Άνεργοι απασχολούμενοι σε προγράμματα αποκτήσεως εργασιακής εμπειρίας του ΟΑΕΔ (STAGE) κατ’ άρ. 20 παρ. 15 ν. 2639/1998. Πλήρης ασφάλισή τους στο π. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κατ’ άρ. 2 παρ. 1 περ. α΄ αν.ν. 1846/1951 σε περίπτωση παροχής εν τοις πράγμασι είτε αποκλειστικώς είτε κατά κύριο λόγο εξαρτημένης εργασίας (σχέση εξαρτημένης εργασίας ή μη γνήσια σχέση μαθητείας).
ΣτΕ Α΄ 7μ. 383 – 382/2026
Πρόεδρος: Α. Καλογεροπούλου, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: Τ. Κόμβου, Σύμβουλος Επικρατείας
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρ. 2 αν.ν. 1846/1951, 20 παρ. 15 ν. 2639/1998, 18 ν. 2458/1997 και 18 ν. 2874/2000 συνάγοναι τα ακόλουθα: Προϋπόθεση για την υπαγωγή στην ασφάλιση του ΙΚΑ (μετέπειτα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) βάσει του άρ. 2 παρ. 1 περ. α΄ αν.ν. 1846/1951 είναι η παροχή εξηρτημένης εργασίας, κατά κύριο επάγγελμα, έναντι αμοιβής. Υφίσταται δε σχέση εξηρτημένης εργασίας, όταν οι ενδιαφερόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο έναντι αμοιβής, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής της αμοιβής, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και εφόσον ο μισθωτός, κατά την εκτέλεση της εργασίας του, τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις αναγκαίες και δεσμευτικές γι’ αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη. Αν συντρέχει η προϋπόθεση της παροχής εξαρτημένης εργασίας έναντι αμοιβής, η οποία κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών κάθε περιπτώσεως, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που προσδίδουν στη σχέση οι ενδιαφερόμενοι, η ασφάλιση του εργαζομένου στο ΙΚΑ είναι υποχρεωτική. Τυχόν δε ακυρότητα της συμβάσεως εργασίας δεν ασκεί επιρροή για την υπαγωγή στην υποχρεωτική ασφάλιση του Ιδρύματος, διότι, κατά την έννοια των διατάξεων του άρ. 2 παρ. 1 περ. α΄ αν.ν. 1846/1951, αρκεί για την υπαγωγή στην πλήρη ασφάλιση του ΙΚΑ η εν τοις πράγμασι παροχή εξηρτημένης εργασίας (κατά κύριο επάγγελμα) έναντι αμοιβής. Περαιτέρω, κατ’ άρ. 2 παρ. 1 περ. γ΄ αν.ν. 1846/1951, και οι μαθητευόμενοι, οι οποίοι με την πρακτική εκπαίδευση σε εργασιακό χώρο αποκτούν επαγγελματική εμπειρία, υπάγονται υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως στην πλήρη ασφάλιση του ΙΚΑ. Για την υπαγωγή μαθητευόμενου στην (πλήρη) ασφάλιση του Ι.Κ.Α. κατά τη διάταξη αυτή, αρκεί να υπάρχει σχέση μαθητείας με τον εργοδότη και, ειδικότερα, γνήσια σχέση μαθητείας, στην οποία προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαιδεύσεως στον μαθητευόμενο (μετάδοση των αναγκαίων εμπειρικών γνώσεων για την άσκηση ορισμένου επαγγέλματος ή τέχνης), η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτελέσεως παραγωγικού έργου υπέρ του εργοδότη, αλλά για τις ανάγκες της εκπαιδεύσεως και της εξοικειώσεώς του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Εξάλλου, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία έναντι αμοιβής, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, οπότε η εκμάθηση εκ μέρους του τέχνης ή επαγγέλματος επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της συμβάσεως και εντός του πλαισίου της συνήθους λειτουργίας της και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρεώσεως του εργοδότη, τελεί δε κατά την εκτέλεση της εργασίας του σε εξάρτηση έναντι του εργοδότη, η μεταξύ αυτού και του εργοδότη σχέση αποτελεί σχέση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σχέση μαθητείας). Στην περίπτωση αυτήν ο μαθητευόμενος μισθωτός υπάγεται στην πλήρη ασφάλιση του ΙΚΑ κατ’ άρ. 2 παρ. 1 περ. α΄ αν.ν. 1846/1951, ενόψει του ότι προέχων σκοπός στη σχέση αυτή μαθητείας είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εξαρτημένης εργασίας έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη. Η φύση της σχέσεως μαθητείας (ως γνήσιας ή μη) κρίνεται ενόψει των περιστάσεων και των ιδιαίτερων συνθηκών κάθε περιπτώσεως, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που προσδίδουν στη μεταξύ τους σχέση τα ενδιαφερόμενα μέρη. Επομένως, εκ του ότι τα μέρη χαρακτήρισαν τη μεταξύ τους σχέση ως (γνήσια) σχέση μαθητείας, δεν αποκλείεται αυτή να υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας, όταν προέχων σκοπός, κατά τη βούληση των μερών, είναι η παροχή εξαρτημένης εργασίας έναντι αμοιβής, ιδίως όταν πρόκειται για εργασία η οποία δεν απαιτεί απόκτηση ειδικών γνώσεων ούτε ιδιαίτερη εκπαίδευση ή απαιτεί ελάχιστο χρόνο εκπαιδεύσεως. Εκ των ανωτέρω παρέπεται ότι οι ειδικές διατάξεις των άρ. 20 παρ. 15 ν. 2639/1998, 18 ν. 2458/1997 και 18 ν. 2874/2000, οι οποίες αφορούν την υπαγωγή στην ασφάλιση του ΙΚΑ μόνο για τους κλάδους ασθένειας σε είδος και επαγγελματικού κινδύνου των εγγεγραμμένων στα μητρώα του ΟΑΕΔ ανέργων που δεν είναι ασφαλισμένοι σε οποιονδήποτε άλλο ασφαλιστικό φορέα και συμμετέχουν σε προγράμματα αποκτήσεως εργασιακής εμπειρίας που προβλέπονται από την παρ. 15 του άρ. 20 ν. 2639/1998 και υλοποιούνται από τον ΟΑΕΔ (υπεύθυνος υλοποιήσεως), εφαρμόζονται μόνον όταν η απασχόληση του ανέργου στον φορέα υλοποιήσεως του προγράμματος έχει ως προέχοντα σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (γνήσια σχέση μαθητείας). Αντιθέτως, αν στο πλαίσιο ως άνω προγραμμάτων αποκτήσεως εργασιακής εμπειρίας ο άνεργος απασχολείται, κατόπιν συνάψεως μιας ή διαδοχικών συμβάσεων (ορισμένης διάρκειας) σε έναν φορέα ή περισσότερους φορείς της παρ. 1 του άρ. 20 ν. 2639/1998, παρέχοντας εν τοις πράγμασι είτε αποκλειστικώς είτε κατά κύριο λόγο εξαρτημένη εργασία με αμοιβή για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ή διαστήματα (σχέση εξαρτημένης εργασίας ή μη γνήσια σχέση μαθητείας), ο απασχολούμενος υπάγεται για το διάστημα ή τα διαστήματα αυτά στην πλήρη ασφάλιση του ΙΚΑ κατά τις γενικές διατάξεις της περ. α΄ της παρ. 1 του άρ. 2 αν.ν. 1846/1951. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση απασχολήσεως ανέργου στο πλαίσιο προγράμματος ή προγραμμάτων αποκτήσεως εργασιακής εμπειρίας που υλοποιεί ο ΟΑΕΔ στο Δημόσιο ή σε νπδδ ή άλλο φορέα του δημόσιου τομέα αν η απασχόλησή του αποβλέπει -κατά τη βούληση των μερών- είτε αποκλειστικώς είτε κατά κύριο λόγο στην εκτέλεση παραγωγικού έργου (και όχι προεχόντως στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας), οπότε πρόκειται για παροχή εν τοις πράγμασι εξαρτημένης εργασίας και το Δημόσιο ή το νπδδ ή το άλλο νομικό πρόσωπο που ανήκει στον δημόσιο τομέα, ως φορέας υλοποιήσεως του προγράμματος (που κατά νόμον επέχει θέση εργοδότη έναντι του ΙΚΑ, βλ. άρ. 18 ν. 2458/1997, στο οποίο παραπέμπουν το τρίτο εδάφιο της παρ. 15 του άρ. 20 ν. 2639/1998 και η παρ. 1 του άρ. 18 ν. 2874/2000), υποχρεούται σε πλήρη ασφάλιση στο ΙΚΑ του απασχολούμενου αυτού. Είναι δε αδιάφορο, όσον αφορά την υπαγωγή στην πλήρη ασφάλιση του Ιδρύματος, το ότι οι συναφθείσες (μία ή διαδοχικές) συμβάσεις αποτελούν άκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας (λόγω μη συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού στο Δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα) ή άκυρες διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου (λόγω παραβάσεως των διατάξεων του π.δ. 164/2004). Στο δικαστήριο της ουσίας εναπόκειται να κρίνει αν με βάση τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν και τις ιδιαίτερες συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως συντρέχει περίπτωση παροχής εν τοις πράγμασι εξαρτημένης εργασίας, και τούτο, χωρίς να ασκεί επιρροή ο χαρακτηρισμός που προσέδωσαν τα ενδιαφερόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση καθώς και το κύρος της συμβάσεως εργασίας.
