστηκε η συμβατική σχέση.
33 Κατά δεύτερον, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με την εικοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη αυτής, επιβάλλει στα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, «τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας», ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, σύμφωνα με τους ίδιους όρους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες.
34 Ειδικότερα, η διαμόρφωση από το εθνικό δίκαιο του πλαισίου για την προστασία την οποία εγγυάται στους καταναλωτές η οδηγία 93/13 δεν επιτρέπεται να τροποποιήσει την έκταση ούτε, επομένως, την ουσία της προστασίας αυτής και, με τον τρόπο αυτό, να υπονομεύσει την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της εν λόγω προστασίας με τη θέσπιση ενιαίων κανόνων για τις καταχρηστικές ρήτρες [απόφαση της 16ης Μαρτίου 2023, M.B. κ.λπ. (Συνέπειες της ακύρωσης σύμβασης), C‑6/22, EU:C:2023:216, σκέψη 20 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
35 Η ως άνω διαμόρφωση από το εθνικό δίκαιο δεν πρέπει επίσης να καθιστά υπερβολικά δυσχερή, αν όχι πρακτικώς αδύνατη, την άσκηση των δικαιωμάτων που οι καταναλωτές αντλούν από την οδηγία. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να μεριμνούν για τη συμμόρφωση προς την προστασία που παρέχει η εν λόγω οδηγία στον καταναλωτή, διασφαλίζοντας την επαναφορά του καταναλωτή στη νομική και πραγματική κατάσταση στην οποία θα βρισκόταν αν δεν υπήρχε η εν λόγω ρήτρα, ιδίως με την πρόβλεψη δικαιώματος για επιστροφή του οφέλους που αποκόμισε αχρεωστήτως, εις βάρος του, ο επαγγελματίας κατ’ εφαρμογήν της καταχρηστικής ρήτρας [πρβλ. αποφάσεις της 16ης Μαρτίου 2023, M.B. κ.λπ. (Συνέπειες της ακύρωσης σύμβασης), C‑6/22, σκέψη 22, και της 15ης Ιουνίου 2023, Bank M. (Συνέπειες της ακύρωσης της σύμβασης), C‑520/21, EU:C:2023:478, σκέψη 61 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
36 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι, όταν η συμβατική σχέση την οποία έχει συνάψει καταναλωτής με επαγγελματία έχει μεταβιβαστεί, σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, σε τρίτο ο οποίος έχει την ιδιότητα του επαγγελματία, ο καταναλωτής πρέπει να μπορεί να επικαλεστεί, εφόσον συντρέχει περίπτωση, την ακυρότητα καταχρηστικής ρήτρας περιλαμβανόμενης στην εν λόγω σύμβαση, ή της σύμβασης στο σύνολό της, έναντι του τρίτου στον οποίο μεταβιβάστηκε η συμβατική σχέση όπως ακριβώς θα μπορούσε να το πράξει έναντι του μεταβιβάσαντος αν δεν είχε υπάρξει τέτοια μεταβίβαση. Πράγματι, η απορρέουσα από τη μεταβίβαση υποκατάσταση του αποκτώντος στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του μεταβιβάζοντος έναντι του καταναλωτή βάσει της ίδιας σύμβασης δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβολή του περιεχομένου των εν λόγω δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ούτε, ως εκ τούτου, να έχει επιπτώσεις στην προστασία των καταναλωτών, οι οποίοι πρέπει να μπορούν να αντιτάξουν στο πρόσωπο στο οποίο μεταβιβάστηκε η συμβατική σχέση όλες τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από τον καταχρηστικό χαρακτήρα της επίμαχης συμβατικής ρήτρας.
37 Κατά τρίτον, το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με την εικοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, επιβάλλει στα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές.
38 Πέραν του πρωταρχικού και άμεσου σκοπού που συνίσταται στην προστασία του καταναλωτή από τις καταχρηστικές ρήτρες που περιλαμβάνονται στις συμβάσεις που συνάπτει με επαγγελματίες, με την επαναφορά του καταναλωτή στη νομική και πραγματική κατάσταση στην οποία θα βρισκόταν αν δεν υπήρχαν τέτοιες ρήτρες, το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 αποσκοπεί, πιο μακροπρόθεσμα, στην παύση της χρήσης των καταχρηστικών ρητρών από τους επαγγελματίες. Πράγματι, η μη εφαρμογή των ρητρών αυτών έναντι του καταναλωτή έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα για τους επαγγελματίες όσον αφορά τη χρήση τους [πρβλ. απόφαση της 16ης Μαρτίου 2023, M.B. κ.λπ. (Συνέπειες της ακύρωσης σύμβασης), C‑6/22, σκέψεις 24 έως 26].
39 Εξ αυτού συνάγεται ότι το αποτρεπτικό αποτέλεσμα όσον αφορά τη χρήση καταχρηστικών ρητρών αφορά τους επαγγελματίες εν γένει και όχι μόνον τον μεμονωμένο επαγγελματία από τον οποίο προέρχεται η επίμαχη καταχρηστική ρήτρα.
40 Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, στο πλαίσιο της οδηγίας 93/13, η ακυρότητα συμβατικής ρήτρας δεν εξαρτάται ούτε από τον υπαίτιο χαρακτήρα της συμπεριφοράς του οικείου επαγγελματία ούτε από το ότι ο επαγγελματίας πρέπει να φέρει την ευθύνη για τη συμπεριφορά αυτή, αλλά εξαρτάται μόνον από τον αντικειμενικώς καταχρηστικό χαρακτήρα της επίμαχης συμβατικής ρήτρας (πρβλ. απόφαση της 22ας Απριλίου 2021, Profi Credit Slovakia, C‑485/19, EU:C:2021:313, σκέψη 65).
41 Επομένως, η οδηγία δεν αποκλείει το ενδεχόμενο οι έννομες συνέπειες που απορρέουν από τον καταχρηστικό χαρακτήρα της ρήτρας που διαλαμβάνεται σε σύμβαση συναφθείσα με καταναλωτή να βαρύνουν επαγγελματία διαφορετικό από εκείνον από τον οποίο προέρχεται η συγκεκριμένη ρήτρα.
42 Εν προκειμένω, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει αν η ερμηνεία των σχετικών εθνικών διατάξεων από τα ουγγρικά δικαστήρια είναι ικανή να υπονομεύσει την επαναφορά των δύο καταναλωτών στη νομική και πραγματική κατάσταση στην οποία θα βρίσκονταν αν δεν υπήρχε η επίμαχη καταχρηστική ρήτρα.
43 Εντούτοις, το Δικαστήριο, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής, είναι αρμόδιο να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο, με βάση τη δικογραφία της υπόθεσης της κύριας δίκης που έχει στη διάθεσή του και τις παρατηρήσεις που του έχουν υποβληθεί, χρήσιμα στοιχεία, ώστε αυτό να είναι σε θέση να αποφανθεί επί της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί (πρβλ. απόφαση της 2ας Μαρτίου 2023, PrivatBank κ.λπ., C‑78/21, EU:C:2023:137, σκέψη 71).
44 Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, του νόμου CCXXXVII. του 2013 σχετικά με τα πιστωτικά ιδρύματα και τις χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, για τη μεταβίβαση της επίμαχης στην κύρια δίκη δανειακής συμβατικής σχέσης απαιτείτο η άδεια της Εθνικής Τράπεζας της Ουγγαρίας ως εποπτικής αρχής. Το μέτρο αυτό παρίσταται, κατ’ αρχήν, ικανό να προστατεύσει τα συμφέροντα των καταναλωτών.
45 Εντούτοις, προκειμένου να διασφαλιστεί το υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών στο οποίο αναφέρεται η οδηγία 93/13 και, ειδικότερα, να διασφαλιστεί ότι μια τέτοια μεταβίβαση δεν στερεί από τον ενδιαφερόμενο καταναλωτή τα δικαιώματα που του εγγυάται το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να εξακριβώσει, μεταξύ άλλων, αν, όπως υποστηρίζει η Ουγγρική Κυβέρνηση, για τη χορήγηση τέτοιας άδειας απαιτείται προληπτικός έλεγχος προκειμένου να εξακριβωθεί ότι η χρηματοοικονομική φερεγγυότητα του προσώπου στο οποίο μεταβιβάστηκε η συμβατική σχέση είναι επαρκής για την κάλυψη των κινδύνων που συνδέονται με την εν λόγω σύμβαση.
46 Εξάλλου, από το εθνικό νομικό πλαίσιο που περιγράφει το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι το πρόσωπο στο οποίο μεταβιβάστηκε η επίμαχη στη διαφορά της κύριας δίκης δανειακή συμβατική σχέση, ως διάδοχος, υπεισήλθε στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του μεταβιβάσαντος έναντι των αντισυμβαλλομένων βάσει της εν λόγω σύμβασης δανείου. Επομένως, οι δύο καταναλωτές δικαιούνται να αντιτάξουν στο πρόσωπο στο οποίο μεταβιβάστηκε η συμβατική σχέση όλες τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από τον καταχρηστικό χαρακτήρα της ρήτρας που περιλαμβάνεται στην εν λόγω σύμβαση δανείου, τούτο δε υπό τις ίδιες προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα μπορούσαν να τις αντιτάξουν έναντι του μεταβιβάσαντος.
47 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω στοιχείων, δεν προκύπτει, υπό την επιφύλαξη εξακρίβωσης από το αιτούν δικαστήριο, ότι, εν προκειμένω, θα ήταν υπερβολικά δυσχερές ή αδύνατο στην πράξη να θεραπευθούν οι έννομες συνέπειες της ακυρότητας της επίμαχης στην κύρια δίκη καταχρηστικής ρήτρας στο πλαίσιο της σχέσης μεταξύ των δύο καταναλωτών, αφενός, και του πιστωτικού ιδρύματος στο οποίο μεταβιβάστηκε η εν λόγω δανειακή συμβατική σχέση, αφετέρου.
48 Εντούτοις, σε περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του εσωτερικού του δικαίου δεν διασφαλίζουν την επαναφορά των δύο καταναλωτών στη νομική και πραγματική κατάσταση στην οποία θα βρίσκονταν αν δεν υπήρχε η επίμαχη καταχρηστική ρήτρα, η αρχή της σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας του εθνικού δικαίου επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια, τηρουμένης, μεταξύ άλλων, της απαγόρευσης της contra legem ερμηνείας του εθνικού δικαίου, να πράττουν ό,τι είναι δυνατό εντός των ορίων της αρμοδιότητάς τους, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου και εφαρμόζοντας τις αναγνωρισμένες από το δίκαιο αυτό μεθόδους ερμηνείας, προκειμένου να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα της οικείας οδηγίας και να καταλήγουν σε λύση σύμφωνη προς τον σκοπό που αυτή επιδιώκει (απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2025, Gryczara, C‑746/24, EU:C:2025:925, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
49 Σε περίπτωση που είναι αδύνατη η σύμφωνη προς τις απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας, το εθνικό δικαστήριο στο οποίο έχει ανατεθεί, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του, η εφαρμογή των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης έχει, ως όργανο κράτους μέλους, την υποχρέωση να διασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητά τους, αφήνοντας εν ανάγκη αυτεπαγγέλτως ανεφάρμοστη κάθε διάταξη του εθνικού δικαίου αντίθετη προς διάταξη του δικαίου της Ένωσης η οποία έχει άμεσο αποτέλεσμα στη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί (απόφαση της 3ης Ιουλίου 2025, Ati-19, C‑605/23, EU:C:2025:513, σκέψη 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
50 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση δυνάμει της οποίας ο καταναλωτής που συνήψε σύμβαση με πιστωτικό ίδρυμα οφείλει, όταν η σχετική συμβατική σχέση μεταβιβάστηκε στη συνέχεια σε έτερο πιστωτικό ίδρυμα, να προβάλει τα δικαιώματα που αντλεί από την οδηγία αποκλειστικώς και μόνον έναντι του πιστωτικού ιδρύματος στο οποίο μεταβιβάστηκε η συμβατική σχέση, εφόσον η μεταβίβαση δεν καθιστά πρακτικώς αδύνατη ούτε υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που ο καταναλωτής αντλεί από την οδηγία.
Επί των δικαστικών εξόδων
51 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές,
έχουν την έννοια ότι:
δεν αντιτίθενται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση δυνάμει της οποίας ο καταναλωτής που συνήψε σύμβαση με πιστωτικό ίδρυμα οφείλει, όταν η σχετική συμβατική σχέση μεταβιβάστηκε στη συνέχεια σε έτερο πιστωτικό ίδρυμα, να προβάλει τα δικαιώματα που αντλεί από την οδηγία αποκλειστικώς και μόνον έναντι του πιστωτικού ιδρύματος στο οποίο μεταβιβάστηκε η συμβατική σχέση, εφόσον η μεταβίβαση δεν καθιστά πρακτικώς αδύνατη ούτε υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που ο καταναλωτής αντλεί από την οδηγία.
(υπογραφές)
