Αμετάκλητα έκρινε ο Άρειος Πάγος ότι η συνταξιοδότηση και η παράλληλη συνέχιση της εργασίας δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο απόλυσης εργαζομένου, ενώ δεν δικαιολογεί ούτε την επανακατάταξή του στο πρώτο μισθολογικό κλιμάκιο.
Με την υπ’ αριθμ. 83/2026 απόφαση του Β1 Εργατικού Τμήματος, το Ανώτατο Δικαστήριο δικαίωσε εργαζομένους της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης – Αποχέτευσης Μείζονος Περιοχής Βόλου (ΔΕΥΑΜΒ), οι οποίοι είχαν απολυθεί μετά τη συνταξιοδότησή τους, παρότι συνέχιζαν να εργάζονται.
Η απόφαση αυτή κλείνει οριστικά και το ζήτημα των καταλογισμών μεγάλων ποσών σε εργαζόμενους λόγω της μισθολογικής τους κατάστασης μετά τη συνταξιοδότηση.
Η δικαστική διαδρομή της υπόθεσης
Οι εργαζόμενοι είχαν ήδη δικαιωθεί το 2024 από το Πρωτοδικείο Βόλου, το οποίο είχε κρίνει ότι:
- η ιδιότητα του συνταξιούχου δεν αποτελεί νόμιμο λόγο απόλυσης εργαζομένου
- είναι παράνομη η αυτόματη κατάταξη εργαζομένου – συνταξιούχου στο πρώτο μισθολογικό κλιμάκιο του ενιαίου μισθολογίου
Παρά τις αποφάσεις αυτές, η ΔΕΥΑ Μείζονος Περιοχής Βόλου άσκησε αναίρεση στον Άρειο Πάγο κατά των αποφάσεων:
- 8/2024 Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου
- 379/2024 Μονομελούς Εφετείου Λάρισας
Τι έκρινε ο Άρειος Πάγος
Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι οι διατάξεις σε κανονισμούς ή οργανισμούς υπηρεσίας που προβλέπουν αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης εργασίας λόγω συνταξιοδότησης αποτελούν «ρήτρες μονιμότητας».
Οι ρήτρες αυτές έχουν καταργηθεί με τον νόμο 4046/2012 και την Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου 6/2012.
Κατά συνέπεια:
- η συνταξιοδότηση δεν αποτελεί νόμιμο λόγο απόλυσης εργαζομένου
Η μισθολογική κατάταξη μετά τη συνταξιοδότηση
Ο Άρειος Πάγος έκρινε επίσης ότι η συνταξιοδότηση δεν μπορεί να οδηγήσει σε επανακατάταξη του εργαζομένου στο πρώτο μισθολογικό κλιμάκιο.
Όπως επισημαίνεται στην απόφαση:
«Ο εργαζόμενος δεν μεταπίπτει αυτοδικαίως στο μισθολογικό κλιμάκιο του πρωτοδιοριζόμενου υπαλλήλου, αφού στον νόμο δεν προβλέπεται αντίστροφη μισθολογική εξέλιξη».
Η μεταφορά εργαζομένου σε χαμηλότερο μισθολογικό κλιμάκιο θεωρείται: μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας από τον εργοδότη.
Η μόνη συνέπεια που μπορεί να υπάρξει είναι η μη αξιοποίηση της προϋπηρεσίας για περαιτέρω μισθολογική εξέλιξη.
Η νομοθετική ρύθμιση
Το ζήτημα ρυθμίστηκε στη συνέχεια με τον νόμο 5114/2024, ο οποίος προέβλεψε ειδικές ρυθμίσεις για τη μισθολογική μεταχείριση εργαζομένων που έχουν συνταξιοδοτηθεί αλλά συνεχίζουν να εργάζονται στο Δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Η ρύθμιση όμως είχε περιορισμένη αναδρομική ισχύ, καθώς αφορούσε εργαζομένους που είχαν συνταξιοδοτηθεί και συνέχισαν να εργάζονται από 24 Ιουνίου 2023 και μετά, αφήνοντας εκτός άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις.
Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι από το άρθρο 64 του νόμου 5113/2024 προκύπτει κανόνας που καλύπτει όλες τις όμοιες περιπτώσεις, ανεξάρτητα από τον χρόνο γέννησης της διαφοράς.
Οι δηλώσεις των δικηγόρων
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των εργαζομένων, Σπύρος Μπαλατσούκας και Δημήτρης Βαλαβάνης, δήλωσαν μετά την έκδοση της απόφασης:
«Τα αντανακλαστικά του Ελληνικού Δημοσίου για τη ρύθμιση των περιπτώσεων αυτών μετά τη δημοσίευση της απόφασης του Πρωτοδικείου Βόλου υπήρξαν άμεσα. Ωστόσο, η τελική ρύθμιση χαρακτηρίστηκε από περιορισμένη αναδρομική ισχύ. Παρά τις δικαστικές αποφάσεις που έχουν κρίνει αντισυνταγματικό τον περιορισμό αυτό, δεν έχει υπάρξει ακόμη συνολική αντιμετώπιση του ζητήματος, με αποτέλεσμα εργαζόμενοι του Δημοσίου να απειλούνται με καταλογισμό μεγάλων ποσών».
Όπως σημείωσαν, η απόφαση του Αρείου Πάγου: «επιλύει σε ανώτατο δικαιοδοτικό επίπεδο το συνολικό νομικό ζήτημα και αναδεικνύει την ανάγκη για ενιαία και οριστική νομοθετική ρύθμιση για λόγους ασφάλειας δικαίου».
