ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 19ης Μαρτίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τους σκοπούς της καταπολέμησης των ποινικών αδικημάτων – Οδηγία (ΕΕ) 2016/680 – Άρθρο 10 – Επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Συλλογή βιομετρικών δεδομένων – Λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων και φωτογραφιών – Πρόσωπο για το οποίο υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι τέλεσε ή αποπειράθηκε να τελέσει ποινικό αδίκημα – Απόλυτη ανάγκη – Εξουσία εκτίμησης – Υποχρέωση αιτιολόγησης – Άρνηση του υποκειμένου των δεδομένων να υποβληθεί στη συλλογή των βιομετρικών δεδομένων του – Εθνική νομοθεσία που επιτρέπει τη δίωξη και την καταδίκη προσώπου για συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα το οποίο τιμωρεί την άρνηση αυτή ακόμη και αν δεν έχει ασκηθεί δίωξη ή δεν έχει επέλθει καταδίκη για το ποινικό αδίκημα επί του οποίου στηριζόταν η σχεδιαζόμενη συλλογή των δεδομένων »
Στην υπόθεση C‑371/24 [Comdribus] (i),
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το cour d’appel de Paris (εφετείο Παρισιού, Γαλλία) με απόφαση της 26ης Απριλίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Μαΐου 2024, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης κατά του
HW
παρισταμένης της:
Ministère public,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. L. Arastey Sahún, πρόεδρο τμήματος, K. Lenaerts, Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του πέμπτου τμήματος, J. Passer, E. Regan (εισηγητή) και Δ. Γρατσία, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar
γραμματέας: E. Sartori, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 30ής Απριλίου 2025,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο HW, εκπροσωπούμενος από τον A. Baudelin, avocat,
– η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον R. Bénard, την B. Dourthe, την F. du Couëdic και τον B. Fodda,
– η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την L. Březinová και τον J. Vláčil,
– η Ιρλανδία, εκπροσωπούμενη από την M. Browne, Chief State Solicitor, την A. Burke και τον A. Joyce, επικουρούμενους από τον A. Thuillier, BL,
– η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους Α. Μπουχάγιαρ, H. Kranenborg και M. Wasmeier,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 1ης Αυγούστου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, καθώς και των άρθρων 8 και 10 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της απόφασης-πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ 2016, L 119, σ. 89).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ποινικής δίκης κατά του HW, κατά το πέρας της οποίας αυτός καταδικάστηκε σε χρηματική ποινή λόγω της άρνησής του να υποβληθεί σε ενέργειες σήμανσης μέσω της λήψης δακτυλικών αποτυπωμάτων και φωτογραφιών, μολονότι αθωώθηκε για το αδίκημα που αποτελούσε τη βάση για τη διεξαγωγή των ενεργειών αυτών.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3 Το άρθρο 1 της οδηγίας 2016/680, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αντικείμενο και στόχοι», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία θεσπίζει τους κανόνες που αφορούν στην προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, της διερεύνησης, της ανίχνευσης ή της δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, περιλαμβανομένων της προστασίας από απειλές κατά της δημόσιας ασφάλειας και της αποτροπής τους.»
4 Το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς που καθορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1.»
5 Κατά το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ορισμοί»:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας νοούνται ως:
1) “δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα”: κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο […]· το ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο είναι εκείνο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως μέσω αναφοράς σε αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας, όπως σε όνομα, σε αριθμό ταυτότητας, σε δεδομένα θέσης, σε επιγραμμικό αναγνωριστικό ταυτότητας, ή σε έναν ή περισσότερους παράγοντες που προσιδιάζουν στη σωματική, φυσιολογική, γενετική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική ταυτότητα του εν λόγω φυσικού προσώπου·
2) “επεξεργασία”: κάθε πράξη ή σειρά πράξεων που πραγματοποιείται, με ή χωρίς τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων, σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή σε σύνολα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διάρθρωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η μεταβολή, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η κοινολόγηση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, ο περιορισμός, η διαγραφή ή η καταστροφή·
[…]
7) “αρμόδια αρχή”:
α) κάθε δημόσια αρχή αρμόδια για την πρόληψη, τη διερεύνηση, την ανίχνευση ή τη δίωξη ποινικών αδικημάτων ή την εκτέλεση ποινικών κυρώσεων, περιλαμβανομένων της προστασίας από απειλές κατά της δημόσιας ασφάλειας και της αποτροπής τους· ή
β) κάθε άλλος οργανισμός ή φορέας στον οποίο το δίκαιο κράτους μέλους αναθέτει ρόλο δημόσιας αρχής και την εκτέλεση δημόσιων εξουσιών για τους σκοπούς της πρόληψης, της διερεύνησης, της ανίχνευσης ή της δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, περιλαμβανομένων της προστασίας από απειλές κατά της δημόσιας ασφάλειας και της αποτροπής τους·
8) “υπεύθυνος επεξεργασίας”: η αρμόδια αρχή η οποία, μόνη ή από κοινού με άλλους, καθορίζει τους σκοπούς και τον τρόπο της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα· όταν οι σκοποί και ο τρόπος της επεξεργασίας αυτής καθορίζονται από το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο κράτους μέλους, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια για τον διορισμό του μπορούν να προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο κράτους μέλους·
[…]
12) “γενετικά δεδομένα”: τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν στα γενετικά χαρακτηριστικά φυσικού προσώπου που κληρονομήθηκαν ή αποκτήθηκαν, όπως προκύπτουν, ιδίως, από ανάλυση βιολογικού δείγματος του εν λόγω φυσικού προσώπου και τα οποία παρέχουν μοναδικές πληροφορίες σχετικά με τη φυσιολογία ή την υγεία του εν λόγω φυσικού προσώπου·
13) “βιομετρικά δεδομένα”: δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία προκύπτουν από ειδική τεχνική επεξεργασία συνδεόμενη με φυσικά, βιολογικά ή συμπεριφορικά χαρακτηριστικά φυσικού προσώπου, και τα οποία επιτρέπουν ή επιβεβαιώνουν την αδιαμφισβήτητη ταυτοποίηση του εν λόγω φυσικού προσώπου, όπως εικόνες προσώπου ή δακτυλοσκοπικά δεδομένα·
[…]».
6 Το άρθρο 4 της οδηγίας 2016/680, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αρχές που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα:
α) υποβάλλονται σε σύννομη και δίκαιη επεξεργασία·
β) συλλέγονται για καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς και δεν υποβάλλονται σε επεξεργασία κατά τρόπο ασύμβατο προς τους σκοπούς αυτούς·
γ) είναι κατάλληλα, συναφή και όχι υπερβολικά σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία·
[…]
4. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας είναι υπεύθυνος για τη συμμόρφωση με τις παραγράφους 1, 2 και 3 και είναι σε θέση να το αποδείξει.»
7 Το άρθρο 8 της οδηγίας αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Νομιμότητα της επεξεργασίας», προβλέπει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι η επεξεργασία είναι σύννομη μόνον εάν και στον βαθμό που είναι απαραίτητη για την εκτέλεση καθήκοντος που ασκείται από αρχή αρμόδια για τους σκοπούς που προβλέπονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 και βασίζεται στο δίκαιο της Ένωσης ή των κρατών μελών.
2. Το δίκαιο κράτους μέλους που ρυθμίζει την επεξεργασία στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας καθορίζει τουλάχιστον τους στόχους της επεξεργασίας, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία και τους σκοπούς της επεξεργασίας.»
8 Κατά το άρθρο 10 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα»:
«Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αποκαλύπτουν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, ή τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, καθώς και η επεξεργασία γενετικών δεδομένων, βιομετρικών δεδομένων για την αποκλειστική ταυτοποίηση ενός φυσικού προσώπου ή δεδομένων που αφορούν στην υγεία ή τη σεξουαλική ζωή ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό επιτρέπονται μόνο όταν είναι απολύτως αναγκαίες, με την επιφύλαξη των κατάλληλων διασφαλίσεων για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων και εφόσον:
α) επιτρέπονται από το δίκαιο της Ένωσης ή των κρατών μελών·
β) επιβάλλονται για την προστασία των ζωτικών συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων ή άλλου φυσικού προσώπου· ή
γ) η επεξεργασία αυτή αφορά σε δεδομένα τα οποία έχουν προδήλως δημοσιοποιηθεί από το υποκείμενο των δεδομένων.»
9 Το άρθρο 54 της ίδιας οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προσφυγής κατά υπευθύνου επεξεργασίας ή εκτελούντος την επεξεργασία», ορίζει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη οποιασδήποτε διαθέσιμης διοικητικής ή μη δικαστικής προσφυγής, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος υποβολής καταγγελίας σε εποπτική αρχή δυνάμει του άρθρου 52, τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι τα υποκείμενα των δεδομένων έχουν δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προσφυγής εάν θεωρούν ότι τα δικαιώματά τους που απορρέουν από διατάξεις που θεσπίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας παραβιάστηκαν ως αποτέλεσμα της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν κατά παράβαση των εν λόγω διατάξεων.»
Το γαλλικό δίκαιο
10 Κατά το άρθρο 55-1 του code de procédure pénale (κώδικα ποινικής δικονομίας), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης (στο εξής: κώδικας ποινικής δικονομίας):
«Ο αξιωματικός της δικαστικής αστυνομίας δύναται να προβαίνει στη διεξαγωγή, ή να αναθέτει τη διεξαγωγή υπό τον έλεγχό του, […] για κάθε πρόσωπο εις βάρος του οποίου υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι τέλεσε ή αποπειράθηκε να τελέσει αδίκημα, των εξωτερικών δειγματοληψιών που είναι αναγκαίες για τη διενέργεια τεχνικών και επιστημονικών εξετάσεων σύγκρισης με τα ίχνη και τα δείγματα που ελήφθησαν για τις ανάγκες της έρευνας.
Προβαίνει στη διεξαγωγή, ή αναθέτει τη διεξαγωγή υπό τον έλεγχό του, των ενεργειών σήμανσης και ιδίως λήψης δακτυλικών αποτυπωμάτων, αποτυπωμάτων παλάμης ή φωτογραφιών που είναι αναγκαίες για την τροφοδότηση των αστυνομικών φακέλων και την αναζήτηση πληροφοριών σε αυτούς σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν καθέναν από τους εν λόγω φακέλους.
Η άρνηση προσώπου, εις βάρος του οποίου υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι τέλεσε ή αποπειράθηκε να τελέσει αδίκημα, να υποβληθεί στις δειγματοληψίες που μνημονεύονται στο πρώτο και στο δεύτερο εδάφιο και διατάσσονται από τον αξιωματικό της δικαστικής αστυνομίας τιμωρείται με φυλάκιση ενός έτους και με χρηματική ποινή 15 000 ευρώ.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
11 Στις 30 Μαΐου 2020 περισσότεροι από εκατό ακτιβιστές για το κλίμα κατέλαβαν τη Λεωφόρο των Ηλυσίων Πεδίων στο Παρίσι (Γαλλία). Οι αστυνομικές δυνάμεις παρενέβησαν για να διαλύσουν τη διαδήλωση και συνέλαβαν αρκετά άτομα, μεταξύ των οποίων ο HW, για διοργάνωση μη γνωστοποιηθείσας διαδήλωσης και εξέγερση. Κατόπιν ακρόασης στο πλαίσιο της προσωρινής κράτησής του, ο HW γνωστοποίησε την ταυτότητά του, αλλά αρνήθηκε, αφενός, να υποβληθεί στη λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων και φωτογραφιών και, αφετέρου, να γνωστοποιήσει τον κωδικό ξεκλειδώματος του κινητού τηλεφώνου του και να το ξεκλειδώσει ο ίδιος, παρά το γεγονός ότι είχε πληροφορηθεί ότι οι αρνήσεις αυτές στοιχειοθετούσαν αδικήματα τα οποία τιμωρούνταν με ποινές φυλάκισης και χρηματικές ποινές.
12 Την 1η Ιουνίου 2020, μετά το πέρας της προσωρινής κράτησής του, ο HW παραπέμφθηκε ενώπιον του procureur de la République (εισαγγελέα) και, στη συνέχεια, ενώπιον του juge des libertés et de la détention (αρμόδιου για θέματα ατομικών ελευθεριών και προσωρινής κράτησης δικαστή, Γαλλία), ο οποίος τον έθεσε υπό δικαστικό έλεγχο και του γνωστοποίησε ότι έπρεπε να παραστεί ενώπιον του tribunal correctionnel de Paris (πλημμελειοδικείου Παρισιού, Γαλλία). Ο HW κατηγορήθηκε:
– πρώτον, ότι διοργάνωσε στο Παρίσι, στις 30 Μαΐου 2020, διαδήλωση σε δημόσια οδό για την οποία δεν είχε προηγηθεί δήλωση υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο νόμος, εν προκειμένω, συγκεκριμένα, προκαλώντας τους συμμετέχοντες και δίδοντάς τους οδηγίες να μην επιδείξουν τα έγγραφα ταυτότητάς τους και να αντισταθούν στις διαταγές των αστυνομικών δυνάμεων δημιουργώντας ανθρώπινη αλυσίδα, οδηγίες που εφαρμόστηκαν αμέσως από τους λοιπούς διαδηλωτές·
– δεύτερον, ότι στις 31 Μαΐου 2020, στο Παρίσι, έχοντας γνώση κρυφής μεθόδου αποκρυπτογράφησης κρυπτογραφικού μέσου που ενδέχεται να χρησιμοποιήθηκε για την προετοιμασία, τη διευκόλυνση ή την τέλεση κακουργήματος ή πλημμελήματος, αρνήθηκε να την αποκαλύψει ή να την εφαρμόσει κατόπιν δικαστικής διαταγής στο πλαίσιο προανάκρισης, αυτοφώρου ή κύριας ανάκρισης, εν προκειμένω αρνούμενος να γνωστοποιήσει τους κωδικούς του τηλεφώνου του·
– τρίτον, ότι στις 30 Μαΐου 2020, στο Παρίσι, ενώ υπήρχαν βάσιμες υπόνοιες ότι είχε τελέσει ή αποπειραθεί να τελέσει αδίκημα, αρνήθηκε να υποβληθεί σε ενέργειες σήμανσης, ιδίως στη λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων, αποτυπωμάτων παλάμης ή φωτογραφιών αναγκαίων για την τροφοδότηση των αστυνομικών φακέλων και την αναζήτηση πληροφοριών σε αυτούς σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν καθέναν από τους εν λόγω φακέλους.
13 Με απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2021, το tribunal correctionnel de Paris (πλημμελειοδικείο Παρισιού) αθώωσε τον HW για τις πράξεις που ενέπιπταν στα δύο πρώτα αδικήματα τα οποία μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη. Αντιθέτως, τον έκρινε ένοχο για τις πράξεις που του καταλογίζονταν στο πλαίσιο του τρίτου από τα μνημονευόμενα αδικήματα και, ως εκ τούτου, τον καταδίκασε σε χρηματική ποινή ύψους 300 ευρώ.
14 Ο HW και η ministère public (εισαγγελική αρχή, Γαλλία) άσκησαν έφεση κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του cour d’appel de Paris (εφετείου Παρισιού, Γαλλία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο.
15 Το εν λόγω δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, με την απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2023, Ministerstvo na vatreshnite raboti (Καταγραφή βιομετρικών και γενετικών δεδομένων από την αστυνομία) (C‑205/21, EU:C:2023:49, σκέψη 135), το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 10 της οδηγίας 2016/680, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, και το άρθρο 8 της οδηγίας αυτής, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει τη συστηματική συλλογή βιομετρικών και γενετικών δεδομένων από κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για την εκ προθέσεως τέλεση αυτεπαγγέλτως διωκόμενου αδικήματος προς τον σκοπό της καταγραφής τους, χωρίς να προβλέπει ότι η αρμόδια αρχή οφείλει να διαπιστώσει και να καταδείξει, αφενός, κατά πόσον η συλλογή αυτή είναι απολύτως αναγκαία για την εκπλήρωση των συγκεκριμένων σκοπών που επιδιώκονται και, αφετέρου, ότι δεν είναι δυνατή η επίτευξη των σκοπών αυτών με μέτρα που συνιστούν λιγότερο σοβαρή επέμβαση στα δικαιώματα και τις ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων.
16 Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, παρά την ανωτέρω απόφαση, εξακολουθούν να υπάρχουν ορισμένα ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων της οδηγίας 2016/680, ιδίως δεδομένων των διαφορών μεταξύ της εθνικής νομοθεσίας την οποία αφορούσε η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση εκείνη και του άρθρου 55-1 του κώδικα ποινικής δικονομίας.
17 Πρώτον, οι κρίσεις του Δικαστηρίου στην απόφαση εκείνη έχουν εφαρμογή σε ποινική διαδικασία η οποία προβλέπει τη συστηματική συλλογή βιομετρικών και γενετικών δεδομένων κάθε προσώπου έναντι του οποίου υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για την τέλεση αδικήματος ώστε να δικαιολογείται η απαγγελία κατηγοριών εις βάρος του. Αντιθέτως, το Δικαστήριο δεν έχει ακόμη αποφανθεί επί νομικής κατάστασης όπως αυτή που διαλαμβάνεται στο άρθρο 55-1 του κώδικα ποινικής δικονομίας, το οποίο προβλέπει τη συστηματική συλλογή των βιομετρικών δεδομένων προσώπου εις βάρος του οποίου υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι τέλεσε ή αποπειράθηκε να τελέσει αδίκημα στο πλαίσιο έρευνας, χωρίς τούτο να επιφέρει απαγγελία κατηγορίας. Επομένως, είναι αναγκαίο να καθοριστεί αν η τελευταία αυτή προϋπόθεση αρκεί για την πλήρωση των απαιτήσεων που απορρέουν από την εν λόγω οδηγία.
18 Δεύτερον, μολονότι ερωτήθηκε σχετικά με την υποχρέωση της αρμόδιας αρχής να αιτιολογεί προσηκόντως, βάσει των απαιτήσεων που απορρέουν από την εν λόγω οδηγία, την ανάγκη συλλογής βιομετρικών και γενετικών δεδομένων, το Δικαστήριο ανέφερε απλώς, στην απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2023, Ministerstvo na vatreshnite raboti (Καταγραφή βιομετρικών και γενετικών δεδομένων από την αστυνομία) (C‑205/21, EU:C:2023:49), ότι εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να εξακριβώσει αν το εθνικό δίκαιο επιτρέπει να εκτιμηθεί η, κατά την έννοια του άρθρου 10 της ίδιας οδηγίας, «απόλυτη ανάγκη» συλλογής των βιομετρικών και γενετικών δεδομένων του υποκειμένου των δεδομένων. Παραμένει αβέβαιη η απάντηση στο ερώτημα αν η απαίτηση προσήκουσας αιτιολόγησης της απόλυτης αυτής ανάγκης εντάσσεται σε προηγούμενη εξέταση από τον αξιωματικό της δικαστικής αστυνομίας, ο οποίος είναι η αρμόδια αρχή δυνάμει του άρθρου 55-1 του κώδικα ποινικής δικονομίας, και/ή σε μεταγενέστερη εξέταση από τον δικαστή που επιλαμβάνεται της νομιμότητας της συλλογής αυτής.
19 Τρίτον, το άρθρο 55-1 του κώδικα ποινικής δικονομίας εγείρει επιπλέον ένα καινοφανές ζήτημα υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης. Συγκεκριμένα, κατά το τρίτο εδάφιο της διάταξης αυτής, η άρνηση υποβολής σε ενέργειες σήμανσης συνιστά ειδικό ποινικό αδίκημα για το οποίο μπορεί να ασκηθεί δίωξη και να επέλθει καταδίκη ακόμη και αν το κύριο αδίκημα επί του οποίου στηριζόταν η σχεδιαζόμενη συλλογή δεδομένων δεν οδήγησε, αυτό καθεαυτό, σε τέτοια δίωξη ή καταδίκη του φερόμενου ως δράστη. Επομένως, τίθεται το ζήτημα αν πληρούται η προϋπόθεση της «απόλυτης ανάγκης», κατά την έννοια του άρθρου 10 της οδηγίας 2016/680, που πρέπει να συντρέχει για να είναι δυνατή η συλλογή βιομετρικών δεδομένων και αν μπορεί να δικαιολογηθεί άσκηση δίωξης ή ενδεχόμενη καταδίκη για το ειδικό αυτό ποινικό αδίκημα.
20 Κατά το αιτούν δικαστήριο, η απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι κρίσιμη για την έκβαση της κύριας δίκης, δεδομένου ότι ο HW καταδικάστηκε μόνο για το αδίκημα της άρνησης υποβολής του σε ενέργειες σήμανσης, ενώ αθωώθηκε για το κύριο αδίκημα που αποτέλεσε την αιτία για το εν λόγω μέτρο σήμανσης, χωρίς να έχει παρασχεθεί σε κανένα στάδιο της διαδικασίας προσήκουσα αιτιολογία ως προς τον απολύτως αναγκαίο χαρακτήρα του μέτρου αυτού.
21 Υπό τις συνθήκες αυτές, το cour d’appel de Paris (εφετείο Παρισιού) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 10 της οδηγίας 2016/680, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, καθώς και με το άρθρο 8 […] της οδηγίας αυτής, την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία, όπως το άρθρο 55-1 του […] κώδικα ποινικής δικονομίας, που προβλέπει συστηματική διεξαγωγή ενεργειών σήμανσης (δακτυλοσκοπικά και φωτογραφικά) για πρόσωπα κατά των οποίων υφίστανται βάσιμες υπόνοιες ότι τέλεσαν ή αποπειράθηκαν να τελέσουν αδίκημα;
2) Έχει το άρθρο 10 της οδηγίας 2016/680, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, καθώς και με το άρθρο 8 […] της οδηγίας αυτής, την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία, όπως το άρθρο 55-1 του […] κώδικα ποινικής δικονομίας, που δεν προβλέπει υποχρέωση της αρμόδιας αρχής να αιτιολογεί προσηκόντως σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για ποιον λόγο οι ενέργειες σήμανσης συνιστούν απόλυτη ανάγκη;
3) Έχει το άρθρο 10 της οδηγίας 2016/680, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, καθώς και με το άρθρο 8 […] της οδηγίας αυτής, την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία, όπως το άρθρο 55-1 του […] κώδικα ποινικής δικονομίας, που επιτρέπει την άσκηση αυτοτελούς ποινικής δίωξης και την αυτοτελή καταδίκη προσώπου το οποίο αρνήθηκε να υποβληθεί σε ενέργειες σήμανσης, ακόμη και αν το πρόσωπο αυτό δεν έχει διωχθεί ή καταδικαστεί για το αδίκημα επί του οποίου στηρίχθηκε το μέτρο της σήμανσης;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
22 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 10 της οδηγίας 2016/680, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, καθώς και με το άρθρο 8 της οδηγίας αυτής, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει τη συστηματική συλλογή των βιομετρικών δεδομένων κάθε προσώπου για το οποίο υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι τέλεσε ή αποπειράθηκε να τελέσει ποινικό αδίκημα.
23 Υπενθυμίζεται εκ προοιμίου ότι το άρθρο 10 της εν λόγω οδηγίας συνιστά ειδική διάταξη η οποία, όσον αφορά ορισμένες κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως τα βιομετρικά ή γενετικά δεδομένα, αποσκοπεί στη διασφάλιση αυξημένης προστασίας των δεδομένων αυτών, καθορίζοντας ενισχυμένες προϋποθέσεις νομιμότητας της επεξεργασίας τέτοιων δεδομένων. Πράγματι, οι εν λόγω κατηγορίες δεδομένων είναι εκ φύσεως ιδιαίτερα ευαίσθητες από την άποψη των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών, διότι το πλαίσιο εντός του οποίου υποβάλλονται σε επεξεργασία τα δεδομένα αυτά μπορεί να συνεπάγεται σημαντικούς κινδύνους για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων [πρβλ. απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2025, Policejní prezidium (Αποθήκευση βιομετρικών και γενετικών δεδομένων), C‑57/23, EU:C:2025:905, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
24 Συγκεκριμένα, το άρθρο 10 της ίδιας οδηγίας προβλέπει, όσον αφορά τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που εμπίπτουν σε μία από τις κατηγορίες που απαριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο αυτό (στο εξής: ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα βιομετρικά και γενετικά δεδομένα, ότι η επεξεργασία τους πρέπει να πληροί, πέραν της προϋπόθεσης να συντρέχει μία από τις τρεις περιπτώσεις που απαριθμούνται στα στοιχεία αʹ έως γʹ του εν λόγω άρθρου –μεταξύ των οποίων και εκείνη του στοιχείου αʹ, κατά την οποία η επεξεργασία αυτή επιτρέπεται από το δίκαιο κράτους μέλους–, άλλες δύο προϋποθέσεις, δηλαδή, αφενός, την προϋπόθεση ότι πρέπει να υπάρχουν «κατάλληλες διασφαλίσεις» για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων και, αφετέρου, την προϋπόθεση ότι η σχεδιαζόμενη επεξεργασία πρέπει να είναι «απολύτως αναγκαία» [πρβλ. απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2025, Policejní prezidium (Αποθήκευση βιομετρικών και γενετικών δεδομένων), C‑57/23, EU:C:2025:905, σκέψη 77].
25 Όσον αφορά την τελευταία αυτή προϋπόθεση, δεδομένου ότι το άρθρο 10 της οδηγίας 2016/680 συνιστά ειδική εφαρμογή, ισχύουσα για τα ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, των αρχών των άρθρων 4 και 8 της οδηγίας, οι οποίες πρέπει να τηρούνται σε κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, το περιεχόμενο της προϋπόθεσης αυτής πρέπει να καθορίζεται υπό το πρίσμα των εν λόγω αρχών [απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2023, Ministerstvo na vatreshnite raboti (Καταγραφή βιομετρικών και γενετικών δεδομένων από την αστυνομία), C‑205/21, EU:C:2023:49, σκέψη 121].
26 Επομένως, αφενός, το περιεχόμενο της προϋπόθεσης της «απόλυτης ανάγκης», κατά την έννοια του άρθρου 10 της οδηγίας 2016/680, πρέπει να καθορίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας, υπό το πρίσμα των σκοπών της συλλογής των επίμαχων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, οι οποίοι πρέπει να είναι καθορισμένοι, ρητοί και νόμιμοι. Επιπλέον, η προϋπόθεση αυτή απαιτεί, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα να είναι κατάλληλα, συναφή και όχι υπερβολικά σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία, η δε τελευταία αυτή απαίτηση σημαίνει, ειδικότερα, ότι τα κράτη μέλη πρέπει να τηρούν την αρχή της ελαχιστοποίησης της επεξεργασίας των δεδομένων, αρχή την οποία το εν λόγω άρθρο 10 εφαρμόζει ειδικά στα ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα [πρβλ. απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2023, Ministerstvo na vatreshnite raboti (Καταγραφή βιομετρικών και γενετικών δεδομένων από την αστυνομία), C‑205/21, EU:C:2023:49, σκέψη 122].
27 Αφετέρου, το περιεχόμενο της εν λόγω προϋπόθεσης πρέπει, υπό το πρίσμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2016/680, να καθορίζεται λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 8, παράγραφος 1, της οδηγίας, κατά το οποίο τα κράτη μέλη πρέπει να προβλέπουν, μεταξύ άλλων, ότι η επεξεργασία είναι σύννομη μόνον εάν και στον βαθμό που είναι απαραίτητη για την εκτέλεση καθήκοντος το οποίο ασκείται από αρμόδια αρχή για τους σκοπούς που προβλέπονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, καθώς και του άρθρου 8, παράγραφος 2, κατά το οποίο το δίκαιο κράτους μέλους που ρυθμίζει την εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας επεξεργασία πρέπει να καθορίζει τουλάχιστον τους στόχους της επεξεργασίας, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία και τους σκοπούς της επεξεργασίας [απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2023, Ministerstvo na vatreshnite raboti (Καταγραφή βιομετρικών και γενετικών δεδομένων από την αστυνομία), C‑205/21, EU:C:2023:49, σκέψη 123].
28 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω αρχών που απορρέουν από το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, και από το άρθρο 8 της οδηγίας 2016/680, η προϋπόθεση της «απόλυτης ανάγκης», κατά την έννοια του άρθρου 10 της οδηγίας, το οποίο καθορίζει ενισχυμένες προϋποθέσεις νομιμότητας της επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων σε σχέση με εκείνες που απορρέουν από τα εν λόγω άρθρα 4 και 8, συνεπάγεται, πρώτον, ότι η ανάγκη αυτή πρέπει να εκτιμάται κατά τρόπο ιδιαίτερα αυστηρό σε σχέση με τους σκοπούς που επιδιώκονται με την επίμαχη επεξεργασία και ότι, ως εκ τούτου, μια τέτοια επεξεργασία μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία μόνο σε περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων [πρβλ. αποφάσεις της 26ης Ιανουαρίου 2023, Ministerstvo na vatreshnite raboti (Καταγραφή βιομετρικών και γενετικών δεδομένων από την αστυνομία), C‑205/21, EU:C:2023:49, σκέψεις 117 και 118, και της 20ής Νοεμβρίου 2025, Policejní prezidium (Αποθήκευση βιομετρικών και γενετικών δεδομένων), C‑57/23, EU:C:2025:905, σκέψη 78].
29 Συνεπώς, οι σκοποί της επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή βιομετρικών και γενετικών δεδομένων, δεν μπορούν να προσδιορίζονται με υπερβολικά γενικούς όρους, αλλά επιβάλλεται να ορίζονται κατά τρόπο αρκούντως ακριβή και συγκεκριμένο ώστε να καθίσταται δυνατή η εκτίμηση του κατά πόσον η επεξεργασία αυτή είναι «απολύτως αναγκαία», κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 10 [πρβλ. απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2025, Policejní prezidium (Αποθήκευση βιομετρικών και γενετικών δεδομένων), C‑57/23, EU:C:2025:905, σκέψη 79 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
30 Επ’ αυτού, μολονότι, βεβαίως, η οδηγία 2016/680 δεν ορίζει την έννοια των «σκοπών της επεξεργασίας», εντούτοις επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 27 της παρούσας απόφασης, το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας διακρίνει ρητώς την έννοια αυτή από εκείνη των «στόχων της επεξεργασίας» [πρβλ. απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2025, Policejní prezidium (Αποθήκευση βιομετρικών και γενετικών δεδομένων), C‑57/23, EU:C:2025:905, σκέψη 80].
31 Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η έννοια των «στόχων της επεξεργασίας», κατά το εν λόγω άρθρο 8, παράγραφος 2, παραπέμπει στους γενικότερους σκοπούς που μνημονεύονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2016/680, τους οποίους πρέπει να επιδιώκει η επεξεργασία για να εμπίπτει στην οδηγία αυτή, ενώ η έννοια των «σκοπών της επεξεργασίας», ορθώς ερμηνευόμενη βάσει, μεταξύ άλλων, του άρθρου 8, παράγραφος 2, πρέπει να νοείται ως αναφερόμενη στους ειδικούς και συγκεκριμένους σκοπούς που επιδιώκονται με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα υπό το πρίσμα της αποστολής που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο της επεξεργασίας, όπως κάποιο συγκεκριμένο καθήκον συνδεόμενο με την πρόληψη ή τον εντοπισμό ποινικών αδικημάτων, ή με τη διεξαγωγή έρευνας και δίωξης σε σχετικές υποθέσεις ή την εκτέλεση ποινικών κυρώσεων [απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2025, Policejní prezidium (Αποθήκευση βιομετρικών και γενετικών δεδομένων), C‑57/23, EU:C:2025:905, σκέψη 81].
32 Δεύτερον, η προϋπόθεση της «απόλυτης ανάγκης», κατά την έννοια του άρθρου 10 της οδηγίας 2016/680, συνεπάγεται ιδιαίτερα αυστηρό έλεγχο της τήρησης της αρχής της ελαχιστοποίησης της επεξεργασίας των σχετικών δεδομένων, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας αυτής, και απαιτεί, ως εκ τούτου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα να βεβαιώνεται ότι ο σκοπός τον οποίο επιδιώκει η οικεία επεξεργασία δεν μπορεί να επιτευχθεί κατά τρόπο εξίσου αποτελεσματικό με την προσφυγή σε κατηγορίες δεδομένων διαφορετικές από εκείνες που απαριθμούνται στο εν λόγω άρθρο 10 [πρβλ. αποφάσεις της 26ης Ιανουαρίου 2023, Ministerstvo na vatreshnite raboti (Καταγραφή βιομετρικών και γενετικών δεδομένων από την αστυνομία), C‑205/21, EU:C:2023:49, σκέψεις 125 και 126, και της 20ής Νοεμβρίου 2025, Policejní prezidium (Αποθήκευση βιομετρικών και γενετικών δεδομένων), C‑57/23, EU:C:2025:905, σκέψεις 82 και 85], δεδομένου ότι η αρχή αυτή αποτελεί έκφραση της αρχής της αναλογικότητας [απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Bezirkshauptmannschaft Landeck (Απόπειρα πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα αποθηκευμένα σε κινητό τηλέφωνο), C‑548/21, EU:C:2024:830, σκέψη 79 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
33 Τρίτον, λαμβανομένων υπόψη των σημαντικών κινδύνων που ενέχει η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων, ιδίως στο πλαίσιο των καθηκόντων των αρμόδιων αρχών για τους σκοπούς που ορίζονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2016/680, η προϋπόθεση της «απόλυτης ανάγκης», κατά την έννοια του άρθρου 10 της οδηγίας, απαιτεί να λαμβάνεται υπόψη η ιδιαίτερη σημασία του σκοπού που επιδιώκεται με την οικεία επεξεργασία. Η σημασία αυτή μπορεί να εκτιμηθεί, μεταξύ άλλων, σε συνάρτηση με τη φύση του εν λόγω επιδιωκόμενου σκοπού, με το κατά πόσον η επεξεργασία εξυπηρετεί ειδικό και συγκεκριμένο σκοπό σχετιζόμενο με την πρόληψη ποινικών αδικημάτων ή απειλών κατά της δημόσιας ασφάλειας που έχουν ορισμένη σοβαρότητα, την καταστολή τέτοιων αδικημάτων ή την προστασία από τέτοιες απειλές, καθώς και υπό το πρίσμα των ειδικών περιστάσεων υπό τις οποίες πραγματοποιείται η επεξεργασία αυτή [απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2025, Policejní prezidium (Αποθήκευση βιομετρικών και γενετικών δεδομένων), C‑57/23, EU:C:2025:905, σκέψη 83 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
34 Τέταρτον, όσον αφορά τη συλλογή βιομετρικών και γενετικών δεδομένων προσώπων που διώκονται ή είναι ύποπτα για διάπραξη εκ προθέσεως ποινικού αδικήματος, με σκοπό την ταυτοποίηση και τη μελλοντική σύγκριση των προσώπων αυτών, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η ύπαρξη απόλυτης ανάγκης συλλογής τους πρέπει να προσδιορίζεται βάσει του συνόλου των κρίσιμων στοιχείων, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η φύση και η σοβαρότητα του πιθανολογούμενου αδικήματος για το οποίο κατηγορούνται, οι ειδικές περιστάσεις του αδικήματος, η ενδεχόμενη σύνδεση του αδικήματος αυτού με άλλες εκκρεμείς διαδικασίες, καθώς και το ποινικό μητρώο ή το ατομικό προφίλ των εν λόγω προσώπων [πρβλ. απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2025, Policejní prezidium (Αποθήκευση βιομετρικών και γενετικών δεδομένων), C‑57/23, EU:C:2025:905, σκέψη 84 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
35 Κατά συνέπεια, μολονότι ένα κράτος μέλος μπορεί να συμμορφωθεί προς την οδηγία 2016/680 είτε αναθέτοντας στις αρμόδιες αρχές τη μέριμνα να διασφαλίζουν την τήρηση της προϋπόθεσης της «απόλυτης ανάγκης», κατά την έννοια του άρθρου 10 της οδηγίας, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είτε καθορίζοντας, σε νομοθετικό επίπεδο, κριτήρια εκτίμησης τα οποία οι αρχές οφείλουν να εφαρμόζουν στη συνέχεια χωρίς να διαθέτουν συναφώς περιθώριο για την άσκηση διακριτικής ευχέρειας, γεγονός παραμένει ότι, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, τα εν λόγω κριτήρια πρέπει να είναι ικανά να πληρούν το σύνολο των απαιτήσεων που απορρέουν από την ανωτέρω προϋπόθεση, όπως αυτές εκτίθενται στις σκέψεις 25 έως 34 της παρούσας απόφασης [απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2025, Policejní prezidium (Αποθήκευση βιομετρικών και γενετικών δεδομένων), C‑57/23, EU:C:2025:905, σκέψη 87].
36 Επομένως, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των απαιτήσεων αυτών, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει τη συστηματική συλλογή των βιομετρικών και γενετικών δεδομένων κάθε προσώπου που κατηγορείται για την εκ προθέσεως τέλεση αυτεπαγγέλτως διωκόμενου αδικήματος προς τον σκοπό της καταγραφής τους, χωρίς να προβλέπει ότι η αρμόδια αρχή οφείλει να διαπιστώσει και να αποδείξει, αφενός, ότι η συλλογή τους είναι απολύτως αναγκαία για την εκπλήρωση των επιδιωκόμενων ειδικών και συγκεκριμένων σκοπών και, αφετέρου, ότι δεν είναι δυνατή η επίτευξη των σκοπών αυτών με μέτρα που συνιστούν λιγότερο σοβαρή επέμβαση στα δικαιώματα και τις ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων, αντιβαίνει στην προϋπόθεση της «απόλυτης ανάγκης», κατά την έννοια του άρθρου 10 της οδηγίας 2016/680, δεδομένου ότι μια τέτοια νομοθεσία μπορεί να οδηγήσει, αδιακρίτως και γενικώς, στη συλλογή των βιομετρικών και γενετικών δεδομένων της πλειονότητας των προσώπων κατά των οποίων έχει απαγγελθεί κατηγορία [πρβλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 30ής Ιανουαρίου 2024, Direktor na Glavna direktsia «Natsionalna politsia» pri MVR – Sofia, C‑118/22, EU:C:2024:97, σκέψη 64, και της 20ής Νοεμβρίου 2025, Policejní prezidium (Αποθήκευση βιομετρικών και γενετικών δεδομένων), C‑57/23, EU:C:2025:905, σκέψη 88 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
37 Εν προκειμένω, το άρθρο 55-1 του κώδικα ποινικής δικονομίας, καθόσον προβλέπει, εν συνόψει, ότι ο αξιωματικός της δικαστικής αστυνομίας προβαίνει στη διεξαγωγή, ή αναθέτει τη διεξαγωγή υπό τον έλεγχό του, των ενεργειών σήμανσης, ιδίως της λήψης δακτυλικών αποτυπωμάτων και φωτογραφιών, για κάθε πρόσωπο εις βάρος του οποίου υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι τέλεσε ή αποπειράθηκε να τελέσει ποινικό αδίκημα, αφορά, όπως και η εθνική νομοθεσία που μνημονεύεται στη σκέψη 36 της παρούσας απόφασης, την «επεξεργασία» «βιομετρικών δεδομένων», κατά την έννοια του άρθρου 10 της οδηγίας 2016/680. Πράγματι, οι εν λόγω ενέργειες σήμανσης συνεπάγονται, κατά την έννοια του άρθρου 3, σημεία 2 και 13, της οδηγίας αυτής, τη «συλλογή», αντιστοίχως, «δακτυλοσκοπικών δεδομένων» και «εικόνων προσώπου» που παρέχουν, μέσω ειδικής τεχνικής επεξεργασίας, δεδομένα σχετικά με τα φυσικά χαρακτηριστικά ενός προσώπου και που καθιστούν δυνατή ή επιβεβαιώνουν την αδιαμφισβήτητη ταυτοποίησή του.
38 Όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 55-1 του κώδικα ποινικής δικονομίας και όπως επιβεβαίωσε η Γαλλική Κυβέρνηση με τις γραπτές παρατηρήσεις της, σκοποί της ανωτέρω συλλογής βιομετρικών δεδομένων είναι να καταστεί δυνατή η σύγκριση των βιομετρικών δεδομένων προσώπου εις βάρος του οποίου έχει κινηθεί ποινική έρευνα με τα ίχνη και τα δείγματα που έχουν συλλεχθεί για τις ανάγκες της εν λόγω έρευνας, καθώς και να ταυτοποιηθεί το πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται η πράξη στο πλαίσιο της έρευνας αυτής ή άλλων εν εξελίξει ή μελλοντικών ποινικών διαδικασιών.
39 Όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 52 έως 54 των προτάσεών του, τα δεδομένα που συλλέγονται κατ’ αυτόν τον τρόπο είναι, υπό το πρίσμα των ανωτέρω ειδικών και συγκεκριμένων σκοπών, κατάλληλα και συναφή, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της εν λόγω οδηγίας, υπό την επιφύλαξη ότι οι σκοποί αυτοί ορίζονται με κατάλληλο και αρκούντως ακριβή τρόπο από το δίκαιο του οικείου κράτους μέλους, συμπεριλαμβανομένης της νομολογίας των εθνικών δικαστηρίων, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει [πρβλ. απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2025, Policejní prezidium (Αποθήκευση βιομετρικών και γενετικών δεδομένων), C‑57/23, EU:C:2025:905, σκέψη 90].
40 Πάντως, διαπιστώνεται ότι το πεδίο εφαρμογής της συλλογής βιομετρικών δεδομένων, όπως ορίζεται στο άρθρο 55-1 του κώδικα ποινικής δικονομίας, είναι ιδιαίτερα ευρύ, δεδομένου ότι αφορά όλα τα πρόσωπα για τα οποία υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι τέλεσαν ή αποπειράθηκαν να τελέσουν ποινικό αδίκημα.
41 Πλην όμως, το γεγονός και μόνον ότι υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι ένα πρόσωπο τέλεσε ή αποπειράθηκε να τελέσει τέτοιο αδίκημα δεν μπορεί να θεωρηθεί, αφ’ εαυτού, ως στοιχείο από το οποίο είναι δυνατόν να συναχθεί ότι η συλλογή των βιομετρικών δεδομένων του είναι απολύτως αναγκαία υπό το πρίσμα των ειδικών και συγκεκριμένων σκοπών που αυτή επιδιώκει και λαμβανομένων υπόψη των επακόλουθων προσβολών των δικαιωμάτων στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) [πρβλ. απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2023, Ministerstvo na vatreshnite raboti (Καταγραφή βιομετρικών και γενετικών δεδομένων από την αστυνομία), C‑205/21, EU:C:2023:49, σκέψη 130].
42 Πράγματι, αφενός, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, σε ορισμένες περιπτώσεις, η συλλογή βιομετρικών δεδομένων, παρά την ύπαρξη βάσιμων υπονοιών ότι το εμπλεκόμενο πρόσωπο τέλεσε ή αποπειράθηκε να τελέσει ποινικό αδίκημα, να μην ανταποκρίνεται σε καμία συγκεκριμένη ανάγκη για τους σκοπούς της εκκρεμούς ποινικής διαδικασίας [πρβλ. απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2023, Ministerstvo na vatreshnite raboti (Καταγραφή βιομετρικών και γενετικών δεδομένων από την αστυνομία), C‑205/21, EU:C:2023:49, σκέψη 131].
43 Αφετέρου, το ενδεχόμενο η συλλογή των βιομετρικών δεδομένων ενός υπόπτου για τέλεση ή απόπειρα τέλεσης ποινικού αδικήματος να είναι απολύτως αναγκαία στο πλαίσιο της έρευνας εις βάρος του ή άλλων εν εξελίξει ή μελλοντικών ποινικών διαδικασιών πρέπει να εκτιμάται σύμφωνα με τη νομολογία που υπενθυμίστηκε στη σκέψη 34 της παρούσας απόφασης, λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών στοιχείων.
44 Όπως, όμως, προκύπτει από την ίδια τη διατύπωση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο εκκινεί από την παραδοχή ότι το άρθρο 55-1 του κώδικα ποινικής δικονομίας προβλέπει συστηματική συλλογή των βιομετρικών δεδομένων κάθε προσώπου για το οποίο υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι τέλεσε ή αποπειράθηκε να τελέσει ποινικό αδίκημα, χωρίς ο αξιωματικός της δικαστικής αστυνομίας να οφείλει να διαπιστώσει και να αποδείξει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ότι η συλλογή αυτή είναι «απολύτως αναγκαία», κατά την έννοια του άρθρου 10 της οδηγίας 2016/680.
45 Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι η Γαλλική Κυβέρνηση αμφισβητεί αυτή την ερμηνεία του εθνικού δικαίου στην οποία προέβη το αιτούν δικαστήριο.
46 Συγκεκριμένα, αφενός, από τη λέξη «δύναται» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 55-1, πρώτο εδάφιο, του κώδικα ποινικής δικονομίας προκύπτει ότι ο αξιωματικός της δικαστικής αστυνομίας διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως προκειμένου να προβεί στις εξωτερικές δειγματοληψίες που είναι «αναγκαίες» για την έρευνα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής.
47 Αφετέρου, από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 55-1, δεύτερο εδάφιο, του ανωτέρω κώδικα προκύπτει επίσης ότι η διεξαγωγή των ενεργειών σήμανσης, ιδίως δακτυλοσκοπικής και φωτογραφικής, που προβλέπονται στη διάταξη αυτή εξαρτάται από τους κανόνες που διέπουν καθέναν από τους αστυνομικούς φακέλους τους οποίους τροφοδοτούν οι εν λόγω ενέργειες, δηλαδή, αντιστοίχως, το αυτοματοποιημένο αρχείο δακτυλικών αποτυπωμάτων και, μόνο ως προς τις φωτογραφίες, την επεξεργασία του ποινικού μητρώου. Διάφορες, όμως, άλλες διατάξεις του εν λόγω κώδικα, τις οποίες δεν αναφέρει το αιτούν δικαστήριο, οριοθετούν αυστηρά τη δυνατότητα διεξαγωγής ενεργειών σήμανσης και την αξιοποίησή τους. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ενέργειες σήμανσης πραγματοποιούνται μόνον όταν το απαιτεί η έρευνα. Επιπλέον, η δυνατότητα αυτή υπόκειται σε αυστηρότερες προϋποθέσεις από ό,τι η απλή ύπαρξη υπονοιών τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης ποινικού αδικήματος, δεδομένου ότι απαιτείται η ύπαρξη σοβαρών ή συγκλινουσών ενδείξεων που καθιστούν πιθανή την εμπλοκή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη, ως αυτουργού ή συνεργού, σε ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης ή είναι αναγκαία η μετά βεβαιότητος ταυτοποίηση του προσώπου αυτού.
48 Εξάλλου, η Γαλλική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι η προϋπόθεση της «απόλυτης ανάγκης», κατά την έννοια του άρθρου 10 της οδηγίας 2016/680, μολονότι δεν μνημονεύεται στο άρθρο 55-1 του κώδικα ποινικής δικονομίας, εντούτοις περιλαμβάνεται ρητώς στην εθνική νομοθεσία που μετέφερε ειδικώς την οδηγία αυτή στο εσωτερικό δίκαιο. Η συλλογή, όμως, βιομετρικών δεδομένων βάσει του άρθρου 55-1 δεν μπορεί να αντιβαίνει στις διατάξεις της νομοθεσίας αυτής.
49 Επ’ αυτού, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας εθνικών διατάξεων και να κρίνει αν η ερμηνεία ή η εφαρμογή τους από το εθνικό δικαστήριο είναι ορθή, δεδομένου ότι η ερμηνεία αυτή εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων [απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Bezirkshauptmannschaft Landeck (Απόπειρα πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα αποθηκευμένα σε κινητό τηλέφωνο), C‑548/21, EU:C:2024:830, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
50 Ειδικότερα, το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη, στο πλαίσιο της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ των δικαστηρίων της Ένωσης και των εθνικών δικαστηρίων, το πραγματικό και νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα προδικαστικά ερωτήματα, όπως αυτό προσδιορίζεται με την απόφαση περί παραπομπής. Ως εκ τούτου, ανεξαρτήτως της κριτικής που ασκεί η κυβέρνηση κράτους μέλους στην ερμηνεία του εθνικού δικαίου από το αιτούν δικαστήριο, η εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων πρέπει να βασιστεί στην ερμηνεία αυτή και δεν απόκειται στο Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβειά της [απόφαση της 29ης Ιουλίου 2024, CU και ND (Κοινωνική αρωγή –Έμμεση διάκριση), C‑112/22 και C‑223/22, EU:C:2024:636, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
51 Υπό τις συνθήκες αυτές, ακόμη και αν υποτεθεί ότι, όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, το άρθρο 55-1 του κώδικα ποινικής δικονομίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι προσδίδει συστηματικό χαρακτήρα στις ενέργειες σήμανσης, ιδίως δακτυλοσκοπικής και φωτογραφικής, κάθε προσώπου εις βάρος του οποίου υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι τέλεσε ή αποπειράθηκε να τελέσει ποινικό αδίκημα, χωρίς η αρμόδια αρχή να υποχρεούται να εκτιμήσει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν είναι «απολύτως αναγκαία», κατά την έννοια του άρθρου 10 της οδηγίας 2016/680, η διενέργεια της εν λόγω σήμανσης, μια τέτοια εθνική νομοθεσία θα ήταν, σύμφωνα με τη νομολογία που υπενθυμίστηκε στη σκέψη 36 της παρούσας απόφασης, αντίθετη προς το άρθρο 10 της οδηγίας, στο μέτρο που θα μπορούσε να οδηγήσει, αδιακρίτως και γενικώς, στη συλλογή των βιομετρικών δεδομένων των προσώπων αυτών.
52 Τούτου λεχθέντος, λαμβανομένων υπόψη, ιδίως, των στοιχείων που μνημονεύονται στις σκέψεις 46 έως 48 της παρούσας απόφασης, εναπόκειται, αφενός, στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική νομοθεσία επιβάλλει στην αρχή της δικαστικής αστυνομίας να προβαίνει συστηματικά σε τέτοια συλλογή, χωρίς η αρχή αυτή να είναι σε θέση να εκτιμήσει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν η συλλογή είναι «απολύτως αναγκαία», κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 10.
53 Αφετέρου, το αιτούν δικαστήριο πρέπει ακόμη να βεβαιωθεί, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του ισχυρισμού που προέβαλε ο HW τόσο στο πλαίσιο της κύριας δίκης όσο και στις γραπτές παρατηρήσεις του, ισχυρισμού ο οποίος μνημονεύεται επίσης στο σκεπτικό της απόφασης περί παραπομπής και κατά τον οποίο στο αυτοματοποιημένο αρχείο δακτυλικών αποτυπωμάτων είναι καταχωρισμένα τα δακτυλικά αποτυπώματα 6,5 εκατομμυρίων προσώπων, ότι η αποτελεσματική εφαρμογή της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνικής νομοθεσίας από τις αρμόδιες αρχές δεν καταλήγει, επίσης, στη συστηματική συλλογή των βιομετρικών δεδομένων κάθε προσώπου για το οποίο υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι τέλεσε ή αποπειράθηκε να τελέσει ποινικό αδίκημα (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 23ης Απριλίου 2009, Αγγελιδάκη κ.λπ., C‑378/07 έως C‑380/07, EU:C:2009:250, σκέψη 164 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Πράγματι, στην περίπτωση για την οποία έγινε λόγος στη σκέψη 46 της παρούσας απόφασης, και κατά την οποία ο αξιωματικός της δικαστικής αστυνομίας διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως για την εφαρμογή του άρθρου 55-1, πρώτο εδάφιο, του κώδικα ποινικής δικονομίας, ο εν λόγω αξιωματικός θα πρέπει να ασκήσει την ευχέρεια αυτή σύμφωνα με τις απαιτήσεις που εκτίθενται στις σκέψεις 28 έως 36 της παρούσας απόφασης.
54 Κατά συνέπεια, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 10 της οδηγίας 2016/680, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, και το άρθρο 8 της οδηγίας αυτής, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει τη συστηματική συλλογή των βιομετρικών δεδομένων κάθε προσώπου για το οποίο υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι τέλεσε ή αποπειράθηκε να τελέσει ποινικό αδίκημα, εκτός αν αποδεικνύεται, αφενός, ότι το εθνικό δίκαιο ορίζει τους ειδικούς και συγκεκριμένους σκοπούς που επιδιώκονται με τη συλλογή αυτή κατά τρόπο κατάλληλο και αρκούντως ακριβή και, αφετέρου, ότι η αρμόδια αρχή υποχρεούται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, να εκτιμά αν η εν λόγω συλλογή είναι απολύτως αναγκαία για την επίτευξη των σκοπών αυτών, οπότε μια τέτοια συλλογή δεν έχει συστηματικό χαρακτήρα.
Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
55 Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 10 της οδηγίας 2016/680 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία δεν προβλέπει υποχρέωση της αρμόδιας αρχής να αιτιολογεί προσηκόντως, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, την «απόλυτη ανάγκη», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, να συλλεχθούν τα βιομετρικά δεδομένα κάθε προσώπου για το οποίο υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι τέλεσε ή αποπειράθηκε να τελέσει ποινικό αδίκημα.
Επί του παραδεκτού
56 Η Γαλλική Κυβέρνηση φρονεί ότι το ερώτημα αυτό είναι απαράδεκτο. Συγκεκριμένα, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι οι λόγοι που οδήγησαν το αιτούν δικαστήριο να υποβάλει το ερώτημα αυτό αφορούν την αρχή η οποία οφείλει να διασφαλίσει τον έλεγχο της «απόλυτης ανάγκης», κατά την έννοια του άρθρου 10 της οδηγίας 2016/680. Η διατύπωση, όμως, του δευτέρου ερωτήματος δεν αφορά την πτυχή αυτή, αλλά την υποχρέωση να αιτιολογείται προσηκόντως, κατά περίπτωση, ο λόγος για τον οποίο η σήμανση των εμπλεκόμενων προσώπων ανταποκρίνεται σε μια τέτοια «απόλυτη ανάγκη». Επομένως, δεν τεκμηριώνεται η χρησιμότητα της απάντησης στο δεύτερο ερώτημα για την έκβαση της κύριας δίκης. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο δεν εξηγεί με ποιον τρόπο οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης τις οποίες αναφέρει, δηλαδή το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, καθώς και τα άρθρα 8 και 10 της ανωτέρω οδηγίας, δικαιολογούν οποιαδήποτε υποχρέωση αιτιολόγησης.
57 Επ’ αυτού, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα που υποβάλλει εθνικός δικαστής εντός του πραγματικού και νομικού πλαισίου το οποίο ο ίδιος προσδιορίζει με δική του ευθύνη, και του οποίου την ακρίβεια δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο, θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή [αποφάσεις της 15ης Μαΐου 2003, Salzmann, C‑300/01, EU:C:2003:283, σκέψη 31, και της 18ης Δεκεμβρίου 2025, Tenergie (Αίτηση διαγραφής εισαγωγικών δασμών), C‑259/24, EU:C:2025:1013, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
58 Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος που έχει υποβάλει εθνικό δικαστήριο μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή, ακόμη, όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί [απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2025, Policejní prezidium (Αποθήκευση βιομετρικών και γενετικών δεδομένων), C‑57/23, EU:C:2025:905, σκέψη 62 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
59 Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 18 της παρούσας απόφασης, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ρητώς, στο σκεπτικό της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, αν «η απαίτηση προσήκουσας αιτιολόγησης» της, κατά την έννοια του άρθρου 10 της οδηγίας 2016/680, «απόλυτης ανάγκης» συλλογής στοιχείων σήμανσης βαρύνει την «αρμόδια αρχή», όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 3, σημείο 7, της οδηγίας, δηλαδή τον αξιωματικό της δικαστικής αστυνομίας, και/ή το εθνικό δικαστήριο που ασκεί τον έλεγχο των πράξεων τις οποίες εκδίδει η εν λόγω αρχή.
60 Επομένως, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Γαλλική Κυβέρνηση, το αιτούν δικαστήριο δεν διερωτάται απλώς ποια αρχή οφείλει να διασφαλίζει τον έλεγχο της «απόλυτης ανάγκης» για μια τέτοια συλλογή, κατά την έννοια του άρθρου 10 της ανωτέρω οδηγίας, αλλά ζητεί επίσης να διευκρινιστεί το περιεχόμενο της υποχρέωσης αιτιολόγησης, ιδίως ως προς τον προσήκοντα χαρακτήρα της, την οποία υπέχει, ενδεχομένως, η εν λόγω αρχή.
61 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης δεν έχει προδήλως καμία σχέση με το υποστατό ή με το αντικείμενο της κύριας δίκης ή ότι αφορά πρόβλημα υποθετικής φύσεως.
62 Ως προς τους λόγους για τους οποίους το δίκαιο της Ένωσης επιβάλλει στην αρμόδια αρχή να αιτιολογεί την, κατά την έννοια του άρθρου 10 της ανωτέρω οδηγίας, «απόλυτη ανάγκη» συλλογής βιομετρικών δεδομένων, οι οποίοι φέρονται να μην εκτίθενται στην απόφαση περί παραπομπής, αρκεί η επισήμανση ότι οι λόγοι αυτοί αφορούν την ουσία της απάντησης που πρέπει να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα και όχι το παραδεκτό του.
63 Συνεπώς, το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα είναι παραδεκτό.
Επί της ουσίας
64 Όπως προκύπτει από τη σκέψη 24 της παρούσας απόφασης, το άρθρο 10 της οδηγίας 2016/680 προβλέπει ότι η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή βιομετρικών δεδομένων, πρέπει να πληροί, πέραν της προϋπόθεσης κατά την οποία η σχεδιαζόμενη επεξεργασία πρέπει να είναι «απολύτως αναγκαία», και την προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, κατά την οποία πρέπει να υπάρχουν «κατάλληλες διασφαλίσεις» για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων.
65 Όσον αφορά την τελευταία αυτή προϋπόθεση, επισημαίνεται ότι το άρθρο 54 της ανωτέρω οδηγίας, το οποίο αποτελεί έκφραση του άρθρου 47 του Χάρτη, επιβάλλει ρητώς στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προβλέπουν ότι τα υποκείμενα των δεδομένων, εάν θεωρούν ότι τα δικαιώματα που αντλούν από διατάξεις θεσπισθείσες δυνάμει της εν λόγω οδηγίας παραβιάστηκαν εξαιτίας της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν κατά παράβαση των διατάξεων αυτών, έχουν δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προσφυγής [απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Bezirkshauptmannschaft Landeck (Απόπειρα πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα αποθηκευμένα σε κινητό τηλέφωνο), C‑548/21, EU:C:2024:830, σκέψη 117].
66 Συναφώς, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προσφυγής, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, επιτάσσει, κατ’ αρχήν, να είναι ο ενδιαφερόμενος σε θέση να λάβει γνώση των λόγων βάσει των οποίων ελήφθη η απόφαση που τον αφορά, είτε επειδή έχει διαβάσει την απόφαση είτε επειδή του έχουν γνωστοποιηθεί οι λόγοι αυτοί, προκειμένου να του παρασχεθεί η δυνατότητα να προασπίσει τα δικαιώματά του υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες και να αποφασίσει, μετά λόγου γνώσεως, αν είναι πρόσφορο να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο, καθώς και να παρασχεθεί στο συγκεκριμένο δικαστήριο πλήρως η δυνατότητα άσκησης του εκ μέρους του ελέγχου νομιμότητας της απόφασης αυτής (απόφαση της 13ης Ιουνίου 2024, HYA κ.λπ. II, C‑229/23, EU:C:2024:505, σκέψη 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
67 Μολονότι το ως άνω δικαίωμα δεν αποτελεί απόλυτο προνόμιο και, σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, επιτρέπεται η επιβολή περιορισμών στην άσκησή του, τούτο είναι δυνατό υπό την προϋπόθεση, πρώτον, ότι οι περιορισμοί αυτοί προβλέπονται από τον νόμο, δεύτερον, ότι σέβονται το βασικό περιεχόμενο των οικείων δικαιωμάτων και ελευθεριών και, τρίτον, ότι, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε σκοπούς γενικού συμφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων [απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Bezirkshauptmannschaft Landeck (Απόπειρα πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα αποθηκευμένα σε κινητό τηλέφωνο), C‑548/21, EU:C:2024:830, σκέψη 119 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
68 Συνεπώς, η αρμόδια αρχή, στην οποία το εθνικό δίκαιο επιτρέπει να συλλέγει βιομετρικά δεδομένα σε περίπτωση «απόλυτης ανάγκης», κατά την έννοια του άρθρου 10 της οδηγίας 2016/680, οφείλει να γνωστοποιεί στα υποκείμενα των δεδομένων, στο πλαίσιο των εφαρμοστέων εθνικών διαδικασιών, τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η «απόλυτη ανάγκη», λόγους οι οποίοι είναι αναγκαίοι για να μπορέσουν τα υποκείμενα των δεδομένων να ασκήσουν, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα προσφυγής, που προβλέπεται ρητώς στο άρθρο 54 της οδηγίας, σύμφωνα με το άρθρο 47 του Χάρτη [πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Bezirkshauptmannschaft Landeck (Απόπειρα πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα αποθηκευμένα σε κινητό τηλέφωνο), C‑548/21, EU:C:2024:830, σκέψη 120 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
69 Οι εκτιμήσεις αυτές δεν αναιρούνται από τα επιχειρήματα των κυβερνήσεων που μετείχαν στην παρούσα προδικαστική διαδικασία.
70 Κατ’ αρχάς, μια τέτοια υποχρέωση της αρμόδιας αρχής να αιτιολογεί την, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 10, «απόλυτη ανάγκη» συλλογής των βιομετρικών δεδομένων προσώπου εις βάρος του οποίου έχει κινηθεί ποινική έρευνα ουδόλως μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την έρευνα αυτή. Πράγματι, μια τέτοια αιτιολογία μπορεί να είναι συνοπτική, υπό την προϋπόθεση ότι είναι αρκετά σαφής ώστε να παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων τη δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμα προσφυγής του.
71 Περαιτέρω, η ως άνω υποχρέωση αιτιολόγησης επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο καθόσον, όπως προκύπτει, ειδικότερα, από τα σημεία 25 έως 36 της παρούσας απόφασης, η αρμόδια αρχή οφείλει, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο 10, να εκτιμά, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, την «απόλυτη ανάγκη» συλλογής των δεδομένων, διαπιστώνοντας και αποδεικνύοντας την ύπαρξη τέτοιας ανάγκης. Εάν, όμως, η εν λόγω αρχή δεν ήταν υποχρεωμένη να αιτιολογεί τις αποφάσεις της ως προς το θέμα αυτό, το εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται της νομιμότητας της συλλογής των δεδομένων δεν θα ήταν σε θέση να ελέγξει ούτε την αποτελεσματική άσκηση, από τη συγκεκριμένη αρχή, της εξουσίας εκτίμησής της ούτε το βάσιμο της συλλογής αυτής [πρβλ. απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2024, Ministerstvo na vatreshnite raboti (Καταγραφή βιομετρικών και γενετικών δεδομένων II), C‑80/23, EU:C:2024:991, σκέψη 58].
72 Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται, όπως ορθώς υποστήριξε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, από το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 2016/680, το οποίο επιβάλλει στην αρμόδια αρχή που προβαίνει στη συλλογή βιομετρικών δεδομένων, ως «υπεύθυνος επεξεργασίας», κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 8, της οδηγίας, να είναι σε θέση να αποδείξει τη συμμόρφωση, μεταξύ άλλων, με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, του άρθρου 4, από την οποία προκύπτει, σε συνδυασμό με το άρθρο 10 της οδηγίας, ότι οι σκοποί της συλλογής αυτής πρέπει, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 29 της παρούσας απόφασης, να είναι αρκούντως ακριβείς και συγκεκριμένοι ώστε να καθίσταται δυνατή η εκτίμηση του κατά πόσον η συλλογή είναι «απολύτως αναγκαία», κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 10.
73 Επομένως, η ύπαρξη δικαστικού ελέγχου σχετικού με τη νομιμότητα της συλλογής βιομετρικών δεδομένων από την «αρμόδια αρχή», όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 3, σημείο 7, της οδηγίας 2016/680, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αντισταθμίσει την έλλειψη υποχρέωσης της εν λόγω αρχής να αιτιολογήσει τον «απολύτως αναγκαίο» χαρακτήρα της συλλογής, σύμφωνα με το άρθρο 10 της οδηγίας, διασφαλίζοντας, αντί της αρχής αυτής, την τήρηση της εν λόγω υποχρέωσης, καθώς η συγκεκριμένη αρχή είναι εκείνη στην οποία εναπόκειται να προβεί στην απαιτούμενη βάσει του άρθρου 10 εκτίμηση, η οποία επιτρέπει ακριβώς να διασφαλιστεί, με τη σειρά της, η αποτελεσματικότητα του ανωτέρω ελέγχου [πρβλ. απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2024, Ministerstvo na vatreshnite raboti (Καταγραφή βιομετρικών και γενετικών δεδομένων II), C‑80/23, EU:C:2024:991, σκέψεις 57 και 61].
74 Τέλος, διευκρινίζεται ότι η υποχρέωση της αρμόδιας αρχής να αιτιολογεί την, κατά την έννοια του άρθρου 10 της οδηγίας 2016/680, «απόλυτη ανάγκη» συλλογής βιομετρικών δεδομένων δεν μπορεί, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 81 των προτάσεών του, να θεωρηθεί ότι συνιστά υπέρμετρο βάρος για την εν λόγω αρχή, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει ιδίως από τη σκέψη 36 της παρούσας απόφασης, η συλλογή αυτή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να έχει συστηματικό χαρακτήρα όσον αφορά τα πρόσωπα για τα οποία υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι τέλεσαν ή αποπειράθηκαν να τελέσουν ποινικό αδίκημα.
75 Κατά συνέπεια, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 10 της οδηγίας 2016/680, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 4, καθώς και με το άρθρο 54 της οδηγίας, και υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία δεν προβλέπει υποχρέωση της αρμόδιας αρχής να αιτιολογεί προσηκόντως, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, την «απόλυτη ανάγκη», κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 10, να συλλεχθούν τα βιομετρικά δεδομένα κάθε προσώπου για το οποίο υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι τέλεσε ή αποπειράθηκε να τελέσει ποινικό αδίκημα.
Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
76 Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 10 της οδηγίας 2016/680, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, και το άρθρο 8 της οδηγίας, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία επιτρέπει τη δίωξη και την καταδίκη προσώπου για ειδικό ποινικό αδίκημα που τιμωρεί την άρνηση του προσώπου αυτού να επιτρέψει τη συλλογή των βιομετρικών δεδομένων του, ακόμη και αν το τελευταίο δεν έχει διωχθεί ούτε καταδικαστεί για το ποινικό αδίκημα επί του οποίου στηριζόταν η σχεδιαζόμενη συλλογή των εν λόγω δεδομένων.
Επί του παραδεκτού
77 Η Γαλλική Κυβέρνηση αμφισβητεί το παραδεκτό του ερωτήματος αυτού. Συγκεκριμένα, το εν λόγω ερώτημα αφορά τη νομιμότητα του ειδικού ποινικού αδικήματος που προβλέπεται στο άρθρο 55-1, τρίτο εδάφιο, του κώδικα ποινικής δικονομίας, το οποίο ποινικοποιεί και τιμωρεί την άρνηση του εμπλεκόμενου προσώπου να υποβληθεί σε ενέργειες σήμανσης, ενώ η οδηγία 2016/680 δεν ρυθμίζει τις συνέπειες μιας τέτοιας άρνησης. Επιπλέον, καμία πράξη του δικαίου της Ένωσης δεν θεσπίζει κοινούς κανόνες σχετικά με τη δυνατότητα κράτους μέλους να ποινικοποιήσει και να τιμωρήσει μια τέτοια άρνηση. Επομένως, το άρθρο 55-1, τρίτο εδάφιο, του κώδικα ποινικής δικονομίας ουδόλως συνιστά απόρροια της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.
78 Επ’ αυτού, αρκεί ωστόσο να υπενθυμιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, όταν δεν προκύπτει προδήλως ότι η ερμηνεία πράξης του δικαίου της Ένωσης δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όπως συμβαίνει εν προκειμένω με την οδηγία 2016/680, η ένσταση που στηρίζεται σε αδυναμία εφαρμογής της πράξης αυτής στην υπόθεση της κύριας δίκης αφορά την εξέταση της ουσίας των ερωτημάτων [απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Bezirkshauptmannschaft Landeck (Απόπειρα πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα αποθηκευμένα σε κινητό τηλέφωνο), C‑548/21, EU:C:2024:830, σκέψη 67 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
79 Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το τρίτο προδικαστικό ερώτημα είναι παραδεκτό.
Επί της ουσίας
80 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα, πρέπει να εξεταστεί, αρχικά, αν εθνική νομοθεσία η οποία, όπως το άρθρο 55-1, τρίτο εδάφιο, του κώδικα ποινικής δικονομίας, επιτρέπει τη δίωξη και την καταδίκη προσώπου για ειδικό ποινικό αδίκημα που τιμωρεί την άρνηση του προσώπου αυτού να επιτρέψει τη συλλογή των βιομετρικών δεδομένων του, ακόμη και αν το τελευταίο δεν έχει διωχθεί ούτε καταδικαστεί για το ποινικό αδίκημα επί του οποίου στηριζόταν η σχεδιαζόμενη συλλογή των εν λόγω δεδομένων, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, και ειδικότερα, όπως αναφέρει το αιτούν δικαστήριο, της οδηγίας 2016/680. Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, πρέπει ακόμη να καθοριστεί, στη συνέχεια, αν οι διατάξεις της οδηγίας αυτής αντιτίθενται σε μια τέτοια νομοθεσία.
81 Όσον αφορά, πρώτον, το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο της 2, παράγραφος 1, η οδηγία αυτή εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την αρμόδια αρχή για τους σκοπούς που καθορίζονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, δηλαδή, μεταξύ άλλων, για την πρόληψη, τη διερεύνηση, την ανίχνευση ή τη δίωξη ποινικών αδικημάτων.
82 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου, όμως, προκύπτει ότι η απόπειρα της αρμόδιας αρχής να προβεί σε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτή που πραγματοποιείται όταν το υποκείμενο των δεδομένων αρνείται να υποβληθεί στη συλλογή των βιομετρικών δεδομένων του, για τους σκοπούς της πρόληψης, της διερεύνησης, της ανίχνευσης ή της δίωξης ποινικών αδικημάτων, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2016/680 [πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Bezirkshauptmannschaft Landeck (Απόπειρα πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα αποθηκευμένα σε κινητό τηλέφωνο), C‑548/21, EU:C:2024:830, σκέψη 77].
83 Επομένως, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 99 των προτάσεών του, όταν η ανωτέρω άρνηση εκθέτει το πρόσωπο αυτό, βάσει του εθνικού δικαίου, στην επιβολή ποινικής κύρωσης για ειδικό αδίκημα σχετικό με την εν λόγω άρνηση, η συμβατότητα της σχεδιαζόμενης συλλογής βιομετρικών δεδομένων με τις διατάξεις της οδηγίας αποτελεί προϋπόθεση για τη νομιμότητα της κύρωσης αυτής (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 16ης Μαΐου 2017, Berlioz Investment Fund, C‑682/15, EU:C:2017:373, σκέψεις 41 και 74).
84 Κατά συνέπεια, εθνική νομοθεσία η οποία, όπως το άρθρο 55-1, τρίτο εδάφιο, του κώδικα ποινικής δικονομίας, επιτρέπει τη δίωξη και την καταδίκη, για ειδικό ποινικό αδίκημα, προσώπου το οποίο αρνήθηκε να υποβληθεί στη συλλογή των βιομετρικών δεδομένων του, ακόμη και αν το πρόσωπο αυτό δεν διώχθηκε ούτε καταδικάστηκε για το ποινικό αδίκημα επί του οποίου στηριζόταν η εν λόγω συλλογή, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ανωτέρω οδηγίας.
85 Όσον αφορά, δεύτερον, το ζήτημα αν οι διατάξεις της οδηγίας 2016/680 αντιτίθενται σε μια τέτοια εθνική νομοθεσία, διαπιστώνεται ότι, στο μέτρο που η συμβατότητα της σχεδιαζόμενης συλλογής βιομετρικών δεδομένων με τις διατάξεις αυτές συνιστά, όπως προκύπτει από τη σκέψη 83 της παρούσας απόφασης, προϋπόθεση για τη νομιμότητα της ποινικής κύρωσης η οποία επιβάλλεται, για ειδικό αδίκημα, στο πρόσωπο που αρνείται να υποβληθεί στην εν λόγω συλλογή, μια τέτοια κύρωση μπορεί να επιβληθεί στο πρόσωπο αυτό μόνο εάν, όπως προκύπτει, ειδικότερα, από τις σκέψεις 24 έως 36 της παρούσας απόφασης, η απόπειρα συλλογής πληροί την προϋπόθεση της «απόλυτης ανάγκης», κατά την έννοια του άρθρου 10 της οδηγίας, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, και το άρθρο 8 της οδηγίας.
86 Συναφώς, όπως προκύπτει από τη νομολογία που υπενθυμίστηκε στις σκέψεις 34 και 43 της παρούσας απόφασης, το ενδεχόμενο η σχεδιαζόμενη συλλογή των βιομετρικών δεδομένων να είναι απολύτως αναγκαία, κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας, πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών στοιχείων κατά τον χρόνο κατά τον οποίο οι αρμόδιες αρχές σχεδιάζουν να προβούν στη συλλογή αυτή. Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι το εμπλεκόμενο πρόσωπο, για το οποίο υπήρχαν, κατά τον χρόνο κατά τον οποίο σχεδιαζόταν η ανωτέρω συλλογή, υπόνοιες ότι είχε τελέσει ή αποπειραθεί να τελέσει ποινικό αδίκημα, δεν διώχθηκε ούτε καταδικάστηκε εν τέλει για το συγκεκριμένο αδίκημα δεν είναι, αφ’ εαυτού, καθοριστικό για την τήρηση της εν λόγω προϋπόθεσης της «απόλυτης ανάγκης».
87 Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι το γεγονός και μόνον ότι η συλλογή των βιομετρικών δεδομένων προσώπου στο οποίο αποδίδεται ποινικό αδίκημα πραγματοποιείται πριν από την αμετάκλητη καταδίκη του δεν αρκεί για να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η συλλογή αυτή να θεωρηθεί «απολύτως αναγκαία», κατά την έννοια του άρθρου 10 της ίδιας οδηγίας, δεδομένου ότι, λόγω των ειδικών και συγκεκριμένων επιδιωκόμενων σκοπών, η συλλογή τους, και όσον αφορά το είδος των οικείων δεδομένων, μπορεί να αποδειχθεί απολύτως αναγκαία, ιδίως προκειμένου να διαπιστωθεί αν, λόγω ενδεχόμενης συμμετοχής του σε εγκληματική οργάνωση, το συγκεκριμένο πρόσωπο ενδέχεται να έχει συμμετάσχει σε άλλα αδικήματα για τα οποία τέτοιου είδους δεδομένα θα μπορούσαν να είναι κρίσιμα ή, αν υφίσταται κίνδυνος διαφυγής, προκειμένου να καταστεί εφικτή η ταυτοποίησή του [πρβλ. απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2025, Policejní prezidium (Αποθήκευση βιομετρικών και γενετικών δεδομένων), C‑57/23, EU:C:2025:905, σκέψη 93].
88 Τούτου λεχθέντος, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, εφόσον μια τέτοια ποινική κύρωση για ειδικό αδίκημα που τιμωρεί την άρνηση ενός προσώπου να επιτρέψει τη συλλογή των βιομετρικών δεδομένων του εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, πρέπει να είναι σύμφωνη με τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η αρχή της αναλογικότητας, η οποία κατοχυρώνεται, ιδίως, στο άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη, κατά το οποίο η αυστηρότητα της ποινής δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη προς το αδίκημα [πρβλ. απόφαση της 8ης Μαρτίου 2022, Bezirkshauptmannschaft Hartberg-Fürstenfeld (Άμεσο αποτέλεσμα), C‑205/20, EU:C:2022:168, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
89 Η αρχή της αναλογικότητας επιτάσσει, αφενός, η επιβαλλόμενη κύρωση να τελεί σε αντιστοιχία με τη σοβαρότητα του αδικήματος και, αφετέρου, να λαμβάνονται υπόψη, κατά τον καθορισμό της κύρωσης και κατά την επιμέτρηση της χρηματικής ποινής, οι επιμέρους περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2018, Link Logistik N&N, C‑384/17, EU:C:2018:810, σκέψη 45).
90 Συναφώς, όπως υπογράμμισε, εν συνόψει, ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 109 έως 112 των προτάσεών του, το εθνικό δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την επιβολή ποινικής κύρωσης για ειδικό αδίκημα το οποίο τιμωρεί την άρνηση προσώπου να επιτρέψει τη συλλογή των βιομετρικών δεδομένων του οφείλει να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τη νομολογία που υπενθυμίστηκε στη σκέψη 34 της παρούσας απόφασης, μεταξύ άλλων, τη συμπεριφορά και το προφίλ του προσώπου αυτού, το ποινικό μητρώο του και τη σοβαρότητα του εικαζόμενου ποινικού αδικήματος επί του οποίου στηριζόταν η σχεδιαζόμενη συλλογή.
91 Κατά συνέπεια, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 10 της οδηγίας 2016/680, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, καθώς και με το άρθρο 8 της οδηγίας, και υπό το πρίσμα του άρθρου 49, παράγραφος 3, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία επιτρέπει τη δίωξη και την καταδίκη προσώπου για ειδικό ποινικό αδίκημα που τιμωρεί την άρνηση του προσώπου αυτού να επιτρέψει τη συλλογή των βιομετρικών δεδομένων του, ακόμη και αν το τελευταίο δεν έχει διωχθεί ούτε καταδικαστεί για το ποινικό αδίκημα επί του οποίου στηριζόταν η σχεδιαζόμενη συλλογή των δεδομένων, εφόσον η εν λόγω συλλογή πληροί την προϋπόθεση της «απόλυτης ανάγκης», κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 10, και η επιβαλλόμενη στο πλαίσιο αυτό ποινική κύρωση είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας.
Επί των δικαστικών εξόδων
92 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 10 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της απόφασης-πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, και με το άρθρο 8 της οδηγίας,
έχει την έννοια ότι:
αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει τη συστηματική συλλογή των βιομετρικών δεδομένων κάθε προσώπου για το οποίο υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι τέλεσε ή αποπειράθηκε να τελέσει ποινικό αδίκημα, εκτός αν αποδεικνύεται, αφενός, ότι το εθνικό δίκαιο ορίζει τους ειδικούς και συγκεκριμένους σκοπούς που επιδιώκονται με τη συλλογή αυτή κατά τρόπο κατάλληλο και αρκούντως ακριβή και, αφετέρου, ότι η αρμόδια αρχή υποχρεούται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, να εκτιμά αν η εν λόγω συλλογή είναι απολύτως αναγκαία για την επίτευξη των σκοπών αυτών, οπότε μια τέτοια συλλογή δεν έχει συστηματικό χαρακτήρα.
2) Το άρθρο 10 της οδηγίας 2016/680, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 4, καθώς και με το άρθρο 54 της οδηγίας, και υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
έχει την έννοια ότι:
αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία δεν προβλέπει υποχρέωση της αρμόδιας αρχής να αιτιολογεί προσηκόντως, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, την «απόλυτη ανάγκη», κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 10, να συλλεχθούν τα βιομετρικά δεδομένα κάθε προσώπου για το οποίο υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι τέλεσε ή αποπειράθηκε να τελέσει ποινικό αδίκημα.
3) Το άρθρο 10 της οδηγίας 2016/680, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, καθώς και με το άρθρο 8 της οδηγίας, και υπό το πρίσμα του άρθρου 49, παράγραφος 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων,
έχει την έννοια ότι:
δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία επιτρέπει τη δίωξη και την καταδίκη προσώπου για ειδικό ποινικό αδίκημα που τιμωρεί την άρνηση του προσώπου αυτού να επιτρέψει τη συλλογή των βιομετρικών δεδομένων του, ακόμη και αν το τελευταίο δεν έχει διωχθεί ούτε καταδικαστεί για το ποινικό αδίκημα επί του οποίου στηριζόταν η σχεδιαζόμενη συλλογή των δεδομένων, εφόσον η εν λόγω συλλογή πληροί την προϋπόθεση της «απόλυτης ανάγκης», κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 10, και η επιβαλλόμενη στο πλαίσιο αυτό ποινική κύρωση είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας.
(υπογραφές)
