ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα προδικαστικών υποθέσεων)
της 4ης Μαρτίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Αεροπορικές μεταφορές – Αποζημίωση των επιβατών σε περίπτωση μεγάλης καθυστέρησης ή ματαίωσης πτήσης – Απαλλαγή από την υποχρέωση αποζημίωσης – Άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 261/2004 – Έκτακτες περιστάσεις – Δυσλειτουργία του ελέγχου ασφαλείας του αερολιμένα – Αυτόνομη απόφαση του αερομεταφορέα να αναμείνει τους επιβάτες που δεν είχαν ακόμη διέλθει από τον έλεγχο ασφαλείας – Σειρά αλλεπάλληλων δρομολογίων του αεροσκάφους – Αναδιοργάνωση των πτήσεων που θα εκτελούνταν μετά την πτήση στην οποία σημειώθηκε καθυστέρηση – Αιτιώδης συνάφεια »
Στην υπόθεση T‑656/24,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Landgericht Düsseldorf (πρωτοδικείο Ντίσελντορφ, Γερμανία) με απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 6 Δεκεμβρίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης
NI,
HZ
κατά
European Air Charter AG,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα προδικαστικών υποθέσεων),
συγκείμενο, κατά τις διασκέψεις, από τους Σ. Παπασάββα, πρόεδρο, N. Półtorak, M. Sampol Pucurull (εισηγητή), D. Petrlík και Γ. Βαλασίδη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Martín y Pérez de Nanclares
γραμματέας: S. Jund, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη ότι στις 19 Δεκεμβρίου 2024 το Δικαστήριο διαβίβασε στο Γενικό Δικαστήριο την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 50β, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
έχοντας υπόψη ότι πρόκειται για τον τομέα προδικαστικής αρμοδιότητας στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 50β, πρώτο εδάφιο, στοιχείο εʹ, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι δεν εγείρεται ανεξάρτητο ζήτημα ερμηνείας κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου του ίδιου άρθρου,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 17ης Οκτωβρίου 2025,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η European Air Charter, εκπροσωπούμενη από τους P. Kauffmann και K. Witt, Rechtsanwälte,
– η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις M. K. Bulterman και A. Hanje,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον G. von Rintelen και τη N. Yerrell,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Νοεμβρίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 261/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2004, για τη θέσπιση κοινών κανόνων αποζημίωσης των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης και ματαίωσης ή μεγάλης καθυστέρησης της πτήσης και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 295/91 (ΕΕ 2004, L 46, σ. 1).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, των NI και HZ, δύο επιβατών αεροπορικών μεταφορών, και, αφετέρου, του αερομεταφορέα European Air Charter AG, σχετικά με την άρνηση του τελευταίου να καταβάλει αποζημίωση στους πρώτους, των οποίων η πτήση σημείωσε μεγάλη καθυστέρηση.
Νομικό πλαίσιο
Δίκαιο της Ένωσης
3 Οι αιτιολογικές σκέψεις 1, 14 και 15 του κανονισμού 261/2004 έχουν ως εξής:
«(1) Η ανάληψη δράσης από την Κοινότητα στο πεδίο των αερομεταφορών θα πρέπει να αποβλέπει, μεταξύ άλλων, στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας του επιβατικού κοινού. Θα πρέπει εξάλλου να ληφθούν πλήρως υπόψη οι απαιτήσεις προστασίας των καταναλωτών.
[…]
(14) Όπως και δυνάμει της σύμβασης του Μόντρεαλ, οι υποχρεώσεις των πραγματικών αερομεταφορέων θα πρέπει να περιορίζονται ή και να μην ισχύουν όταν ένα συμβάν έχει προκληθεί από έκτακτες περιστάσεις οι οποίες δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν ακόμη και αν είχαν ληφθεί όλα τα εύλογα μέτρα. Τέτοιες περιστάσεις μπορούν ειδικότερα να προκύψουν σε περιπτώσεις πολιτικής αστάθειας, καιρικών συνθηκών που δεν επιτρέπουν την πραγματοποίηση της συγκεκριμένης πτήσης, κινδύνων για την ασφάλεια των επιβατών, απροσδόκητων ελλείψεων στην ασφάλεια της πτήσης και απεργιών που επηρεάζουν τη λειτουργία του πραγματικού αερομεταφορέα.
(15) Θα πρέπει να θεωρείται ότι υπάρχουν έκτακτες περιστάσεις εάν μια απόφαση διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας σε σχέση με συγκεκριμένο αεροσκάφος σε συγκεκριμένη ημέρα έχει ως αποτέλεσμα μακρά καθυστέρηση, ολονύκτια καθυστέρηση ή ματαίωση μιας ή περισσότερων πτήσεων του εν λόγω αεροσκάφους ακόμη και αν ο συγκεκριμένος αερομεταφορέας είχε λάβει όλα τα εύλογα μέτρα για να αποφύγει τις καθυστερήσεις ή τις ματαιώσεις.»
4 Το άρθρο 5 του κανονισμού 261/2004 προβλέπει στις παραγράφους 1 και 3 τα εξής:
«1. Σε περίπτωση ματαίωσης μιας πτήσης, οι επιβάτες δικαιούνται:
[…]
γ) αποζημίωση από τον πραγματικό αερομεταφορέα σύμφωνα με το άρθρο 7, εκτός αν [έχουν πληροφορηθεί τη ματαίωση]:
[…]
3. Ο πραγματικός αερομεταφορέας δεν υποχρεούται να πληρώσει αποζημίωση σύμφωνα με το άρθρο 7 αν μπορεί να αποδείξει ότι η ματαίωση έχει προκληθεί από έκτακτες περιστάσεις οι οποίες δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν ακόμη και αν είχαν ληφθεί όλα τα εύλογα μέτρα.»
5 Το άρθρο 7 του κανονισμού 261/2004 ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Όταν γίνεται παραπομπή στο παρόν άρθρο, ο επιβάτης λαμβάνει αποζημίωση ύψους:
[…]
β) 400 ευρώ για όλες τις ενδοκοινοτικές πτήσεις άνω των 1 500 χιλιομέτρων και όλες τις άλλες πτήσεις μεταξύ 1 500 και 3 500 χιλιομέτρων·
[…]».
Γερμανικό δίκαιο
6 Ο Luftsicherheitsgesetz (νόμος περί ασφάλειας των αερομεταφορών), της 11ης Ιανουαρίου 2005 (BGBl. 2005 I, σ. 78), όπως τροποποιήθηκε με τον Gesetz zur Verbesserung der Rahmenbedingungen luftsicherheitsrechtlicher Zuverlässigkeitsüberprüfungen (νόμο περί βελτιώσεως του γενικού πλαισίου των ελέγχων ιστορικού για την ασφάλεια της αεροπορίας), της 22ας Απριλίου 2020 (BGBl. 2020 I, σ. 840) (στο εξής: LuftSiG), προβλέπει στο άρθρο 2, το οποίο επιγράφεται «Καθήκοντα», τα εξής:
«Καθήκον της αρχής ασφάλειας των αερομεταφορών είναι να αποτρέπει τη διακινδύνευση της ασφάλειας των αερομεταφορών κατά την έννοια του άρθρου 1. Προς τούτο, πρέπει ειδικότερα:
1. να ελέγχει τους επιβάτες και τις αποσκευές τους σύμφωνα με το άρθρο 5,
[…]».
7 Το άρθρο 5 του LuftSiG, το οποίο επιγράφεται «Ιδιαίτερες εξουσίες των αρμόδιων για την ασφάλεια των αερομεταφορών αρχών», ορίζει στην παράγραφο 1 ότι «[η] αρμόδια για την ασφάλεια των αερομεταφορών αρχή δύναται να ελέγχει ή να επιθεωρεί με κάθε άλλο κατάλληλο τρόπο τους επιβάτες που εισήλθαν ή επιθυμούν να εισέλθουν στην ελεγχόμενη περιοχή ασφαλείας του αερολιμένα [και] δύναται να ερευνά ή να επιθεωρεί με κάθε άλλο κατάλληλο τρόπο τα αντικείμενα που μεταφέρονται ή πρέπει να μεταφερθούν εντός των εν λόγω περιοχών».
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
8 Η NI και ο HZ είχαν κάνει κράτηση για πτήση την οποία θα εκτελούσε η European Air Charter στις 23 Ιουλίου 2022, με προγραμματισμένη αναχώρηση από το Ντίσελντορφ (Γερμανία) στις 15:00 και προγραμματισμένη άφιξη την ίδια ημέρα στη Βάρνα (Βουλγαρία) στις 17:50 (στο εξής: επίμαχη στην κύρια δίκη πτήση).
9 Η επίμαχη στην κύρια δίκη πτήση επρόκειτο να πραγματοποιηθεί με αεροσκάφος της European Air Charter χρησιμοποιούμενο για την εκτέλεση σειράς αλλεπάλληλων δρομολογίων. Κατά τον αρχικό προγραμματισμό, η πρώτη πτήση της σειράς αυτής επρόκειτο να αναχωρήσει από τον αερολιμένα Κολωνίας/Βόννης στις 23 Ιουλίου 2022 στις 7:40 και να αφιχθεί στη Βάρνα στις 10:30. Η δεύτερη πτήση επρόκειτο να αναχωρήσει από τη Βάρνα στις 11:20 και να αφιχθεί στο Ντίσελντορφ στις 14:10. Η τρίτη πτήση της εν λόγω σειράς ήταν η επίμαχη στην κύρια δίκη.
10 Εντούτοις, λόγω του εξαιρετικά μεγάλου χρόνου αναμονής στον έλεγχο ασφαλείας του αερολιμένα Κολωνίας/Βόννης, ο οποίος οφειλόταν σε υπερβολικό φόρτο εργασίας του προσωπικού που διενεργούσε τους ελέγχους στις 23 Ιουλίου 2022, όλοι οι επιβάτες της πρώτης πτήσης προσήλθαν καθυστερημένα προς επιβίβαση. Η European Air Charter αποφάσισε να αναμείνει τους επιβάτες που υποβάλλονταν στον έλεγχο ασφαλείας και επομένως η πρώτη πτήση αναχώρησε με καθυστέρηση μεγαλύτερη των πέντε ωρών.
11 Επιπλέον, προκειμένου ο χρόνος αναμονής των επιβατών των δύο επόμενων πτήσεων να μην είναι υπέρμετρα μεγάλος, η European Air Charter αποφάσισε να αναδιοργανώσει τις πτήσεις μετά την πρώτη πτήση και προγραμμάτισε την εκτέλεση των δρομολογίων αυτών με άλλο αεροσκάφος. Επομένως, η δεύτερη πτήση πραγματοποιήθηκε με αεροσκάφος αντικατάστασης το οποίο, δεδομένου ότι έπρεπε να λάβει προηγουμένως άδεια προσγείωσης στον αερολιμένα προορισμού, αναχώρησε από τη Βάρνα στις 14:10 και αφίχθη στο Ντίσελντορφ στις 17:33. Η επίμαχη στην κύρια δίκη πτήση πραγματοποιήθηκε με το εν λόγω αεροσκάφος αντικατάστασης και αναχώρησε στις 18:39. Η NI και ο HZ αφίχθησαν στον προορισμό τους στις 21:12, δηλαδή με καθυστέρηση μεγαλύτερη των τριών ωρών σε σχέση με την αρχικώς προγραμματισμένη ώρα άφιξης.
12 Με απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 2024, το Amtsgericht Düsseldorf (ειρηνοδικείο Ντίσελντορφ, Γερμανία) απέρριψε την αγωγή που άσκησαν ενώπιόν του οι NI και HZ με αίτημα να υποχρεωθεί η European Air Charter να καταβάλει αποζημίωση 400 ευρώ στον καθένα από αυτούς λόγω της καθυστέρησης της πτήσης τους.
13 Οι NI και HZ άσκησαν έφεση κατά της εν λόγω απόφασης ενώπιον του Landgericht Düsseldorf (πρωτοδικείου Ντίσελντορφ, Γερμανία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο.
14 Κατά το αιτούν δικαστήριο, η αιφνίδια και σημαντική έλλειψη προσωπικού που είναι επιφορτισμένο με τον έλεγχο ασφαλείας μπορεί, κατ’ αρχήν, να συνιστά έκτακτη περίσταση, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 261/2004, δεδομένου ότι ο έλεγχος ασφαλείας των επιβατών των αεροπορικών μεταφορών είναι καθήκον το οποίο, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, και το άρθρο 5 του LuftSiG, δεν έχει ανατεθεί στους αερομεταφορείς. Επομένως, η έλλειψη προσωπικού που διενεργεί τον έλεγχο ασφαλείας και οι συνακόλουθες καθυστερήσεις είναι περιστάσεις οι οποίες δεν εμπίπτουν στη σφαίρα κινδύνου του αερομεταφορέα και τις οποίες αυτός δεν μπορεί να ελέγξει.
15 Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η επίλυση της διαφοράς επί της οποίας καλείται να αποφανθεί εξαρτάται από το αν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αιφνίδιας και σημαντικής έλλειψης προσωπικού που είναι επιφορτισμένο με τον έλεγχο ασφαλείας στον αερολιμένα της Κολωνίας/Βόννης ως έκτακτης περίστασης και της καθυστέρησης κατά την άφιξη της επίμαχης στην κύρια δίκη πτήσης.
16 Λαμβάνοντας υπόψη τη δική του πάγια νομολογία και τη συναφή νομολογία του Δικαστηρίου, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η καθυστέρηση της άφιξης στη Βάρνα της επίμαχης στην κύρια δίκη πτήσης οφείλεται άμεσα όχι στις καθυστερήσεις του ελέγχου ασφαλείας στον αερολιμένα Κολωνίας/Βόννης, αλλά στην αυτόνομη απόφαση της European Air Charter να αναμείνει τους επιβάτες που υποβάλλονταν σε έλεγχο ασφαλείας και, ως εκ τούτου, να ναυλώσει αεροσκάφος αντικατάστασης για την εκτέλεση της επίμαχης στην κύρια δίκη πτήσης.
17 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, ωστόσο, ότι αυτό θα μπορούσε να μην ισχύει αν η άμεση αιτία της ματαίωσης μιας πτήσης ή της μεγάλης καθυστέρησης κατά την άφιξή της πρέπει να εκτιμηθεί με βάση τη στάθμιση των συμφερόντων των διαφόρων ομάδων επιβατών της ίδιας σειράς αλλεπάλληλων δρομολογίων. Επομένως, στην περίπτωση αναδιοργάνωσης του προγράμματος πτήσεων στο πλαίσιο της οποίας λαμβάνονται υπόψη στον ίδιο βαθμό τα συμφέροντα όλων των επιβατών της ίδιας σειράς αλλεπάλληλων δρομολογίων, θα μπορούσε να αρκεί «απλή» αιτιότητα για τη διαπίστωση της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της έκτακτης περίστασης και της ματαίωσης της πτήσης ή της μεγάλης καθυστέρησης κατά την άφιξή της.
18 Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Landgericht Düsseldorf (πρωτοδικείο Ντίσελντορφ) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Εξακολουθεί η καθυστερημένη άφιξη μιας πτήσης κατά τουλάχιστον τρεις ώρες να αποδίδεται άμεσα σε έκτακτη περίσταση, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού [261/2004], αν ο πραγματικός αερομεταφορέας, σε προηγούμενη πτήση την ίδια ημέρα, έλαβε την απόφαση να αναμείνει τους επιβάτες που δεν είχαν ακόμη περάσει από τον έλεγχο εισιτηρίων λόγω σημαντικών καθυστερήσεων κατά τον έλεγχο ασφαλείας και η καθυστέρηση που προέκυψε λόγω της αποφάσεως αυτής δεν κατέστη δυνατόν να καλυφθεί μέχρι την επίμαχη πτήση;
2) Σε περίπτωση που η απάντηση στο πρώτο ερώτημα εξαρτάται από το αν και πόσοι επιβάτες προσήλθαν προς επιβίβαση στην προηγούμενη πτήση που σημείωσε καθυστέρηση: ποιο είναι το ελάχιστο ποσοστό επιβατών που έχουν κάνει κράτηση στην πτήση και έχουν πράγματι εμφανιστεί προς επιβίβαση ώστε η (περαιτέρω) καθυστέρηση της προηγούμενης πτήσης να μην αποδίδεται άμεσα σε έκτακτες περιστάσεις, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού [261/2004], αλλά να αποδίδεται πλέον στην αυτόνομη απόφαση του αερομεταφορέα η οποία εμπίπτει αποκλειστικά στη σφαίρα επιρροής του;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
19 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η αυτόνομη απόφαση ενός αερομεταφορέα να αναμείνει τους επιβάτες μιας πτήσης οι οποίοι δεν είχαν ακόμη διέλθει από τον έλεγχο ασφαλείας λόγω υπερβολικού φόρτου εργασίας του προσωπικού που διενεργούσε τους ελέγχους είναι ικανή να διαρρήξει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της έκτακτης περίστασης την οποία συνιστά η εν λόγω δυσλειτουργία του ελέγχου ασφαλείας και της καθυστέρησης στην άφιξη μεταγενέστερης πτήσης, της οποίας η εκτέλεση είχε προγραμματιστεί για την ίδια ημέρα με το ίδιο αεροσκάφος.
20 Επισημαίνεται προκαταρκτικώς, αφενός, ότι το αιτούν δικαστήριο εκκινεί από την παραδοχή ότι η δυσλειτουργία του ελέγχου ασφαλείας ήταν γενικευμένη στον συγκεκριμένο αερολιμένα και ότι, συνεπώς, αποτελούσε έκτακτη περίσταση και, αφετέρου, ότι το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αποκλειστικώς επί της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της έκτακτης περίστασης που επηρέασε την πρώτη πτήση και της καθυστερημένης άφιξης της επίμαχης στην κύρια δίκη πτήσης.
21 Κατ’ αρχάς, υπενθυμίζεται ότι, όσον αφορά την εφαρμογή του δικαιώματος αποζημίωσης, οι επιβάτες πτήσεων με καθυστέρηση μπορούν να εξομοιώνονται με τους επιβάτες πτήσεων οι οποίες ματαιώθηκαν και μπορούν επομένως να επικαλούνται το δικαίωμα αποζημίωσης του άρθρου 7 του κανονισμού 261/2004 σε περίπτωση κατά την οποία, λόγω της καθυστέρησης πτήσης, υφίστανται απώλεια χρόνου τουλάχιστον τριών ωρών, δηλαδή όταν φθάνουν στον τελικό προορισμό τους τρεις και πλέον ώρες μετά την ώρα άφιξης που είχε αρχικώς προγραμματίσει ο αερομεταφορέας [βλ. απόφαση της 13ης Ιουνίου 2024, D. (Σχεδιαστικό ελάττωμα του κινητήρα), C‑411/23, EU:C:2024:498, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
22 Το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 261/2004, ερμηνευόμενο υπό το φως των αιτιολογικών σκέψεων 14 και 15 του ίδιου κανονισμού, απαλλάσσει τον αερομεταφορέα από την ως άνω υποχρέωση αποζημίωσης αν αυτός μπορεί να αποδείξει ότι η ματαίωση ή η μεγάλη καθυστέρηση κατά την άφιξη έχει προκληθεί από «έκτακτες περιστάσεις» οι οποίες δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν ακόμη και αν είχαν ληφθεί όλα τα εύλογα μέτρα [βλ. απόφαση της 13ης Ιουνίου 2024, D. (Σχεδιαστικό ελάττωμα του κινητήρα), C‑411/23, EU:C:2024:498, σκέψη 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
23 Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, προκειμένου να απαλλαγεί από την υποχρέωση αποζημιώσεως των επιβατών σε περίπτωση μεγάλης καθυστερήσεως ή ματαιώσεως της πτήσεως, ο πραγματικός αερομεταφορέας πρέπει να δύναται να επικαλεστεί «έκτακτη περίσταση» που επηρέασε προηγούμενη πτήση την οποία εκτέλεσε ο ίδιος με το ίδιο αεροσκάφος στο πλαίσιο του δρομολογίου που προηγήθηκε του προτελευταίου δρομολογίου του αεροσκάφους (βλ. απόφαση της 22ας Απριλίου 2021, Austrian Airlines, C‑826/19, EU:C:2021:318, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
24 Ωστόσο, λαμβανομένων υπόψη όχι μόνον του μνημονευόμενου στην αιτιολογική σκέψη 1 του κανονισμού 261/2004 σκοπού περί εξασφαλίσεως υψηλού επιπέδου προστασίας του επιβατικού κοινού, αλλά και του γράμματος του άρθρου 5, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού, η επίκληση τέτοιας έκτακτης περιστάσεως προϋποθέτει την ύπαρξη άμεσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της επελεύσεως της εν λόγω περιστάσεως που επηρέασε προηγούμενη πτήση και της καθυστερήσεως ή της ματαιώσεως μεταγενέστερης πτήσεως (βλ. απόφαση της 22ας Απριλίου 2021, Austrian Airlines, C‑826/19, EU:C:2021:318, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
25 Επισημαίνεται εντούτοις ότι οι απαιτήσεις που συνδέονται με τον άμεσο χαρακτήρα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της έκτακτης περίστασης και της καθυστέρησης ή της ματαίωσης μιας πτήσης δεν καθορίζονται ούτε στο άρθρο 5, παράγραφος 3, ούτε σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη του κανονισμού 261/2004. Υπό τις συνθήκες αυτές, προκειμένου να διασφαλιστεί ομοιόμορφη ερμηνεία του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρέπει να ληφθούν υπόψη, κατ’ αναλογίαν, τα κριτήρια της αιτιώδους συνάφειας που εφαρμόζονται για την εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης, της οποίας το καθεστώς έχει παρόμοια χαρακτηριστικά δεδομένου ότι για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης απαιτείται η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του προβαλλόμενου ζημιογόνου γεγονότος και της προβαλλόμενης ζημίας.
26 Προς τούτο, υπενθυμίζεται ότι το γεγονός και μόνο ότι μία συμπεριφορά συνιστούσε εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση (conditio sine qua non) για την επέλευση της ζημίας, υπό την έννοια ότι η ζημία δεν θα είχε επέλθει χωρίς τη συμπεριφορά αυτή, δεν αρκεί για να αποδειχθεί η ύπαρξη αρκούντως άμεσης συνάφειας κατά την έννοια της νομολογίας της Ένωσης (βλ. απόφαση της 23ης Μαΐου 2019, Remag Metallhandel και Jaschinsky κατά Επιτροπής, T‑631/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:352, σκέψη 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
27 Επί του σημείου αυτού, όπως προκύπτει από τη νομολογία, για να πληρούται η προϋπόθεση της αιτιώδους συνάφειας απαιτείται η συνάφεια να είναι αρκούντως άμεση και, επομένως, η προσαπτόμενη συμπεριφορά πρέπει να αποτελεί την καθοριστική αιτία της ζημίας (πρβλ. αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 2018, Ευρωπαϊκή Ένωση κατά GascogneSack Deutschland και Gascogne, C‑138/17 P και C‑146/17 P, EU:C:2018:1013, σκέψη 22, και της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, Ευρωπαϊκή Ένωση κατά Guardian Europe και Guardian Europe κατά Ευρωπαϊκής Ένωσης, C‑447/17 P και C‑479/17 P, EU:C:2019:672, σκέψη 32).
28 Εξάλλου, η αιτιώδης συνάφεια μπορεί να διαρρηχθεί, μεταξύ άλλων, με πράξη η οποία παρεμβάλλεται μεταξύ της προσαπτόμενης συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας, εφόσον η πράξη αυτή συνιστά καθοριστική αιτία της ζημίας αυτής. Μια τέτοια πράξη μπορεί να συνίσταται, μεταξύ άλλων, σε απόφαση του ζημιωθέντος, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι η απόφαση αυτή δεν ήταν επιβεβλημένη [πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2025, WS κ.λπ. κατά Frontex (Κοινή επιχείρηση επιστροφής), C‑679/23 P, EU:C:2025:976, σκέψεις 151 και 152 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
29 Επομένως, το γεγονός και μόνον ότι μια έκτακτη περίσταση επηρέασε πτήση η οποία προηγήθηκε της επίμαχης πτήσης δεν αρκεί για να απαλλάξει τον αερομεταφορέα από την υποχρέωση αποζημίωσης. Πρέπει επιπλέον η έκτακτη περίσταση να έχει αποτελέσει την καθοριστική αιτία της καθυστέρησης της επίμαχης πτήσης.
30 Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, κατόπιν δυσλειτουργίας του ελέγχου ασφαλείας, ο αερομεταφορέας έλαβε την απόφαση να αναμείνει τους επιβάτες της πρώτης πτήσης οι οποίοι δεν είχαν ακόμη διέλθει από τον έλεγχο ασφαλείας, ενώ η πτήση ήταν έτοιμη να απογειωθεί στην προγραμματισμένη ώρα.
31 Επομένως, η απόφαση που έλαβε ο αερομεταφορέας να αναμείνει τους επιβάτες της πρώτης πτήσης παρεμβλήθηκε μεταξύ της επέλευσης της έκτακτης περίστασης και της καθυστέρησης της επίμαχης στην κύρια δίκη πτήσης. Η απόφαση αυτή είναι ικανή να διαρρήξει την άμεση αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των δύο αυτών γεγονότων εάν αποτελεί την καθοριστική αιτία της καθυστέρησης της επίμαχης στην κύρια δίκη πτήσης και εφόσον δεν ήταν επιβεβλημένη για τον συγκεκριμένο αερομεταφορέα, μεταξύ άλλων λόγω νομικής υποχρέωσης, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.
32 Διευκρινίζεται ότι στο πλαίσιο της εξέτασης αυτής δεν είναι αναγκαίο να ληφθεί υπόψη ο σκοπός του κανονισμού 261/2004 περί εξασφάλισης υψηλού επιπέδου προστασίας ορισμένων επιβατών. Πράγματι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 70 των προτάσεών του, ο σκοπός αυτός δεν συνεπάγεται την εκ μέρους του αερομεταφορέα στάθμιση μεταξύ των συμφερόντων των διαφόρων ομάδων επιβατών της ίδιας σειράς αλλεπάλληλων δρομολογίων.
33 Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο αερομεταφορέας, επικαλούμενος το συμφέρον άλλων επιβατών να ταξιδέψουν εντός εύλογου χρόνου, μπορεί να διευρύνει αισθητά τις περιπτώσεις στις οποίες ο ίδιος δικαιούται να αρνείται δικαιολογημένα την επιβίβαση επιβατών. Τούτο θα είχε κατ’ ανάγκη ως συνέπεια να στερήσει από κάθε προστασία τους ως άνω επιβάτες, πράγμα το οποίο θα αντέβαινε προς τον σκοπό του κανονισμού 261/2004 (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2012, Finnair, C‑22/11, EU:C:2012:604, σκέψη 34).
34 Πράγματι, ο αερομεταφορέας δεν μπορεί, επικαλούμενος το συμφέρον των επιβατών που επηρεάζονται άμεσα από μια έκτακτη περίσταση να ταξιδέψουν εντός εύλογου χρόνου, να διευρύνει τις περιπτώσεις στις οποίες ο ίδιος μπορεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση αποζημίωσης που υπέχει. Ειδικότερα, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 73 των προτάσεών του, η αναγνώριση σε αερομεταφορέα της δυνατότητας να επικαλεστεί τη στάθμιση των συμφερόντων διαφόρων ομάδων επιβατών μιας σειράς αλλεπάλληλων δρομολογίων, προκειμένου να απαλλαγεί από την υποχρέωση αποζημίωσης που υπέχει έναντι οποιασδήποτε εκ των ομάδων αυτών, ισοδυναμεί με προσθήκη ρήτρας απαλλαγής στην υποχρέωση αποζημίωσης που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 261/2004.
35 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 261/2004 έχει την έννοια ότι η αυτόνομη απόφαση του πραγματικού αερομεταφορέα να αναμείνει τους επιβάτες μιας πτήσης οι οποίοι δεν είχαν ακόμη διέλθει από τον έλεγχο ασφαλείας λόγω δυσλειτουργίας του ελέγχου είναι ικανή να διαρρήξει την άμεση αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της έκτακτης περίστασης την οποία συνιστά η εν λόγω δυσλειτουργία και της μεγαλύτερης των τριών ωρών καθυστέρησης στην άφιξη μεταγενέστερης πτήσης της οποίας η εκτέλεση είχε προγραμματιστεί για την ίδια ημέρα με το ίδιο αεροσκάφος, αν η απόφαση αυτή του πραγματικού αερομεταφορέα αποτελεί την καθοριστική αιτία της καθυστέρησης.
Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
36 Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
37 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Γενικό Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα προδικαστικών υποθέσεων)
αποφαίνεται:
Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 261/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2004, για τη θέσπιση κοινών κανόνων αποζημίωσης των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης και ματαίωσης ή μεγάλης καθυστέρησης της πτήσης και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 295/91,
ορθώς ερμηνευόμενο,
η αυτόνομη απόφαση του πραγματικού αερομεταφορέα να αναμείνει τους επιβάτες μιας πτήσης οι οποίοι δεν είχαν ακόμη διέλθει από τον έλεγχο ασφαλείας λόγω δυσλειτουργίας του ελέγχου είναι ικανή να διαρρήξει την άμεση αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της έκτακτης περίστασης την οποία συνιστά η εν λόγω δυσλειτουργία και της μεγαλύτερης των τριών ωρών καθυστέρησης στην άφιξη μεταγενέστερης πτήσης της οποίας η εκτέλεση είχε προγραμματιστεί για την ίδια ημέρα με το ίδιο αεροσκάφος, αν η απόφαση αυτή του πραγματικού αερομεταφορέα αποτελεί την καθοριστική αιτία της καθυστέρησης.
| Παπασάββας | Półtorak | Sampol Pucurull |
| Petrlík | Βαλασίδης |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 4 Μαρτίου 2026.
(υπογραφές)
