Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 3 στ. γ΄ της ΕΣΔΑ (δίκαιη δίκη) καθώς και παραβίαση του άρθρου 6 § 1 (εύλογη διάρκεια) σε υπόθεση ποινικής δίωξης Ολλανδού υπηκόου, πρώην υπαλλήλου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο οποίος καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 40 μηνών (με συναφείς καταδίκες που συνδέονται ιδίως με παθητική δωροδοκία-διαφθορά και παραβίαση επαγγελματικού απορρήτου, σε πλαίσιο ευρείας υπόθεσης διαφθοράς). Ο προσφεύγων δεν είχε τη δυνατότητα παρουσίας δικηγόρου κατά τις ανακρίσεις και τις ακροάσεις κατά την προδικαστική φάση, ενώ η μοναδική ακρόαση στην οποία ο νόμος προέβλεπε παρουσία δικηγόρου (ανακριτική ανακεφαλαιωτική ακρόαση) διενεργήθηκε παρατύπως. Η ποινική διαδικασία διήρκεσε σχεδόν 13 έτη. Το Δικαστήριο έκρινε ομόφωνα ότι η διαδικασία, εξεταζόμενη στο σύνολό της, δεν κατόρθωσε να θεραπεύσει τα δικονομικά ελλείμματα του προδικαστικού σταδίου.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ — BRUS ΚΑΤΑ ΒΕΛΓΙΟΥ (2021)
Η απόφαση Brus κατά Βελγίου αφορά τον Karel Brus, γεννηθέντα το 1949, πρώην υπάλληλο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο οποίος ενεπλάκη σε υπόθεση οργανωμένης δωροδοκίας σχετικά με τους όρους εισαγωγής σιτηρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μετά την άρση της ασυλίας του τον Νοέμβριο 2001, ο προσφεύγων τέθηκε υπό κράτηση τον Οκτώβριο 2003. Σύμφωνα με το ισχύον βελγικό δίκαιο, δεν του παρασχέθηκε η δυνατότητα παρουσίας δικηγόρου κατά τις ανακρίσεις – πλην μίας ανακεφαλαιωτικής ακρόασης, η οποία ωστόσο διεξήχθη στα γαλλικά (αντί της ολλανδικής) και χωρίς το δικηγόρο του. Κατά τη διάρκεια αυτής, ο προσφεύγων προέβη σε δηλώσεις που τον ενοχοποιούσαν, τις οποίες απέδωσε σε πιέσεις ανακριτών. Η ανακεφαλαιωτική ακρόαση ακυρώθηκε λόγω παραβίασης της γλωσσικής νομοθεσίας, αλλά δεν διενεργήθηκε ποτέ νέα.
Ο προσφεύγων καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 40 μηνών (εκ των οποίων 20 με αναστολή), χρηματικό πρόστιμο 50.000 ευρώ και παρεπόμενες ποινές. Η ποινική διαδικασία διήρκεσε από τον Δεκέμβριο 2001 έως τον Οκτώβριο 2014 (σχεδόν 13 έτη), σε δύο φάσεις (ανάκριση και ουσία), ενώπιον τριών βαθμών δικαιοδοσίας.
Το Δικαστήριο (Τρίτο Τμήμα), ομόφωνα, αποφάσισε ως εξής:
Ως προς το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη (άρθρο 6 §§ 1 και 3 στ. γ΄): Διαπίστωσε παραβίαση. Οι περιορισμοί στο δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο είχαν ιδιαίτερη έκταση, απέρρεαν από τη σιωπή του βελγικού νόμου και δεν δικαιολογούνταν από κανένα επιτακτικό λόγο. Τα εθνικά δικαστήρια δεν ανέλυσαν ποτέ τον αντίκτυπο της απουσίας δικηγόρου επί των δικαιωμάτων υπεράσπισης, αρκούμενα στη διαπίστωση ότι η καταδίκη στηριζόταν στη συνολική επάρκεια των αποδείξεων.
Ως προς την εύλογη διάρκεια (άρθρο 6 § 1): Διαπίστωσε παραβίαση. Η πολυπλοκότητα της υπόθεσης και η συμπεριφορά του προσφεύγοντος δεν εξηγούσαν από μόνες τους τη διάρκεια· η κύρια αιτία εντοπίστηκε στον τρόπο διαχείρισης της υπόθεσης από τις αρχές, ιδίως κατά την ανάκριση και τον κανονισμό της διαδικασίας.
Το Δικαστήριο επιδίκασε στον προσφεύγοντα 14.000 ευρώ για ηθική βλάβη.
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ BRUS ΚΑΤΑ ΒΕΛΓΙΟΥ
Ο προσφεύγων, Karel Brus, γεννήθηκε το 1949 και διαμένει στο Zaventem (Βέλγιο). Στις 11 Μαΐου 2001, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) διαβίβασε στην εισαγγελία Βρυξελλών αναφορά σύμφωνα με την οποία ο προσφεύγων, ως υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ήταν εμπλεκόμενος σε δωροδοκία μεγάλης κλίμακας σχετικά με τους όρους εισαγωγής σιτηρών. Η ασυλία του ήρθη στις 30 Νοεμβρίου 2001 και η υπόθεση ανατέθηκε σε ανακριτή τον Δεκέμβριο 2001. Μεταξύ 2001 και 2006 πραγματοποιήθηκαν πολυάριθμα ερευνητικά μέτρα (τηλεφωνικές υποκλοπές, έρευνες, χρηματοοικονομικές πραγματογνωμοσύνες, διεθνείς δικαστικές παραγγελίες).
Στις 15 Οκτωβρίου 2003 ο προσφεύγων τέθηκε υπό κράτηση. Σύμφωνα με το τότε ισχύον βελγικό δίκαιο, δεν είχε δικηγόρο κατά τις ανακρίσεις. Η ανακεφαλαιωτική ακρόαση της 17ης Δεκεμβρίου 2003 — η μόνη ακρόαση κατά την οποία ο νόμος επέτρεπε την παρουσία δικηγόρου — διεξήχθη στα γαλλικά και χωρίς τον δικηγόρο του. Η ακρόαση αυτή ακυρώθηκε από το τμήμα κατηγοριών (chambre des mises en accusation) λόγω παραβίασης γλωσσικής νομοθεσίας, αλλά δεν διενεργήθηκε ποτέ νέα, αφού ο προσφεύγων είχε ήδη αποφυλακιστεί.
Στις 27 Ιουνίου 2012, το πλημμελειοδικείο τον καταδίκασε σε 40 μήνες φυλάκιση. Μετά από σειρά ενδίκων μέσων, το Εφετείο Βρυξελλών (10 Ιουνίου 2014) τον καταδίκασε τελικώς για 39 κατηγορίες. Για 6 εξ αυτών, αναφέρθηκε «πλεοναστικώς» σε δηλώσεις του χωρίς παρουσία δικηγόρου. Το Ακυρωτικό (Cour de cassation) (15 Οκτωβρίου 2014) απέρριψε την αναίρεση λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος.
ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΣΔΑ
Άρθρο 6 §§ 1 και 3 στ. γ΄
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 6 §§ 1 και 3 στ. γ΄ ΕΣΔΑ – Παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη
Το Δικαστήριο εξέτασε αρχικά την έκταση των περιορισμών. Ο προσφεύγων δεν είχε παρουσία δικηγόρου κατά το σύνολο των ανακρίσεων, ακροάσεων και ανακριτικών πράξεων στη φάση της προανάκρισης και της ανάκρισης. Οι περιορισμοί αυτοί απέρρεαν από τη σιωπή του βελγικού νόμου και την ερμηνεία του από τα εθνικά δικαστήρια, και είχαν γενική και υποχρεωτική ισχύ (Beuze κατά Βελγίου [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αριθμ. προσφ. 71409/10, 09.11.2018). Μη διαπιστωθέντος επιτακτικού λόγου, το Δικαστήριο εφάρμοσε αυστηρό έλεγχο, μεταθέτοντας το βάρος αποδείξεως στην κυβέρνηση ώστε να αποδείξει ότι η δίκη ήταν, παρά ταύτα, δίκαιη στο σύνολό της (παρ. 29).
Ως προς τον αντίκτυπο επί των δικαιωμάτων υπεράσπισης, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι κανένα εθνικό δικαστήριο δεν προέβη σε ανάλυση του αντικτύπου της απουσίας δικηγόρου κατά τις ανακρίσεις επί των δικαιωμάτων υπεράσπισης. Η εξαίρεση ακυρότητας απορρίφθηκε κατά τον κανονισμό της διαδικασίας με το σκεπτικό ότι ο προσφεύγων θα μπορούσε να εξηγηθεί ενώπιον του δικαστηρίου ουσίας, χωρίς όμως εξέταση της δικαιοσύνης της διαδικασίας στο σύνολό της (παρ. 32· Olivieri κατά Γαλλίας, αριθμ. προσφ. 62313/12, 11.07.2019, παρ. 36). Η αναφορά «περιττή εκτίμηση» σε δηλώσεις χωρίς δικηγόρο δεν μπορούσε να υποκαταστήσει την εξέταση, έστω εκ των υστέρων, της συνολικής δικαιότητας της διαδικασίας (παρ. 34). Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων – και όχι καθένας μεμονωμένα – κατέστησε τη διαδικασία μη δίκαη στο σύνολό της (παρ. 36). Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση (ομόφωνα).
Άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ – Παραβίαση της εύλογης διάρκειας
Η διαδικασία διήρκεσε σχεδόν 13 έτη σε δύο φάσεις ενώπιον τριών βαθμών δικαιοδοσίας. Η φάση ανάκρισης διήρκεσε 6 έτη, ακολουθούμενη από σχεδόν 4 επιπλέον έτη για τον κανονισμό της διαδικασίας. Η πολυπλοκότητα (εγκλήματα «λευκού κολάρου», 16 κατηγορούμενοι, 70+ κατηγορίες, διεθνής διάσταση) και η συμπεριφορά του προσφεύγοντος (αιτήματα εξαίρεσης, μη εμφανίσεις, φυγή στην Ισπανία) δεν εξηγούσαν πλήρως τη διάρκεια· η κύρια αιτία εντοπίστηκε στη διαχείριση της υπόθεσης από τις εθνικές αρχές (παρ. 46). Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση (ομόφωνα).
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ (KEY PASSAGE)
«Η ποινική διαδικασία που ακολουθήθηκε σε βάρος του προσφεύγοντος, εξεταζόμενη στο σύνολό της, δεν κατόρθωσε να θεραπεύσει τα δικονομικά ελλείμματα που ανέκυψαν στο προδικαστικό στάδιο της διαδικασίας» (παρ. 36).
ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ BRUS ΚΑΤΑ ΒΕΛΓΙΟΥ
Εφαρμογή αυστηρού ελέγχου λόγω ελλείψεως επιτακτικών λόγων: Η απόφαση αποτελεί μία από τις εφαρμογές της μεθοδολογίας Beuze στη μεταγενέστερη νομολογία. Ελλείψει επιτακτικών λόγων που θα δικαιολογούσαν τον αποκλεισμό του δικηγόρου, το Δικαστήριο εφαρμόζει «αυστηρότατο έλεγχο» (very strict scrutiny) και μεταθέτει το βάρος απόδειξης στο κράτος.
Ανεπάρκεια μεταγενέστερης θεραπείας μέσω δικαστηρίου ουσίας: Η απόφαση κρίνει ρητά ότι η δυνατότητα εξηγήσεων ενώπιον του δικαστηρίου ουσίας δεν αρκεί από μόνη της για τη θεραπεία των ελλειμμάτων του προδικαστικού σταδίου – απαιτείται αυτοτελής ανάλυση του αντικτύπου της απουσίας δικηγόρου.
Απόρριψη της «πλεοναστικής» αναφοράς ως εγγύησης: Η ρήτρα «à titre surabondant» (πλεοναστικώς) δεν αίρει τον κίνδυνο επηρεασμού της δικαστικής κρίσης και δεν υποκαθιστά τον έλεγχο συνολικής δικαιοσύνης.
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ BRUS ΚΑΤΑ ΒΕΛΓΙΟΥ
Από: echrcaselaw
ΑΝΑΛΥΣΗ
Η απόφαση Brus κατά Βελγίου εντάσσεται στη σειρά αποφάσεων μετά τη Beuze κατά Βελγίου, επιβεβαιώνοντας και εμβαθύνοντας τα κριτήρια ελέγχου της δικαιοσύνης ποινικής διαδικασίας όπου ο κατηγορούμενος στερήθηκε δικηγόρου κατά την προδικαστική φάση.
Η σχέση Brus–Beuze: Η Beuze κατά Βελγίου θέσπισε το πλαίσιο «δύο σταδίων»: πρώτα εξετάζεται εάν συνέτρεχαν επιτακτικοί λόγοι για τον περιορισμό· αν όχι, εφαρμόζεται αυστηρός έλεγχος. Στη Brus, το Δικαστήριο εφαρμόζει αυτό ακριβώς το πλαίσιο, αλλά με αξιοσημείωτη έμφαση στο κριτήριο της αδυναμίας θεραπείας των ελλειμμάτων. Ενώ στη Beuze η πλειοψηφία είχε δεχθεί παραβίαση, η ομοφωνία στη Brus σηματοδοτεί πάγια τάση.
Το κενό μεταξύ τυπικής και ουσιαστικής θεραπείας: Η υπόθεση αναδεικνύει ένα διαρθρωτικό πρόβλημα: τα βελγικά δικαστήρια, εφαρμόζοντας τον κανόνα ότι η δικαιοσύνη αξιολογείται στο σύνολο της διαδικασίας, δεν προβαίνουν στην αναγκαία εξατομικευμένη ανάλυση – αρκούνται στη γενική διαπίστωση επάρκειας αποδείξεων. Η Brus επιβεβαιώνει ότι αυτή η πρακτική δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 6.
Συγκριτική ανάλυση με νομολογία διεθνών οργάνων: Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, στο Γενικό Σχόλιο αριθ. 32 (2007), τονίζει ότι κάθε κατηγορούμενος δικαιούται να επικοινωνήσει με δικηγόρο της επιλογής του σε κάθε στάδιο, ιδίως κατά τις ανακρίσεις. Το Διαμερικανικό Δικαστήριο, στην υπόθεση Barreto Leiva κατά Βενεζουέλας της 17.11.2009 (Σειρά C αριθ. 206), έχει κρίνει ότι η απουσία δικηγόρου κατά τις προδικαστικές ανακρίσεις συνιστά παραβίαση του δικαιώματος υπεράσπισης ακόμη και αν ο κατηγορούμενος παρασταθεί αργότερα ενώπιον δικαστηρίου. Η Brus κινείται σε πλήρη σύγκλιση με αυτές τις προσεγγίσεις.
Επιστημονικές-δογματικές επισημάνσεις: Σε νομικό σχολιασμό της γαλλικής νομικής επικαιρότητας, η Brus παρουσιάζεται ως υπενθύμιση – μετά τη Beuze – ότι το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι τυπικά «αν υπήρχε συνήγορος», αλλά αν η απουσία του σε κρίσιμες ανακριτικές στιγμές υπονόμευσε τη συνολική δικαιοσύνη της διαδικασίας (Eschbach, P., «Droit à un procès équitable : condamnation de la Belgique dans une affaire de délinquance en col blanc», Dalloz Actu Étudiant (rubrique: Libertés fondamentales – droits de l’homme), 11 octobre 2021). Παράλληλα, ακαδημαϊκή ανάλυση της Beuze υπογραμμίζει ότι η έγκαιρη πρόσβαση σε δικηγόρο λειτουργεί ως θεσμικό «αντι-λάθος» (anti-miscarriage device): προστατεύει από κακομεταχείριση και πίεση, μειώνει τον κίνδυνο δικαστικών πλανών και θωρακίζει το προνόμιο κατά της αυτοενοχοποίησης – λειτουργίες που εξηγούν γιατί, όταν λείπουν επιτακτικοί λόγοι, ο έλεγχος του ΕΔΔΑ γίνεται αυστηρός (Graham, Lewis, «Fair trial: Beuze v Belgium (Application No. 71409/10) European Court of Human Rights (Grand Chamber): 9 November 2018», Criminal Law Review, 2019(3), 233–237 (Sweet & Maxwell/Thomson Reuters)· Graham, Lewis, «Case Comment: Beuze v Belgium (Application No. 71409/10)», University of Cambridge – Apollo Repository (repository version), DOI: 10.17863/CAM.37046). Τέλος, θέσεις που αναπτύχθηκαν σε παρεμβάσεις υπέρ δίκαιης δίκης (στο πλαίσιο της Beuze) φωτίζουν ειδικά το πρόβλημα της «μη-πλήρους αποτύπωσης» της παραβίασης: ακόμη και όταν μια δήλωση τυπικά παραμερίζεται ή χαρακτηρίζεται «πλεοναστική», η επίδρασή της μπορεί να έχει ήδη διοχετευθεί στην πορεία της έρευνας ή στην αξιολόγηση άλλων αποδείξεων, λογική που συνάδει άμεσα με τη σκέψη του ΕΔΔΑ περί αδυναμίας υποκατάστασης του overall fairness test από τη γενική επίκληση επάρκειας αποδεικτικού υλικού (Fair Trials, Beuze v Belgium App. No 71409/10 (Grand Chamber) – Written comments of Fair Trials (third-party intervention)).
ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Η απόφαση εγείρει σημαντικά ζητήματα:
Το ζήτημα των παράτυπων καταθέσεων: Η αναφορά σε καταθέσεις χωρίς δικηγόρο «πλεοναστικώς» εγείρει το ερώτημα κατά πόσον οι πληροφορίες που αντλήθηκαν από αυτές τις καταθέσεις δεν κατεύθυναν στην πράξη τους ερευνητές προς ανακάλυψη άλλων στοιχείων. Το Δικαστήριο αφήνει ρητά ανοιχτό αυτό το σκέλος (παρ. 34), αναδεικνύοντας ότι ο «πλεοναστικός» χαρακτηρισμός δεν αναιρεί τον πιθανό αντίκτυπο.
Η ασυμβατότητα εθνικής δικονομίας και άρθρου 6: Η βελγική δικονομία, η οποία απέκλειε την επανεξέταση ζητημάτων που είχαν κριθεί κατά τον κανονισμό της διαδικασίας, λειτούργησε ως εμπόδιο στην πραγματική θεραπεία. Η απόφαση σηματοδοτεί ότι οι εθνικές δικονομικές αποκλίσεις (preclusion) δεν μπορούν να λειτουργούν ως «ασπίδα» έναντι ελέγχου δικαιοσύνης.
Οι ευρύτερες συνέπειες για κράτη-μέλη: Η ομοφωνία της απόφασης, σε συνδυασμό με την εφαρμογή αυστηρού ελέγχου, αποστέλλει σαφές μήνυμα στα κράτη-μέλη ότι η μεταρρύθμιση της εθνικής νομοθεσίας (η Βελγική «loi Salduz» του 2011) δεν αρκεί εάν δεν συνοδεύεται από πραγματική αξιολόγηση του αντικτύπου στις συγκεκριμένες υποθέσεις.
Συμπέρασμα: Η απόφαση Brus κατά Βελγίου παγιώνει τη νομολογία Beuze και επιβεβαιώνει ότι η απουσία δικηγόρου κατά την προδικαστική φάση, σε συνδυασμό με αδυναμία θεραπείας από τα εθνικά δικαστήρια, καθιστά τη διαδικασία αθέμιτη στο σύνολό της. Το μήνυμα είναι σαφές: η συνολική επάρκεια αποδείξεων δεν υποκαθιστά τον έλεγχο δικαιοσύνης.
Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ:
- Beuze v. Belgium [GC], 09.11.2018, Application no. 71409/10 • Salduz v. Turkey [GC], 27.11.2008, Application no. 36391/02 • Ibrahim and Others v. the United Kingdom [GC], 13.09.2016, Application nos. 50541/08 et al. • Simeonovi v. Bulgaria [GC], 12.05.2017, Application no. 21980/04 • Olivieri v. France, 11.07.2019, Application no. 62313/12 • Pélissier and Sassi v. France [GC], 25.03.1999, Application no. 25444/94 • Sesler v. Russia (dec.), 01.09.2020, Application no. 67772/10 • J.R. v. Belgium, 24.01.2017, Application no. 56367/09
Πηγές:
- Eschbach, P., «Droit à un procès équitable : condamnation de la Belgique dans une affaire de délinquance en col blanc», Dalloz Actu Étudiant (rubrique: Libertés fondamentales – droits de l’homme), 11 octobre 2021. • Graham, Lewis, «Fair trial: Beuze v Belgium (Application No. 71409/10) European Court of Human Rights (Grand Chamber): 9 November 2018», Criminal Law Review, 2019(3), 233–237 (Sweet & Maxwell/Thomson Reuters). • Graham, Lewis, «Case Comment: Beuze v Belgium (Application No. 71409/10)», University of Cambridge – Apollo Repository, DOI: 10.17863/CAM.37046. • Fair Trials, Beuze v Belgium App. No 71409/10 (Grand Chamber) – Written comments of Fair Trials (third-party intervention).
