Πρόκειται για δύο διακριτά συστήματα διανομής, ώστε ο πίνακας κατάταξης θα συντάσσεται κάθε φορά για το σύνολο των αναγγελθεισών απαιτήσεων είτε με βάση τη μία είτε με βάση την άλλη διάταξη, αποκλειόμενης της συνεφαρμογής τους, η οποία είναι, ούτως ή άλλως, λογικά και πρακτικά αδύνατη. Ωστόσο, αφού με τους λόγους της ανακοπής δεν αποδίδεται εσφαλμένη από τον συμβολαιογράφο εφαρμογή των διατάξεων, τα δε αιτήματά τους σκοπούν στη μεταρρύθμιση του πίνακα σωρευτικά τόσο κατά το άρθρο 977Α όσο και κατά το άρθρο 977 του ΚΠολΔ, με την αποβολή των καθ’ ων και την κατάταξη του ανακόπτοντος στη θέση τους, η ανακοπή τυγχάνει απορριπτέα λόγω αοριστίας και δη λόγω της πρόδηλης αντιφατικότητας των προβαλλόμενων με αυτήν λόγων.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΟΡΙΝΘΟΥ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός απόφασης: 160/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΟΡΙΝΘΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Δικαστή Παναγιώτη Δάτσικα, Πρωτοδίκη, ο οποίος ορίσθηκε από τον Διευθύνοντα το Πρωτοδικείο Κορίνθου, με την παρουσία της Γραμματέως Ανδρομάχης Σινάνου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 4η Φεβρουαρίου 2026 για να δικάσει κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΟΣ: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) με ΑΦΜ ., που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης από τον Διοικητή της και στην προκείμενη περίπτωση και από τον προϊστάμενο της ΔΟΥ Κορίνθου, το οποίο παραστάθηκε εκπροσωπούμενο διά της δικαστικής πληρεξούσιας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ειρήνης Τσέκου (ΑΜ/ΝΣΚ 456).
ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ: 1] νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (e-ΕΦΚΑ)», όπως μετονομάσθηκε το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ)», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού Αμερικής αρ. 12, με ΑΦΜ ., νομίμως εκπροσωπούμενου, το οποίο παραστάθηκε εκπροσωπούμενο διά της πληρεξούσιας δικηγόρου του Ευφροσύνης Πανούση του Κωνσταντίνου (ΑΜ/ΔΣ Κορίνθου 241), με έδρα στην Κόρινθο, επί της οδού Κολιάτσου αρ. 36, 2] ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» και τον διακριτικό τίτλο «INTRUM HELLAS ΑΕΔΑΔΠ», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της Λεωφ. Μεσογείων αρ. 109-111, με ΑΦΜ ., νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο και 3] …, κατοίκου Κιάτου Κορινθίας, επί της οδού .., με ΑΦΜ . και 4] …, κατοίκου Κιάτου Κορινθίας, επί της οδού …, με ΑΦΜ ., οι οποίες παραστάθηκαν μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Ελισσάβετ Τρυφωνοπούλου του Ηλία (ΑΜ/ΔΣ Κορίνθου 365), με έδρα στην Κόρινθο, επί της οδού Κολιάτσου αρ. 36, δικηγόρου της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «Π. ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ – Ε. ΤΡΥΦΩΝΟΠΟΥΛΟΥ – Μ. ΜΑΡΚΕΛΛΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ».
Το ανακόπτον ζητά να γίνει δεκτή η από 21/10/2024 ανακοπή του, που κατατέθηκε αυθημερόν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αρ. έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ./ΠΔ-./2024, προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και ενεγράφη στο πινάκιο, ότε η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της από αυτό και συζητήθηκε, οι δε διάδικοι παραστάθηκαν ως άνω, εκ των οποίων η δικαστική πληρεξουσία και οι πληρεξούσιες δικηγόροι αντίστοιχα ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί, καθώς και όσα αναφέρουν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Από την υπ’ αρ. ./23.10.2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς . ., που προσκομίζει μετ’ επικλήσεως το ανακόπτον, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο του εισαγωγικού δικογράφου με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκαν επιμελεία του επισπεύδοντος τη συζήτηση ανακόπτοντος νομίμως και εμπροθέσμως στη δεύτερη των καθ’ ων, με παράδοση του εγγράφου σε εντεταλμένο για την παραλαβή, έχοντα συνείδηση των πράξεών του και μη συμμετέχοντα στη δίκη ως αντίδικος της προς ην η επίδοση, υπάλληλό της, λόγω απουσίας του νομίμου εκπροσώπου της (κατ’ άρθρα 122 παρ. 1, 123, 127, 129 παρ. 1 και 139 του ΚΠολΔ). Συνεπώς, καθόσον η δεύτερη των καθ’ ων δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο, θα πρέπει να δικασθεί ερήμην (άρθρα 591 παρ. 1, άρθρο 271 παρ. 1 και 2 εδ. α’ ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015 και 937 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με το υπό κρίση δικόγραφο, το ανακόπτον, επικαλούμενο έννομο συμφέρον ως νομίμως και εμπροθέσμως αναγγελθείς πιστωτής οφειλέτη κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση για απαίτηση που αποβλήθηκε εν όλω, ζητά για τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους τη μεταρρύθμιση του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης με την αποβολή από αυτόν των καθ’ ων και την κατάταξη του ιδίου στη θέση των τελευταίων, τόσο κατά τις υπερπρονομιακές όσο και κατά τις προνομιακές τους απαιτήσεις, που κατατάχθηκαν οι μεν πρώτες κατ’ άρθρο 977Α παρ. 2 του ΚΠολΔ οι δε λοιπές κατ’ άρθρο 977 του ΚΠολΔ, κατά τις ειδικότερες στο δικόγραφο διακρίσεις.
Τα ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα έχουσα, η ανακοπή, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων, καθόσον πρόκειται για αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται από ιδιώτη, για αξίωση από ιδιωτικού δικαίου έννομη σχέση και κατά τις του ΚΠολΔ διατάξεις, δίχως να επηρεάζεται η δικαιοδοσία από αναγγελία απαίτησης που τυχόν προέρχεται από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου [ΑΕΔ 23/1999 ΑρχΝ 2000.88 = ΕλλΔνη 1999.1697 = ΔΔ 1999.1082 = ΔΦορΝομοθ 2000.233 = ΕΔΚΑ 1999.767 = ΦορΕπιθ 1999.1624 = ΦορΕπιθ 2000.1267 = ΝΟΜΟΣ∙ ΑΕΔ 18/1993 ΑρχΝ 1993. 569 = ΕλλΔνη 1994.310 = ΔΔ 1994.62 = Δ 1994.872 = ΔΦορΝομοθ 1994.637 = ΕΔΚΑ 1993.770 = ΝΟΜΟΣ∙ ορ. και ad hoc με την υπό κρίση περίπτωση: ΑΠ 210/1996 ΕλλΔνη 1996.1569 = ΕΕΝ 1997.492 = ΝΟΜΟΣ∙ ΑΠ 679/1996 ΕλλΔνη 1998.552 = ΕΕΝ 1998.41 = ΝΟΜΟΣ∙ Νικολόπουλος Γ. σε Κεραμέα Κ., Κονδύλη Δ., Νίκα Ν., Ερμηνεία του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, τ. ΙΙ (άρθρα 591-1054), Εκδόσεις Σάκκουλα, 2000, υπό άρθρο 979, σ. 1901-1902, πλαγιάρ. 22∙ Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη Ε. σε Κεραμέα Κ., Κονδύλη Δ., Νίκα Ν., Ερμηνεία ΚΠολΔ2, έκδ. 2021, υπό άρθρο 979, σ. 558, πλαγιάρ. 17], ασκούμενη από το ενεργητικά νομιμοποιούμενο ανακόπτον ως εμπροθέσμως κατ’ άρθρο 972 του ΚΠολΔ αναγγελθείς πιστωτής (ορ. την προσαρτώμενη στο δικόγραφο υπ’ αρ. ./26.04.2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου με έδρα το Πρωτοδικείο Κορίνθου . . σε συνδυασμό προς τον προσβαλλόμενο πίνακα όπου η μνεία περί διενέργειας του πλειστηριασμού στις 12/04/2024) κατά παθητικά νομιμοποιούμενων δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη (Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη Ε., ό.π., υπό άρθρο 979, σ. 546, πλαγιάρ. 4), αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ως εκ της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης, ήτοι του τόπου της επιβληθείσας αναγκαστικής κατάσχεσης (άρθρα 979 παρ. 2 εδ. α’ και 933 παρ. 3 ΚΠολΔ), κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 979 παρ. 2 εδ. α’, 614 επ. και 937 παρ. 3 ΚΠολΔ), κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ΚΠολΔ ως ισχύουν μετά την ισχύ του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α’ 190/13.10.2021) με έναρξη ισχύος από την 01η/01/2022 κατ’ άρθρο 120 ιδίου Νόμου. Περαιτέρω, η ανακοπή ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, αφού η οριζόμενη για το Ελληνικό Δημόσιο από τη διάταξη του άρθρου 10 του ΚΔ της 26.6/10.07.1944 «Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου» (ΦΕΚ Α’ 139/10.07.1944), που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, βάσει του άρθρου 50 παρ. 3 του ΕισΝΚΠολΔ, προθεσμία των τριάντα (30) ημερών, που ξεκινά από την επόμενη της κατ’ άρθρο 979 παρ. 1 του ΚΠολΔ επίδοσης της πρόσκλησης δανειστών του υπαλλήλου του πλειστηριασμού (άρθρο 126 παρ. 1 εδ. δ’ του ΚΠολΔ), δεν άρχισε εν προκειμένω για το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο, καθόσον δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι ισχυρίζονται ότι η υπ’ αρ. ./10.09.2024 πρόσκληση δανειστών του συμβολαιογράφου Σικυώνος . ., ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, έχει επιδοθεί και στον Διοικητή της ΑΑΔΕ, παρά μόνον αποδεικνύεται η επίδοσή της στις 24/09/2024 στην Κεντρική Υπηρεσία του ΝΣΚ (ορ. την επισημείωση της διενεργήσασας την επίδοση δικαστικής επιμελήτριας Ελισάβετ Δούκα στην εμπρόσθια σελίδα της πρόσκλησης που προσκομίζει και επικαλείται το ανακόπτον) [ΕφΛαρ 21/2022 Δικογρ 2024.1 = ΝΟΜΟΣ∙ ΜΕφΑνατΚρήτ 127/2023 ΝΟΜΟΣ = ΤΝΠ Ισοκράτης∙ ad hoc και ΕφΠατρ 389/2002 ΑχαΝομ 2003.287 = ΝΟΜΟΣ∙ ΕφΑθ 2906/1999 ΕλλΔνη 2001.200 = ΝΟΜΟΣ∙ ΕφΠειρ 256/1996 ΕλλΔνη 1996.1402 = ΝΟΜΟΣ∙ ΕφΑθ 4579/1979 ΝοΒ 1980.527∙ Νικολόπουλος Γ., ό.π., υπό άρθρο 979, σ. 1896-1897, πλαγιάρ. 6∙ Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη Ε., ό.π., υπό άρθρο 979, σ. 544-545, πλαγιάρ. 3], σημειώνοντας ότι η έγγραφη πρόσκληση του συντάξαντος τον πίνακα συμβολαιογράφου, ως πιστοποιούντος ενέργεια οργάνου της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, έχει χαρακτήρα δικογράφου (ΑΠ 1274/2021 ΝΟΜΟΣ∙ ΑΠ 786/2014 ΝΟΜΟΣ∙ ΑΠ 1801/2012 ΝΟΜΟΣ∙ ΑΠ 1058/2009 ΧρΙΔ 2010.352 = ΝΟΜΟΣ), τόσο κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 58 παρ. 4, 85 παρ. 1 του ήδη κατηργηθέντος ΝΔ 356/1974 (ΚΕΔΕ) όσο και από των ήδη εν ισχύ άρθρων 59 παρ. 3 εδ. β’ και 77 παρ. 1 του Ν. 4978/2022 (ΦΕΚ Α’ 190/07.10.2022 – ΚΕΔΕ) και άρθρου 5 του ως άνω ΚΔ 26.06/10.07.1944, το δε υπό κρίση ανακοπής αντίγραφο επιδόθηκε εμπροθέσμως στους καθ’ ων (ορ. τις υπ’ αρ. ./23.10.2024, ./23.10.2024, ./23.10.2024, ./23.10.2024 και ./23.10.2024 εκθέσεις επίδοσης, εκ των οποίων οι 1η και 3η για τον πρώτο και τη δεύτερη των καθ’ ων του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς …, η 2η προς τον διευθυντή του περιφερειακού υποκαταστήματος του ΚΕΑΟ Πελοποννήσου για τον πρώτο των καθ’ ων της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου με έδρα το Πρωτοδικείο Τριπόλεως … και οι 4η και 5η για την τρίτη και την τέταρτη των καθ’ ων του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου με έδρα το Πρωτοδικείο Κορίνθου …), όπως επίσης επιδόθηκε και στον υπάλληλο του πλειστηριασμού κατ’ άρθρο 979 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ορ. την υπ’ αρ. ./23.10.2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου με έδρα το Πρωτοδικείο Κορίνθου . .), επισημαίνοντας ότι η επίδοση που έγινε προς αυτόν, ανεξαρτήτως χρόνου που αυτή λαμβάνει χώρα, δεν αφορά στο παραδεκτό ή μη της ανακοπής, αλλά τυχόν μη εμπρόθεσμη επίδοση σε αυτόν συνεπάγεται την απαλλαγή του υπαλλήλου του πλειστηριασμού από την ευθύνη, αν τελικά κατέβαλε στους καθ’ ων η ανακοπή πριν λάβει γνώση της αναστολής. Άλλωστε, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν καθίσταται διάδικος στη δίκη της ανακοπής, η κατ’ άρθρο 979 παρ. 2 εδ. β’ του ΚΠολΔ επίδοση σε αυτόν δεν αποτελεί όρο άσκησης της ανακοπής, αλλά γίνεται για να εξασφαλίσει την πληροφόρησή του σχετικά με την ανακοπή που ασκήθηκε, ώστε να μπορεί να εφαρμόσει την αναστολή της πληρωμής στους δανειστές, των οποίων προσβλήθηκε η κατάταξη, δεδομένου ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 980 ΚΠολΔ, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν μπορεί τότε να προβεί σε διανομή του πλειστηριάσματος (ΕφΛαρ 660/2002 Δικογρ 2002.506 = ΝΟΜΟΣ∙ Π. Βαφειάδου σε X. Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, ερμηνεία κατ’ άρθρο, έκδοση 2011, υπό άρθρο 979, σ. 1972-1973, πλαγιάρ. 7∙ Νικολόπουλος Γ., ό.π., υπό άρθρο 979, σ. 1896, πλαγιάρ. 2). Ακολούθως, γενομένης τυπικά δεκτής της κρινόμενης ανακοπής, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της.
Με τους προβαλλόμενους πρώτο και τρίτο λόγους, κατά τις εν αυτοίς ειδικότερες αιτιάσεις, το ανακόπτον αρνείται συλλήβδην και εν γένει την ύπαρξη και το ύψος των απαιτήσεων για τις οποίες κατετάγησαν οι τρίτη, τέταρτη και δεύτερη αντίστοιχα των καθ’ ων, ως και τη σειρά και την τάξη κατάταξης σύμφωνα με τον υπ’ αρ. ./10.09.2024 πίνακα κατάταξης δανειστών του συμβολαιογράφου Σικυώνος …, ήτοι το υπερπρονόμιο και το ειδικό προνόμιο των αναγγελθεισών απαιτήσεων, έτι ειδικότερα με τον μεν πρώτο λόγο τις απαιτήσεις των τρίτης και τέταρτης των καθ’ ων, οι οποίες, ως εργατικές, για μη καταβληθέντες μισθούς από παροχή εξαρτημένης εργασίας, μετά την προαφαίρεση των εξόδων του πλειστηριάσματος, κατετάγησαν κατά τις εκεί διατυπώσεις και προϋποθέσεις ως υπερπρονομιούχες κατ’ άρθρο 977Α παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο προστέθηκε με το άρθρο 176 παρ. 1 του Ν. 4512/2018 (ΦΕΚ Α’ 5/17.01.2018) με έναρξη ισχύος την 17η/01/2018 και ακολούθως τροποποιήθηκε δυνάμει του άρθρου την 72 του Ν. 4842/2021, με τον δε τρίτο λόγο τις απαιτήσεις της δεύτερης των καθ’ ων, οι οποίες, ως ενυπόθηκες, μετά την προαφαίρεση των εξόδων του πλειστηριάσματος και των υπερπρονομιούχων απαιτήσεων της τρίτης και της τέταρτης των καθ’ ων, κατετάγησαν ως ειδικώς προνομιούχες κατ’ άρθρο 977 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αντικαταστάθηκε αρχικώς με την παρ. 2 του άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87/23.07.2015) και εν συνεχεία με το άρθρο 71 του Ν. 4842/2021, σε συνδυασμό προς το άρθρο 976 αρ. 2 και άρθρο 1007 παρ. 1 ιδίου Κώδικα, στο 65% του πλειστηριάσματος. Εξάλλου, με τον δεύτερο λόγο το ανακόπτον παραπονείται ότι ο ως άνω συμβολαιογράφος Σικυώνος εκτιμώντας εσφαλμένα τα έγγραφα που συνόδευαν την αναγγελία του και απεδείκνυαν την απαίτησή του, συνολικού ύψους 1.136.831,87€ κατά τις ειδικότερες στον πίνακα χρεών διακρίσεις, δεν κατέταξε από αυτήν απαιτήσεις συνολικού ύψους 418.286,41€ κατά τις επί μέρους, κατ’ είδος, στοιχεία βεβαίωσης, έτος, κεφάλαιο, τόκους και προσαυξήσεις, αιτίες, οι οποίες (απαιτήσεις) αφορούν σε φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) και, ως εκ τούτου, έπρεπε να καταταγούν ως γενικώς προνομιούχες κατ’ άρθρο 977 παρ. 3 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς το άρθρο 975 αρ. 3 ιδίου Κώδικα, στο 25% του πλειστηριάσματος, να ικανοποιηθούν δε σύμμετρα προς τις στο ίδιο άρθρο εμπίπτουσες απαιτήσεις των πρώτου, τρίτης και τέταρτης των καθ’ ων. Με βάση τα ανωτέρω, το ανακόπτον ζητά: α] κατά παραδοχή του πρώτου λόγου την εν όλω αποβολή των τρίτης και τέταρτης των καθ’ ων κατά το ποσό των 13.695,00€ η κάθε μία και συνακόλουθα την κατάταξή του κατ’ άρθρο 977Α παρ. 2 του ΚΠολΔ στο ποσό αυτό, β] κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου την μερική αποβολή των πρώτου, τρίτης και τέταρτης των καθ’ ων κατά ποσό 3.481,78€, 102,89€ και 30,52€ αντίστοιχα και συνακόλουθα την κατάταξή του κατ’ άρθρα 977 παρ. 3 και 975 αρ. 3 του ΚΠολΔ στα ποσά αυτά, προκειμένου για τη σύμμετρη ικανοποίηση όλων των γενικώς προνομιούχων απαιτήσεων στο 25% του πλειστηριάσματος και γ] κατά παραδοχή του τρίτου λόγου την εν όλω αποβολή της δεύτερης των καθ’ ων κατά το ποσό των 22.907,35€ και συνακόλουθα την κατάταξή του κατ’ άρθρα 977 παρ. 3, 976 αρ. 2 και άρθρο 1007 παρ. 1 του ΚΠολΔ στο ποσό αυτό, προκειμένου για την ικανοποίηση της απαίτησης στο 65% του πλειστηριάσματος. Με τον Ν. 4512/2018 (ΦΕΚ Α’ 5/17.01.2018) και συγκεκριμένα δυνάμει του άρθρου 176 αυτού προστέθηκε άρθρο 977Α στον ΚΠολΔ με τίτλο «σειρά κατάταξης υπερπρονομιούχων, προνομιούχων και µη», που ήδη κατά την αιτιολογική του έκθεση ορίζεται ρητά ότι προτείνεται ένας νέος τρόπος κατάταξης των απαιτήσεων, ο οποίος έχει αυστηρά οριοθετημένο και σαφέστατα διακριτό πεδίο εφαρμογής από αυτό του άρθρου 977 του ΚΠολΔ. Οι δύο (2) αυτές διατάξεις ισχύουν παράλληλα μεν, ωστόσο είναι σαφές ότι ρυθμίζουν με εντελώς διαφορετικό τρόπο την περίπτωση ικανοποίησης απαιτήσεων επί συρροής προνομιούχων είτε μεταξύ τους είτε με μη προνομιούχες, ώστε, δοθέντος ότι και η συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής της μίας διάταξης αποκλείει την εφαρμογή της άλλης, καλείται σε εφαρμογή διαζευκτικά είτε το ένα είτε το άλλο άρθρο. Χαρακτηριστικά, η κατ’ άρθρο 977Α του ΚΠολΔ διευθέτηση της συρροής των απαιτήσεων, πέραν του ότι προβλέπει και μία νέα κατηγορία υπερπρονομιούχων τοιούτων, επιπροσθέτως δεν βασίζεται στην εκ των προτέρων διάσπαση του πλειστηριάσματος με βάση συγκεκριμένα ποσοστά σε περισσότερα ποσά που δεσμεύονται για την ικανοποίηση συγκεκριμένης κατηγορίας απαιτήσεων, όπως επιτάσσει το άρθρο 977 του ΚΠολΔ, ενώ επίσης η τυχόν εξάντληση του συνολικού ποσού του πλειστηριάσματος από την ικανοποίηση μιας προηγούμενης κατηγορίας απαιτήσεων αποκλείει την ικανοποίηση της επόμενης. Ως εκ τούτου, ο πίνακας κατάταξης θα συντάσσεται κάθε φορά για το σύνολο των αναγγελθεισών απαιτήσεων είτε με βάση τη μία είτε με βάση την άλλη διάταξη, αποκλειόμενης της συνεφαρμογής τους, η οποία είναι, ούτως ή άλλως, λογικά και πρακτικά αδύνατη (Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη Ε., ό.π., υπό άρθρο 977Α, ιδίως σ. 529-530, 534 και 536, πλαγιάρ. 1, 5 και 7∙ Ρεντούλης Π., Συρροή απαιτήσεων στον πίνακα κατάταξης, έκδ. 2025, σ. 111, πλαγιάρ. 220, σ. 112, πλαγιάρ. 222, σ. 114, πλαγιάρ. 229, σ. 115, πλαγιάρ. 230, σ. 187-188, πλαγιάρ. 367∙ Ρεντούλης Π., σε Απαλαγάκη Χ. / Σταματόπουλο Στ., Ο Νέος ΚΠολΔ, ερμηνεία κατ’ άρθρο μετά τους Ν. 4842 & 4855/2021, τ. II, έκδ. 2022, υπό άρθρο 977Α, ιδίως σ. 3195-3197, πλαγιάρ. 1, 2, 4 και 5). Με βάση τα ανωτέρω, καθόσον αφενός δεν αποδίδεται με κάποιον από τους λόγους της ανακοπής σφαλερή από τον συμβολαιογράφο εφαρμογή των ως άνω διατάξεων περί την κατάταξη των απαιτήσεων των δανειστών και αφετέρου δεν ζητείται η μεταρρύθμιση του προσβαλλόμενου πίνακα κατά τις προϋποθέσεις και ρυθμίσεις είτε του κατ’ άρθρο 977Α του ΚΠολΔ είτε του κατ’ άρθρο 977 ιδίου Κώδικα συστήματος διανομής, ή έστω με σώρευσή τους κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), ενόσω δε από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 979 παρ. 2, 933 και 585 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι επί ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης, που είναι εισαγωγικό της περί την εκτέλεση Δίκης δικόγραφο, το αντικείμενο αυτής αποκρυσταλλώνεται από τους λόγους της ανακοπής, ή τυχόν προσθέτων λόγων, που επέχουν θέση της ιστορικής της βάσης (ΑΠ 1181/2025 ΝΟΜΟΣ∙ ΑΠ 885/2019 ΧρΙΔ 2020.41 = ΝΟΜΟΣ∙ ΑΠ 1353/2015 ΝΟΜΟΣ∙ ΑΠ 1860/2013 ΝΟΜΟΣ∙ ΑΠ 1491/2003 ΕλλΔνη 2004.437 = ΝΟΜΟΣ∙ ΑΠ 1561/2000 ΕλλΔνη 2001.1302 = ΝΟΜΟΣ∙ ΕφΛαρ 122/2017 Δικογρ 2019.1 = ΝΟΜΟΣ∙ ΕφΘράκ 108/1996 Αρμ 1996.1518 = ΝΟΜΟΣ∙ ΜΕφΑθ 941/2025 ΝΟΜΟΣ∙ ΜΕφΑθ 1461/2021 ΝΟΜΟΣ), ώστε το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπερβεί αυτού, η υπό κρίση ανακοπή τυγχάνει απορριπτέα προεχόντως ένεκα αθεράπευτης αοριστίας και ως ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, λόγω της πρόδηλης αντιφατικότητας των προβαλλόμενων με αυτήν λόγων (άρθρο 216 ΚΠολΔ), σωρευτικά διότι το μεν θεμελιώνονται σε αντίθετες νομικές βάσεις που αλληλοαποκλείονται και δη ο πρώτος λόγος σε αυτή του άρθρου 977Α παρ. 2 του ΚΠολΔ οι δε λοιποί σε αυτή του άρθρου 977 ιδίου Κώδικα, το δε διότι σκοπούν διά των προαναφερθέντων συστημάτων διανομής στη μεταρρύθμιση του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης σωρευτικά για όλες τις περιπτώσεις διά της ανεπίτρεπτης και λογικά και πρακτικά αδύνατης, κατά τα ειρημένα, συνεφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων (σχετ. περί την αντιφατικότητα των αιτημάτων: ΕφΠατρ 1048/2007 ΑχαΝομ 2008.644 = ΝΟΜΟΣ∙ ΕφΘεσ 286/2002 Αρμ 2002.1197 = ΝΟΜΟΣ∙ ΠΠρΑθ 4997/2010 ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΑθ 3497/2013 ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΑθ 11918/2011 ΝΟΜΟΣ).
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει, παρελκούσας της εξέτασης των κατ’ ιδίαν ισχυρισμών και αιτιάσεων των παριστάμενων καθ’ ων και μη επιδρούσας της ερημοδικίας της δεύτερης καθ’ ης στην παρούσα δίκη, η υπό κρίση ανακοπή να απορριφθεί συλλήβδην, σύμφωνα με τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στο σκεπτικό της παρούσας. Παράβολο ερημοδικίας δεν θα ορισθεί, διότι κατά της παρούσας απόφασης δεν επιτρέπεται η άσκηση του ενδίκου μέσου της ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 979 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων καθ’ ων, κατά παραδοχή των σχετικών διά των προτάσεών τους υποβληθέντων αιτημάτων, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του ανακόπτοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), πλην όμως μειωμένα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που έχει αμφιμερή ισχύ, όπως η παρ. 1 ισχύει μετά την υπ’ αρ. 134423/Οικ/08.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20.01.1993) σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 5 του Ν. 2579/1998 (ΟλΑΠ 5/2002 ΕλλΔνη 2002.376 = ΕΔΚΑ 2002.365 = ΝοΒ 2003.645 = ΝΟΜΟΣ∙ ΑΠ 78/2024 ΝΟΜΟΣ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της δεύτερης των καθ’ ων, αντιμωλία δε των λοιπών των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ανακοπή.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του ανακόπτοντος τα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων καθ’ ων, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στο ακροατήριό του στην Κόρινθο, σε έκτακτη δημόσια αυτού συνεδρίαση στις 23 Μαρτίου 2026, απόντων διαδίκων, δικαστικής πληρεξούσιας και πληρεξούσιων δικηγόρων.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
