ΠΕΡΙΛΗΨΗ
ν. 1406/83 – Αγωγή Αποζημίωσης – Άρνηση επιστροφής ως αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού που καταβλήθηκε για την εξαγορά πλασματικού χρόνου ως συντάξιμου – Βάσει του άρ. 4 του ν. 4554/18, η απασχόληση των σχολικών φυλάκων σε προγράμματα εργασιακής εμπειρίας αποτελεί πραγματικό και όχι πλασματικό χρόνο ασφάλισης-Η διάταξη αυτή, ερμηνευόμενη υπό το φως της αρχής της ισότητας, καταλαμβάνει και όσους είχαν ήδη κινήσει, κατά το χρόνο δημοσίευσης του ανωτέρω νόμου, τη διαδικασία αναγνώρισης και εξαγοράς του συγκεκριμένου χρόνου ως πλασματικού – Στις περιπτώσεις νομοθετικής αναγνώρισης πραγματικής απασχόλησης, δεν νοείται υποχρέωση εξαγοράς χρόνου ασφάλισης – Συνιστά παράνομη πράξη η άρνηση των οργάνων του ΕΦΚΑ να επιστρέψουν ως αχρεωστήτως καταβληθέν στον ενάγοντα το ποσό που κατέβαλε για την εξαγορά ως πλασματικού συντάξιμου χρόνου, αυτού που διένυσε σε πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, κατά τον οποίο υπαγόταν στην ασφάλιση του e-ΕΦΚΑ – Δέχεται την αγωγή
ΤΟ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ ΣΤ΄
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου 2025, με δικαστή τον Ιωάννη Πλατή, Πρωτοδίκη Διοικητικών Δικαστηρίων, και γραμματέα την Σοφία Ορφανίδου, δικαστική υπάλληλο,
για να δικάσει την αγωγή με αριθμό καταχώρισης …./01.04.24 και ΕΑΥ ….,
του …., κατοίκου Θεσσαλονίκης (οδός ….), ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Τσουμάνη,
κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (νπδδ) με την επωνυμία «Ηλεκτρονικός Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (e-ΕΦΚΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του, το οποίο παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου δικηγόρου Βασίλειου Κούβελα.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα.
Σκέφθηκε κατά τον νόμο.
Η κρίση του είναι η εξής:
1. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου κατά το άρθρο 274 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ, ν. 2717/99, Α΄ 97) ο ενάγων ζητά, παραδεκτώς, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 4.736,20 ευρώ, ως αποζημίωση των άρθρων 105 – 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, για τη ζημία που υπέστη από την παράνομη, κατά τους ισχυρισμούς της, άρνηση επιστροφής ως αχρεωστήτως καταβληθέντος του ως άνω ποσού που κατέβαλε για την εξαγορά ως συντάξιμου του χρονικού διαστήματος από 20.04.01 έως 31.12.05, κατά το οποίο είχε απασχοληθεί ως σχολικός φύλακας. Επικουρικώς δε, ζητά το ανωτέρω ποσό σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατ’ άρθρο 904 επ. του Αστικού Κώδικα (ΑΚ, π.δ. 456/84, Α΄ 164).
2. Επειδή, κατά τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (ΕισΝΑΚ, α.ν. 2783/41, Α΄ 29, όπως μεταγλωττίστηκε στη δημοτική με το π.δ. 456/84, Α΄ 164), για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου ή νπδδ προς αποζημίωση, απαιτείται παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας οργάνων του Δημοσίου ή του νπδδ κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας εξουσίας, επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης ζημίας, καθώς και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας και της επελθούσας ζημίας. Οι κατά τα άρθρα αυτά προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς ενόψει της συγκεκριμένης αξίωσης, της οποίας η ικανοποίηση ζητείται με την αγωγή (ΣτΕ 228/23 σκ. 10, 237/11 7μ., 3005/19, 1634/17).
3. Επειδή, στο άρθρο 20 παρ. 1 και 15 του ν. 2639/98 «Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 205), όπως τροποποιήθηκε και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι: «1. Ο ΟΑΕΔ μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε ΝΠΙΔ, σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε ΑΕΙ-ΤΕΙ και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων […] 15. Ο ΟΑΕΔ μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του ΔΣ του ΟΑΕΔ, καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου. Για την ασφάλιση των συμμετεχόντων στα προγράμματα αυτά εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 2458/97 (Α΄ 15) […]». Περαιτέρω, στην παράγραφο 1 του άρθρου 18 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο ν. 2874/00 «Προώθηση της απασχόλησης και άλλες διατάξεις» (Α΄ 286) ορίζεται ότι: «Οι συμμετέχοντες στα προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων, που προβλέπονται από τη διάταξη της παραγράφου 15 του άρθρου 20 του ν. 2639/98 (Α΄ 205) και υπάγονται στην ασφάλιση του κλάδου παροχών ασθενείας σε είδος του ΙΚΑ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 του ν. 2458/97 (Α΄ 15), υπάγονται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου στην ασφάλιση του ΙΚΑ και κατά του κινδύνου ατυχήματος. […]». Κατ’ εξουσιοδότηση της ως άνω παραγράφου 15 του άρθρου 20 του ν. 2639/98, σε συνδυασμό και με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, καθώς και την 2701/1999 απόφαση του ΔΣ του ΟΑΕΔ, εκδόθηκε η 34100/24.11.99 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων «Πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας 2.700 ανέργων, αποφοίτων Λυκείου, ηλικίας 25-64 ετών για τη φύλαξη σχολείων» (Β΄ 2131/8.12.99), με την οποία προβλέφθηκε πρόγραμμα διάρκειας ένδεκα (11) μηνών με σκοπό αφενός την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας για τους ανέργους και αφετέρου την επίλυση του προβλήματος φύλαξης των σχολικών κτιρίων. Ακολούθως εκδόθηκε το π.δ. 164/04 (Α΄ 134), με τις διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του οποίου ρυθμίστηκε το πλαίσιο όσον αφορά την λήψη μέτρων για την αποτροπή της κατάχρησης της μισθωτής εργασίας που είναι δυνατόν να προκαλείται σε περιπτώσεις χρησιμοποίησης, από το Δημόσιο και τα άλλα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (βλ. ΣτΕ 1714/11). Με το άρθρο 11 του ίδιου π.δ., όπως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3320/05 (Α΄ 48), ορίσθηκαν οι προϋποθέσεις, βάσει των οποίων το αρμόδιο κάθε φορά όργανο μπορούσε, κατόπιν αίτησης των εργαζομένων, να κρίνει ότι οι συναφθείσες πριν την έναρξη ισχύος των εν λόγω διατάξεων διαδοχικές συμβάσεις εργασίας συνιστούσαν στην πραγματικότητα σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Όπως δε έχει σχετικά κριθεί, οι ως άνω απασχοληθέντες σε προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας τελούσαν σε σχέση εξηρτημένης εργασίας, υπαγόμενοι στην πλήρη ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (ΣτΕ 888, 193, 17/18, 3323, 3130-3132, 2754/17, πρβλ. και ΣτΕ 2689/15, ΑΠ 253/14, 2197/14).
4. Επειδή, περαιτέρω, με τη μεταγενέστερη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 248 του ν. 4281/14, που φέρει τον τίτλο «Μέτρα στήριξης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, οργανωτικά θέματα Υπουργείου Οικονομικών και άλλες διατάξεις» (Α΄ 160), ορίζονται τα εξής: «Το προσωπικό που, έως τη θέση σε ισχύ του ν. 4172/13, υπηρετούσε σε θέσεις ειδικότητας Σχολικών Φυλάκων, δικαιούται να αναγνωρίσει ως συντάξιμο, κατόπιν εξαγοράς στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και στους οικείους φορείς επικουρικής ασφάλισης, το χρόνο απασχόλησής του σε προγράμματα εργασιακής εμπειρίας δυνάμει των διατάξεων της παρ. 15 του άρθρου 20 του ν. 2639/98. Για την αναγνώριση του ανωτέρω χρόνου ως συντάξιμου και μέχρι πέντε έτη κατ΄ ανώτατο όριο, υποβάλλεται αίτηση στους αρμόδιους φορείς, εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών μηνών από την έκδοση της υπουργικής απόφασης του τελευταίου εδαφίου της παρούσας παραγράφου. Το ποσό της εξαγοράς για κάθε αναγνωριζόμενο μήνα υπολογίζεται με βάση τις συντάξιμες αποδοχές του εργαζομένου μηνός Ιουνίου 2013, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τους οικείους ασφαλιστικούς φορείς ποσοστά εισφορών εργαζομένου και εργοδότη για τους κλάδους κύριας και επικουρικής ασφάλισης. Το ποσό που προκύπτει από τον πιο πάνω υπολογισμό των ασφαλιστικών εισφορών καταβάλλεται αντίστοιχα από τον εργαζόμενο ως ασφαλισμένο και τον οικείο ΟΤΑ ως εργοδότη, είτε εφάπαξ, είτε σε δόσεις ισάριθμες με τους μήνες που αναγνωρίζονται, ο αριθμός των οποίων δεν μπορεί να είναι ανώτερος των εξήντα. Ο αναγνωριζόμενος χρόνος λαμβάνεται υπόψη για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης ή την προσαύξηση του ποσού της μόνο μετά την ολοσχερή εξόφληση του ποσού εξαγοράς, εκτός εάν υποβληθεί αίτηση για συνταξιοδότηση, οπότε οι υπολειπόμενες δόσεις παρακρατούνται από τη σύνταξη. Σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου πριν την εξόφληση του οφειλομένου ποσού… Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και του ΕΤΕΑ, η οποία εκδίδεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, ρυθμίζεται ο τρόπος, η διαδικασία και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας.». Ακολούθως, με το άρθρο 31 του ν. 4320/15 (Α΄ 29) ορίστηκε ότι: «1. Η προβλεπόμενη στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 248 του ν. 4281/14 (Α΄ 160) αποκλειστική προθεσμία υποβολής αίτησης αναγνώρισης χρόνου απασχόλησης σε προγράμματα εργασιακής εμπειρίας ως σχολικού φύλακα παρατείνεται για τρεις (3) μήνες από τη λήξη της.» και με το άρθρο 4 του ν. 4329/15 ότι: «Η προβλεπόμενη από το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 248 του ν. 4281/14 (Α΄ 160) προθεσμία των τριών μηνών για την υποβολή αίτησης αναγνώρισης χρόνου απασχόλησης σε προγράμματα εργασιακής εμπειρίας ως σχολικού φύλακα, όπως παρατάθηκε με το άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 4320/15 (Α΄ 29) παρατείνεται για τρεις επιπλέον μήνες από τη λήξη της.». Εν συνεχεία, δημοσιεύθηκε ο ν. 4554/18 (Α΄ 130/18.07.18), στο άρθρο 4 παρ. 1 του οποίου ορίζονται τα εξής: «Βεβαιωμένες ή μη οφειλές προς φορείς κοινωνικής ασφάλισης, οι οποίες καταλογίστηκαν σε ΟΤΑ σε συνέχεια δικαστικών αποφάσεων, που έκριναν ότι απασχολούμενοι σε προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας σχολικοί φύλακες υπάγονται στην πλήρη ασφάλιση των φορέων αυτών, απαλλάσσονται των επιβληθέντων πρόσθετων τελών, τόκων, προσαυξήσεων και επιβαρύνσεων. Χρόνος απασχόλησης που έχει διανυθεί από την πρώτη ημέρα στα προγράμματα αυτά αποτελεί πραγματικό χρόνο ασφάλισης». Σύμφωνα με τη συνοδεύουσα τον νόμο αυτό αιτιολογική έκθεση (σελ. 1 και 5): «Το Μέρος Α΄ του σχεδίου νόμου (άρθρα 1 έως 4), µε τίτλο «Ασφαλιστικές και συνταξιοδοτικές διατάξεις», συγκροτείται από ένα σύνολο διατάξεων µε σκοπό την ενοποίηση και την επιτάχυνση διαδικασιών και την επίλυση χρόνιων προβλημάτων και αμφισβητήσεων που ταλανίζουν μέχρι και σήμερα τους ασφαλισμένους και είτε τους στερούν κοινωνικοασφαλιστικά δικαιώματα είτε τους επιβαρύνουν µε οφειλές, τόκους και προσαυξήσεις. … Με την πρώτη παράγραφο της προτεινόμενης διάταξης επιλύεται το ζήτημα που είχε ανακύψει σχετικά µε την ασφάλιση των σχολικών φυλάκων που είχαν προσληφθεί στους Δήμους µε προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας και υπάγονταν, βάσει νομοθετικών διατάξεων, στην ασφάλιση του κλάδου παροχών ασθένειας σε είδος και κατά του κινδύνου ατυχήματος του τέως ΙΚΑ. Ωστόσο, έπειτα από αλλεπάλληλες δικαστικές αποφάσεις, κρίθηκε πως οι σχολικοί φύλακες θα έπρεπε να υπάγονται στην πλήρη ασφάλιση του τέως ΙΚΑ. Μετά την έκδοση των εν λόγω δικαστικών αποφάσεων, οι Δήμοι έχουν κληθεί να αντιμετωπίσουν ένα απρόβλεπτο οικονομικό βάρος. Για το λόγο αυτό κρίνεται σκόπιμο να προβλεφθεί η υποχρέωση των Δήμων να καταβάλουν τις βασικές οφειλές από ασφαλιστικές εισφορές, χωρίς τα επιβληθέντα πρόσθετα τέλη, τόκους, προσαυξήσεις και επιβαρύνσεις. …». Επιπροσθέτως, στα πρακτικά της ΡΝΓ΄ συνεδρίασης της 10ης.7.18 της Βουλής αναφέρονται τα εξής (σελ. 9750): «Επίσης, για τους σχολικούς φύλακες προσθέτουµε, σύµφωνα και µε τις παρατηρήσεις Βουλευτών, νοµοτεχνική βελτίωση ως εξής: «Χρόνος απασχόλησης που έχει διανυθεί από την πρώτη ηµέρα στα προγράµµατα αυτά αποτελεί πραγματικό χρόνο ασφάλισης». Αυτό έχει ως συνέπεια και να ασφαλιστούν όλοι αναδρομικά και να αναζητήσουν ως αχρεωστήτως καταβληθείσες εισφορές που έχουν καταβάλει, διότι υπόχρεοι στην καταβολή αυτών είναι εκείνοι που τους απασχολούσαν».
5. Επειδή, με τη νεότερη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 4554/18, το ζήτημα της ασφάλισης των σχολικών φυλάκων που απασχολήθηκαν σε προγράμματα εργασιακής εμπειρίας ρυθμίσθηκε νομοθετικά. Ειδικότερα, κατά τη βούληση του νομοθέτη, ο χρόνος που είχε διανυθεί από την πρώτη ημέρα στα προγράμματα αυτά αποτελεί πραγματικό χρόνο ασφάλισης, δηλαδή αναγνωρίσθηκε η υπαγωγή των σχολικών φυλάκων στην πλήρη ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Και τούτο, ανεξαρτήτως προσφυγής ή μη στα αρμόδια δικαστήρια ή διοικητικά όργανα και ανεξαρτήτως του αποτελέσματος αυτής. Έτσι, με τις συναφώς εκδοθείσες διοικητικές εγκυκλίους (48/2018, 292/638501/24.05.19, σύμφωνα με τα Φ.10141/62521/1731/29.01.19 και Φ.10141/16067/419/12.04.19 έγγραφα του ΥΠ.Ε.Κ.Α.Κ.Α.), δόθηκαν οδηγίες για την εφαρμογή των νέων διατάξεων, στο ρυθμιστικό πεδίο των οποίων εμπίπτουν, κατά τα ρητώς διαλαμβανόμενα, οι σχολικοί φύλακες, ακόμη και όσοι είχαν υπαχθεί στη διάταξη του άρθρου 248 του ν. 4281/14 (Α΄ 160), και η ασφαλιστική τους κάλυψη ορίζεται πλήρης, περιλαμβάνουσα όλους τους κλάδους και λογαριασμούς κύριας ασφάλισης e-ΕΦΚΑ, όπως και τους φορείς, κλάδους ή λογαριασμούς, για τους οποίους ο e-ΕΦΚΑ συνεισπράττει (κύρια σύνταξη, επικουρική, ασθένεια σε είδος και χρήμα, ΟΑΕΔ, ΟΕΚ, ΟΕΕ) (πρβλ. ΔΕφΑθ 286/25 σκ. 5).
6. Επειδή, η αρχή της ισότητας, την οποία καθιερώνει το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί νομικό κανόνα που επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες. Ο κανόνας αυτός δεσμεύει τα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας και, ειδικότερα, τόσο τον κοινό νομοθέτη κατά την άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας όσο και τη Διοίκηση, όταν θεσπίζει κατά νομοθετική εξουσιοδότηση κανονιστική ρύθμιση. Ο δικαστικός έλεγχος τηρήσεως της αρχής της ισότητας, που είναι έλεγχος ορίων και όχι των κατ’ αρχήν επιλογών του νομοθέτη ή της ουσιαστικής ορθότητας των τιθέμενων νομικών κανόνων, περιορίζεται ειδικότερα στην έκδηλη υπέρβαση των ορίων που διαγράφονται από την εν λόγω συνταγματική αρχή. Κατά τον έλεγχο δε αυτόν αναγνωρίζεται στον κοινό νομοθέτη ή την κατ’ εξουσιοδότηση θεσμοθετούσα Διοίκηση η ευχέρεια να ρυθμίσει με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπ’ όψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, που συνδέονται με καθεμία από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρυθμίσεως. Πρέπει, όμως, η επιλεγόμενη ρύθμιση να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν τόσο την εκδήλως άνιση μεταχείριση, είτε με τη μορφή της εισαγωγής καθαρά χαριστικού μέτρου ή προνομίου μη συνδεομένου προς αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής αδικαιολόγητης επιβάρυνσης, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες, με βάση όλως τυπικά ή συμπτωματικά ή άσχετα μεταξύ τους κριτήρια (βλ. ΣτΕ 844/24 7μ. σκ. 26 και εκεί παραπομπές σε νομολογία).
7. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων εργάσθηκε ως σχολικός φύλακας στον Δήμο Θεσσαλονίκης από 20.04.01 έως 31.12.05. Ενόψει της συνταξιοδότησής του, υπέβαλε την από 24.12.14 αίτηση προς το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, προκειμένου ο εν λόγω χρόνος υπηρεσίας να αναγνωριστεί στον Κλάδο Κύριας Ασφάλισης του Ιδρύματος και στην επικουρική ασφάλιση του ΕΤΕΑ ως συντάξιμος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 248 του ν. 4281/14 και της Φ.11321/19937/1443/20.11.14 υπουργικής απόφασης. Επί της αίτησης αυτής του ενάγοντος εκδόθηκαν οι …./02.03.2015 και …/02.03.15 αποφάσεις του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, με τις οποίες αναγνωρίστηκε χρόνος ασφάλισης 1409 ημερών, μετά την εξόφληση εκ μέρους του ενάγοντος του ποσού των 4.383,43 ευρώ (κύρια ασφάλιση) και 1.971,56 ευρώ (επικουρική ασφάλιση) σε μηνιαίες δόσεις και εκ μέρους του εργοδότη του Δήμου Θεσσαλονίκης του ποσού των 7.446,23 ευρώ (κύρια) και 1.675,83 ευρώ (επικουρική) εφάπαξ. Σε εκτέλεση των προαναφερθεισών αποφάσεων αναγνώρισης ο ενάγων κατέβαλε προς το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ το ποσό των 3.266,08 ευρώ, για κύρια ασφάλιση και το ποσό των 1.470,12 ευρώ για επικουρική, από τις 27.04.15 έως 25.04.19, σε 41 δόσεις (βλ. τα προσκομισθέντα προσωρινά γραμμάτια είσπραξης του Προϊσταμένου Εσόδων του ΙΚΑ από τον Απρίλιο του 2015 έως τον Απρίλιο του 2019). Έκτοτε, διέκοψε τις τμηματικές καταβολές προς εξαγορά συντάξιμου χρόνου και στις 03.02.23 κατέθεσε προς τον e-ΕΦΚΑ την …. ηλεκτρονική αίτηση επιστροφής 4736,50 ευρώ ως αχρεωστήτως καταβληθέντων, συνυποβάλλοντας τις αποδείξεις πληρωμής των ως άνω χρηματικών δόσεων που είχε καταβάλει. Ωστόσο, η αίτηση αυτή δεν έγινε δεκτή. Εν τέλει, με τις …./18.02.22 και …./18.02.22 αποφάσεις Διευθυντή της Τοπικής Διεύθυνσης Α΄ Θεσσαλονίκης του e-ΕΦΚΑ, χορηγήθηκε στον ενάγοντα κύρια και επικουρική σύνταξη γήρατος από 01.10.21, ποσού 992,64 ευρώ και 151,96 ευρώ, αντίστοιχα, κατόπιν αποδοχής των ….-07.09.21 και …..-23.09.21 σχετικών αιτήσεών του.
8. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, ο ενάγων επισημαίνει, αρχικώς, ότι στις 18.07.18 και ενώ είχε αποφασιστεί και διακανονιστεί, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, η εξόφληση των ποσών εξαγοράς του κρίσιμου χρόνου εργασίας του ως χρόνου ασφάλισης (στους κλάδους ασφάλισης τόσο του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ όσο και του ΕΤΕΑ) και, μάλιστα, ενώ είχε ήδη καταβάλει το μεγαλύτερο τμήμα των οφειλόμενων δόσεων, δημοσιεύθηκε ο ν. 4554/18, με το άρθρο 4 του οποίου ο χρόνος απασχόλησής του από 20.04.01 έως 31.12.05, στο πλαίσιο του «Προγράμματος Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας Ανέργων στη Φύλαξη Σχολικών Κτιρίων», χαρακτηρίστηκε νομοθετικά ως πραγματικός χρόνος ασφάλισης. Ειδικότερα, προβάλλει ότι, από την δημοσίευση της ως άνω διάταξης και έπειτα, δεν απαιτείτο πλέον εξαγορά για την αναγνώριση ως συντάξιμου του χρόνου αυτού, όπως ίσχυε υπό την ισχύ του ν. 4281/14, που υπολάμβανε ως πλασματικό τον εν λόγω χρόνο απασχόλησης. Για την ως άνω νομοθετική αναγνώριση του επίμαχου χρονικού διαστήματος ως χρόνου πραγματικής ασφάλισης ο ενάγων διευκρινίζει ότι πληροφορήθηκε για πρώτη φορά την 03.08.21, όταν και αιτήθηκε από τον Δήμο Θεσσαλονίκης τη χορήγηση βεβαίωσης ασφάλισης, προκειμένου να την προσκομίσει στον ΕΦΚΑ μαζί με τα υπόλοιπα δικαιολογητικά που συνόδευαν την αίτηση συνταξιοδότησής του. Συναφώς, διατείνεται ότι πριν υποβληθεί αίτηση προς τον ΕΦΚΑ για τη λήψη κύριας και επικουρικής σύνταξης, είχε ήδη οριστεί και αναγνωριστεί νομοθετικώς ότι το ένδικο χρονικό διάστημα απασχόλησής του ως σχολικού φύλακα αποτελούσε χρόνο πραγματικής απασχόλησης και ασφάλισης και, ως εκ τούτου, εξέλιπε η αιτία εξαγοράς και αναγνώρισης του χρόνου αυτού ως πλασματικού συντάξιμου χρόνου, στην οποία εξαγορά προέβη δυνάμει των προαναφερθεισών αποφάσεων του ΙΚΑ. Επομένως, κατά τα ισχυριζόμενα, κατέστη αχρεώστητη η πληρωμή των ως άνω ποσών που κατέβαλε στο ΙΚΑ για την εξαγορά και αναγνώριση ως συντάξιμου του εν λόγω χρονικού διαστήματος, καθόσον, ακόμη και αν δεν είχε προβεί στη δια εξαγοράς αναγνώριση τούτη, η παράλειψή του δεν θα είχε επηρεάσει καθόλου το συντάξιμο του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, ούτε την ωρίμαση του δικαιώματός του ως προς την λήψη κύριας και επικουρικής σύνταξης, όπως ισχύει, άλλωστε, για όλους τους ασφαλισμένους που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρου 4 του ν. 4554/18 και δεν προέβησαν σε εξαγορά του χρόνου αυτού κατά τις διατάξεις του ν. 4281/14. Με βάση τα ανωτέρω, ο ενάγων προβάλλει ότι παρανόμως -και δη αντίθετα και στην αρχή της ισότητας- το εναγόμενο νπδδ αρνείται να του επιστρέψει το αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό 4.736,20 ευρώ, με αποτέλεσμα να έχει υποστεί ισόποση χρηματική ζημία, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την παράλειψη αυτή και την οποία πρέπει να υποχρεωθεί να αποκαταστήσει το εναγόμενο νομιμοτόκως από την επίδοση της παρούσας αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Επικουρικώς, ζητά το ανωτέρω ποσό, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ). Προς απόδειξη των ισχυρισμών του προσκομίζει τα αναφερόμενα στο ιστορικό της υπόθεσης έγγραφα καθώς και έγραφα που βρίσκονται ήδη στον διοικητικό φάκελο. Αντίθετα, το εναγόμενο, με την …./05.12.24 έκθεση απόψεων της Προϊσταμένης της Α΄ Τοπικής Διεύθυνσης e-ΕΦΚΑ Θεσ/νίκης, αντιτείνει ότι βάσει του άρθρου 4 του ν. 4554/18 δεν θίγονται τα ασφαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων, δεδομένου ότι για τους μισθωτούς ως χρόνος ασφάλισης αναγνωρίζεται και ο χρόνος για τον οποίο οφείλονται τυχόν ασφαλιστικές εισφορές όπως και ότι «σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις» «τυχόν καταβληθείσες εργατικές εισφορές δεν επιστρέφονται αλλά θα ληφθούν υπόψιν κατά τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους της σύνταξης». Προς επίρρωση των ανωτέρω, το εναγόμενο επικαλείται το 68667/24/07/2013 έγγραφο του Υπουργείου Εργασίας & Κοινωνικών Υποθέσεων σχετικά με την αξιοποίηση χρόνου απασχόλησης σχολικών φυλάκων σε προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας κατά τον υπολογισμό του ποσού της σύνταξης καθώς και το 89138/10.08.23 γενικό έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Συντάξεων – Διεύθυνσης Νομοθεσίας και Συντονισμού Συντάξεων περί του τρόπου υπολογισμού της σύνταξης της κατηγορίας εργαζομένων, στην οποία ανήκει ο ενάγων, αμφότερα περιεχόμενα μεταξύ των στοιχείων της δικογραφίας.
9. Επειδή, λαμβάνεται, κατ’ αρχάς, υπόψη ότι χρόνος πλασματικής ασφάλισης δύναται να αναγνωριστεί μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου ασφαλισμένου, προκειμένου να συνυπολογιστεί για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού του δικαιώματος ή την προσαύξηση του αναλογούντος ποσού σύνταξης. Αναγνώριση εκ μέρους της κοινωνικοασφαλιστικής διοίκησης χρόνου ασφάλισης συνιστά κατά τη συνήθη στο δίκαιο κοινωνικής ασφάλισης έννοια η εκ των υστέρων υπαγωγή χρόνου, που δεν υπήχθη ή δεν ηδύνατο να υπαχθεί εκ διαφόρων αιτιών, στην ασφάλιση (ΣτΕ 2999/66), υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης εξαγοράς του χρόνου και της εξόφλησης του οριζόμενου υπό του νόμου ποσού, το οποίο μπορεί να επιμερίζεται σε ασφαλισμένο και εργοδότη ή να βαρύνει μόνον τον ασφαλισμένο. Ειδική διαδικασία αναγνώρισης χρόνου ασφάλισης, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, ο οποίος λογίζεται πλάσματι δικαίου ως πραγματικός, θέσπισε το άρθρο 248 του ν. 4281/14 . Περαιτέρω, όμως, καμία διάταξη δεν εμποδίζει τον νομοθέτη να θεσπίζει για λόγους κοινωνικής αλληλεγγύης (βλ. ΣτΕ 1891/19 Ολ. σκ. 8), ακόμα και αναδρομικά ασφαλιστική ή συνταξιοδοτική εν ευρεία εννοία αποκατάσταση εργαζομένων, θεσμός διαφορετικός από την αναγνώριση χρόνου ασφάλισης, υπό την έννοια ότι στην πρώτη περίπτωση ο νομοθέτης μπορεί να χαρακτηρίζει αυθεντικά την απασχόληση ως πραγματική, αποστερουμένου τοιουτοτρόπως του δικαιολογητικού λόγου της τυχόν παραλλήλως ισχύουσας διαδικασίας εξαγοράς και αναγνώρισης του ίδιου χρόνου. Συναφώς δε, σε περίπτωση νομοθετικής αναγνώρισης πραγματικής απασχόλησης, δεν νοείται υποχρέωση εξαγοράς χρόνου ασφάλισης, προδήλως διότι δεν πρόκειται για άσκηση του δικαιώματος αναγνώρισης κατ’ εφαρμογή των γενικών (βλ. π.χ. άρθρο 26 παρ. 8α α.ν. 1846/51, Α΄ 179) ή ειδικών (όπως εν προκειμένω) διατάξεων, αλλά για νομοθετική τακτοποίηση ασφαλιστικής κατάστασης, υπό τους τυχόν όρους του σχετικού νόμου. Εν προκειμένω, συντρέχει ακριβώς η τελευταία περίπτωση νομοθετικής τακτοποίησης των απασχοληθέντων ως σχολικών φυλάκων, όπως ο ενάγων, η δε διάταξη του άρθρου 4 του ν. 4554/18 θεσπίζει τον άνευ οποιασδήποτε προϋπόθεσης χαρακτηρισμό του σχετικού χρόνου εργασίας σχολικών φυλάκων ως πραγματικού υποχρεωτικού χρόνου απασχόλησης, υπαγόμενου στην ασφάλιση του e-ΕΦΚΑ, με τις εξ αυτού του γεγονότος απορρέουσες έννομες συνέπειες που εκτέθηκαν αμέσως παραπάνω, ήτοι την έλλειψη της υποχρέωσης εξαγοράς του ίδιου χρόνου εργασίας, προκειμένου αυτός να προσμετρηθεί από τα όργανα του ασφαλιστικού φορέα ως συντάξιμος. Ερμηνευόμενη σύμφωνα με την αρχή της ισότητας και σε συνδυασμό με τη λοιπή νομοθεσία, ήτοι το άρθρο 248 του ν. 4281/14 που ο νομοθέτης είχε υπόψιν του κατά την θέσπιση του άρθρου 4 του ν. 4554/18, αλλά και υπό το φως της αιτιολογικής έκθεσης και των οικείων προπαρασκευαστικών εργασιών του ν. 4554/18 (βλ. 4η σκέψη της παρούσας), η διάταξη του άρθρου 4 του ν. 4554/18 έχει αναδρομική ενέργεια, καταλαμβάνοντας και όσους έχουν ήδη κινήσει την διαδικασία αναγνώρισης και εξαγοράς πλασματικού χρόνου του άρθρου 248 του ν. 4281/14. Μόνο το τυχαίο γεγονός ότι ορισμένοι υπέβαλαν αίτηση εξαγοράς ενώ άλλοι όχι ή ενόψει της ομοίως συμπτωματικής θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος έως τη δημοσίευση του ν. 4554/18 δεν επαρκεί για να κριθεί ότι πρόκειται για ανόμοιες περιπτώσεις που δικαιολογείται να υποβληθούν σε διαφορετική μεταχείριση, με βάση τα ως άνω άσχετα και αντιφατικά προς τον σκοπό του νόμου κριτήρια. Συνεπώς, βασίμως προβάλλεται ότι η καταβολή εισφορών ποσού 4.736,20 ευρώ κατ’ εφαρμογή του άρθρου 248 του ν. 4281/14 κατέστη επιγενομένως παράνομη και ότι το εν λόγω ποσό είναι επιστρεπτέο στον ενάγοντα ως αχρεωστήτως καταβληθέν. Εξάλλου, ο ex tunc νομοθετικός χαρακτηρισμός της απασχόλησης των σχολικών φυλάκων ως πραγματικής, που ως τέτοια πρέπει να γίνεται αντιληπτή ήδη από τον χρόνο παροχής εργασίας, καθιστά ανεφάρμοστη τη διαδικασία αναγνωρίσεως του άρθρου 248 του ν. 4281/14 ως προς τα τυχόν αποτελέσματα που αυτή εν τω μεταξύ επέφερε, εφόσον, υπό τις προπεριγραφείσες συνθήκες, η παροχή εξαρτημένης εργασίας από τον ενάγοντα εσφαλμένα θεωρήθηκε ως μη παρέχουσα δικαίωμα ασφάλισης κατά τον χρόνο πραγματοποίησής της (πρβλ. ΣτΕ 356/82, 1961/76, ΔΕφΑθ 2522/24 σκ. 7). Η ανωτέρω κρίση δεν αναιρείται από τα όσα προβάλλει το εναγόμενο ότι τυχόν καταβληθείσες «εργατικές» εισφορές δεν επιστρέφονται αλλά θα ληφθούν υπόψιν κατά τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους της σύνταξης. Τούτο διότι η απαγόρευση επιστροφής των ένδικων αχρεωστήτως καταβληθέντων εισφορών δεν βρίσκει νόμιμο έρεισμα στις κείμενες διατάξεις, πεπλανημένως δε υπολαμβάνει το εναγόμενο ότι σ’ αυτές συμπεριλαμβάνονται τα γενικά έγγραφα του Υπουργείου που περιέχουν τη μη δεσμευτική για το δικαστήριο άποψη της διοίκησης ως προς την έννοια του νόμου, ενώ, όταν αυτή είναι η βούλησή του, ο νομοθέτης ορίζει ρητά τη μη δυνατότητα αναζήτησης αχρεώστητων ποσών. Άλλωστε, ο ενάγων κατέβαλε τα ζητούμενα με την κρινόμενη αγωγή ποσά εισφορών στα πλαίσια της διαδικασίας αναγνώρισης του άρθρου 248 του ν. 4281/14. Η διαδικασία όμως αυτή, κατά τα προεκτεθέντα, έχει ατονήσει μετά την θέση σε ισχύ του άρθρου 4 του ν. 4554/18, κατά τρόπο ώστε ο επικαλούμενος συνυπολογισμός των εισφορών και η αύξηση της ανταποδοτικής σύνταξης να επέρχεται ούτως ή άλλως και αυτοδικαίως κατ’ εφαρμογή του τελευταίου άρθρου, δίχως η διαμόρφωση της ασφαλιστικής και συνταξιοδοτικής κατάστασης των ενδιαφερομένων να εξαρτάται από τη μη επιστροφή των καταβληθεισών ποσών εξαγοράς χρόνου ασφάλισης. Εξάλλου, η αναγνώριση, δια εξαγοράς, πλασματικού χρόνου, που επιδιώχθηκε και στηρίχθηκε στην ιδιωτική βούληση του ενάγοντος (πρβλ. ΣτΕ 207/60 σκ. 3 ως προς ότι η άσκηση του δικαιώματος αναγνώρισης απόκειται στην υποβολή αίτησης εκ μέρους του ασφαλισμένου) δεν μπορεί, πλέον, να επηρεάσει τη διάπλαση της ασφαλιστικής σχέσης, όπως την μετέβαλε ο νομοθέτης με την αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 του ν. 4554/18 (πρβλ. ΣτΕ 16/22 7μ. σκ. 6, 1185/10 7μ. σκ. 7), κινούμενος εντός των ορίων της αρχής της υποχρεωτικότητας της κοινωνικής ασφάλισης. Κατόπιν τούτων, εφόσον συντρέχει η επικαλούμενη από τον ενάγοντα παράνομη άρνηση επιστροφής ποσών εξαγοράς και αυτή συνδέεται αιτιωδώς με την ισόποση ζημία που αυτός υπέστη, στοιχειοθετείται αδικοπρακτική ευθύνη του εναγομένου και συναξιολογώντας ότι δεν αμφισβητείται κατά ποσό η ένδικη αγωγική αξίωση, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει δεκτή και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει νομιμοτόκως στον ενάγοντα αποζημίωση 4.736,20 ευρώ, απορριπτομένων όσων περί του αντιθέτου προβάλλονται από το εναγόμενο νπδδ, κατά τα ειδικώς διαλαμβανόμενα ανωτέρω.
10. Επειδή, κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αγωγή και να υποχρεωθεί το εναγόμενο νπδδ να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 4.736,20 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση αντιγράφου του δικογράφου της αγωγής στο εναγόμενο εκ μέρους του ενάγοντος στις 18.04.24 (βλ. σχ. την …../18.04.24 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών …. της παρούσας αγωγής προς τον e-ΕΦΚΑ), και έως την πλήρη εξόφληση, του τόκου υπολογιζόμενου με το επιτόκιο του άρθρου 45 του ν. 4607/19 (Α΄ 65). Τέλος, πρέπει να καταλογιστούν τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, ύψους 203 (69+134) ευρώ, σε βάρος του εναγόμενου [άρθρο 275 παρ. 1 (εδ. α΄), 4 (περ. γ΄) και 6 (εδ. τελ.) του ΚΔΔ και άρθρο 58 παρ. 4 περ. α΄ του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/13, Α΄ 208), σε συνδυασμό με το Παράρτημα Ι του ίδιου ως άνω νόμου και τα περιλαμβανόμενα στη δικογραφία …./06.12.24 και …../29.03.24 γραμμάτια προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης].
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Δέχεται την αγωγή.
Υποχρεώνει το εναγόμενο νπδδ να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων τριάντα έξι ευρώ και είκοσι λεπτών (4.736,20 ευρώ), νομιμοτόκως βάσει του προβλεπόμενου στο άρθρο 45 του ν. 4607/19 επιτοκίου από την επίδοση της αγωγής στις 18.04.24 και έως την εξόφληση.
Καταλογίζει σε βάρος του εναγόμενου νπδδ τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, ποσού 203 ευρώ.
Η απόφαση δημοσιεύθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 04.06.2025 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΛΑΤΗΣ ΣΟΦΙΑ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ
