ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα)
της 19ης Μαρτίου 2026 (*)
« Αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως – Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1346/2000 – Διαδικασίες αφερεγγυότητας – Άρθρο 13 – Εφαρμοστέο δίκαιο – Δάνειο χορηγηθέν από εταίρο κεφαλαιουχικής εταιρίας στην εταιρία – Αγωγή περί επιστροφής των ποσών που έλαβε ο δανειστής πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας – Αγωγή με σκοπό να διασφαλιστεί η κατάταξη των απαιτήσεων στη διαδικασία αυτή »
Στην υπόθεση C‑43/25,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, Γερμανία) με απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2025, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 23 Ιανουαρίου 2025, στο πλαίσιο της δίκης
SML Maschinengesellschaft mbH
κατά
AK, ως συνδίκου σε διαδικασία αφερεγγυότητας με αντικείμενο την περιουσία της Maplan Maschinenfabrik und Anlagen für Kunststofftechnik Schwerin GmbH,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. Schalin, πρόεδρο τμήματος, K. Jürimäe (εισηγήτρια), πρόεδρο του δευτέρου τμήματος, και M. Gavalec, δικαστή,
γενικός εισαγγελέας: R. Norkus
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η SML Maschinengesellschaft mbH, εκπροσωπούμενη από τον T. Winter, Rechtsanwalt,
– ο ΑΚ, ως σύνδικος σε διαδικασία αφερεγγυότητας με αντικείμενο την περιουσία της Maplan Maschinenfabrik und Anlagen für Kunststofftechnik Schwerin GmbH, εκπροσωπούμενος από τον A. Druckenbrodt, Rechtsanwalt,
– η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους J. Möller, M. Hellmann και A. Sahner,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους S. Noë και N. Schaeffer,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (ΕΕ 2000, L 160, σ. 1), και του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι) (ΕΕ 2008, L 177, σ. 6) (στο εξής: κανονισμός Ρώμη Ι).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της SML Maschinengesellschaft mbH (στο εξής: SML), εταιρίας εδρεύουσας στην Αυστρία, και του συνδίκου πτώχευσης της Maplan Maschinenfabrik und Anlagen für Kunststofftechnik Schwerin GmbH (στο εξής: Maplan), εταιρίας εδρεύουσας στη Γερμανία, σχετικά με την επιστροφή των ποσών που η Maplan κατέβαλε στην SML για την αποπληρωμή δανείων κατά τους μήνες που προηγήθηκαν της κινήσεως διαδικασίας αφερεγγυότητας σε βάρος της.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1346/2000
3 Κατά το άρθρο 4 του κανονισμού 1346/2000, το οποίο επιγράφεται «Εφαρμοστέο δίκαιο»:
«1. Εάν ο παρών κανονισμός δεν ορίζει άλλως, δίκαιο εφαρμοστέο στη διαδικασία αφερεγγυότητας και στα αποτελέσματά της είναι το δίκαιο του κράτους μέλους έναρξης της διαδικασίας, κατωτέρω καλουμένου “κράτος έναρξης”.
2. Το δίκαιο του κράτους έναρξης ρυθμίζει τις προϋποθέσεις έναρξης, τη διεξαγωγή και την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Βάσει του δικαίου αυτού, ορίζονται συγκεκριμένα:
[…]
ζ) οι πτωχευτικές και οι μεταπτωχευτικές απαιτήσεις·
[…]
θ) οι κανόνες διανομής του προϊόντος της ρευστοποιήσεως των περιουσιακών στοιχείων, η κατάταξη των απαιτήσεων και τα δικαιώματα των πιστωτών οι οποίοι ικανοποιήθηκαν εν μέρει μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας, βάσει εμπραγμάτου δικαιώματος ή διά συμψηφισμού·
[…]
ιγ) οι κανόνες που άπτονται της ακυρότητας, ακυρωσίας ή του ανενεργού των επιβλαβών για όλους τους πιστωτές δικαιοπραξιών.»
4 Το άρθρο 13 του κανονισμού, με τίτλο «Επιβλαβείς πράξεις», ορίζει τα εξής:
«Το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, δεν ισχύει, εάν αυτός ο οποίος επωφελήθη δικαιοπραξίας επιβλαβούς για το σύνολο των πιστωτών προσκομίσει απόδειξη ότι:
– η δικαιοπραξία αυτή διέπεται από το δίκαιο κράτους μέλους άλλου από το κράτος έναρξης
και ότι
– το δίκαιο αυτό δεν παρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση κανένα μέσο προσβολής της δικαιοπραξίας αυτής.»
Ο κανονισμός Ρώμη Ι
5 Το άρθρο 9 του κανονισμού Ρώμη Ι, το οποίο φέρει τον τίτλο «Υπερισχύουσες διατάξεις αναγκαστικού δικαίου», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Οι υπερισχύουσες διατάξεις αναγκαστικού δικαίου είναι κανόνες η τήρηση των οποίων κρίνεται πρωταρχικής σημασίας από μια χώρα για τη διασφάλιση των δημοσίων συμφερόντων της, όπως π.χ. της πολιτικής, κοινωνικής ή οικονομικής οργάνωσής της, σε τέτοιο βαθμό ώστε να επιβάλλεται η εφαρμογή τους σε κάθε περίπτωση που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής τους, ανεξάρτητα από το δίκαιο που κατά τα άλλα είναι εφαρμοστέο στη σύμβαση σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.»
Το γερμανικό δίκαιο
6 Το άρθρο 39 του Insolvenzordung (κώδικα αφερεγγυότητας) της 5ης Οκτωβρίου 1994 (BGBl. I, σ. 2866), ως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: InsO), έχει ως εξής:
«(1) Κατατάσσονται σε κατώτερη τάξη από αυτήν των λοιπών απαιτήσεων των πτωχευτικών πιστωτών, με την ακόλουθη σειρά προτεραιότητας και, σε περίπτωση ίδιας τάξης, κατά την αναλογία των αντίστοιχων ποσών:
[…]
5. σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 5, οι απαιτήσεις για την αποπληρωμή δανείου που χορηγήθηκε από εταίρο ή οι απαιτήσεις που απορρέουν από δικαιοπραξίες που αντιστοιχούν από οικονομική άποψη σε τέτοιο δάνειο.
[…]
(4) Η παράγραφος 1, σημείο 5, εφαρμόζεται στις εταιρίες οι οποίες δεν έχουν ως προσωπικά ευθυνόμενο εταίρο ούτε φυσικό πρόσωπο ούτε εταιρία έχουσα φυσικό πρόσωπο ως προσωπικά ευθυνόμενο εταίρο. […]
[…]»
7 Το άρθρο 135 του InsO ορίζει ως τα εξής:
«(1) Μια δικαιοπραξία είναι ακυρώσιμη εφόσον με αυτήν παρασχέθηκε, όσον αφορά απαίτηση εταίρου για την αποπληρωμή δανείου κατά την έννοια του άρθρου 39, σημείο 5, ή όσον αφορά εξομοιούμενη προς αυτήν απαίτηση:
1. εξασφάλιση, εφόσον η δικαιοπραξία τελέστηκε κατά τη διάρκεια των δέκα ετών που προηγήθηκαν της αίτησης έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας ή μετά την αίτηση αυτή· ή
2. ικανοποίηση, εφόσον η δικαιοπραξία τελέστηκε κατά το τελευταίο έτος πριν από την υποβολή της αίτησης έναρξης της διαδικασίας ή μετά την αίτηση
[…]
(4) Το άρθρο 39, παράγραφοι 4 και 5, εφαρμόζεται αναλόγως.»
8 Το άρθρο 174, παράγραφος 3, του InsO ορίζει τα εξής:
«Οι απαιτήσεις που κατατάσσονται σε κατώτερη τάξη πρέπει να αναγγέλλονται μόνον εφόσον οι πιστωτές έχουν κληθεί ειδικά από το πτωχευτικό δικαστήριο να αναγγείλουν τις απαιτήσεις αυτές. […]»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
9 Η SML και η Maplan ανήκουν στον ίδιο αυστριακό όμιλο εταιριών. Η εταιρία Franz S. Huemer GmbH είναι εταίρος στις δύο αυτές εταιρίες, κατέχοντας το 78 % του κεφαλαίου της SML και το 33 % του κεφαλαίου της Maplan.
10 Με σύμβαση συναφθείσα στις 19 Μαΐου 2015, η SML χορήγησε στη Maplan δάνειο ύψους 3 εκατομμυρίων ευρώ και, με άλλη σύμβαση, συναφθείσα στις 16 Ιουνίου 2015, δάνειο ύψους 2 εκατομμυρίων ευρώ (στο εξής, από κοινού: τα δύο δάνεια). Αμφότερα τα δάνεια περιείχαν ρήτρα με την οποία οριζόταν ως εφαρμοστέο το αυστριακό δίκαιο. Προς εξασφάλιση των δικαιωμάτων που απέρρεαν από την πρώτη δανειακή σύμβαση, η Maplan εκχώρησε στην SML τις απαιτήσεις της έναντι άλλης επιχείρησης, ύψους 3 εκατομμυρίων ευρώ.
11 Στις 10 Μαρτίου 2016 η Maplan κατέβαλε στην SML 500 000 ευρώ για την αποπληρωμή του πρώτου δανείου. Επιπλέον, κατέβαλε τόκους ύψους 89 397,92 ευρώ για το τέταρτο τρίμηνο του 2015, καθώς και για το πρώτο και το δεύτερο τρίμηνο του 2016. Όσον αφορά το δεύτερο δάνειο, η Maplan κατέβαλε στην SML τόκους ύψους 101 666,68 ευρώ για το τρίτο και το τέταρτο τρίμηνο του 2015.
12 Την 1η Οκτωβρίου 2016 κινήθηκε διαδικασία αφερεγγυότητας κατά της Maplan, κατόπιν αιτήσεώς της, και διορίστηκε σύνδικος.
13 Μετά την έναρξη της διαδικασίας αυτής, η SML άσκησε ενώπιον του Landgericht Schwerin (πρωτοδικείου Schwerin, Γερμανία) αγωγή με αίτημα να εγγραφούν στο παθητικό της Maplan οι απαιτήσεις της από τα δύο δάνεια. Προέβαλε επίσης δικαίωμα προνομιακής ικανοποίησης επί των απαιτήσεων που της είχαν εκχωρηθεί ως εξασφάλιση του πρώτου δανείου. Προς αντίκρουση των αιτημάτων αυτών, ο σύνδικος ζήτησε, ανταγωγικώς, με αγωγή πτωχευτικής ανάκλησης, την έντοκη επιστροφή του κεφαλαίου και των τόκων που η Maplan είχε καταβάλει στην SML για τα δύο δάνεια.
14 Το Landgericht Schwerin (πρωτοδικείο Schwerin) απέρριψε τα αιτήματα της SML και έκανε δεκτή την αγωγή πτωχευτικής ανάκλησης. Η έφεση που άσκησε η SML ενώπιον του Oberlandesgericht Rostock (ανώτερου περιφερειακού δικαστηρίου Rostock, Γερμανία) απορρίφθηκε. Επιληφθέν αιτήσεως αναιρέσεως, το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, Γερμανία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο, διερωτάται ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο στην εν λόγω αγωγή πτωχευτικής ανάκλησης.
15 Βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1346/2000, εφαρμοστέο δίκαιο στη διαδικασία αφερεγγυότητας και στα αποτελέσματά της είναι το πτωχευτικό δίκαιο του κράτους μέλους έναρξης της διαδικασίας. Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η διαδικασία αφερεγγυότητας της Maplan κινήθηκε στη Γερμανία, έχει εφαρμογή το γερμανικό δίκαιο.
16 Βάσει του γερμανικού δικαίου, η SML υποχρεούται να επιστρέψει στον σύνδικο τα ποσά που έλαβε για την αποπληρωμή των δύο δανείων.
17 Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του εφετείου, οι οποίες δεσμεύουν το αιτούν δικαστήριο, η SML εξομοιώνεται, βάσει της γερμανικής νομοθεσίας που διέπει τα δάνεια από εταίρους, με εταίρο της Maplan, λόγω της συμμετοχής της εταιρίας Franz S. Huemer στο κεφάλαιο τόσο της SML όσο και της Maplan.
18 Επειδή, όμως, η SML έχει την ιδιότητα του εταίρου, οι απαιτήσεις της που συνδέονται με την αποπληρωμή των δύο δανείων αποτελούν, στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας, απαιτήσεις κατώτερης τάξης, σύμφωνα με το άρθρο 39, παράγραφος 1, σημείο 5, του InsO. Εξάλλου, η SML δεν έχει δικαίωμα συμμετοχής στη διαδικασία αυτή, δεδομένου ότι το αρμόδιο δικαστήριο δεν κάλεσε τους πιστωτές κατώτερης τάξεως να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους, πράγμα που αποτελεί προϋπόθεση για τη συμμετοχή τους σε μια τέτοια διαδικασία.
19 Υπό τις συνθήκες αυτές, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις του InsO, η SML οφείλει να επιστρέψει στην πτωχευτική περιουσία τα ποσά που κατέβαλε η Maplan για την αποπληρωμή των δύο δανείων. Συγκεκριμένα, οι πληρωμές αυτές επέτρεψαν στην SML να πετύχει την ικανοποίηση απαιτήσεών της κατώτερης τάξεως από εκείνες των πτωχευτικών πιστωτών που είχαν κληθεί να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους και ήταν, συνεπώς, βλαπτικές για τους πιστωτές αυτούς.
20 Η SML υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι, κατά τα οριζόμενα στις δύο δανειακές συμβάσεις, αμφότερες διέπονται από το αυστριακό δίκαιο. Το αυστριακό δίκαιο, όμως, δεν επιτρέπει την προσβολή των επίμαχων δικαιοπραξιών.
21 Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, όσον αφορά την ανταγωγή, παρίσταται ανάγκη να ζητήσει διευκρινίσεις ως προς την ερμηνεία του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000. Συγκεκριμένα, κατά τη διάταξη αυτή, το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, του κανονισμού –δυνάμει του οποίου οι κανόνες σχετικά, μεταξύ άλλων, με το ανενεργό των επιβλαβών για το σύνολο των πιστωτών δικαιοπραξιών καθορίζονται από το δίκαιο του κράτους έναρξης της διαδικασίας– δεν εφαρμόζεται αν το πρόσωπο που επωφελήθηκε από επιβλαβή δικαιοπραξία αποδείξει, αφενός, ότι η δικαιοπραξία διέπεται από το δίκαιο κράτους μέλους άλλου από το κράτος έναρξης της διαδικασίας και, αφετέρου, ότι το δίκαιο του κράτους αυτού δεν παρέχει εν προκειμένω κανένα μέσο προσβολής της επιβλαβούς δικαιοπραξίας.
22 Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, κατά πρώτον, αν το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 έχει εφαρμογή και στην περίπτωση αγωγής περί επιστροφής με την οποία προβάλλεται, έναντι του πιστωτή, ότι, βάσει της νομοθεσίας του κράτους έναρξης της διαδικασίας, η απαίτησή του κατατάσσεται σε χαμηλότερη τάξη.
23 Εφόσον κριθεί ότι έχει εφαρμογή το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, κατά δεύτερον, αν το άρθρο αυτό έχει εφαρμογή όσον αφορά κριτήρια σχετικά με αγωγή πτωχευτικής ανάκλησης, βάσει των οποίων, όπως συμβαίνει με τη διάταξη του άρθρου 135 του InsO, τα δάνεια που χορηγήθηκαν από εταίρο της εταιρίας κατά την περίοδο πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας εξομοιώνονται με υπέγγυα ίδια κεφάλαια κεφαλαιουχικής εταιρίας.
24 Εάν δοθεί καταφατική απάντηση και στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, τίθεται, κατά τρίτον, το ζήτημα αν το εφαρμοστέο δίκαιο επί δανείου που χορηγείται από εταίρο κεφαλαιουχικής εταιρίας στην εταιρία καθορίζεται, για τους σκοπούς του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000, από το εφαρμοστέο στην εταιρία αυτή δίκαιο, τουλάχιστον όσον αφορά την κατάταξη των απαιτήσεων ορισμένων πιστωτών σε κατώτερη τάξη και την επιστροφή των ποσών που τους καταβλήθηκαν κατά παράβαση της κατάταξης των απαιτήσεών τους.
25 Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται τέλος, κατά τέταρτον, αν το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη Ι έχει εφαρμογή όσον αφορά το δίκαιο που καθορίζεται βάσει του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000 και αν έχει την έννοια ότι μπορούν να αποτελούν υπερισχύουσες διατάξεις αναγκαστικού δικαίου κανόνες του δικαίου των συμβάσεων περιλαμβανόμενοι σε διατάξεις του εθνικού πτωχευτικού δικαίου, όπως είναι οι διατάξεις περί κατατάξεως των δανείων των εταίρων σε κατώτερη τάξη, κατά την έννοια του άρθρου 39, παράγραφος 1, σημείο 5, του InsO, και περί των εννόμων συνεπειών της κατάταξης αυτής.
26 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 13 του κανονισμού [1346/2000] την έννοια ότι ο επωφελούμενος από δικαιοπραξία επιβλαβή για το σύνολο των πιστωτών μπορεί να επικαλεσθεί τα αποτελέσματα της εν λόγω διατάξεως όταν του ζητείται από τον σύνδικο πτωχεύσεως η επιστροφή χρημάτων, ακόμη και αν η εν λόγω επιστροφή χρημάτων ζητείται προκειμένου να εφαρμοστεί η μειωμένη εξασφάλιση που ισχύει βάσει του εφαρμοστέου δικαίου του κράτους ενάρξεως της διαδικασίας (άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, στοιχείο θʹ, του κανονισμού 1346/2000);
2) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα:
Έχει το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 την έννοια ότι η εν λόγω διάταξη υπερισχύει ακόμη και διατάξεων για την πτωχευτική ανάκληση, οι οποίες έχουν ως σκοπό να εξομοιώσουν εν πολλοίς τα δάνεια που χορηγεί εταίρος κεφαλαιουχικής εταιρίας πριν από την επέλευση της αφερεγγυότητας, προς εξασφάλιση των κεφαλαιακών πόρων της εταιρίας, με τα υπέγγυα ίδια κεφάλαια;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα:
Έχει το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 την έννοια ότι το εφαρμοστέο δίκαιο επί δανείου που χορηγείται από εταίρο κεφαλαιουχικής εταιρίας στην εταιρία προκύπτει από τη lex societatis;
4) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα:
Έχει το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού [Ρωμη Ι] εφαρμογή όσον αφορά το κρίσιμο δίκαιο που προσδιορίζεται βάσει του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000 και έχει την έννοια ότι υπερισχύουσες διατάξεις αναγκαστικού δικαίου μπορούν να περιέχονται και σε ρυθμίσεις περί συμβάσεων που απαντούν σε διατάξεις του εθνικού πτωχευτικού δικαίου, όπως αυτές που αφορούν τη μειωμένη εξασφάλιση των δανείων που χορηγούνται από εταίρους και τις έννομες συνέπειες της μειωμένης αυτής εξασφαλίσεως;»
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
27 Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι, κατά πάγια νομολογία, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφαίνεται, με προδικαστική απόφαση, επί της ερμηνείας των εθνικών διατάξεων ούτε να κρίνει αν είναι ορθή η ερμηνεία τους από το αιτούν δικαστήριο (βλ. αποφάσεις της 3ης Οκτωβρίου 2000, Corsten, C‑58/98, EU:C:2000:527, σκέψη 24, της 16ης Φεβρουαρίου 2017, IOS Finance EFC, C‑555/14, EU:C:2017:121, σκέψη 21, και της 19ης Δεκεμβρίου 2024, Loredas, C‑531/23, EU:C:2024:1050, σκέψη 45). Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει, στο πλαίσιο της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ των δικαστηρίων της Ένωσης και των εθνικών δικαστηρίων, να λαμβάνει υπόψη το πραγματικό και νομοθετικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται τα προδικαστικά ερωτήματα, όπως αυτό εξειδικεύεται από τη διάταξη περί παραπομπής (βλ. αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 2001, Ambulanz Glöckner, C‑475/99, EU:C:2001:577, σκέψη 10, και της 19ης Δεκεμβρίου 2024, Loredas, C‑531/23, EU:C:2024:1050, σκέψη 45). Συνεπώς, η εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων πρέπει να βασιστεί στην ερμηνεία του εθνικού δικαίου από το αιτούν δικαστήριο, και δεν απόκειται στο Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβειά της [απόφαση της 29ης Ιουλίου 2024, CU και ND (Κοινωνική αρωγή – Έμμεση διάκριση, C‑112/22 και C‑223/22, EU:C:2024:636, σκέψη 40].
28 Εν προκειμένω, από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι το κρίσιμο κανονιστικό πλαίσιο ορίζεται από τα άρθρα 39 και 135 του InsO, τα οποία, κατά το αιτούν δικαστήριο, συνδέονται στενά μεταξύ τους.
29 Σύμφωνα με τις διευκρινίσεις του εν λόγω δικαστηρίου, από το άρθρο 39, παράγραφος 1, σημείο 5, του InsO προκύπτει, αφενός, ότι οι απαιτήσεις που συνδέονται με την αποπληρωμή δανείου εταίρου κατατάσσονται σε κατώτερη τάξη, όταν ο οφειλέτης του δανείου είναι εταιρία η οποία δεν έχει ως προσωπικά ευθυνόμενο εταίρο ούτε φυσικό πρόσωπο ούτε εταιρία έχουσα φυσικό πρόσωπο ως προσωπικά ευθυνόμενο εταίρο. Αφετέρου, το άρθρο 135 InsO θεσπίζει μέσο ένδικης προστασίας με σκοπό τη διαφύλαξη της προτεραιότητας των τρίτων πιστωτών έναντι του πιστωτή που έχει την ιδιότητα του εταίρου, κατά την έννοια του άρθρου 39, παράγραφος 1, σημείο 5, InsO, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας, το οποίο είναι το εφαρμοστέο δίκαιο δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο θʹ, του κανονισμού 1346/2000.
30 Επομένως, από την περιγραφή του εφαρμοστέου εθνικού κανονιστικού πλαισίου προκύπτει ότι το αίτημα που προβάλλεται προς στήριξη της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης αγωγής πτωχευτικής ανάκλησης αφορά την κατάταξη των πιστωτών και τη σειρά ικανοποίησης των απαιτήσεών τους και όχι μια κατάσταση ανταγωνισμού μεταξύ ισότιμων πιστωτών.
31 Στο εν λόγω κανονιστικό πλαίσιο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 έχει την έννοια ότι πρόσωπο το οποίο ωφελήθηκε από τις αποπληρωμές δανείου εταίρου οι οποίες θεωρούνται επιβλαβείς για το σύνολο των πιστωτών μπορεί να επικαλεστεί τη διάταξη αυτή προς αντίκρουση αγωγής περί επιστροφής που ασκήθηκε από τον σύνδικο της οφειλέτριας εταιρίας, σε περίπτωση που η αγωγή αποσκοπεί στη διασφάλιση της κατάταξης των απαιτήσεων που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας.
32 Για την ερμηνεία διάταξης του δικαίου της Ένωσης πρέπει βέβαια να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται, καθώς και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος. Ωστόσο, εφόσον η έννοια διάταξης του δικαίου της Ένωσης προκύπτει χωρίς αμφισημία από το ίδιο το γράμμα της, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποκλίνει από την ερμηνεία αυτή (πρβλ. αποφάσεις της 28ης Φεβρουαρίου 2008, Carboni e derivati, C‑263/06, EU:C:2008:128, σκέψη 48, καθώς και της 25ης Ιανουαρίου 2022, VYSOČINA WIND, C‑181/20, EU:C:2022:51, σκέψη 39).
33 Εξάλλου, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η εξαίρεση του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000 πρέπει να ερμηνεύεται στενά (πρβλ. αποφάσεις της 16ης Απριλίου 2015, Lutz, C‑557/13, EU:C:2015:227, σκέψη 34, της 15ης Οκτωβρίου 2015, Nike European Operations Netherlands, C‑310/14, EU:C:2015:690, σκέψη 18, και της 22ας Απριλίου 2021, Oeltrans Befrachtungsgesellschaft, C‑73/20, EU:C:2021:315, σκέψη 24).
34 Εντούτοις, κατά το άρθρο 13 του κανονισμού, «Το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, [του κανονισμού 1346/2000] δεν ισχύει, εάν αυτός ο οποίος επωφελήθη δικαιοπραξίας επιβλαβούς για το σύνολο των πιστωτών προσκομίσει απόδειξη ότι […] η δικαιοπραξία αυτή διέπεται από το δίκαιο κράτους μέλους άλλου από το κράτος έναρξης και ότι το δίκαιο αυτό δεν παρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση κανένα μέσο προσβολής της δικαιοπραξίας αυτής.»
35 Επομένως, στο μέτρο που το άρθρο 13 εισάγει παρέκκλιση από το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, του κανονισμού 1346/2000, στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτει μόνον η περίπτωση που προβλέπει η τελευταία αυτή διάταξη, ήτοι οι κανόνες που άπτονται της ακυρότητας, ακυρωσίας ή του ανενεργού των επιβλαβών για όλους τους πιστωτές δικαιοπραξιών, και όχι οι κανόνες σχετικά με τις πτωχευτικές και τις μεταπτωχευτικές απαιτήσεις.
36 Επιπλέον, διαπιστώνεται ότι το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 δεν επεκτείνει την παρέκκλιση που θεσπίζει στους εφαρμοστέους κανόνες περί πτωχευτικών απαιτήσεων ή στους εφαρμοστέους κανόνες περί της κατατάξεως των απαιτήσεων, περιπτώσεις οι οποίες προβλέπονται ρητώς στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχεία ζʹ και θʹ, του κανονισμού. Επομένως, δεν χωρεί επίκληση του άρθρου 13 του κανονισμού στο πλαίσιο αγωγής όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία, όπως επισημάνθηκε με τη σκέψη 30 της παρούσας απόφασης, αφορά τη σειρά κατάταξης των απαιτήσεων και κατανομής του ενεργητικού.
37 Για τους λόγους αυτούς, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 έχει την έννοια ότι πρόσωπο το οποίο ωφελήθηκε από τις αποπληρωμές δανείου εταίρου οι οποίες θεωρούνται επιβλαβείς για το σύνολο των πιστωτών δεν μπορεί να επικαλεστεί τη διάταξη αυτή προς αντίκρουση αγωγής περί επιστροφής που ασκήθηκε από τον σύνδικο της οφειλέτριας εταιρίας, σε περίπτωση που η αγωγή αποσκοπεί στη διασφάλιση της κατάταξης των απαιτήσεων που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας.
Επί του δευτέρου, του τρίτου και του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος
38 Λαμβανομένης υπόψη της απάντησης που δόθηκε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
39 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 13 του κανονισμού κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας, έχει την έννοια ότι πρόσωπο το οποίο ωφελήθηκε από τις αποπληρωμές δανείου εταίρου οι οποίες θεωρούνται επιβλαβείς για το σύνολο των πιστωτών δεν μπορεί να επικαλεστεί τη διάταξη αυτή προς αντίκρουση αγωγής περί επιστροφής που ασκήθηκε από τον σύνδικο της οφειλέτριας εταιρίας, σε περίπτωση που η αγωγή αποσκοπεί στη διαφύλαξη της κατάταξης των απαιτήσεων που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας.
(υπογραφές)
