ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 24ης Μαρτίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Άρθρο 267 ΣΛΕΕ – Περιεχόμενο της υποχρέωσης προδικαστικής παραπομπής την οποία υπέχουν τα εθνικά δικαστήρια τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας – Εξαιρέσεις από την υποχρέωση αυτή – Υποχρέωση προς αιτιολόγηση της συγκεκριμένης εφαρμογής των εξαιρέσεων αυτών – Εθνική ρύθμιση παρέχουσα στο εθνικό δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας τη δυνατότητα να απορρίπτει μέσο ένδικης προστασίας διά συνοπτικής αιτιολογίας – Προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αιτιολόγηση της μη υποβολής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως »
Στην υπόθεση C‑767/23 [Remling] (i),
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Afdeling bestuursrechtspraak van de Raad van State (τμήμα διοικητικών διαφορών του Συμβουλίου της Επικρατείας, Κάτω Χώρες) με απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2023, η οποία περιήλθε αυθημερόν στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της δίκης
A. M.
κατά
Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, T. von Danwitz, Αντιπρόεδρο, F. Biltgen, K. Jürimäe, L. Arastey Sahún και J. Passer, προέδρους τμήματος, S. Rodin, E. Regan, Δ. Γρατσία, M. Gavalec (εισηγητή), Z. Csehi, S. Gervasoni και N. Fenger, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: T. Ćapeta
γραμματέας: A. Lamote, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 4ης Μαρτίου 2025,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο A. M., εκπροσωπούμενος από την E. C. Gelok, advocate,
– η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την M. K. Bulterman και τον J. Langer,
– η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον R. Kanitz,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Fiorentino,
– η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις A. Laine και M. Pere,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους F. Ronkes Agerbeek και C. Urraca Caviedes,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 26ης Ιουνίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του A. M., υπηκόου τρίτης χώρας, και του Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Υφυπουργού Δικαιοσύνης και Ασφάλειας, Κάτω Χώρες, στο εξής: Υφυπουργός) σχετικά με την άρνηση του Υφυπουργού να χορηγήσει άδεια διαμονής στον A. M.
Το νομικό πλαίσιο
3 Το άρθρο 91, παράγραφος 2, του Vreemdelingenwet 2000 (νόμου του 2000 περί αλλοδαπών), της 23ης Νοεμβρίου 2000 (Stb. 2000, αριθ. 495) (στο εξής: νόμος περί αλλοδαπών) ορίζει τα εξής:
«Εάν το Afdeling bestuursrechtspraak van de Raad van State [(τμήμα διοικητικών διαφορών του Συμβουλίου της Επικρατείας, Κάτω Χώρες)] εκτιμά ότι η προβαλλόμενη αιτίαση δεν είναι ικανή να επιφέρει την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δύναται να περιοριστεί στην εκτίμηση αυτή στο σκεπτικό της απόφασής του.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
4 Ο A. M., Μαροκινός υπήκοος του οποίου η σύζυγος και τα τέκνα κατοικούν στις Κάτω Χώρες και έχουν την ολλανδική ιθαγένεια, υπέβαλε στον Υφυπουργό αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής ισχύουσας σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Με απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 2019, η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι ο A. M. διέθετε ήδη άδεια διαμονής στην Ισπανία.
5 Ο A. M., αφού άσκησε διοικητική προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Υφυπουργού της 19ης Μαΐου 2020, κατέθεσε ένδικη προσφυγή κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ενώπιον του rechtbank Den Haag, zittingsplaats Utrecht (πρωτοδικείου Χάγης, μεταβατική έδρα Ουτρέχτης, Κάτω Χώρες).
6 Με απόφαση της 5ης Μαρτίου 2021, το ανωτέρω δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή με την αιτιολογία ότι, σύμφωνα με την απόφαση της 10ης Μαΐου 2017, Chavez-Vilchez κ.λπ. (C‑133/15, EU:C:2017:354), o A. M., προκειμένου να λάβει τη ζητηθείσα άδεια διαμονής, έπρεπε να αποδείξει ότι τα τέκνα του δεν διέθεταν ή ότι δεν θα μπορούσαν να λάβουν άδεια διαμονής στην Ισπανία.
7 Ο A. M. άσκησε έφεση κατά της ως άνω αποφάσεως ενώπιον του Afdeling bestuursrechtspraak van de Raad van State (τμήματος διοικητικών διαφορών του Συμβουλίου της Επικρατείας), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου. Στο πλαίσιο της εφέσεως αυτής, ο A. M. αμφισβητεί, κατ’ αρχάς, την ερμηνεία της αποφάσεως της 10ης Μαΐου 2017, Chavez-Vilchez κ.λπ. (C‑133/15, EU:C:2017:354) από το rechtbank Den Haag, zittingsplaats Utrecht (πρωτοδικείο Χάγης, μεταβατική έδρα Ουτρέχτης) και επικαλείται παράγωγο δικαίωμα διαμονής, δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ, όπως αυτό ερμηνεύεται, μεταξύ άλλων, με την εν λόγω απόφαση. Εν συνεχεία, προσάπτει στο ως άνω πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι δεν υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, παρά τις αποκλίσεις που υφίστανται στην εθνική νομολογία ως προς το βάρος αποδείξεως σχετικά με το παράγωγο δικαίωμα διαμονής. Τέλος, ο A. M. επαναλαμβάνει ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου το αίτημά του περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο δυνάμει της ως άνω διατάξεως.
8 Κατά την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου, η απάντηση στο ζήτημα ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης που εγείρει ο Α. Μ. προκύπτει με σαφήνεια από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τη νομολογία που απορρέει από τις αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 1982, Cilfit (283/81, EU:C:1982:335), και της 6ης Οκτωβρίου 2021, Consorzio Italian Management και Catania Multiservizi (C‑561/19, EU:C:2021:799), το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι δεν υποχρεούται να υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και ότι μπορεί να αποφανθεί επί της διαφοράς της κύριας δίκης παραθέτοντας στην απόφασή του την ακόλουθη συνοπτική αιτιολογία:
«Η έφεση δεν επιφέρει την εξαφάνιση της αποφάσεως του [πρωτοβάθμιου δικαστηρίου]. Το ως άνω συμπέρασμα δεν χρήζει περαιτέρω αιτιολογήσεως.
Στο δικόγραφο της εφέσεως δεν περιλαμβάνεται κανένα ζήτημα το οποίο χρήζει επιλύσεως προκειμένου να διασφαλιστεί η ομοιομορφία και η εξέλιξη του δικαίου ή η παροχή δικαστικής προστασίας εν γένει (άρθρο 91, παράγραφος 2, του νόμου περί αλλοδαπών).»
9 Η ως άνω δυνατότητα συνοπτικής αιτιολογήσεως, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 91, παράγραφος 2, του νόμου περί αλλοδαπών, αντανακλά την εξισορρόπηση που επιδίωξε ο Ολλανδός νομοθέτης, κατά τη θέσπιση του νόμου αυτού, μεταξύ, αφενός, της βούλησης για γενίκευση της δυνατότητας άσκησης εφέσεως σε κάθε υπόθεση του δικαίου αλλοδαπών και, αφετέρου, της ανάγκης να παρέχεται στο αιτούν δικαστήριο η δυνατότητα να επικεντρώνει τον έλεγχό του στα ζητήματα που χρήζουν απάντησης προς τον σκοπό ενότητας του δικαίου, εξέλιξης του δικαίου ή χάριν της δικαστικής προστασίας εν γένει.
10 Το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι, μεταξύ άλλων, δύναται να αιτιολογεί τις αποφάσεις του κατά τρόπο συνοπτικό όταν οι ισχυρισμοί που προβάλλονται ενώπιόν του είναι αλυσιτελείς ή απλώς αμφισβητούν την εφαρμογή της πάγιας νομολογίας του από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να εκθέτουν με σαφήνεια τους λόγους για τους οποίους υποστηρίζεται ότι η εφαρμογή αυτή είναι εσφαλμένη ή ελλιπής ούτε τους λόγους για τους οποίους δεν πρέπει να εφαρμοστεί η ως άνω νομολογία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν συντρέχει συμφέρον να παρατίθενται λεπτομερώς νομολογιακές λύσεις οι οποίες δεν αμφισβητούνται σοβαρά. Εξάλλου, η απουσία λόγων εξαφάνισης της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ζητημάτων που αφορούν την ενότητα του δικαίου, την εξέλιξη του δικαίου ή τη δικαστική προστασία σημαίνει, εν πολλοίς, ότι δεν υπάρχουν ζητήματα ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, τα οποία να καθιστούν αναγκαία την υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.
11 Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, ακόμη και σε περίπτωση συνοπτικής αιτιολογίας, παρέχεται στον πολίτη αποτελεσματική δικαστική προστασία, δεδομένου ότι κάθε υπόθεση του δικαίου αλλοδαπών εξετάζεται εις βάθος και εμπεριστατωμένα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ενώπιον του οποίου οι υπήκοοι τρίτων χωρών και οι σύμβουλοί τους μπορούν, μεταξύ άλλων, να προβάλουν γραπτώς τους ισχυρισμούς τους και να υποστηρίξουν την υπόθεσή τους προφορικώς στο πλαίσιο κατ’ αντιμωλίαν συζητήσεως. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκδίδει, σε κάθε περίπτωση, απόφαση συνοδευόμενη από πλήρη αιτιολογία. Το δε αιτούν δικαστήριο προβαίνει πάντοτε σε πλήρη εξέταση της ουσίας της εφέσεως, έστω και αν τούτο δεν προκύπτει από τη συνοπτική αιτιολογία της αποφάσεώς του.
12 Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει επίσης ότι κατά το χρονικό διάστημα από το 2020 έως το 2023 το ειδικό τμήμα υποθέσεων δικαίου αλλοδαπών εξέδωσε 11 047 αποφάσεις επί της ουσίας, εκ των οποίων το 85 % περιελάμβανε συνοπτική αιτιολογία. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το δίκαιο της Ένωσης ασκεί αυξανόμενη επιρροή στο δίκαιο αλλοδαπών και αναφέρει ότι, στο πλαίσιο της κατ’ έφεση διαδικασίας, υποβάλλεται πληθώρα αιτημάτων για προδικαστική παραπομπή, ορισμένα εκ των οποίων στερούνται παντελώς αιτιολογίας. Επομένως, λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης αυτής, θα ήταν χρονοβόρο να αιτιολογείται η άρνηση υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων υπό το πρίσμα των εξαιρέσεων που διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, Cilfit (283/81, EU:C:1982:335, σκέψη 21), από την οποία προκύπτει ότι εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου (στο εξής: εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα), ενώπιον του οποίου ανακύπτει ζήτημα δικαίου της Ένωσης, απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο κατά την έννοια του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, εφόσον διαπιστώσει ότι το ανακύψαν ζήτημα δεν είναι κρίσιμο, ότι η επίμαχη διάταξη του δικαίου της Ένωσης έχει ήδη ερμηνευθεί από το Δικαστήριο ή ότι η ορθή ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης παρίσταται τόσο προφανής ώστε να μην καταλείπει περιθώριο εύλογης αμφιβολίας (στο εξής: τρεις εξαιρέσεις Cilfit).
13 Το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι, όταν αιτιολογεί την απόφασή του κατά τρόπο συνοπτικό, υιοθετεί το διατακτικό της εκδοθείσας σε πρώτο βαθμό αποφάσεως, χωρίς κατ’ ανάγκην να επαναλαμβάνει εξ ολοκλήρου την αιτιολογία της. Ως προς το σημείο αυτό, διευκρινίζει ότι ενδέχεται να καταλήξει στο ίδιο αποτέλεσμα με εκείνο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ακόμη και για διαφορετικούς λόγους. Επομένως, το αιτούν δικαστήριο μπορεί να παραθέσει συνοπτική αιτιολογία όταν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έχει απορρίψει αίτημα περί υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων χωρίς να αιτιολογήσει δεόντως την απόφασή του ή ακόμη όταν δεν έχει καν εξετάσει τέτοιο αίτημα.
14 Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά, παραπέμποντας, μεταξύ άλλων, στην απόφαση του ΕΔΔΑ της 24ης Απριλίου 2018, Baydar κατά Κάτω Χωρών (CE:ECHR:2018:0424JUD005538514), ότι η δυνατότητα συνοπτικής αιτιολογήσεως που του παρέχει το άρθρο 91, παράγραφος 2, του νόμου περί αλλοδαπών συνάδει προς τη γενική υποχρέωση αιτιολογήσεως που απορρέει από το άρθρο 47, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη καθώς και από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ). Δεν προτίθεται, επομένως, να ζητήσει διευκρίνιση από το Δικαστήριο ως προς το σημείο αυτό.
15 Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, όπως απορρέει από τη σκέψη 51 της αποφάσεως της 6ης Οκτωβρίου 2021, Consorzio Italian Management και Catania Multiservizi (C‑561/19, EU:C:2021:799), από την απόφαση εθνικού δικαστηρίου του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα, το οποίο εκτιμά ότι απαλλάσσεται από την υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο, πρέπει να προκύπτει είτε ότι το ανακύψαν ζήτημα σχετικά με το δίκαιο της Ένωσης δεν είναι κρίσιμο για την επίλυση της ενώπιόν του διαφοράς, είτε ότι η ερμηνεία της επίμαχης διατάξεως του δικαίου της Ένωσης βασίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου είτε ότι, ελλείψει τέτοιας νομολογίας, η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης παρίσταται τόσο προφανής για το δικαστήριο αυτό ώστε να μην καταλείπει περιθώριο εύλογης αμφιβολίας. Ως εκ τούτου, τίθεται το ζήτημα κατά πόσον η δυνατότητα να αιτιολογείται μια τέτοια απόφαση κατά τρόπο συνοπτικό συνάδει προς το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη, εάν ένας από τους διαδίκους στην ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου διαφορά ζητεί να υποβληθεί αίτηση προδικαστικής αποφάσεως. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ειδικότερα αν, στην περίπτωση αυτή, πρέπει να εκθέσει εμπεριστατωμένα τους λόγους για τους οποίους δεν υποχρεούται να προβεί σε προδικαστική παραπομπή, διευκρινίζοντας, ιδίως, ποια από τις τρεις εξαιρέσεις Cilfit τυγχάνει εφαρμογής.
16 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι από τις σκέψεις 61 έως 65 της αποφάσεως της 6ης Οκτωβρίου 2021, Consorzio Italian Management και Catania Multiservizi (C‑561/19, EU:C:2021:799), προκύπτει ότι, όταν εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα κρίνει μέσο ένδικης προστασίας απαράδεκτο για λόγους απτόμενους της ενώπιόν του διαδικασίας, μπορεί να μην υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο, χωρίς να δεσμεύεται από την υποχρέωση αιτιολογήσεως που προβλέπεται στη σκέψη 51 της αποφάσεως αυτής. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η λύση αυτή μπορεί να ισχύσει και στην περίπτωση κατά την οποία, καίτοι το μέσο ένδικης προστασίας είναι παραδεκτό, το επιληφθέν δικαστήριο αιτιολογεί την απόφασή του κατά τρόπο συνοπτικό για λόγους απτόμενους της ενώπιόν του διαδικασίας.
17 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Afdeling bestuursrechtspraak van de Raad van State (τμήμα διοικητικών διαφορών του Συμβουλίου της Επικρατείας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του [Χάρτη], την έννοια ότι οι ως άνω διατάξεις αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως αυτή του άρθρου 91, παράγραφος 2, [του νόμου περί αλλοδαπών], δυνάμει της οποίας το Afdeling bestuursrechtspraak van de Raad van State [(τμήμα διοικητικών διαφορών του Συμβουλίου της Επικρατείας)], ως εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα, δύναται, με συνοπτική αιτιολογία και χωρίς να προσδιορίζει ποια εξαίρεση συντρέχει από τις τρεις που αίρουν την υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής, να επιλύει ζήτημα που ανακύπτει σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, ανεξαρτήτως του αν το ζήτημα αυτό συνοδεύεται από ρητό αίτημα για υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
18 Με το προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα μπορεί να αποφανθεί επί ζητήματος που εγείρεται από διάδικο σχετικά με την ερμηνεία ή το κύρος διατάξεως του δικαίου της Ένωσης, ανεξαρτήτως ρητού αιτήματος του διαδίκου για υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, παρέχοντας συνοπτική αιτιολογία για την απόφασή του αυτή, χωρίς να προσδιορίζει ποια από τις τρεις εξαιρέσεις Cilfit τυγχάνει εφαρμογής στη συγκεκριμένη υπόθεση.
19 Υπενθυμίζεται ότι η διαδικασία προδικαστικής παραπομπής του άρθρου 267 ΣΛΕΕ αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του δικαιοδοτικού συστήματος που θεσπίζουν οι Συνθήκες. Πράγματι, η διαδικασία αυτή καθιερώνει διάλογο σε επίπεδο δικαιοδοτικών οργάνων μεταξύ του Δικαστηρίου και των δικαστηρίων των κρατών μελών που αποσκοπεί στη διασφάλιση της ενότητας της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η διαδικασία προδικαστικής παραπομπής διασφαλίζει τη συνοχή, την πλήρη αποτελεσματικότητα και τον ιδιάζοντα χαρακτήρα του δικαίου της Ένωσης, καθώς και την αυτονομία του νομικού συστήματος της Ένωσης, τον σεβασμό του οποίου εγγυάται το Δικαστήριο [πρβλ. γνωμοδότηση 2/13 (Προσχώρηση της Ένωσης στην ΕΣΔΑ), της 18ης Δεκεμβρίου 2014, EU:C:2014:2454, σκέψη 176, και απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2024, KUBERA, C‑144/23, EU:C:2024:881, σκέψη 33].
20 Εφόσον δεν χωρεί κανένα ένδικο μέσο του εσωτερικού δικαίου κατά της αποφάσεως εθνικού δικαστηρίου, το δικαστήριο αυτό υποχρεούται, κατ’ αρχήν, όταν ανακύπτει ενώπιόν του ζήτημα ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης ή κύρους πράξης του παράγωγου δικαίου, να το παραπέμψει στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ (αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 2021, Consorzio Italian Management και Catania Multiservizi, C‑561/19, EU:C:2021:799, σκέψη 32, και της 15ης Οκτωβρίου 2024, KUBERA, C‑144/23, EU:C:2024:881, σκέψη 34).
21 Η υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα να υποβάλλουν στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως εντάσσεται στο πλαίσιο της συνεργασίας η οποία έχει θεσπιστεί προς διασφάλιση της ορθής εφαρμογής και της ομοιόμορφης ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης στο σύνολο των κρατών μελών, μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων, υπό την ιδιότητά τους ως δικαστηρίων που είναι επιφορτισμένα με την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, και του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση αυτή αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην αποτροπή του ενδεχομένου διαμόρφωσης στα κράτη μέλη εθνικής νομολογίας μη συμβατής με τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης (αποφάσεις της 24ης Μαΐου 1977, Hoffmann-La Roche, 107/76, EU:C:1977:89, σκέψη 5, και της 15ης Οκτωβρίου 2024, KUBERA, C‑144/23, EU:C:2024:881, σκέψη 35).
22 Κατά συνέπεια, τα εθνικά δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή μόνον εάν συντρέχει περίπτωση που να αντιστοιχεί σε μία από τις τρεις εξαιρέσεις Cilfit. Τα εν λόγω εθνικά δικαστήρια οφείλουν, επομένως, να αξιολογούν, με ιδία ευθύνη, κατά τρόπο ανεξάρτητο και με όλη την απαιτούμενη προσοχή, αν υποχρεούνται να παραπέμψουν στο Δικαστήριο ζήτημα σχετικό με το δίκαιο της Ένωσης που έχει ανακύψει ενώπιόν τους ή αν, αντιθέτως, μπορούν να απαλλαγούν από την υποχρέωση αυτή, στο μέτρο που τυγχάνει εφαρμογής μία από τις τρεις εξαιρέσεις Cilfit (πρβλ. απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2024, KUBERA, C‑144/23, EU:C:2024:881, σκέψεις 36 και 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
23 Συναφώς, από το σύστημα που καθιερώνει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη, προκύπτει ότι, οσάκις εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα εκτιμά ότι συντρέχει μία από τις τρεις εξαιρέσεις Cilfit και κρίνει, κατά συνέπεια, ότι απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, από το σκεπτικό της αποφάσεώς του πρέπει να προκύπτει είτε ότι το ανακύψαν ζήτημα σχετικά με το δίκαιο της Ένωσης δεν είναι κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς, είτε ότι η ερμηνεία της επίμαχης διατάξεως του δικαίου της Ένωσης βασίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου, είτε ότι, ελλείψει τέτοιας νομολογίας, η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης παρίσταται τόσο προφανής για το δικαστήριο αυτό ώστε να μην καταλείπει περιθώριο εύλογης αμφιβολίας (αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 2021, Consorzio Italian Management και Catania Multiservizi, C‑561/19, EU:C:2021:799, σκέψη 51, και της 15ης Οκτωβρίου 2024, KUBERA, C‑144/23, EU:C:2024:881, σκέψη 62).
24 Επομένως, λαμβανομένης υπόψη της θεμελιώδους λειτουργίας που επιτελεί η διαδικασία προδικαστικής παραπομπής του άρθρου 267 ΣΛΕΕ στην έννομη τάξη της Ένωσης, εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα δεν μπορεί να απορρίψει ισχυρισμούς με τους οποίους εγείρεται ζήτημα σχετικό με την ερμηνεία ή το κύρος διατάξεως του δικαίου της Ένωσης χωρίς προηγουμένως να εκτιμήσει αν υποχρεούται να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως για το ζήτημα αυτό ή αν τούτο εμπίπτει σε μία από τις τρεις εξαιρέσεις Cilfit. Συνακόλουθα, όταν το εν λόγω δικαστήριο αποφασίζει να μην υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο βάσει μίας από τις ως άνω εξαιρέσεις, η απόφαση αυτή πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να τηρεί την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπομνήσθηκε στην προηγούμενη σκέψη, ήτοι να εκθέτει, κατά τρόπο ειδικό και συγκεκριμένο, τους λόγους για τους οποίους τυγχάνει εφαρμογής η συγκεκριμένη εξαίρεση.
25 Η ερμηνεία αυτή δεν ανατρέπει τη νομολογία που απορρέει από τις αποφάσεις της 15ης Μαρτίου 2017, Aquino (C‑3/16, EU:C:2017:209, σκέψη 56), και της 6ης Οκτωβρίου 2021, Consorzio Italian Management και Catania Multiservizi (C‑561/19, EU:C:2021:799, σκέψη 61), κατά την οποία εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα δύναται να μην υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο για λόγους απαραδέκτου απτόμενους της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, υπό την επιφύλαξη της τήρησης των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας (απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2024, KUBERA, C‑144/23, EU:C:2024:881, σκέψη 47).
26 Εκτός από την ανωτέρω περίπτωση, η απόρριψη μέσου ένδικης προστασίας βάσει συνοπτικής αιτιολογίας, η οποία εξαντλείται στη διαπίστωση ότι πληρούνται εν προκειμένω οι προβλεπόμενες στην εθνική ρύθμιση προϋποθέσεις για τη χρήση μιας τέτοιας αιτιολογίας, δεν εκπληρώνει την υποχρέωση που υπέχουν τα εθνικά δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα να εκθέτουν τους λόγους για τους οποίους εκτιμούν ότι στην ενώπιόν τους διαφορά τυγχάνει εφαρμογής μία από τις τρεις εξαιρέσεις Cilfit, η οποία δικαιολογεί τη μη υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο.
27 Ασφαλώς, το ΕΔΔΑ έκρινε, μεταξύ άλλων με την απόφαση της 24ης Απριλίου 2018, Baydar κατά Κάτω Χωρών (CE:ECHR:2018:0424JUD005538514, § 20, 48 και 51), ότι δεν συνέτρεχε λόγος να κηρυχθεί αντίθετη προς τις διατάξεις της ΕΣΔΑ ολλανδική ρύθμιση ανάλογη με την επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία παρείχε τη δυνατότητα στο Hoge Raad der Nederlanden (Ανώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών) να απορρίπτει αιτήσεις αναιρέσεως βάσει συνοπτικής αιτιολογίας.
28 Τούτου δοθέντος, η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία αναπτύχθηκε υπό το πρίσμα του σεβασμού του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, περιορίζεται στην περίπτωση κατά την οποία το επιληφθέν δικαστήριο καλείται ρητώς από διάδικο να υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως. Όπως έχει διευκρινίσει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το δικαίωμα σε αιτιολογημένη απόφαση εξυπηρετεί τον γενικό κανόνα που καθιερώνει η ΕΣΔΑ περί προστασίας των προσώπων από την αυθαιρεσία, ως μέσο απόδειξης για την ακρόαση όλων των διαδίκων και κατοχύρωσής τους για το ότι θα λάβουν απάντηση στις παρατηρήσεις τους και ότι θα κατανοούν τη δικαστική απόφαση. Επιπλέον, στο μέτρο που η ΕΣΔΑ δεν εγγυάται το δικαίωμα υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο, οι διάδικοι μπορούν, ως κατοχύρωση κατά της αυθαιρεσίας, να αναμένουν στο σκεπτικό αποφάσεως την απάντηση του εθνικού δικαστηρίου, μόνον εφόσον έχουν υποβάλει παρατηρήσεις ενώπιον του αρμόδιου εθνικού δικαστηρίου με αίτημα περί παραπομπής. Ως εκ τούτου, ελλείψει τέτοιου αιτήματος και ρητού σκεπτικού, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εκτιμά ότι το γεγονός ότι ένα δικαστήριο, χωρίς να παραθέσει σκεπτικό, δεν υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προσβολή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη (πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 16ης Δεκεμβρίου 2025, Gondert κατά Γερμανίας, CE:ECHR:2025:1216JUD003470121, § 42).
29 Όσον αφορά το δίκαιο της Ένωσης, εν πάση περιπτώσει, η υποχρέωση που υπέχουν τα εθνικά δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα να εκθέτουν τους λόγους για τους οποίους εκτιμούν ότι στην ενώπιόν τους διαφορά συντρέχει μία από τις τρεις εξαιρέσεις Cilfit επιβάλλεται αφ’ ης στιγμής ένας από τους διαδίκους στην ως άνω διαφορά επικαλείται το δίκαιο της Ένωσης, χωρίς να ασκεί συναφώς επιρροή αν ο διάδικος ζητεί την υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο. Πράγματι, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στηρίζεται σε διάλογο σε επίπεδο δικαιοδοτικών οργάνων, του οποίου η έναρξη εξαρτάται εξ ολοκλήρου από την εκτίμηση του εθνικού δικαστηρίου ως προς τη λυσιτέλεια και την αναγκαιότητα της εν λόγω αιτήσεως (απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, Kempter, C‑2/06, EU:C:2008:78, σκέψη 42), χωρίς να απαιτείται σχετικό αίτημα των διαδίκων. Κατά συνέπεια, για να έχει εφαρμογή η ως άνω υποχρέωση αιτιολογήσεως, αρκεί ένας από τους διαδίκους της επίμαχης διαφοράς να έχει επικαλεσθεί το δίκαιο της Ένωσης, χωρίς απαραιτήτως να απαιτείται από αυτόν, επιπλέον, να έχει διατυπώσει ρητώς αίτημα περί προδικαστικής παραπομπής.
30 Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 267, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, με την πρόβλεψη της δυνατότητας να επιληφθεί προδικαστικώς το Δικαστήριο όταν δικαστήριο κράτους μέλους «ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση», δεν περιορίζει την εν λόγω δυνατότητα προδικαστικής παραπομπής μόνον στις περιπτώσεις στις οποίες ένας από τους διαδίκους στην επίμαχη διαφορά ανέλαβε την πρωτοβουλία να θέσει ζήτημα ερμηνείας ή κύρους του δικαίου της Ένωσης, αλλά καλύπτει εξίσου τις περιπτώσεις στις οποίες τέτοιο ζήτημα εγείρεται αυτεπαγγέλτως από το εθνικό δικαστήριο το οποίο κρίνει ότι η απόφαση του Δικαστηρίου επί του σημείου αυτού είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του αποφάσεως (πρβλ. αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 1981, Salonia, 126/80, EU:C:1981:136, σκέψη 7, της 6ης Οκτωβρίου 1982, Cilfit, 283/81, EU:C:1982:335, σκέψη 9, και της 21ης Φεβρουαρίου 2013, Fédération Cynologique Internationale, C‑561/11, EU:C:2013:91, σκέψη 30).
31 Ως εκ τούτου, η εν λόγω υποχρέωση αιτιολογήσεως επιβάλλεται επίσης σε εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα στην περίπτωση κατά την οποία, καίτοι οι διάδικοι δεν επικαλέσθηκαν το δίκαιο της Ένωσης, εντούτοις, το εθνικό δικαστήριο, δυνάμει του εθνικού του δικαίου (πρβλ. αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1995, van Schijndel και van Veen, C‑430/93 και C‑431/93, EU:C:1995:441, σκέψεις 13, 14 και 22, και της 12ης Φεβρουαρίου 2008, Kempter, C‑2/06, EU:C:2008:78, σκέψη 45) ή δυνάμει του δικαίου της Ένωσης (πρβλ. αποφάσεις της 26ης Οκτωβρίου 2006, Mostaza Claro, C‑168/05, EU:C:2006:675, σκέψη 38, και της 17ης Μαΐου 2022, Ibercaja Banco, C‑600/19, EU:C:2022:394, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), έχει την ευχέρεια ή την υποχρέωση να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τους νομικούς ισχυρισμούς που αφορούν δεσμευτικό κανόνα του δικαίου της Ένωσης.
32 Συνακόλουθα, όταν κράτος μέλος επιτρέπει στο εν λόγω δικαστήριο να χρησιμοποιεί συνοπτική αιτιολογία, προς τον σκοπό διασφάλισης της ορθής απονομής της δικαιοσύνης χάρη στη συντόμευση της διάρκειας των ενδίκων διαδικασιών και την παροχή στο δικαστήριο αυτό της ευχέρειας να αφιερώνει κατ’ ουσίαν τους πόρους του στην επίλυση των υποθέσεων που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για τη διασφάλιση της ενότητας και της συνοχής του δικαίου, θα πρέπει, εντούτοις, στη συνοπτική αυτή αιτιολογία να εκτίθενται επίσης, κατά τρόπο ειδικό και συγκεκριμένο, οι λόγοι για τους οποίους το ίδιο δικαστήριο εκτιμά ότι στο πλαίσιο της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί τυγχάνει εφαρμογής μία εκ των τριών εξαιρέσεων Cilfit και ότι, ως εκ τούτου, δικαιολογείται η μη υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο.
33 Η ως άνω υποχρέωση θεωρείται ότι εκπληρώνεται όταν εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα αναφέρει ρητώς ότι προτίθεται να υιοθετήσει το σκεπτικό του κατώτερου δικαστηρίου στην επίμαχη διαφορά, εφόσον το κατώτερο δικαστήριο έχει εκθέσει τους λόγους για τους οποίους έκρινε είτε ότι το ανακύψαν ζήτημα του δικαίου της Ένωσης δεν ήταν κρίσιμο, είτε ότι η επίμαχη διάταξη του δικαίου της Ένωσης είχε ήδη ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, είτε ότι η ερμηνεία αυτή παρίστατο τόσο προφανής ώστε να μην καταλείπει περιθώριο εύλογης αμφιβολίας.
34 Πέραν της περίπτωσης αυτής, η αιτιολογία την οποία οφείλουν να παρέχουν τα εθνικά δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στις πραγματικές και νομικές περιστάσεις της επίδικης διαφοράς και να εκθέτει, σε κάθε περίπτωση, τους ειδικούς και συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους τα δικαστήρια αυτά εκτιμούν ότι δεν συντρέχει λόγος υποβολής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο.
35 Όσον αφορά την ειδική και συγκεκριμένη αιτιολογία σχετικά με τη συνδρομή μίας από τις τρεις εξαιρέσεις Cilfit, θα πρέπει, ωστόσο, κατά κανόνα, να μπορεί να είναι σύντομη όταν εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα εκτιμά ότι τα προς υποβολή ερωτήματα που του προτείνονται από έναν ή περισσότερους διαδίκους στην επίμαχη διαφορά είναι άνευ σημασίας για την επίλυση της διαφοράς αυτής, ήτοι όταν η απάντηση στα ερωτήματα αυτά, οποιαδήποτε και αν είναι, δεν ασκεί καμία επιρροή στην έκβαση της δίκης (πρβλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, Cilfit, 283/81, EU:C:1982:335, σκέψη 10).
36 Ομοίως, όταν το ανακύψαν ζήτημα ταυτίζεται κατ’ ουσίαν προς ζήτημα που αποτέλεσε ήδη αντικείμενο προδικαστικής αποφάσεως σε ανάλογη περίπτωση ή, κατά μείζονα λόγο, στο πλαίσιο της ίδιας υπόθεσης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου (αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 1963, Da Costa κ.λπ., 28/62 έως 30/62, EU:C:1963:6, σκέψεις 75 και 76, της 6ης Οκτωβρίου 1982, Cilfit, 283/81, EU:C:1982:335, σκέψεις 13 και 14, και της 6ης Οκτωβρίου 2021, Consorzio Italian Management και Catania Multiservizi, C‑561/19, EU:C:2021:799, σκέψη 36), η απλή παραπομπή στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου μπορεί να δικαιολογήσει την άρνηση προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο. Εντούτοις, σε περίπτωση που τα επίδικα ζητήματα δεν ταυτίζονται απολύτως, εάν το επίμαχο νομικό ζήτημα επιλύεται από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ανεξαρτήτως του είδους των διαδικασιών από τις οποίες προέκυψε η νομολογία αυτή, ενδέχεται να απαιτείται εκτενέστερη αιτιολογία προκειμένου να δικαιολογηθεί η άρνηση προδικαστικής παραπομπής.
37 Τέλος, κατά κανόνα, εκτενέστερη αιτιολογία απαιτείται επίσης προκειμένου να αποδειχθεί ότι η ορθή ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης παρίσταται τόσο προφανής ώστε να μην καταλείπει περιθώριο εύλογης αμφιβολίας, δεδομένου ότι η εξέταση ενός τέτοιου ενδεχομένου πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του δικαίου της Ένωσης, τις ιδιάζουσες δυσχέρειες που παρουσιάζει η ερμηνεία του και τον κίνδυνο αποκλίσεων της νομολογίας στο εσωτερικό της Ένωσης. Το εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα πρέπει να εκθέτει, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, γιατί έχει σχηματίσει την πεποίθηση ότι εξίσου προφανής θα εμφανιζόταν η λύση αυτή στα λοιπά εθνικά δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα και στο Δικαστήριο (πρβλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, Consorzio Italian Management και Catania Multiservizi, C‑561/19, EU:C:2021:799, σκέψη 40). Εντούτοις, το εν λόγω εθνικό δικαστήριο δεν οφείλει να αποδείξει εμπεριστατωμένα ότι τα ως άνω λοιπά εθνικά δικαστήρια και το Δικαστήριο θα προέβαιναν στην ίδια ερμηνεία.
38 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα μπορεί να αποφανθεί επί ζητήματος που εγείρεται από διάδικο σχετικά με την ερμηνεία ή το κύρος διατάξεως του δικαίου της Ένωσης, ανεξαρτήτως ρητού αιτήματος του διαδίκου για υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, παρέχοντας συνοπτική αιτιολογία για την απόφασή του αυτή, εκτός εάν το εν λόγω δικαστήριο εκθέτει τους ειδικούς και συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους στην οικεία υπόθεση τυγχάνει εφαρμογής μία από τις τρεις εξαιρέσεις Cilfit.
Επί των δικαστικών εξόδων
39 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:
Το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου μπορεί να αποφανθεί επί ζητήματος που εγείρεται από διάδικο σχετικά με την ερμηνεία ή το κύρος διατάξεως του δικαίου της Ένωσης, ανεξαρτήτως ρητού αιτήματος του διαδίκου για υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, παρέχοντας συνοπτική αιτιολογία για την απόφασή του αυτή, εκτός εάν το εν λόγω δικαστήριο εκθέτει τους ειδικούς και συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους στην οικεία υπόθεση τυγχάνει εφαρμογής μία από τις τρεις εξαιρέσεις από την υποχρέωση που υπέχει το ως άνω δικαστήριο να υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως οι οποίες διατυπώθηκαν από το Δικαστήριο με την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, Cilfit (283/81, EU:C:1982:335, σκέψη 21).
(υπογραφές)
