Στην περίπτωση προβολής ισχυρισμών περί παραβίασης του άρθρου 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή της αρχής ne bis in idem ή του τεκμηρίου αθωότητας, προς απόδειξη των οποίων ο διάδικος προσκομίζει ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου της ουσίας μόνο απόσπασμα της (μη καθαρογραμμένης) αθωωτικής ποινικής απόφασης, που περιέχει το διατακτικό της, και βεβαίωση περί του αμετάκλητου χαρακτήρα της, το διοικητικό δικαστήριο -εφόσον δεν εκδώσει προδικαστική απόφαση, με την οποία να ζητεί από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 155 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ., την καθαρογραφή της σχετικής αθωωτικής απόφασης, εντός εύλογης προθεσμίας, και τη διαβίβαση αντιγράφου της καθαρογραμμένης απόφασης καθώς και βεβαίωσης σχετικά με την άσκηση ή μη ενδίκων μέσων κατ’ αυτής- υποχρεούται να εξετάσει τους ανωτέρω ισχυρισμούς, βάσει των διαλαμβανομένων στο προσκομισθέν απόσπασμα, προκειμένου να μην καταστεί αδύνατη η άσκηση εκ μέρους του διαδίκου των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στις σχετικές διατάξεις του ενωσιακού δικαίου και της Ε.Σ.Δ.Α.
Πρόεδρος: Κ. Κουσούλης, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: Π. Κιούσης, Πάρεδρος
Mε την 380/2026 απόφαση του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, κρίθηκε ότι, κατά την έννοια των άρθρων 5 παρ. 2 και 4, 138 παρ. 1, 150 παρ. 1 και 151 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), στην περίπτωση προβολής ισχυρισμών περί παραβίασης του άρθρου 5 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ. ή της αρχής ne bis in idem ή του τεκμηρίου αθωότητας, προς απόδειξη των οποίων ο διάδικος προσκομίζει ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου της ουσίας μόνο απόσπασμα αθωωτικής ποινικής απόφασης, που περιέχει το διατακτικό της, καθώς και βεβαίωση του αρμόδιου ποινικού δικαστηρίου σχετικά με τον αμετάκλητο χαρακτήρα της εν λόγω – εμπίπτουσας σε κατηγορία ποινικών αποφάσεων που εξαιρείται από τον θεσπιζόμενο με το άρθρο 142 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Κ.Π.Δ.) κανόνα της καθαρογραφής – ποινικής απόφασης, το διοικητικό δικαστήριο της ουσίας δύναται να εκδώσει προδικαστική απόφαση για τη συμπλήρωση των αποδείξεων, με την οποία να ζητεί από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 155 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ., την καθαρογραφή της σχετικής αθωωτικής απόφασης, εντός εύλογης προθεσμίας, και τη διαβίβαση αντιγράφου της καθαρογραμμένης απόφασης καθώς και βεβαίωσης σχετικά με την άσκηση ή μη ενδίκων μέσων κατ’ αυτής.
Στην περίπτωση που το διοικητικό δικαστήριο της ουσίας επιλέξει, κατ’ ενάσκηση της σχετικής ευχέρειάς του, να μην εκδώσει προδικαστική απόφαση με το ανωτέρω περιεχόμενο, υποχρεούται να εξετάσει τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς, βάσει των διαλαμβανομένων στο προσκομισθέν απόσπασμα της αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης, προκειμένου να μην καταστεί αδύνατη η άσκηση εκ μέρους του διαδίκου των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στις διατάξεις των άρθρων 48 παρ. 1 και 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (όπως επιβάλλει η αρχή της αποτελεσματικότητας του ενωσιακού δικαίου) καθώς και των, αντιστοίχου περιεχομένου, άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και 4 παρ. 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής.
Eφόσον δε το διοικητικό δικαστήριο διαπιστώσει, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, ότι από το προσκομιζόμενο απόσπασμα της αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης προκύπτει ότι αυτή αφορά την ίδια παράβαση, ως ιστορικό γεγονός, με εκείνη που έχει καταλογισθεί σε βάρος του ως άνω διαδίκου με την ένδικη πράξη επιβολής διοικητικής κύρωσης, ήτοι ότι τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν το ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορήθηκε αυτός και για το οποίο, εν συνεχεία, αθωώθηκε από το ποινικό δικαστήριο, ταυτίζονται με εκείνα που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση της επίδικης διοικητικής κύρωσης ποινικής φύσης, δεσμεύεται από την αθωωτική απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., και οφείλει να ακυρώσει την ένδικη καταλογιστική πράξη, έστω και αν το ποινικό δικαστήριο απήλλαξε τον διάδικο λόγω αμφιβολιών (εφόσον τούτο προκύπτει από το προσκομιζόμενο διατακτικό) και ακόμα και αν, λόγω της ελλειπτικής διατύπωσης του διατακτικού της αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης, δεν δύναται να διαπιστώσει ότι η αθώωση στηρίζεται σε επαρκή έρευνα και εκτίμηση σχετικά με την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή τη μη τέλεση της παράβασης.
Εξάλλου, στην περίπτωση που το πρωτοβάθμιο διοικητικό δικαστήριο, κατ’ ενάσκηση της σχετικής ευχέρειάς του, δεν εκδώσει προδικαστική απόφαση με το προεκτεθέν περιεχόμενο και απορρίψει τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς, αν ο ηττηθείς διάδικος ασκήσει έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, πλήσσοντας την εν λόγω απορριπτική κρίση, επιτρέπεται να επικαλεσθεί και να προσκομίσει το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου διοικητικού δικαστηρίου – και ανεξάρτητα από την ευχέρεια (και) του εν λόγω δικαστηρίου να εκδώσει προδικαστική απόφαση, προς συμπλήρωση των αποδείξεων, με το ίδιο ως άνω περιεχόμενο – την καθαρογραμμένη αθωωτική απόφαση καθώς και τη βεβαίωση περί του αμετάκλητου χαρακτήρα της, τις οποίες τυχόν έλαβε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου διοικητικού δικαστηρίου, κατόπιν σχετικής αίτησής του στο αρμόδιο ποινικό δικαστήριο, εφόσον κριθεί από το δευτεροβάθμιο διοικητικό δικαστήριο ότι η μη επίκληση και προσκόμιση των ανωτέρω στοιχείων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ήταν δικαιολογημένη (βλ. το άρθρο 96 παρ. 3 του Κ.Δ.Δ.), ήτοι ότι δεν οφείλετο στη μη επίδειξη της δέουσας επιμέλειας εκ μέρους του εκκαλούντος για την άμεση (και, πάντως, εντός ευλόγου χρόνου) υποβολή αιτήματος καθαρογραφής της σχετικής ποινικής απόφασης μετά τη δημοσίευσή της.
