ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 25ης Φεβρουαρίου 2026 (*)
« Συνεργασία των αστυνομικών αρχών και άλλων υπηρεσιών επιβολής του νόμου των κρατών μελών – Υπηρεσία κρυπτογραφημένων επικοινωνιών Sky ECC – Προβαλλόμενη παράνομη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Προσφυγή ακυρώσεως – Πράξη μη δεκτική προσφυγής – Προπαρασκευαστική πράξη – Παραδεκτό – Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα κράτη μέλη και διαβίβαση των δεδομένων αυτών προς την Ευρωπόλ – Διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Ευρωπόλ προς κράτος μέλος – Διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Eurojust προς τρίτη χώρα – Εξωσυμβατική ευθύνη – Άρθρο 50 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/794 – Αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη της Ευρωπόλ και των κρατών μελών για παράνομη επεξεργασία δεδομένων – Κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου που απονέμει δικαιώματα σε ιδιώτες – Υποστατό της ζημίας – Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1727 – Ανεπαρκής συντονισμός από την Eurojust των ποινικών διώξεων κράτους μέλους και τρίτης χώρας – Άρθρα 71, 72, 89, 91 και 92 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 »
Στην υπόθεση T‑1180/23,
BW, εκπροσωπούμενος από τον J. Reisinger, δικηγόρο,
προσφεύγων-ενάγων,
κατά
Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ), εκπροσωπούμενου από τον A. Nunzi, επικουρούμενο από τους G. Ziegenhorn, M. Kottmann, T. Shulman και S. Steinbarth, δικηγόρους,
και
Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Ποινικής Δικαιοσύνης (Eurojust), εκπροσωπούμενου από τις J. Carmona‑Bermejo και M. Castro Granja, επικουρούμενες από τους M. Kottmann, G. Ziegenhorn, T. Shulman και S. Steinbarth, δικηγόρους,
καθών-εναγομένων,
υποστηριζομένων από το
Βασίλειο του Βελγίου, εκπροσωπούμενο από τις M. Jacobs, M. Van Regemorter και C. Jacob,
το
Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από την A. Gavela Llopis,
και το
Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από τον J. Langer και την M. Bulterman,
παρεμβαίνοντα,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο, κατά τις διασκέψεις, από τους J. Svenningsen (εισηγητή), πρόεδρο, J. Martín y Pérez de Nanclares και M. Stancu, δικαστές,
γραμματέας: L. Ramette, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 9ης Σεπτεμβρίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή-αγωγή του (στο εξής: προσφυγή), ο προσφεύγων-ενάγων, BW, ζητεί, κατ’ ουσίαν, αφενός, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, την ακύρωση της συμφωνίας για τη σύσταση κοινής ομάδας έρευνας (στο εξής: ΚΟΕ) σχετικά με την υπηρεσία κρυπτογραφημένων επικοινωνιών Sky ECC (στο εξής: συμφωνία ΚΟΕ), καθώς και των επιχειρησιακών δράσεων επεξεργασίας, ανάλυσης και κοινοχρησίας, από τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ), τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Ποινικής Δικαιοσύνης (Eurojust) και από τα κράτη μέλη που εμπλέκονται στην έρευνα σχετικά με την ως άνω υπηρεσία, των προερχόμενων από την εν λόγω υπηρεσία δεδομένων που τον αφορούν και, αφετέρου, βάσει του άρθρου 268 ΣΛΕΕ, αποζημίωση για την υλική ζημία και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω των πράξεων και των συμπεριφορών της Ευρωπόλ, της Eurojust και των εν λόγω κρατών μελών.
I. Ιστορικό της διαφοράς
2 Ο προσφεύγων-ενάγων (στο εξής: προσφεύγων) είναι Σέρβος υπήκοος ο οποίος διώκεται και κρατείται στις Κάτω Χώρες από τις 8 Μαΐου 2023 για εισαγωγή στο εν λόγω κράτος μέλος 743 κιλών κοκαΐνης που κατασχέθηκαν στις 4 Αυγούστου 2020 στο Ρότερνταμ (Κάτω Χώρες). Διώκεται επίσης στη Σερβία από το φθινόπωρο του 2023, μεταξύ άλλων, για διακίνηση ναρκωτικών.
3 Οι ποινικές διώξεις ασκήθηκαν από τις ολλανδικές και τις σερβικές αρχές κατόπιν μέτρων έρευνας που έλαβαν στο τέλος της δεκαετίας του 2010 οι βελγικές, οι ολλανδικές και οι γαλλικές αρχές κατά της «οργάνωσης Sky ECC» –όπου «ECC» σημαίνει «Elliptic Curve Cryptography» (Κρυπτογραφία Ελλειπτικών Καμπυλών)– για την οποία υπήρχαν υπόνοιες ότι εμπορεύεται προϊόντα και υπηρεσίες κρυπτογραφημένων επικοινωνιών που αποσκοπούν ειδικά στη διευκόλυνση της τέλεσης εγκληματικών πράξεων.
4 Κατόπιν των ανωτέρω εθνικών μέτρων έρευνας, το Βασίλειο του Βελγίου και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών εξέδωσαν στα τέλη του 2018 αποφάσεις κοινών ερευνών, ζητώντας από τη Γαλλική Δημοκρατία να παράσχει μια εικόνα για τους διακομιστές που χρησιμοποιούνται από την υπηρεσία Sky ECC και βρίσκονται στο Roubaix (Γαλλία). Το εν λόγω κράτος μέλος ανταποκρίθηκε στο αίτημα, προβαίνοντας, με τη μέθοδο της «επίθεσης ενδιάμεσου», στην παρακολούθηση, την καταγραφή και τη μεταγραφή των κρυπτογραφημένων επικοινωνιών που εισέρχονταν και εξέρχονταν από τους ως άνω διακομιστές, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούσαν τον προσφεύγοντα.
5 Στις 13 Δεκεμβρίου 2019 οι βελγικές, οι γαλλικές και οι ολλανδικές αρχές, με τη μεταξύ τους συναφθείσα συμφωνία βάσει του άρθρου 13 της σύμβασης που καταρτίστηκε από το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 34 ΣΕΕ, για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2000, C 197, σ. 3), και της αποφάσεως-πλαισίου του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, σχετικά με τις κοινές ομάδες έρευνας (ΕΕ 2002, L 162, σ. 1), συνέστησαν την ΚΟΕ.
6 Η συμφωνία ΚΟΕ προβλέπει τα εξής:
«Η σύσταση της ΚΟΕ αποσκοπεί στη διευκόλυνση των εν εξελίξει ερευνών στο Βέλγιο, τη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες σχετικά με τον/τους πάροχο/παρόχους και τους χρήστες της υπηρεσίας της υπηρεσίας Sky ECC και στην κοινοχρησία της τεχνογνωσίας και των πόρων […] Σκοπός της ΚΟΕ είναι η από κοινού επεξεργασία, ανάπτυξη και εφαρμογή της μεθόδου που απαιτείται για την αποκρυπτογράφηση των προηγούμενων επικοινωνιών και την κατάργηση του διακομιστή· η ταυτοποίηση και ο εντοπισμός των χρηστών που κινούνται εντός και μεταξύ των τριών χωρών· η οργάνωση και ο συντονισμός ημέρας ή ημερών κοινής επιχειρησιακής δράσης/κοινών επιχειρησιακών δράσεων με σκοπό τη σύλληψη και τη δίωξη των φορέων διευκόλυνσης και των χρηστών της Sky ECC.»
7 Η ΚΟΕ οδήγησε στη μεταξύ της Ευρωπόλ και των τριών ενδιαφερομένων κρατών μελών κοινοχρησία των μη επεξεργασμένων δεδομένων παρακολούθησης, τα οποία θα υποβάλλονταν στη συνέχεια σε ανάλυση, καθώς και των αποτελεσμάτων της ανάλυσης.
8 Στο πλαίσιο της ως άνω συνεργασίας, η οποία εξακολουθούσε να τελεί εν εξελίξει κατά την ημερομηνία της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως στην υπό κρίση υπόθεση, η Ευρωπόλ αποθήκευσε τα δεδομένα στο πληροφοριακό σύστημά της, προέβη σε διασταυρώσεις, προσκόμισε εκθέσεις πληροφοριών, κατάρτισε γραφικές παραστάσεις για την απεικόνιση των δεδομένων και ερμήνευσε σύνολα δεδομένων σε πλείονες γλώσσες.
9 Η δε Eurojust παρέσχε υποστήριξη και συμβουλές σχετικά με τις δυνατότητες δικαστικής συνεργασίας και διοργάνωσε πλείονες συντονιστικές συσκέψεις των βελγικών, των γαλλικών και των ολλανδικών αρχών και της Ευρωπόλ και διευκόλυνε τη δικαστική συνεργασία μεταξύ, αφενός, της Δημοκρατίας της Σερβίας και, αφετέρου, του Βασιλείου των Κάτω Χωρών και της Γαλλικής Δημοκρατίας.
II. Αιτήματα των διαδίκων
10 Ο προσφεύγων ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Γενικό Δικαστήριο:
– να ακυρώσει τη συμφωνία ΚΟΕ, τις πράξεις της Ευρωπόλ και της Eurojust που εκδόθηκαν βάσει της συμφωνίας αυτής, καθώς και τις πράξεις επεξεργασίας, ανάλυσης και κοινοχρησίας, εκ μέρους της Ευρωπόλ και της Eurojust και των οικείων κρατών μελών, των δεδομένων του διακομιστή Sky ECC που τον αφορούν,
– να υποχρεώσει την Ευρωπόλ και την Eurojust να του καταβάλουν ποσό τουλάχιστον 71 000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης και ως αποζημίωση της υλικής ζημίας που υπέστη λόγω, αφενός, «της (προσωρινής) κράτησής του, της δημοσιότητας σχετικά με το πρόσωπό του, της μειονεκτικής υπερασπιστικής θέσης του, καθώς και των δεδομένων που περιήλθαν [ή] ενδέχεται να έχουν περιέλθει σε λάθος χέρια» και, αφετέρου, «των δικηγορικών εξόδων και της απώλειας εισοδήματος»,
– να καταδικάσει την Eurojust και την Ευρωπόλ στα δικαστικά έξοδα.
11 Η Eurojust και η Ευρωπόλ ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη και, εν πάση περιπτώσει, ως αβάσιμη,
– να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
12 Το Βασίλειο της Ισπανίας ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη ή, επικουρικώς, ως αβάσιμη και να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
13 Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
III. Σκεπτικό
14 Προς στήριξη των αιτημάτων του, τα οποία στρέφονται αδιακρίτως κατά της Ευρωπόλ και της Eurojust, ο προσφεύγων προβάλλει τους ίδιους τέσσερις λόγους ακυρώσεως.
15 Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως αφορά, κατ’ ουσίαν, τον παράνομο και δυσανάλογο χαρακτήρα της συλλογής και της επεξεργασίας των προερχόμενων από την υπηρεσία Sky ECC δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εκ μέρους των οικείων κρατών μελών και της «Ευρωπόλ και/ή [της] Eurojust», από την πρώτη παρακολούθηση στην οποία προέβησαν το 2019 έως την τελευταία κοινοχρησία των αποτελεσμάτων με άλλες χώρες.
16 Ο προσφεύγων, απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ανέφερε ότι δεν προβάλλει καμία πράξη ή συμπεριφορά μεταγενέστερη της 24ης Ιουνίου 2022, ημερομηνίας κατά την οποία οι γαλλικές αρχές διαβίβασαν προς τις σερβικές αρχές, μέσω της Eurojust, σύνδεσμο προς ασφαλή ιστότοπο μεταφόρτωσης, με τον οποίο ετίθεντο στη διάθεση της συγκεκριμένης τρίτης χώρας οι πληροφορίες για ορισμένες συνομιλίες προερχόμενες από την υπηρεσία Sky ECC και σχετιζόμενες με ειδικώς προσδιοριζόμενους κωδικούς σύνδεσης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν οι συνομιλίες του προσφεύγοντος.
17 Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται, κατ’ ουσίαν, παράβαση εκ μέρους της Ευρωπόλ και της Eurojust, αντιστοίχως, του άρθρου 28 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/794 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, για την Ευρωπόλ και την αντικατάσταση και κατάργηση των αποφάσεων του Συμβουλίου 2009/371/ΔΕΥ, 2009/934/ΔΕΥ, 2009/935/ΔΕΥ, 2009/936/ΔΕΥ και 2009/968/ΔΕΥ (ΕΕ 2016, L 135, σ. 53), και του άρθρου 71 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2018, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ (ΕΕ 2018, L 295, σ. 39), και των άρθρων 47 και 48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), καθώς και των άρθρων 14 και 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 16 Δεκεμβρίου 1966 και τέθηκε σε ισχύ στις 23 Μαρτίου 1976 (στο εξής: Σύμφωνο), λόγω του ελλιπούς χαρακτήρα των δεδομένων της υπηρεσίας Sky ECC που συνελέγησαν, αναλύθηκαν και διαβιβάστηκαν, όπερ προσέβαλε την ευχέρεια του προσφεύγοντος να υπερασπισθεί τον εαυτό του ενώπιον των ολλανδικών και των σερβικών δικαστηρίων.
18 Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται, κατ’ ουσίαν, παράβαση εκ μέρους της Ευρωπόλ και της Eurojust της συμφωνίας ΚΟΕ, κατά το μέρος που η Ευρωπόλ και η Eurojust παρέβησαν την υποχρέωση συντονισμού που υπέχουν ώστε να αποτραπεί η άσκηση εις διπλούν δίωξης κατά του προσφεύγοντος, για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, τόσο στις Κάτω Χώρες όσο και στη Σερβία.
19 Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται, κατ’ ουσίαν, παράβαση εκ μέρους της Ευρωπόλ και της Eurojust, αντιστοίχως, του άρθρου 32 του κανονισμού 2016/794 και των άρθρων 89 και 92 του κανονισμού 2018/1725, λόγω του ότι δεν προστάτευσαν δεόντως τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του προσφεύγοντος.
Α. Επί των προσαπτομένων πραγματικών περιστατικών και πράξεων καθώς και επί της αρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου να αποφανθεί επ’ αυτών
1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
20 Με τα αιτήματά του, ο προσφεύγων προσάπτει αδιακρίτως στην Ευρωπόλ και στην Eurojust πλείονες συμπεριφορές ή παράνομες πράξεις με αντικείμενο τη συλλογή και την επεξεργασία των προσωπικού χαρακτήρα δεδομένων του, οι οποίες έλαβαν χώρα στο πλαίσιο των ποινικών ερευνών που διεξήγαγαν το Βασίλειο του Βελγίου, η Γαλλική Δημοκρατία και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών σχετικά με την υπηρεσία Sky ECC και στις οποίες μετείχαν η Ευρωπόλ και η Eurojust.
21 Στο μέτρο που ο προσφεύγων επικρίνει όχι μόνον συμπεριφορές καταλογιστέες στην Ευρωπόλ και στην Eurojust, αλλά και συμπεριφορές καταλογιστέες στα κράτη μέλη που συμμετείχαν στην ΚΟΕ καθώς και στη Δημοκρατία της Σερβίας, επιβάλλονται οι ακόλουθες προκαταρκτικές παρατηρήσεις.
22 Κατά πρώτον, όσον αφορά το αίτημα που στηρίζεται στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ, από τη διάταξη αυτή προκύπτει ρητώς ότι η προσφυγή ακυρώσεως δύναται να στρέφεται μόνον κατά πράξεων που εκδίδονται από θεσμικά ή λοιπά όργανα ή οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
23 Επομένως, στο πλαίσιο προσφυγής ασκηθείσας βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, το δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται ως προς τη νομιμότητα πράξης εκδοθείσας από εθνική αρχή (απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1992, Oleificio Borelli κατά Επιτροπής, C‑97/91, EU:C:1992:491, σκέψη 9), η δε διαπίστωση αυτή δεν αναιρείται σε περίπτωση κατά την οποία η επίμαχη πράξη εντάσσεται στο πλαίσιο διαδικασίας λήψης αποφάσεως της Ένωσης (απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2020, GAEC Jeanningros, C‑785/18, EU:C:2020:46, σκέψη 27).
24 Ομοίως, το Γενικό Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να κρίνει ότι ο έλεγχος, στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως, της νομιμότητας της διαβίβασης προς θεσμικό όργανο της Ένωσης, από εθνικό εισαγγελέα ή από τις αρχές, πληροφοριών οι οποίες συνελέγησαν κατ’ εφαρμογήν του εθνικού ποινικού δικαίου αποτελεί, κατ’ αρχήν, ζήτημα υπαγόμενο στο εθνικό δίκαιο που διέπει τη διεξαγωγή των ερευνών εκ μέρους των εν λόγω εθνικών αρχών, καθώς και, σε περίπτωση ένδικης διαφοράς, στην αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων (πρβλ. απόφαση της 8ης Ιουλίου 2004, Dalmine κατά Επιτροπής, T‑50/00, EU:T:2004:220, σκέψη 86).
25 Εξ αυτού συνάγεται ότι, στο μέτρο που ο προσφεύγων επιδιώκει την ακύρωση των επιχειρησιακών δράσεων παρακολούθησης στις οποίες προέβησαν –βάσει άδειας που χορηγήθηκε από γαλλικό δικαστήριο– οι γαλλικές αρχές, την ακύρωση της «διεξαγωγής των εν λόγω επιχειρησιακών δράσεων», την ακύρωση της διαβίβασης από τις γαλλικές αρχές προς την Ευρωπόλ των εγγράφων και των πληροφοριών που συνελέγησαν στο πλαίσιο των ως άνω δράσεων, την ακύρωση της διαβίβασης από τις γαλλικές αρχές προς την Eurojust και τις σερβικές αρχές των εγγράφων και των πληροφοριών που ζήτησαν οι σερβικές αρχές στο πλαίσιο των αιτήσεων δικαστικής συνδρομής που υπέβαλαν, καθώς και την ακύρωση της ποινικής διαδικασίας που διεξήχθη ενώπιον των σερβικών δικαστηρίων, το δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης είναι αναρμόδιο να αποφανθεί επ’ αυτών.
26 Ο δικαστής της Ένωσης είναι επίσης αναρμόδιος να αποφανθεί, απευθείας βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, επί της νομιμότητας της συμφωνίας ΚΟΕ, δεδομένου ότι η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί πράξη της Ένωσης.
27 Πράγματι, η συμφωνία ΚΟΕ υπογράφηκε και, επομένως, συνάφθηκε μόνον από τρία κράτη μέλη, ήτοι το Βασίλειο του Βελγίου, τη Γαλλική Δημοκρατία και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών.
28 Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η συμφωνία ΚΟΕ στηρίζεται σε σύμβαση συναφθείσα από τα ως άνω κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 34 ΣΕΕ, καθώς και σε απόφαση-πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2014, Liivimaa Lihaveis, C‑562/12, EU:C:2014:2229, σκέψεις 45 έως 51).
29 Το εν λόγω συμπέρασμα δεν αναιρείται ούτε από το γεγονός ότι η Ευρωπόλ ή η Eurojust μπόρεσαν να αναλάβουν την πρωτοβουλία για τη σύσταση της οικείας ΚΟΕ ή ακόμη από το γεγονός ότι, δυνάμει του σημείου 7 της συμφωνίας ΚΟΕ, το Βασίλειο του Βελγίου, η Γαλλική Δημοκρατία και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών συμφώνησαν να συνδέσουν την Ευρωπόλ και την Eurojust, ως «μετέχουσες» στην ΚΟΕ, βάσει της δυνατότητας που παρέχει το άρθρο 13, παράγραφος 12, της σύμβασης που καταρτίστηκε από το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 34 ΣΕΕ, για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 9 της αποφάσεως-πλαισίου του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, σχετικά με τις κοινές ομάδες έρευνας, καθώς και, όσον αφορά την Ευρωπόλ, το άρθρο 5 του κανονισμού 2016/794 και, όσον αφορά την Eurojust, το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1727 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με την Eurojust και την αντικατάσταση και την κατάργηση της απόφασης 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ 2018, L 295, σ. 138).
30 Πράγματι, η ευχέρεια που παρέχουν το άρθρο 5 του κανονισμού 2016/794 και το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 2018/1727 στην Ευρωπόλ ή στην Eurojust να προτείνουν ή να συνδράμουν στη σύσταση ΚΟΕ, όπως και στους υπαλλήλους τους να συμμετέχουν σε ΚΟΕ, δεν προσδίδει στους οργανισμούς αυτούς την ιδιότητα του «συμβαλλομένου μέρους» στη συμφωνία με την οποία το Βασίλειο του Βελγίου, η Γαλλική Δημοκρατία και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών συνέστησαν την οικεία ΚΟΕ.
31 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, το Γενικό Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να αποφανθεί, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, ως προς τη χορήγηση άδειας από γαλλικό δικαιοδοτικό όργανο για τις επιχειρησιακές δράσεις παρακολούθησης στις οποίες προέβησαν οι γαλλικές αρχές, τη διεξαγωγή των εν λόγω επιχειρησιακών δράσεων, τη διαβίβαση από τις γαλλικές αρχές προς την Ευρωπόλ των εγγράφων και των πληροφοριών που συνελέγησαν στο πλαίσιο των ως άνω δράσεων, τη διαβίβαση από τις γαλλικές αρχές προς την Eurojust και τις σερβικές αρχές των εγγράφων και των πληροφοριών που ζήτησαν οι σερβικές αρχές στο πλαίσιο των αιτήσεων δικαστικής συνδρομής που υπέβαλαν, το νομότυπο της ποινικής διαδικασίας που διεξήχθη ενώπιον των σερβικών δικαστηρίων, καθώς και ως προς τη συμφωνία ΚΟΕ.
32 Κατά δεύτερον, όσον αφορά το αίτημα που στηρίζεται στα άρθρα 268 και 340 ΣΛΕΕ, υπενθυμίζεται ότι ο δικαστής της Ένωσης είναι αρμόδιος να επιληφθεί αγωγής αποζημίωσης στηριζόμενης στις διατάξεις αυτές μόνον εφόσον η παρανομία η οποία προβάλλεται προς στήριξη της αξίωσης αποζημίωσης προέρχεται πράγματι από θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της Ένωσης και δεν μπορεί να θεωρηθεί καταλογιστέα σε εθνική αρχή (πρβλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2020, Συμβούλιο κατά Κ. Chrysostomides & Co. κ.λπ., C‑597/18 P, C‑598/18 P, C‑603/18 P και C‑604/18 P, EU:C:2020:1028, σκέψεις 80, 106 και 107).
33 Επιπλέον, στις περιπτώσεις που η ευθύνη της Ένωσης θεμελιώνεται σε πράξη ή συμπεριφορά ενός εκ των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της, η Ένωση εκπροσωπείται ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου από το ή τα θεσμικά ή λοιπά όργανα ή οργανισμούς στους οποίους προσάπτεται ο γενεσιουργός λόγος της ευθύνης (απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1973, Werhahn Hansamühle κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, 63/72 έως 69/72, EU:C:1973:121, σκέψη 7).
34 Επομένως, η ευθύνη της Ένωσης βάσει των άρθρων 268 και 340 ΣΛΕΕ δεν μπορεί να αναζητηθεί έναντι θεσμικού ή άλλου οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης διαφορετικού από εκείνο στο οποίο προσάπτεται ο γενεσιουργός λόγος της ευθύνης, εκτός εάν ο νομοθέτης της Ένωσης έχει προβλέψει ρητώς κατά παρέκκλιση ισχύον καθεστώς αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης είτε μεταξύ ενός εκ των εν λόγω θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης και ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών, ή ακόμη μίας ή περισσοτέρων τρίτων χωρών, είτε μεταξύ περισσοτέρων θεσμικών και λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 5ης Μαρτίου 2024, Kočner κατά Ευρωπόλ, C‑755/21 P, EU:C:2024:202, σκέψεις 62 και 63).
35 Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ούτε ο κανονισμός 2018/1727 ούτε καμία άλλη πράξη που επικαλέστηκε ο προσφεύγων προβλέπει κατά παρέκκλιση καθεστώς αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης μεταξύ της Eurojust και των κρατών μελών ή μεταξύ της Eurojust και της Δημοκρατίας της Σερβίας.
36 Ομοίως, ο προσφεύγων, απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ανέφερε ότι το αποζημιωτικό αίτημα δεν στηρίζεται σε ενδεχόμενη αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη που υπέχει η Ευρωπόλ για την Eurojust ή και η Eurojust για την Ευρωπόλ, αλλά αποκλειστικώς στην αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη που υπέχει η Ευρωπόλ για τα κράτη μέλη.
37 Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, από τη συνδυαστική ερμηνεία της αιτιολογικής σκέψης 57, του άρθρου 49, παράγραφοι 3 και 4, και του άρθρου 50 του κανονισμού 2016/794 πρέπει να συναχθεί κατά παρέκκλιση ισχύον καθεστώς αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης που υπέχει η Ευρωπόλ για τα κράτη μέλη (πρβλ. απόφαση της 5ης Μαρτίου 2024, Kočner κατά Ευρωπόλ, C‑755/21 P, EU:C:2024:202, σκέψεις 62 και 63).
38 Δυνάμει του καθεστώτος αυτού, μπορεί να ζητηθεί από φυσικό πρόσωπο, ενώπιον του δικαστή της Ένωσης, η θεμελίωση της ευθύνης της Ευρωπόλ για κάθε παράνομη επεξεργασία δεδομένων επελθούσα στο πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ αυτής και κράτους μέλους δυνάμει του κανονισμού 2016/794 και η οποία του προκάλεσε ζημία (πρβλ. απόφαση της 5ης Μαρτίου 2024, Kočner κατά Europol, C‑755/21 P, EU:C:2024:202, σκέψεις 62 και 63).
39 Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι η συνεργασία σχετικά με την υπηρεσία Sky ECC άρχισε τον Μάιο του 2019 και, όπως επισήμανε η Ευρωπόλ απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, εξακολουθούσε να τελεί εν εξελίξει κατά την ημερομηνία της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.
40 Επιπλέον, ο προσφεύγων προβάλλει το γεγονός, το οποίο επιβεβαίωσε η Ευρωπόλ απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία προέρχονταν από την υπηρεσία Sky ECC και τον αφορούσαν, αφενός, αντηλλάγησαν στο πλαίσιο της ως άνω συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπόλ και των βελγικών, γαλλικών και ολλανδικών αρχών και, αφετέρου, παραμένουν στη διάθεση της Ευρωπόλ.
41 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, το Γενικό Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να εκδικάσει το δεύτερο αίτημα κατά το μέρος που με αυτό ζητείται να διαπιστωθεί η ευθύνη που υπέχει η Eurojust για το Βασίλειο του Βελγίου, τη Γαλλική Δημοκρατία και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ή και τη Δημοκρατία της Σερβίας, ή ακόμη για την Ευρωπόλ.
42 Αντιθέτως, το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάσει το δεύτερο αίτημα κατά το μέρος που με αυτό ζητείται να διαπιστωθεί η ευθύνη της Eurojust για δικές της συμπεριφορές, καθώς και η ευθύνη της Ευρωπόλ για συμπεριφορές καταλογιστέες τόσο στην ίδια όσο και στα κράτη μέλη που μετείχαν στη συνεργασία σχετικά με την υπηρεσία Sky ECC.
43 Όσον αφορά την αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη της Ευρωπόλ για τις συμπεριφορές που καταλογίζονται στις βελγικές, τις γαλλικές ή τις ολλανδικές αρχές, αφενός, επισημαίνεται ότι, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου του τελευταίου γεγονότος που προσάπτει ο προσφεύγων στην Ευρωπόλ και στην Eurojust –ήτοι της διαμειφθείσας στις 24 Ιουνίου 2022 ανταλλαγής των προσωπικού χαρακτήρα δεδομένων του–, στην υπό κρίση διαφορά τυγχάνει εφαρμογής μόνον το καθεστώς αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης που προέβλεπε ο κανονισμός 2016/794 όπως ίσχυε αρχικώς και έως τις 27 Ιουνίου 2022 (πρβλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2019, HTTS κατά Συμβουλίου, C‑123/18 P, EU:C:2019:694, σκέψη 39).
44 Αφετέρου, από το άρθρο 276 ΣΛΕΕ προκύπτει ότι ο δικαστής της Ένωσης, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του ως προς τις διατάξεις των κεφαλαίων 4 και 5 του τρίτου μέρους, τίτλος V, της Συνθήκης ΛΕΕ, σχετικά με τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, δεν είναι αρμόδιος να ελέγχει το κύρος ή την αναλογικότητα επιχειρησιακών δράσεων της αστυνομίας ή άλλων υπηρεσιών επιβολής του νόμου ενός κράτους μέλους.
45 Επομένως, παρά το καθεστώς αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης που προβλέπεται στο άρθρο 50, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/794, η Ευρωπόλ δεν μπορεί να θεωρηθεί αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπεύθυνη για την ενδεχόμενη ζημία που απορρέει από την παράνομη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα φυσικού προσώπου, η οποία έλαβε χώρα επ’ ευκαιρία επιχειρήσεων της αστυνομίας ή άλλων αρχών επιβολής του νόμου κράτους μέλους, ακόμη και αν η επεξεργασία αυτή πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο συνεργασίας βάσει του ως άνω κανονισμού (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, KS κ.λπ. κατά Συμβουλίου κ.λπ., C‑29/22 P και C‑44/22 P, EU:C:2024:725, σκέψη 91).
46 Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο, παρά την αρμοδιότητά του να αποφανθεί επί του δευτέρου αιτήματος όσον αφορά την αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη της Ευρωπόλ για συμπεριφορές καταλογιστέες, μεταξύ άλλων, στις γαλλικές αρχές, είναι αναρμόδιο να αποφανθεί επί των ισχυρισμών του προσφεύγοντος περί ζημιών που του προκλήθηκαν από τις επιχειρησιακές δράσεις παρακολούθησης των προσωπικού χαρακτήρα δεδομένων του, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο των αστυνομικών επιχειρησιακών δράσεων των γαλλικών αρχών.
47 Υπό τις συνθήκες αυτές και προτού εξετασθούν οι λόγοι απαραδέκτου που προέβαλαν η Ευρωπόλ και η Eurojust, καθώς και το βάσιμο των αιτημάτων του προσφεύγοντος, πρέπει να προσδιοριστούν οι συμπεριφορές και οι πράξεις που προσάπτει ο προσφεύγων και ως προς τις οποίες ο δικαστής της Ένωσης είναι αρμόδιος να αποφανθεί και να καθορίσει αν είναι καταλογιστέες στην Ευρωπόλ ή στην Eurojust και, ενδεχομένως, οι συμπεριφορές ή οι πράξεις που δεν είναι μεν καταλογιστέες στην Ευρωπόλ, θα μπορούσαν, όμως, να οδηγήσουν στη στοιχειοθέτηση της ευθύνης της βάσει του καθεστώτος αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης που προβλέπει κατά παρέκκλιση το άρθρο 50, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/794.
2. Επί των καταλογιστέων στην Ευρωπόλ ή στην Eurojust πράξεων ή συμπεριφορών
48 Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η συλλογή, η επεξεργασία και η διαβίβαση των προσωπικού χαρακτήρα δεδομένων του, που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο ποινικών ερευνών σχετικών με την υπηρεσία Sky ECC, στις οποίες μετείχαν οι βελγικές, οι γαλλικές και οι ολλανδικές αρχές, καθώς και η Ευρωπόλ και η Eurojust και οι οποίες κατέληξαν στην άσκηση των ποινικών διώξεων που μνημονεύονται στη σκέψη 2 ανωτέρω, αντιβαίνουν στο δίκαιο της Ένωσης.
49 Πιο συγκεκριμένα, ο προσφεύγων, υπό το πρίσμα και μόνον των στοιχείων των οποίων μπόρεσε να λάβει γνώση στο πλαίσιο της εξέτασης των δικογραφιών για τις ποινικές διαδικασίες που κινήθηκαν εις βάρος του, προσάπτει στην «Ευρωπόλ και/ή στην Eurojust» την επεξεργασία των προσωπικού χαρακτήρα δεδομένων του «από την πρώτη παρακολούθηση που διεξήγαν το 2019» έως τις 24 Ιουνίου 2022, ημερομηνία κατά την οποία η Eurojust διαβίβασε στις σερβικές αρχές μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των γαλλικών αρχών με σύνδεσμο προς ασφαλή ιστότοπο μεταφόρτωσης, όπου περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, ορισμένες από τις συνομιλίες του που προήλθαν από την υπηρεσία Sky ECC (σκέψη 16 ανωτέρω).
50 Σε αυτό το πλαίσιο, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η Ευρωπόλ «παρέσχε τη στήριξή της στην άσκηση εξουσιών έρευνας εντός του εδάφους πολλών χωρών, εντός και εκτός της Ένωσης». Επιπλέον, η Ευρωπόλ διοργάνωσε σύσκεψη με τις βελγικές, τις γαλλικές και τις ολλανδικές αρχές στις 27 Μαΐου 2019, κατά την οποία αντηλλάγησαν τα μεταδεδομένα άνω των 9 000 μηνυμάτων από ή προς χρήστες της υπηρεσίας Sky ECC. Τον Ιούνιο του 2019 δεδομένα συλλεγέντα από τις γαλλικές αρχές σε επιχειρησιακές δράσεις παρακολούθησης αντηλλάγησαν με τις βελγικές και τις ολλανδικές αρχές μέσω της Ευρωπόλ διά του ασφαλούς συστήματός της ανταλλαγής πληροφοριών με την ονομασία «Secure Information Exchange Network Application» (SIENA).
51 Επιπλέον, η Ευρωπόλ και η Eurojust είχαν εμπλακεί, από τον Δεκέμβριο του 2020, σε επιχείρηση για τη συγκέντρωση των κλειδιών αποκρυπτογράφησης των μηνυμάτων που είχαν συλλεγεί από τα μέσα του 2019, στη διατήρηση, την αποκρυπτογράφηση και τη διαβίβαση των μηνυμάτων αυτών καθώς και, τον Μάρτιο του 2021, σε «επιχείρηση κατά την οποία “εξουδετερώθηκε” η Sky ECC». Ο προσφεύγων υποστηρίζει επίσης ότι η Ευρωπόλ και η Eurojust συμμετείχαν, στις 23 και 24 Ιουλίου 2020, σε τεχνική ομάδα εργασίας της ΚΟΕ, στο πλαίσιο της οποίας ανακαλύφθηκαν νέα κρυπτογραφημένα μηνύματα, καθώς και σε συσκέψεις που πραγματοποιήθηκαν στις 28 Αυγούστου 2019, στις 7 Σεπτεμβρίου 2020 και στις 11 Φεβρουαρίου 2021.
52 Σε σχέση, ειδικότερα, με τις ποινικές διώξεις που ασκήθηκαν εις βάρος του στη Σερβία, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι στις 6 Ιουνίου 2022 η Eurojust έλαβε αίτημα συνεργασίας των σερβικών αρχών, το οποίο κατέληξε στη διαβίβαση, στις 24 Ιουνίου του ίδιου έτους, από τις γαλλικές αρχές προς τις σερβικές αρχές, μέσω της Eurojust, δεδομένων που τον αφορούσαν, προερχόμενων από την υπηρεσία Sky ECC (στο εξής: διαβίβαση της 24ης Ιουνίου 2022). Επιπλέον, τον Ιούνιο του 2022, η Ευρωπόλ ενημέρωσε τις σερβικές αρχές ότι οι αναλύσεις της ταυτοποίησαν τον προσφεύγοντα πίσω από συγκεκριμένο «κωδικό Sky ECC». Τέλος, πραγματοποιήθηκαν περαιτέρω επαφές μεταξύ των σερβικών αρχών και της Ευρωπόλ σχετικά με την εγκληματική οργάνωση στην οποία φέρεται να ανήκε ο προσφεύγων.
53 Η Ευρωπόλ και η Eurojust αμφισβητούν τη συμμετοχή τους σε ορισμένα από τα πραγματικά περιστατικά που προβάλλει ο προσφεύγων.
α) Επί των καταλογιστέων στην Ευρωπόλ πράξεων και συμπεριφορών
54 Στα δικόγραφά της, η Ευρωπόλ επισημαίνει ότι η ΚΟΕ οδήγησε στην κοινοχρησία, μεταξύ αυτής και των τριών ενδιαφερομένων κρατών μελών, των συλλεγέντων από τις γαλλικές αρχές δεδομένων παρακολούθησης προκειμένου αυτά να υποβληθούν σε ανάλυση, καθώς και στην κοινοχρησία των αποτελεσμάτων της ανάλυσης αυτής.
55 Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρωπόλ αναγνωρίζει ότι έλαβε μεταδεδομένα άνω των 9 000 μηνυμάτων που αντηλλάγησαν κατά τη σύσκεψη της 27ης Μαΐου 2019, την οποία επικαλέστηκε ο προσφεύγων στη σκέψη 50 ανωτέρω.
56 Η Ευρωπόλ αναφέρει επίσης ότι, από τις 18 Μαρτίου 2021, έλαβε πράγματι δεδομένα προερχόμενα από την υπηρεσία Sky ECC, τα οποία διαβιβάστηκαν από τις γαλλικές αρχές και ανέλυσε η ίδια, και ότι εν συνεχεία διαβίβασε το αποτέλεσμα της ανάλυσής της προς τις βελγικές, τις γαλλικές και τις ολλανδικές αρχές, ιδίως υπό τη μορφή ειδικής ανάλυσης ανά χώρα.
57 Εξάλλου, η Ευρωπόλ δεν αμφισβητεί ότι μετέσχε σε σύσκεψη στις 28 Αυγούστου 2019 κατά την οποία συζητήθηκαν οι συνέπειες ενδεχόμενης αποξήλωσης της υποδομής της υπηρεσίας Sky ECC, καθώς και σε τεχνική ομάδα εργασίας της ΚΟΕ που οργανώθηκε στις 23 και 24 Ιουλίου 2020 και κατά την οποία ανακαλύφθηκαν νέα κρυπτογραφημένα μηνύματα.
58 Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στις σκέψεις 54 έως 57 ανωτέρω, καθ’ ο μέρος δεν αμφισβητούνται ή και επιβεβαιώνονται από την Ευρωπόλ, πρέπει να θεωρηθούν αποδεδειγμένα και καταλογιστέα σε αυτήν.
59 Απεναντίας, πρώτον, ο προσφεύγων ουδόλως προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία ή, τουλάχιστον, αρχή αποδείξεως που να μπορούν να θεμελιώσουν ότι η Ευρωπόλ μετέσχε ή συνέπραξε στις επιχειρησιακές δράσεις παρακολούθησης των δεδομένων που εισέρχονταν και εξέρχονταν από τους ευρισκόμενους στη Γαλλία διακομιστές της υπηρεσίας Sky ECC.
60 Πέραν της αμφισβήτησης των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών από την Ευρωπόλ, ο ισχυρισμός του προσφεύγοντος δεν επιβεβαιώνεται ούτε από το γεγονός ότι η Ευρωπόλ είχε τη δυνατότητα να μετάσχει στη σύσκεψη της 27ης Μαΐου 2019 ή να λάβει την πρωτοβουλία για τη σύγκλησή της ούτε από την αίτηση δικαστικής συνδρομής που απηύθυναν οι σερβικές αρχές προς τους Γάλλους ομολόγους τους, η οποία προσκομίζεται στο παράρτημα A.17 και αφορά «την ανάλυση των δεδομένων που συνέλεξε η Ευρωπόλ από την εφαρμογή Sky ECC». Αντιθέτως, το παράρτημα A.6 τείνει να αποδείξει ότι οι επιχειρησιακές δράσεις παρακολούθησης πραγματοποιήθηκαν μόνον από τις γαλλικές αρχές, όπως επιβεβαιώνεται και από το παράρτημα A.14.
61 Δεύτερον, μολονότι η Ευρωπόλ δεν αμφισβητεί τη συμμετοχή της στις συσκέψεις της 7ης Σεπτεμβρίου 2020 και της 11ης Φεβρουαρίου 2021, επιβάλλεται εντούτοις η διαπίστωση ότι το έγγραφο του rechtbank van eerste aanleg te Antwerpen (πρωτοδικείου Αμβέρσας, Βέλγιο), το οποίο προσαρτάται στο δικόγραφο της προσφυγής προς στήριξη του ισχυρισμού του προσφεύγοντος, μνημονεύει βεβαίως μια επικείμενη σύσκεψη στις 7 Σεπτεμβρίου 2020, πλην όμως, απλώς διευκρινίζει ότι στη σύσκεψη αυτή θα πρέπει να μετάσχουν οι γαλλικές και οι ολλανδικές αρχές, και όχι η Ευρωπόλ. Ομοίως, το αίτημα παροχής τεχνικής βοήθειας του cour d’appel de Paris (εφετείου Παρισιού, Γαλλία), το οποίο προσαρτάται στο δικόγραφο της προσφυγής προς στήριξη του ισχυρισμού του προσφεύγοντος, ουδεμία σύσκεψη μνημονεύει η οποία να έλαβε χώρα στις 11 Φεβρουαρίου 2021, ούτε αναφέρει την Ευρωπόλ.
62 Τρίτον, ο προσφεύγων δεν προσκομίζει ούτε αποδεικτικά στοιχεία ούτε, τουλάχιστον, αρχή αποδείξεως που να μπορούν να θεμελιώσουν ότι η Ευρωπόλ συμμετείχε στην «“ημέρα δράσης” του Μαρτίου του 2021, κατά την οποία “εξουδετερώθηκε” η Sky ECC». Πράγματι, η απομαγνητοφώνηση της συνέντευξης Τύπου της βελγικής εισαγγελικής αρχής, η οποία αναφέρεται στο δικόγραφο της προσφυγής, αφορά μεν την ως άνω «ημέρα δράσης», πλην όμως, δεν μνημονεύει την Ευρωπόλ. Ομοίως, η ανταλλαγή μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, η οποία προσαρτάται στο δικόγραφο της προσφυγής, αναφέρεται απλώς σε διαβιβάσεις δεδομένων προερχόμενων από την υπηρεσία Sky ECC μέσω της Ευρωπόλ, χωρίς να αποδεικνύει ανάμειξη της Ευρωπόλ στην εν λόγω «ημέρα δράσης».
63 Τέταρτον, ο προσφεύγων δεν προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία ή, τουλάχιστον, αρχή αποδείξεως που να μπορούν να θεμελιώσουν ότι η Ευρωπόλ διαβίβασε προς τις σερβικές αρχές την πληροφορία ότι αυτός ήταν το πρόσωπο πίσω από τον κωδικό «DFKNBQ» της υπηρεσίας Sky ECC.
64 Το παράρτημα A.17, στο οποίο στηρίζεται ο προσφεύγων και το οποίο συνδέει πράγματι το όνομά του με τον κωδικό «DFKNBQ» της υπηρεσίας Sky ECC καθώς και με το όνομα χρήστη «CHE GUEVARA», προκύπτει ότι είναι αίτημα που υπέβαλε η εισαγγελία οργανωμένου εγκλήματος της Δημοκρατίας της Σερβίας και με το οποίο ζητείται από τις γαλλικές αρχές η κοινοποίηση φωνητικών μηνυμάτων, μηνυμάτων κειμένου, βίντεο και φωτογραφιών που αφορούν, μεταξύ άλλων, τον προσφεύγοντα και περιέχονται στους διακομιστές της υπηρεσίας Sky ECC που κατέσχεσαν οι γαλλικές αρχές, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε μνεία της Ευρωπόλ.
65 Επιπλέον, η σερβική εισαγγελία αναφέρει ότι, «κατόπιν ενεργει[ών της] και κατόπιν περαιτέρω εργασιών του Υπουργείου Εσωτερικών της Δημοκρατίας της Σερβίας, πληροφορήθηκ[αν] ότι, κατά την ανάλυση των δεδομένων που συνέλεξε η Ευρωπόλ από την εφαρμογή Sky ECC, [ο χρήστης] του PIN DFKNBQ [και του ονόματος] χρήστη CHE GUEVARA [ήταν ο BW]», γεγονός που τείνει να αποδείξει ότι η πληροφορία αυτή δεν παρασχέθηκε από την Ευρωπόλ.
66 Πέμπτον, ο προσφεύγων δεν προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία ή, τουλάχιστον, αρχή αποδείξεως που να μπορούν να θεμελιώσουν την ανάμειξη της Ευρωπόλ στη διάθεση, στις 24 Ιουνίου 2022, από τις γαλλικές προς τις σερβικές αρχές των προερχόμενων από την υπηρεσία Sky ECC εγγράφων και πληροφοριών που τον αφορούσαν.
67 Όπως προκύπτει από το παράρτημα A.15, τα ως άνω έγγραφα και οι ως άνω πληροφορίες διαβιβάστηκαν από την Eurojust προς τις σερβικές αρχές, σε απάντηση αίτησης δικαστικής συνδρομής των αρχών αυτών, μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απηύθυναν οι γαλλικές αρχές προς την Eurojust και περιείχε συνδέσμους προς ασφαλή ιστότοπο μεταφόρτωσης.
68 Ως εκ τούτου, ο προσφεύγων δεν μπορεί, στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, να επικαλεστεί, έναντι της Ευρωπόλ, μη αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία αναφέρονται στις σκέψεις 59 έως 67 ανωτέρω.
69 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, καθώς επίσης του ισχυρισμού του προσφεύγοντος που καταχωρίστηκε στα πρακτικά της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως ότι η τελευταία πράξη που προσάπτεται στην Ευρωπόλ και στην Eurojust τελέστηκε στις 24 Ιουνίου 2022, διαπιστώνεται ότι μόνον τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στις σκέψεις 55 έως 57 ανωτέρω και είναι προγενέστερα της ημερομηνίας αυτής –ήτοι η παραλαβή, η επεξεργασία και η κοινοχρησία, από τις 27 Μαΐου 2019, των προερχόμενων από την υπηρεσία Sky ECC δεδομένων που συνέλεξαν από την παρακολούθηση οι γαλλικές αρχές, καθώς και η συμμετοχή στη σύσκεψη της 28ης Αυγούστου 2019 και στην ομάδα εργασίας της 23ης και 24ης Ιουλίου 2020– είναι αποδεδειγμένα και μπορούν να στηρίξουν τα αιτήματα του προσφεύγοντος κατά της Ευρωπόλ.
β) Επί των καταλογιστέων στην Eurojust πράξεων και συμπεριφορών
70 Στα δικόγραφά της, η Eurojust αναφέρει ότι σχετίζεται διττώς με τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρει ο προσφεύγων.
71 Αφενός, η Eurojust διευκρινίζει ότι παρέσχε, στο πλαίσιο της ΚΟΕ σχετικά με την υπηρεσία Sky ECC, υποστήριξη και συμβουλές ως προς τις δυνατότητες δικαστικής συνεργασίας και ότι διοργάνωσε πλείονες συντονιστικές συσκέψεις μεταξύ των βελγικών, των γαλλικών και των ολλανδικών αρχών καθώς και της Ευρωπόλ. Οι συσκέψεις αυτές, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στις 25 Απριλίου 2019, στις 7 Σεπτεμβρίου 2020 και στις 11 Φεβρουαρίου 2021, οδήγησαν τις αρχές των εν λόγω κρατών μελών να παρουσιάσουν επικαιροποιημένες πληροφορίες για την εξέλιξη των ερευνών τους σχετικά με την υπηρεσία Sky ECC και να συζητήσουν τον καλύτερο τρόπο για την επίτευξη προόδου στις έρευνες αυτές.
72 Αφετέρου, στο πλαίσιο των αιτημάτων για παροχή στήριξης που υπέβαλαν οι σερβικές αρχές σε σχέση με ποινικές έρευνες κινηθείσες στη Σερβία κατά εγκληματικής οργάνωσης –στην οποία μετείχε και ο προσφεύγων– εμπλεκόμενης σε διακίνηση ναρκωτικών που διέρχονται, μεταξύ άλλων, από το Ρότερνταμ, η Eurojust διευκρινίζει, αφενός, ότι συντόνισε τις ολλανδικές και σερβικές έρευνες και, αφετέρου, ότι διευκόλυνε τη διαβίβαση και την εκτέλεση των αιτήσεων δικαστικής συνδρομής των σερβικών αρχών προς τις γαλλικές αρχές.
73 Όσον αφορά τη συνεργασία μεταξύ των ολλανδικών και των σερβικών αρχών, η Eurojust επιβεβαιώνει τη διεξαγωγή τριών συντονιστικών συσκέψεων με τη συμμετοχή των αρχών αυτών στις 23 Μαΐου, στις 16 Νοεμβρίου και στις 8 Δεκεμβρίου 2022, κατά τις οποίες οι ως άνω αρχές αντάλλαξαν πληροφορίες σχετικά με την έκταση και την πρόοδο των αντίστοιχων ερευνών τους καθώς και σχετικά με τις εκάστοτε ανάγκες τους στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας, ήτοι τη σύναψη συμφωνίας σχετικά με τον τρόπο συνέχισης της συνεργασίας τους στον τομέα της ανταλλαγής πληροφοριών και αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και τον συντονισμό των στρατηγικών τους ως προς την άσκηση ποινικής δίωξης, προκειμένου να αποτραπούν οι συγκρούσεις δικαιοδοσίας και οι παράλληλες διώξεις κατά των ίδιων υπόπτων για τα ίδια πραγματικά περιστατικά.
74 Η Eurojust επισημαίνει επίσης ότι διευκόλυνε τη διαβίβαση ορισμένων αιτήσεων δικαστικής συνδρομής μεταξύ της Δημοκρατίας της Σερβίας και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, ιδίως εκείνης της 7ης Οκτωβρίου 2022, ή ακόμη ότι είχε ενημερωθεί, αφενός, για τη διοργάνωση από τις ολλανδικές αρχές σύσκεψης με τις σερβικές αρχές, στις 3 Μαΐου 2023, με σκοπό να ενημερωθούν οι τελευταίες για τη σχεδιαζόμενη σύλληψη του προσφεύγοντος και, αφετέρου, για το γεγονός ότι, κατά τη σύσκεψη αυτή, οι εν λόγω αρχές κατέληξαν σε προσωρινή συμφωνία για τον συντονισμό της στρατηγικής άσκησης ποινικής δίωξης κατά του προσφεύγοντος σε σχέση με την κατάσχεση της 4ης Αυγούστου 2020, προκειμένου να αποτραπεί η δίωξή του σε αμφότερα τα κράτη για τα ίδια πραγματικά περιστατικά.
75 Όσον αφορά τη συνεργασία μεταξύ των γαλλικών και των σερβικών αρχών, η Eurojust διευκρινίζει ότι, απαντώντας σε τέσσερις αιτήσεις δικαστικής συνδρομής, διαβίβασε στον δικαστικό σύνδεσμο της Δημοκρατίας της Σερβίας, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, υπερσύνδεσμο, με περιορισμένη διάρκεια ισχύος, προς ιστότοπο μεταφόρτωσης διασφαλιζόμενο με κωδικό πρόσβασης, παρασχεθέντα από τις γαλλικές αρχές, μέσω του οποίου οι αρχές αυτές έθεταν στη διάθεση αποκλειστικώς των σερβικών αρχών τις πληροφορίες σχετικά με ορισμένες συνομιλίες προερχόμενες από την υπηρεσία Sky ECC και σχετιζόμενες με ειδικώς προσδιοριζόμενους κωδικούς σύνδεσης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν συνομιλίες του προσφεύγοντος.
76 Εξάλλου, από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε ο προσφεύγων προκύπτει ότι η προμνησθείσα στη σκέψη 75 διαβίβαση της 24ης Ιουνίου 2022 αναγνωρίζεται από την Eurojust.
77 Αντιθέτως, πρώτον, ο προσφεύγων ουδόλως προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία ή, τουλάχιστον, αρχή αποδείξεως που να μπορούν να θεμελιώσουν ότι η Eurojust προσκλήθηκε ή παρέστη στην προμνησθείσα στη σκέψη 55 σύσκεψη της 27ης Μαΐου 2019, και ότι, στο πλαίσιο αυτό, η Eurojust υπήρξε αποδέκτης των μεταδεδομένων των 9 000 μηνυμάτων που αντηλλάγησαν κατά τη σύσκεψη αυτή.
78 Πράγματι, σε κανένα από τα πέντε παραρτήματα που αναφέρει ο προσφεύγων προς στήριξη του ισχυρισμού του δεν μνημονεύεται η Eurojust, παρά μόνον εντελώς γενικά και χωρίς άμεση σχέση με τη σύσκεψη της 27ης Μαΐου 2019.
79 Δεύτερον, ο προσφεύγων ουδόλως προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία ή, τουλάχιστον, αρχή αποδείξεως που να μπορούν να θεμελιώσουν ότι η Eurojust παρέστη στην προμνησθείσα στη σκέψη 51 τεχνική ομάδα εργασίας στις 23 και 24 Ιουλίου 2020.
80 Πέραν του γεγονότος ότι ο ίδιος ο προσφεύγων παραδέχεται ότι «δεν γνωρίζ[ει] αν ήταν παρόντες συνεργάτες της […] Eurojust» στην ως άνω ομάδα εργασίας, η Eurojust υποστηρίζει ότι δεν μετέσχε σ’ αυτήν και ότι το έγγραφο στο οποίο στηρίζεται ο προσφεύγων δεν μπορεί να δημιουργήσει την παραμικρή αμφιβολία επ’ αυτού.
81 Τρίτον, ο προσφεύγων ουδόλως προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία ή, τουλάχιστον, αρχή αποδείξεως που να μπορούν να θεμελιώσουν ότι η Eurojust μετέσχε στην ανταλλαγή του συνόλου των δεδομένων που προήλθαν από την υπηρεσία Sky ECC ή σε εθνικά πακέτα πληροφοριών της εν λόγω υπηρεσίας μέσω της SIENA, δεδομένου ότι η Eurojust δεν μνημονεύεται στο έγγραφο στο οποίο στηρίζεται ο προσφεύγων.
82 Όσον αφορά, ειδικότερα, την προβαλλόμενη συμμετοχή της Eurojust σε ανταλλαγή μεταδεδομένων κατά τη διάρκεια του Φεβρουαρίου του 2022, το γεγονός ότι, με το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που προσαρτά ο προσφεύγων στο δικόγραφο της προσφυγής, εισαγγελέας του Land Hessen (ομόσπονδου κράτους της Έσσης, Γερμανία) ενημερώνεται από αποσπασμένο εθνικό εμπειρογνώμονα της Eurojust ότι «τα γεωδεδομένα του Ολλανδού παρόχου θα διαβιβαστούν από τις ολλανδικές αρχές προς την Ευρωπόλ στα τέλη Φεβρουαρίου 2022 με γενική άδεια χρήσης» δεν επιτρέπει να συναχθεί ότι τα μεταδεδομένα αυτά κοινοποιήθηκαν και στην Eurojust.
83 Τέταρτον, για τους ίδιους λόγους με τους εκτεθέντες σχετικά με την Ευρωπόλ στις σκέψεις 64 και 65 ανωτέρω, ο προσφεύγων ουδόλως προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία ή, τουλάχιστον, αρχή αποδείξεως που να μπορούν να θεμελιώσουν ότι η Eurojust διαβίβασε στις σερβικές αρχές την πληροφορία ότι αυτός ήταν το πρόσωπο πίσω από τον κωδικό «DFKNBQ» της υπηρεσίας Sky ECC.
84 Ως εκ τούτου, ο προσφεύγων δεν μπορεί, στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, να επικαλεστεί, έναντι της Eurojust, μη αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία αναφέρονται στις σκέψεις 77 έως 83 ανωτέρω.
85 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, καθώς επίσης του ισχυρισμού του προσφεύγοντος που καταχωρίστηκε στα πρακτικά της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως ότι η τελευταία πράξη που προσάπτεται στην Eurojust και στην Ευρωπόλ τελέστηκε στις 24 Ιουνίου 2022, διαπιστώνεται ότι μόνον τα πραγματικά περιστατικά που μνημονεύονται στις σκέψεις 71 έως 76 ανωτέρω και είναι προγενέστερα της ημερομηνίας αυτής –ήτοι η συμμετοχή της Eurojust στις συντονιστικές συσκέψεις των βελγικών, των γαλλικών και των ολλανδικών αρχών και της Ευρωπόλ της 25ης Απριλίου 2019, της 7ης Σεπτεμβρίου 2020 και της 11ης Φεβρουαρίου 2021, η συμμετοχή της στη συντονιστική σύσκεψη των ολλανδικών και των σερβικών ερευνών της 23ης Μαΐου 2022, η διαβίβαση από αυτήν προς τις σερβικές αρχές, στις 24 Ιουνίου 2022, του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των γαλλικών αρχών, το οποίο περιείχε σύνδεσμο προς ιστότοπο μεταφόρτωσης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του προσφεύγοντος– είναι αποδεδειγμένα και μπορούν να στηρίξουν τα αιτήματα του προσφεύγοντος κατά της Eurojust.
3. Επί των μη καταλογιστέων στην Ευρωπόλ πράξεων ή συμπεριφορών, για τις οποίες μπορεί εντούτοις να θεωρηθεί υπεύθυνη η Ευρωπόλ
86 Λαμβανομένων υπόψη των σκέψεων 55 έως 57 και 71 έως 76 ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι ο προσφεύγων απέδειξε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά.
87 Πρώτον, στις 27 Μαΐου 2019 οι βελγικές, οι γαλλικές και οι ολλανδικές αρχές έλαβαν μέρος σε σύσκεψη κατά την οποία αντηλλάγησαν μεταξύ των εν λόγω κρατών μελών και της Ευρωπόλ τα μεταδεδομένα άνω των 9 000 μηνυμάτων προερχόμενων από την υπηρεσία Sky ECC.
88 Δεύτερον, από τον Ιούνιο του 2019 η Γαλλική Δημοκρατία διαβίβασε προς την Ευρωπόλ τα δεδομένα που προέρχονταν από την υπηρεσία Sky ECC, τα οποία στη συνέχεια υποβλήθηκαν σε επεξεργασία από την Ευρωπόλ και των οποίων τα αποτελέσματα διαβιβάστηκαν περαιτέρω από την Ευρωπόλ προς τις βελγικές, τις γαλλικές και τις ολλανδικές αρχές.
89 Τρίτον, οι βελγικές, οι γαλλικές και οι ολλανδικές αρχές έλαβαν μέρος, στις 28 Αυγούστου 2019, σε σύσκεψη κατά την οποία συζητήθηκαν οι συνέπειες ενδεχόμενης αποξήλωσης της υποδομής της υπηρεσίας Sky ECC, καθώς και, στις 23 και 24 Ιουλίου 2020, σε τεχνική ομάδα εργασίας της ΚΟΕ, κατά την οποία ανακαλύφθηκαν νέα κρυπτογραφημένα μηνύματα.
90 Τέταρτον, στις 25 Απριλίου 2019, στις 7 Σεπτεμβρίου 2020 και στις 11 Φεβρουαρίου 2021, οι βελγικές, οι γαλλικές και οι ολλανδικές αρχές έλαβαν μέρος σε συντονιστικές συσκέψεις κατά τις οποίες παρουσίασαν επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με την εξέλιξη των ερευνών τους ως προς την υπηρεσία Sky ECC και συζήτησαν τον καλύτερο τρόπο για την επίτευξη προόδου στις έρευνες αυτές.
91 Πέμπτον, κατά τη σύσκεψη της 23ης Μαΐου 2022, οι ολλανδικές αρχές διαβίβασαν προς τις σερβικές αρχές, μέσω της Eurojust, πληροφορίες σχετικά με την έκταση και την πρόοδο των αντίστοιχων ερευνών τους, καθώς και σχετικά με τις ανάγκες τους στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας.
92 Έκτον, στις 24 Ιουνίου 2022 οι γαλλικές αρχές διαβίβασαν προς τις σερβικές αρχές, μέσω της Eurojust, σύνδεσμο προς ασφαλή ιστότοπο μεταφόρτωσης, ο οποίος έθετε στη διάθεση της εν λόγω τρίτης χώρας τις πληροφορίες σχετικά με ορισμένες συνομιλίες προερχόμενες από την υπηρεσία Sky ECC και σχετιζόμενες με ειδικώς προσδιοριζόμενους κωδικούς σύνδεσης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν συνομιλίες του προσφεύγοντος.
93 Εντούτοις, η δυνατότητα του προσφεύγοντος να επικαλεστεί τέτοια πραγματικά περιστατικά, καταλογιστέα σε κράτη μέλη, στο πλαίσιο αιτημάτων αποζημίωσης κατά της Ευρωπόλ βάσει του άρθρου 50, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/794, προϋποθέτει ότι τα πραγματικά αυτά περιστατικά έλαβαν χώρα στο πλαίσιο συνεργασίας δυνάμει του κανονισμού 2016/794 (πρβλ. απόφαση της 5ης Μαρτίου 2024, Kočner κατά Ευρωπόλ, C‑755/21 P, EU:C:2024:202, σκέψεις 62 και 63) και ότι αφορούν τα δεδομένα του προσωπικού χαρακτήρα.
94 Όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 39 ανωτέρω, η συνεργασία σχετικά με την υπηρεσία Sky ECC άρχισε τον Μάιο του 2019, τα δε στοιχεία που προσκόμισαν η Eurojust και η Ευρωπόλ δεν επιτρέπουν να συναχθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά ή οι συμπεριφορές που καταλογίζονται στις βελγικές, τις γαλλικές ή τις ολλανδικές αρχές και αναφέρονται στις σκέψεις 87 έως 92 ανωτέρω ήταν άσχετα προς τη συγκεκριμένη συνεργασία.
95 Αντιθέτως, ο προσφεύγων ουδόλως προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία ή αρχή αποδείξεως που να μπορούν να θεμελιώσουν ότι η πραγματοποιηθείσα στις 27 Μαΐου 2019 ανταλλαγή μεταδεδομένων άνω των 9 000 μηνυμάτων, οι συσκέψεις της 25ης Απριλίου και της 28ης Αυγούστου 2019, της 7ης Σεπτεμβρίου 2020, της 11ης Φεβρουαρίου 2021 και της 23ης Μαΐου 2022 ή ακόμη η τεχνική ομάδα εργασίας της ΚΟΕ της 23ης και της 24ης Ιουλίου 2020 οδήγησαν στην εκ μέρους των βελγικών, γαλλικών ή ολλανδικών αρχών ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούσαν, κατά την έννοια του άρθρου 50, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/794.
96 Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί, στο πλαίσιο του αιτήματος αποζημίωσης που στρέφεται κατά της Ευρωπόλ και στηρίζεται στο άρθρο 50, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/794, επί των ισχυρισμών που στηρίζονται στα πραγματικά περιστατικά ή στις πράξεις των βελγικών, των γαλλικών ή των ολλανδικών αρχών που μνημονεύονται στη σκέψη 95 ανωτέρω.
97 Απεναντίας, τα αποδεικτικά στοιχεία ή οι αρχές αποδείξεως που προσκόμισε ο προσφεύγων καθιστούν δυνατό να αποδειχθεί ότι κατά το χρονικό διάστημα από τις 27 Μαΐου 2019 έως τις 24 Ιουνίου 2022, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούσαν και προέρχονταν από την υπηρεσία Sky ECC υποβλήθηκαν σε επεξεργασία, πρώτον, από τις γαλλικές αρχές στο πλαίσιο της διαβίβασης προς την Ευρωπόλ των δεδομένων που είχαν συλλεγεί από την παρακολούθηση στους διακομιστές της υπηρεσίας Sky ECC, δεύτερον, από τις βελγικές, τις γαλλικές και τις ολλανδικές αρχές στο πλαίσιο της λήψης των δεδομένων αυτών από την Ευρωπόλ πριν ή μετά την επεξεργασία τους και, τρίτον, κατά τη διαβίβασή τους από τις γαλλικές προς τις σερβικές αρχές, μέσω της Eurojust, στις 24 Ιουνίου 2022.
98 Κατά συνέπεια, μόνον τα πραγματικά περιστατικά και οι συμπεριφορές που μνημονεύονται στη σκέψη 97 ανωτέρω θα εξετασθούν στο πλαίσιο του σκέλους του αποζημιωτικού αιτήματος που στρέφεται κατά της Ευρωπόλ και στηρίζεται στο άρθρο 50, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/794.
Β. Επί των επιμέρους αιτημάτων
99 Λαμβανομένων υπόψη των αιτημάτων του προσφεύγοντος, τα οποία υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 14 έως 19 ανωτέρω, και παρά το γεγονός ότι ο προσφεύγων διατύπωσε τους ίδιους τέσσερις λόγους ακυρώσεως προς στήριξη των δύο αιτημάτων του και προέβαλε τα ίδια πραγματικά περιστατικά για να τα στηρίξει, πρέπει να εξετασθούν διαδοχικώς το αίτημα που στηρίζεται στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ και αφορά την έλλειψη νομιμότητας ορισμένων πράξεων ή συμπεριφορών της Ευρωπόλ και της Eurojust στο πλαίσιο της «επιχείρησης Sky ECC» και, εν συνεχεία, το αποζημιωτικό αίτημα με το οποίο ο προσφεύγων ζητεί την επιδίκαση αποζημίωσης βάσει των άρθρων 268 και 340 ΣΛΕΕ, του άρθρου 50 του κανονισμού 2016/794 και του άρθρου 46 του κανονισμού 2018/1727.
100 Εκ προοιμίου επισημαίνεται ότι η Ευρωπόλ και η Eurojust προβάλλουν, από κοινού ή αυτοτελώς, πλείονες λόγους απαραδέκτου, με τους οποίους προβάλλεται, πρώτον, το απαράδεκτο της προσφυγής στο σύνολό της, λόγω καταστρατήγησης της διαδικασίας, δεύτερον, το εκπρόθεσμο της προσφυγής όσον αφορά τα ακυρωτικά αιτήματα, τρίτον, το γεγονός ότι η επεξεργασία των δεδομένων που προέρχονται από την υπηρεσία Sky ECC και αφορούν τον προσφεύγοντα δεν συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής, τέταρτον, το απαράδεκτο των αποζημιωτικών αιτημάτων, λόγω του ότι ο προσφεύγων δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμον τις προβαλλόμενες ζημίες και καταστρατήγησε τα μέσα ένδικης προστασίας.
101 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι ο δικαστής της Ένωσης δύναται να εκτιμήσει εάν, υπό τις περιστάσεις της εκάστοτε υπόθεσης, λόγοι ορθής απονομής της δικαιοσύνης δικαιολογούν την επί της ουσίας απόρριψη της προσφυγής χωρίς προηγούμενη απόφαση επί του παραδεκτού (πρβλ. απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2002, Συμβούλιο κατά Boehringer, C‑23/00 P, EU:C:2002:118, σκέψεις 51 και 52).
102 Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι, για λόγους οικονομίας της διαδικασίας, πρέπει να εξετασθεί μόνον ο λόγος απαραδέκτου με τον οποίο προβάλλεται ότι η επεξεργασία των δεδομένων που προέρχονται από την υπηρεσία Sky ECC και αφορούν τον προσφεύγοντα δεν συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής, χωρίς να αποφανθεί προηγουμένως επί των λοιπών λόγων απαραδέκτου, δεδομένου ότι η προσφυγή είναι, εν πάση περιπτώσει και για τους λόγους που εκτίθενται κατωτέρω, αβάσιμη.
1. Επί των ακυρωτικών αιτημάτων
103 Προς στήριξη του πρώτου αιτήματος βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, ο προσφεύγων προβάλλει, μεταξύ άλλων, έλλειψη νομιμότητας ορισμένων πράξεων ή συμπεριφορών της Ευρωπόλ και της Eurojust στο πλαίσιο της «επιχείρησης Sky ECC», επί τη βάσει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ.
104 Το άρθρο 263 ΣΛΕΕ παρέχει τη δυνατότητα αμφισβήτησης της νομιμότητας των πράξεων που εκδίδουν, μεταξύ άλλων, οι οργανισμοί της Ένωσης, υπό την επιφύλαξη της τήρησης ορισμένων προϋποθέσεων παραδεκτού.
α) Επί του παραδεκτού των ακυρωτικών αιτημάτων
105 Η Ευρωπόλ και η Eurojust προβάλλουν ότι η επεξεργασία των δεδομένων που προέρχονται από την υπηρεσία Sky ECC και αφορούν τον προσφεύγοντα δεν συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής, διότι δεν επηρεάζει τη νομική του κατάσταση.
106 Όπως προκύπτει από τη σκέψη 58 ανωτέρω, ο προσφεύγων προσάπτει στην Ευρωπόλ την παραλαβή, την επεξεργασία και την κοινοχρησία, από τις 27 Μαΐου 2019, των δεδομένων της υπηρεσίας Sky ECC που τον αφορούσαν και τα οποία συνελέγησαν από την παρακολούθηση εκ μέρους των γαλλικών αρχών, καθώς και τη συμμετοχή της στη σύσκεψη της 28ης Αυγούστου 2019 και στην ομάδα εργασίας της 23ης και 24ης Ιουλίου 2020.
107 Όπως προκύπτει από τη σκέψη 85 ανωτέρω, ο προσφεύγων προσάπτει στην Eurojust τη συμμετοχή της στις μεταξύ των βελγικών, των γαλλικών και των ολλανδικών αρχών και της Ευρωπόλ συντονιστικές συσκέψεις της 25ης Απριλίου 2019, της 7ης Σεπτεμβρίου 2020 και της 11ης Φεβρουαρίου 2021, τη συμμετοχή της στη σύσκεψη της 23ης Μαΐου 2022 για τον συντονισμό των ολλανδικών και σερβικών ερευνών, καθώς και στη διαβίβαση της 24ης Ιουνίου 2022.
108 Με εξαίρεση τη διαβίβαση της 24ης Ιουνίου 2022, όλες οι πράξεις ή συμπεριφορές που μνημονεύονται στις σκέψεις 106 και 107 ανωτέρω συνιστούν πράξεις ή συμπεριφορές προπαρασκευαστικής φύσεως, μη δυνάμενες να παραγάγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική του κατάσταση, κατά την έννοια της πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου (πρβλ. αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1981, IBM κατά Επιτροπής, 60/81, EU:C:1981:264, σκέψη 9, και της 30ής Νοεμβρίου 2023, Sistem ecologica κατά Επιτροπής, C‑787/22 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2023:940, σκέψη 51).
109 Όσον αφορά τη συμμετοχή της Ευρωπόλ και της Eurojust στις οικείες συσκέψεις ή ομάδες εργασίας, ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι εν λόγω συσκέψεις και ομάδες είχαν ως αποτέλεσμα την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του προσφεύγοντος, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι αποτελούν απλώς στάδια εν εξελίξει ποινικών ερευνών και περιορίζονται στη δημιουργία των συνθηκών για την περαιτέρω διεξαγωγή των ερευνών αυτών, χωρίς να μεταβάλλουν τα δικαιώματα του προσφεύγοντος ή να θίγουν οποιοδήποτε από τα δικονομικά του δικαιώματα.
110 Επομένως, η συμμετοχή στις εν λόγω συνεδριάσεις ή ομάδες εργασίας δεν συνιστά το πέρας μιας ειδικής διαδικασίας διαφορετικής από εκείνη η οποία έχει ως προορισμό να επιτρέπει στα ποινικά δικαστήρια των ενδιαφερομένων κρατών μελών να αποφαίνονται ενδεχομένως επί της ποινικής ευθύνης του προσφεύγοντος (πρβλ. απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981, ΙΒΜ κατά Επιτροπής, 60/81, EU:C:1981:264, σκέψη 11, και διάταξη της 9ης Σεπτεμβρίου 2020, IMG κατά Επιτροπής, T‑645/19, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2020:388, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
111 Όσον αφορά τις διαβιβάσεις από την Ευρωπόλ δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του προσφεύγοντος, προερχόμενων από την υπηρεσία Sky ECC, προς τις αρχές των κρατών μελών και συγκεκριμένα του Βασιλείου του Βελγίου, της Γαλλικής Δημοκρατίας και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, οι διαβιβάσεις αυτές δεν διαφέρουν από τις εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) διαβιβάσεις των τελικών εκθέσεών της και πληροφοριών προς τα κράτη μέλη, οι οποίες, κατά πάγια νομολογία, δεν συνιστούν πράξεις δεκτικές προσφυγής (πρβλ. αποφάσεις της 30ής Νοεμβρίου 2023, Sistem ecologica κατά Επιτροπής, C‑787/22 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2023:940, σκέψεις 55, 56, 60, 66 και 67, της 12ης Σεπτεμβρίου 2007, Νικολάου κατά Επιτροπής, T‑259/03, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2007:254, σκέψεις 244 και 245 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 20ής Μαΐου 2010, Επιτροπή κατά Violetti κ.λπ., T‑261/09 P, EU:T:2010:215, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
112 Ως εκ τούτου, χωρίς να χρειάζεται να καθοριστεί αν, ελλείψει επίσημου χαρακτήρα των διαφόρων συμπεριφορών που προσάπτει ο προσφεύγων στην Ευρωπόλ και στην Eurojust, η συμμετοχή των οργανισμών αυτών στις συσκέψεις ή στην ομάδα εργασίας που μνημονεύονται στις σκέψεις 106 και 107 ανωτέρω, καθώς και οι διαβιβάσεις από την Ευρωπόλ δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του προσφεύγοντος, προερχόμενων από την υπηρεσία Sky ECC, προς τις βελγικές, τις γαλλικές και τις ολλανδικές αρχές μπορούν να χαρακτηρισθούν ως «πράξεις» κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, η ως άνω συμμετοχή και οι ως άνω διαβιβάσεις δεν έχουν, εν πάση περιπτώσει, χαρακτήρα δεκτικό προσφυγής.
113 Αντιθέτως, όσον αφορά τη διαβίβαση της 24ης Ιουνίου 2022, πρέπει να της αναγνωριστεί ο χαρακτήρας πράξης δεκτικής προσφυγής.
114 Από τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 111 ανωτέρω προκύπτει μεν ότι η διαβίβαση από την OLAF τελικών εκθέσεων και πληροφοριών προς τα κράτη μέλη δεν συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής.
115 Εντούτοις, τόσο το Δικαστήριο όσο και το Γενικό Δικαστήριο είχαν την ευκαιρία να λάβουν υπόψη, προκειμένου να αποκλείσουν τον δεκτικό προσφυγής χαρακτήρα των διαβιβάσεων της OLAF, το γεγονός ότι ο αναιρεσείων ή ο προσφεύγων είχε στη διάθεσή του άλλα μέσα για να διασφαλίσει τον έλεγχο της νομιμότητας των εν λόγω αποφάσεων διαβίβασης (βλ. απόφαση της 20ής Μαΐου 2010, Επιτροπή κατά Violetti κ.λπ., T‑261/09 P, EU:T:2010:215, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής [πρβλ. διάταξη της 19ης Απριλίου 2005, Tillack κατά Επιτροπής, C‑521/04 P(R), EU:C:2005:240, σκέψη 39].
116 Η δε διαβίβαση της 24ης Ιουνίου 2022 πραγματοποιήθηκε μεταξύ οργανισμού της Ένωσης και των αρχών όχι κράτους μέλους, αλλά τρίτης χώρας, εν προκειμένω της Δημοκρατίας της Σερβίας.
117 Επομένως, η νομιμότητα της διαβίβασης της 24ης Ιουνίου 2022 υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης, ελλείψει δυνατότητας αμφισβήτησής της στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, δεν μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί και τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται στη διαβίβαση αυτή μπορούν να θεωρηθούν ως νομίμως διαβιβασθέντα προς τις σερβικές αρχές, χωρίς, εν συνεχεία, να μπορεί ο προσφεύγων να ζητήσει από τα δικαστήρια της τρίτης αυτής χώρας είτε να εκτιμήσουν το κύρος της εν λόγω διαβίβασης υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης είτε να υποβάλουν στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα ως προς την εκτίμηση του κύρους της.
118 Στο πλαίσιο αυτό, η διαβίβαση της 24ης Ιουνίου 2022 συνιστά το πέρας μιας ειδικής διαδικασίας με την οποία η Eurojust διαβιβάζει προς τις αρχές τρίτης χώρας και κατόπιν αιτήσεώς τους δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ταυτοποιημένου προσώπου.
119 Επιπλέον, η αναγνώριση του δεκτικού προσφυγής χαρακτήρα της διαβίβασης της 24ης Ιουνίου 2022 είναι η μόνη που μπορεί να διασφαλίσει τον αποτελεσματικό έλεγχο από δικαστική αρχή ή άλλο ανεξάρτητο όργανο της διαβίβασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που συνελέγησαν από παρακολούθηση και της χρήσης τους για σκοπούς πλην εκείνων της ποινικής δίκης για την οποία συνελέγησαν αρχικώς (πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 1ης Απριλίου 2025, Ships Waste Oil Collector B. V. κ.λπ. κατά Κάτω Χωρών, CE:ECHR:2025:0401JUD000279916, § 160 και 183 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
120 Συναφώς, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός, το οποίο επικαλείται η Eurojust, ότι ο προσφεύγων θα μπορούσε να ασκήσει προσφυγή ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων ή ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ) κατόπιν ενδεχόμενης καταδίκης από τα σερβικά ποινικά δικαστήρια.
121 Αφενός, τα γαλλικά δικαστήρια δεν μπορούν να επιληφθούν προσφυγής ακυρώσεως κατά πράξης οργανισμού της Ένωσης.
122 Αφετέρου, ελλείψει προσχώρησης της Ένωσης στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ), το ΕΔΔΑ δεν μπορεί να διαπιστώσει παράβαση της Συμβάσεως αυτής εκ μέρους της Ένωσης, ιδίως στο πλαίσιο προσφυγής ασκηθείσας κατά τρίτης χώρας.
123 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος απαραδέκτου που προέβαλαν η Ευρωπόλ και η Eurojust και να διαπιστωθεί ο μη δεκτικός προσφυγής χαρακτήρας των πράξεων ή συμπεριφορών κατά των οποίων βάλλει ο προσφεύγων, με εξαίρεση τη διαβίβαση της 24ης Ιουνίου 2022.
β) Επί του βασίμου του ακυρωτικού αιτήματος όσον αφορά τη διαβίβαση της 24ηςΙουνίου 2022
124 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο προσφεύγων δεν αποδεικνύει τους λόγους για τους οποίους η διαβίβαση της 24ης Ιουνίου 2022 είχε ως αποτέλεσμα την παράνομη επεξεργασία των προσωπικού χαρακτήρα δεδομένων του.
125 Κατά πρώτον, το άρθρο 45, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2018/1727 ορίζει ότι την ευθύνη για την ακρίβεια των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα φέρει το κράτος μέλος που παρέσχε τα δεδομένα στην Eurojust, σε περίπτωση που, όπως εν προκειμένω, τα υποβληθέντα δεδομένα δεν τροποποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας δεδομένων από την Eurojust, όπερ δεν αμφισβητείται από τον προσφεύγοντα.
126 Κατά δεύτερον, διαπιστώνεται ότι, όσον αφορά τη διάθεση από τις γαλλικές στις σερβικές αρχές, μέσω της Eurojust, των συνομιλιών του προσφεύγοντος, αφενός, από κανένα στοιχείο δεν μπορεί να συναχθεί ότι η εν λόγω επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν ήταν δίκαιη, σύννομη και πραγματοποιηθείσα για καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς, κατά την έννοια του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 2018/1725.
127 Πρώτον, η επεξεργασία αυτή εντασσόταν στο πλαίσιο της εκτέλεσης των καθηκόντων της Eurojust και ήταν αναγκαία για την εκτέλεσή τους. Δεύτερον, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του προσφεύγοντος υποβλήθηκαν σε επεξεργασία για σκοπούς διαφορετικούς από τα καθήκοντα αυτά. Τρίτον, η εν λόγω επεξεργασία πραγματοποιήθηκε κατόπιν αιτήματος των γαλλικών αρχών και σε εκτέλεση προηγούμενων αιτήσεων δικαστικής συνδρομής. Τέταρτον, η διαβίβαση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του προσφεύγοντος προς τις σερβικές αρχές στηρίχθηκε στο άρθρο 56, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2018/1727 και στη συναφθείσα, στις 12 Νοεμβρίου 2019, μεταξύ της Eurojust και της Δημοκρατίας της Σερβίας συμφωνία συνεργασίας που καθιστούσε δυνατή την ανταλλαγή επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
128 Αφετέρου, η διάθεση των συνομιλιών του προσφεύγοντος από τις γαλλικές στις σερβικές αρχές μέσω της Eurojust ήταν επίσης σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας και αρκούντως ασφαλής, κατά την έννοια του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχεία γʹ, δʹ και εʹ, του κανονισμού 2018/1725. Πράγματι, πραγματοποιήθηκε υπό τη μορφή διάθεσης συνδέσμου προς ιστότοπο μεταφόρτωσης διασφαλιζόμενου με κωδικό πρόσβασης που παρέσχαν οι γαλλικές αρχές και ουδόλως μπορεί να αμφισβητηθεί το επιχείρημα της Eurojust ότι δεν απέκτησε πρόσβαση στα επίμαχα δεδομένα και δεν τα μεταφόρτωσε, αποθήκευσε ή αντέγραψε στα δικά της πληροφοριακά συστήματα.
129 Εξάλλου, όσον αφορά τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος περί παραβάσεως των άρθρων 47 και 48 του Χάρτη, καθώς και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και των άρθρων 14 και 15 του Συμφώνου, ο προσφεύγων δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους η διαβίβαση της 24ης Ιουνίου 2022 συνεπαγόταν, κατά την ημερομηνία της διαβίβασης αυτής, παράβαση των ως άνω διατάξεων, ιδίως ελλείψει αποφάσεως ολλανδικού ή σερβικού δικαστηρίου διαπιστώνουσας, κατά την ημερομηνία αυτή, την ενοχή του βάσει των διαβιβασθέντων δεδομένων.
130 Ως εκ τούτου, το αίτημα περί ακυρώσεως της διαβίβασης της 24ης Ιουνίου 2022 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
γ) Επί του λόγου ακυρώσεως που αφορά την ένσταση περί ελλείψεως νομιμότητας
131 Σύμφωνα με το άρθρο 277 ΣΛΕΕ, παρά τη λήξη της προθεσμίας του άρθρου 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, κάθε διάδικος μπορεί, επ’ ευκαιρία διαφοράς που θέτει υπό αμφισβήτηση πράξη γενικής ισχύος που έχει εκδοθεί από θεσμικό ή λοιπό όργανο ή οργανισμό της Ένωσης, να επικαλείται το ανεφάρμοστο της πράξης αυτής ενώπιον του δικαστή της Ένωσης για έναν από τους λόγους του άρθρου 263, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
132 Πλην όμως, ουδεμία από τις πράξεις ή συμπεριφορές που προσάπτει ο προσφεύγων στην Ευρωπόλ ή στην Eurojust έχει τα χαρακτηριστικά πράξης γενικής ισχύος.
133 Κατά συνέπεια, ο λόγος ακυρώσεως που στηρίζεται στο άρθρο 277 ΣΛΕΕ πρέπει να απορριφθεί.
2. Επί των αιτημάτων αποζημίωσης
134 Η θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης βάσει του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ εξαρτάται από τη συνδρομή ενός συνόλου προϋποθέσεων, συγκεκριμένα δε την ύπαρξη κατάφωρης παράβασης κανόνα δικαίου ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, το υποστατό της ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράβασης της υποχρέωσης που υπέχει το όργανο που εξέδωσε την πράξη και της ζημίας που υπέστησαν οι ζημιωθέντες (βλ. απόφαση της 5ης Μαρτίου 2024, Kočner κατά Ευρωπόλ, C‑755/21 P, EU:C:2024:202, σκέψη 117 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
135 Εφόσον δεν πληρούται μία εξ αυτών των προϋποθέσεων, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της χωρίς να απαιτείται να εξετασθούν οι λοιπές προϋποθέσεις της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης. Επιπλέον, το δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης δεν υποχρεούται να εξετάζει τις προϋποθέσεις αυτές με καθορισμένη σειρά (βλ. απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2018, Ευρωπαϊκή Ένωση κατά Kendrion, C‑150/17 Ρ, EU:C:2018:1014, σκέψη 118 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
136 Εντούτοις, αφ’ ης στιγμής ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε κατά παρέκκλιση καθεστώς αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης μεταξύ οργανισμού της Ένωσης και ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, εντός του πεδίου εφαρμογής του εν λόγω κατά παρέκκλιση καθεστώτος, η θεμελίωση της ευθύνης του οργανισμού αυτού δεν απαιτεί να αποδειχθεί ότι η ζημία της οποίας ζητείται η αποκατάσταση είναι καταλογιστέα στον εν λόγω οργανισμό, εφόσον η ζημία αυτή καταλογίζεται τουλάχιστον σε ένα ή περισσότερα από τα εν λόγω κράτη μέλη (πρβλ. απόφαση της 5ης Μαρτίου 2024, Kočner κατά Europol, C‑755/21 P, EU:C:2024:202, σκέψεις 125 και 132).
137 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εξετασθούν χωριστά οι πράξεις ή οι συμπεριφορές για τις οποίες μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνες, αντιστοίχως, η Ευρωπόλ –η οποία είναι η μόνη που υπόκειται σε τέτοιο κατά παρέκκλιση ισχύον καθεστώς αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης με τα κράτη μέλη– και η Eurojust.
α) Επί των πράξεων και των συμπεριφορών για τις οποίες μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη η Ευρωπόλ
138 Με τον πρώτο λόγο αποζημίωσης, ο οποίος προβάλλεται στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων προσάπτει στην Ευρωπόλ και στα οικεία κράτη μέλη ότι επεξεργάστηκαν τα προερχόμενα από την υπηρεσία Sky ECC δεδομένα –συμπεριλαμβανομένων των δικών του δεδομένων– κατά τρόπο παράνομο και αθέμιτο και, ως εκ τούτου, ότι παρέβησαν, μεταξύ άλλων, το άρθρο 28, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2016/794.
139 Η αρχική επεξεργασία των προερχόμενων από την υπηρεσία Sky ECC δεδομένων, λόγω του έγινε χωρίς διάκριση, δεν ήταν ούτε αναγκαία, κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/794, ούτε σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας, κατά την έννοια του άρθρου 28, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του ίδιου κανονισμού, ελλείψει επαρκών τεκμηρίων για την εμπλοκή του συνόλου των χρηστών της υπηρεσίας Sky ECC σε αξιόποινες πράξεις.
140 Επιπλέον, η περαιτέρω επεξεργασία των προερχόμενων από την υπηρεσία Sky ECC δεδομένων συνιστά παράβαση του άρθρου 28, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2016/794, κατά το μέρους που αφορούσε δεδομένα τα οποία δεν σχετίζονταν αποκλειστικώς με αξιόποινες πράξεις και τα οποία είχαν συλλεχθεί χωρίς διάκριση και χωρίς καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς.
141 Λαμβανομένης υπόψη της επιχειρηματολογίας αυτής, ο πρώτος λόγος αποζημίωσης πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά ισχυρισμούς περί εσφαλμένης επεξεργασίας δεδομένων τόσο από την Ευρωπόλ όσο και από το Βασίλειο του Βελγίου, τη Γαλλική Δημοκρατία και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, δεδομένου ότι τα εν λόγω κράτη μέλη υπάγονται στο κατά παρέκκλιση καθεστώς της αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης του άρθρου 50, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/794.
142 Επομένως, για την εξέταση του ως άνω πρώτου λόγου αποζημίωσης, πρέπει να ληφθούν υπόψη όχι μόνον οι πράξεις ή οι συμπεριφορές της Ευρωπόλ, βάσει του καθεστώτος ευθύνης που απορρέει από το άρθρο 49 του κανονισμού 2016/794, αλλά και εκείνες των τριών ενδιαφερόμενων κρατών μελών, βάσει του κατά παρέκκλιση καθεστώτος αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης του άρθρου 50, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού.
143 Με τον δεύτερο λόγο αποζημίωσης, ο οποίος προβάλλεται στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, παρά τη μνεία, στο σημείο 68 του δικογράφου της προσφυγής, του άρθρου 28 του κανονισμού 2016/794, ο προσφεύγων προβάλλει, κατ’ ουσίαν, μόνον προσβολή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη λόγω της αδυναμίας εξακρίβωσης της «δυνατότητας χρήσης» των προερχόμενων από την υπηρεσία Sky ECC δεδομένων στις εθνικές ποινικές διαδικασίες που κινήθηκαν κατόπιν των ερευνών στις οποίες συμμετείχε η Ευρωπόλ.
144 Επομένως, στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων δεν αμφισβητεί τη νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικού χαρακτήρα δεδομένων του, κατά την έννοια του άρθρου 28 του κανονισμού 2016/794 –το μόνο επιχείρημα που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αμφισβήτησης εντός του πεδίου εφαρμογής του κατά παρέκκλιση καθεστώτος αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης που απορρέει από το άρθρο 50, παράγραφος 1, του ως άνω κανονισμού.
145 Υπό τις συνθήκες αυτές, για την εξέταση του ως άνω δευτέρου λόγου αποζημίωσης, πρέπει να ληφθούν υπόψη μόνον οι πράξεις ή οι συμπεριφορές της Ευρωπόλ βάσει του καθεστώτος ευθύνης που απορρέει από το άρθρο 49 του κανονισμού 2016/794.
146 Με τον τρίτο λόγο αποζημίωσης, ο οποίος προβάλλεται στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων βάλλει κατά της ύπαρξης διττής δίωξης για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, η οποία κινήθηκε εις βάρος του από τις ολλανδικές και τις σερβικές ποινικές αρχές.
147 Ο προσφεύγων υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, μεταξύ άλλων, η Ευρωπόλ δεν τήρησε την απαίτηση περί βέλτιστου συντονισμού που επιβάλλει η συμφωνία ΚΟΕ, στερώντας του τη δυνατότητα να διασφαλίσει καταλλήλως την υπεράσπισή του κατά παράβαση των άρθρων 47 και 48 του Χάρτη, του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και των άρθρων 14 και 15 του Συμφώνου.
148 Μολονότι, ασφαλώς, οι πληροφορίες που κατείχε και υπέβαλε σε επεξεργασία η Ευρωπόλ τέθηκαν εκ μέρους της, εν προκειμένω, στη διάθεση των ολλανδικών αρχών και διαβιβάστηκαν από τις γαλλικές προς τις σερβικές αρχές, εντούτοις, με τον τρίτο λόγο αποζημίωσης, ο προσφεύγων δεν προσάπτει στην Ευρωπόλ ενδεχόμενη «εσφαλμένη επεξεργασία δεδομένων» κατά την έννοια του άρθρου 50, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/794, αλλά αποκλειστικώς την εκ μέρους της παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει από τη συμφωνία ΚΟΕ.
149 Κατά συνέπεια, για την εξέταση του ως άνω τρίτου λόγου αποζημίωσης, πρέπει να ληφθούν υπόψη μόνον οι πράξεις ή οι συμπεριφορές της Ευρωπόλ βάσει του καθεστώτος ευθύνης που απορρέει από το άρθρο 49 του κανονισμού 2016/794.
150 Με τον τέταρτο λόγο αποζημίωσης, ο οποίος προβάλλεται στο πλαίσιο του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων, όπως επιβεβαίωσε απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, προβάλλει ανεπαρκή ασφάλεια και έλλειψη συμμόρφωσης κατά την εκ μέρους της Ευρωπόλ και της Eurojust επεξεργασία των δεδομένων του που προέρχονταν από την υπηρεσία Sky ECC.
151 Οι ισχυρισμοί του εδράζονται στο άρθρο 32 του κανονισμού 2016/794 καθώς και στα άρθρα 89, 91 και 92 του κανονισμού 2018/1725.
152 Πάντως, όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία επικαλείται ο προσφεύγων –ήτοι πραγματικά περιστατικά προγενέστερα της 24ης Ιουνίου 2022–, μόνον το άρθρο 32 του κανονισμού 2016/794 είχε εφαρμογή ratione temporis στην Ευρωπόλ, σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού 2018/1725.
153 Υπό τις συνθήκες αυτές, για την εξέταση του ως άνω τετάρτου λόγου αποζημίωσης, πρέπει να ληφθούν υπόψη μόνον οι πράξεις ή συμπεριφορές της Ευρωπόλ, και δη αποκλειστικώς υπό το πρίσμα του άρθρου 32 του κανονισμού 2016/794.
1) Επί των προβαλλομένων ζημιών που απορρέουν από πράξεις ή συμπεριφορές της Ευρωπόλ, του Βασιλείου του Βελγίου, της Γαλλικής Δημοκρατίας ή του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, για τις οποίες ζητείται αποζημίωση από την Ευρωπόλ βάσει του καθεστώτος αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης που προβλέπει κατά παρέκκλιση το άρθρο 50, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/794
154 Όπως επισημάνθηκε στις σκέψεις 138 έως 142 ανωτέρω, στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αποζημίωσης, ο προσφεύγων προβάλλει ζημίες απορρέουσες από τον εσφαλμένο χαρακτήρα της επεξεργασίας των δεδομένων του που προήλθαν από την υπηρεσία Sky ECC, τόσο εκ μέρους της Ευρωπόλ όσο και εκ μέρους του Βασιλείου του Βελγίου, της Γαλλικής Δημοκρατίας και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών.
155 Κατά τον προσφεύγοντα, τα δεδομένα που προήλθαν από την υπηρεσία Sky ECC –συμπεριλαμβανομένων των δικών του δεδομένων– υποβλήθηκαν σε επεξεργασία χωρίς διάκριση, κατά παράβαση των άρθρων 17, 18, 28 και 38 του κανονισμού 2016/794, των άρθρων 7, 8, 10 έως 12, 51 και 52 του Χάρτη, του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 17 του Συμφώνου.
156 Τα δεδομένα αυτά υποβλήθηκαν αρχικώς σε επεξεργασία από τα οικεία κράτη μέλη κατά παραβίαση των αρχών της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, ελλείψει βάσιμου τεκμηρίου εμπλοκής όλων των χρηστών της υπηρεσίας Sky ECC σε οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ως άνω συλλογή παραβιάζει τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η οποία επιτρέπει τη χωρίς διάκριση συλλογή δεδομένων μόνον κατ’ εξαίρεση. Ομοίως, η συλλογή και η επεξεργασία των μεταδεδομένων μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνο κατόπιν δικαστικής άδειας και στον τομέα της εθνικής ασφάλειας ή της καταπολέμησης μορφών σοβαρού εγκλήματος, όπερ δεν συντρέχει εν προκειμένω.
157 Σύμφωνα δε με το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2016/794, η Ευρωπόλ μπορεί να επεξεργάζεται μόνο δεδομένα που έχουν υποβληθεί σε επεξεργασία από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία, όπερ δεν συνέβη εν προκειμένω.
158 Εν συνεχεία, τα ως άνω δεδομένα υποβλήθηκαν σε επεξεργασία από την Ευρωπόλ χωρίς νόμιμο σκοπό, στο μέτρο που ορισμένες διατηρηθείσες συνομιλίες ουδόλως σχετίζονταν με οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη. Τα δεδομένα αυτά υποβλήθηκαν επίσης σε αθέμιτη και παράνομη επεξεργασία.
159 Υπό την έννοια αυτή, η Ευρωπόλ παρέβη το σημείο 32, στοιχεία ηʹ, θʹ, ιστʹ και ιζʹ, της σύστασης του Κοινοβουλίου της 15ης Ιουνίου 2023 προς το Συμβούλιο και την Επιτροπή σχετικά με τη διερεύνηση εικαζόμενων παραβάσεων και περιστατικών κακοδιοίκησης κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης σε σχέση με τη χρήση του λογισμικού Pegasus και αντίστοιχου κατασκοπευτικού λογισμικού [2023/2500 (RSP)], στον βαθμό που δεν διέγραψε τα μη συναφή δεδομένα, διατήρησε τα επίμαχα δεδομένα πέραν συγκεκριμένης χρονικής περιόδου και δεν ενημέρωσε τα στοχοποιημένα και τα μη στοχοποιημένα πρόσωπα.
160 Οι παραβάσεις αυτές επιβεβαιώνονται από την πρόσφατη καταδίκη της Ευρωπόλ από τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων (ΕΕΠΔ) σε σχέση με την αποθήκευση και τη διαγραφή συνόλων δεδομένων μη υποκείμενων σε κατηγοριοποίηση (EDPS Decision on the retention by Europol of datasets lacking Data Subject Categorisation, Cases 2019-0370-2021, 21 Δεκεμβρίου 2021).
161 Η Ευρωπόλ προβάλλει ότι ο ως άνω λόγος αποζημίωσης είναι αβάσιμος.
162 Κατ’ αρχάς, επισημαίνεται ότι κακώς η Ευρωπόλ υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για τις πράξεις ή τις συμπεριφορές των κρατών μελών και ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να εκτιμήσει τη νομιμότητά τους.
163 Καίτοι, βεβαίως, σύμφωνα με το άρθρο 276 ΣΛΕΕ, ο δικαστής της Ένωσης δεν είναι αρμόδιος να ελέγχει το κύρος ή την αναλογικότητα επιχειρησιακών δράσεων της αστυνομίας ή άλλων υπηρεσιών επιβολής του νόμου ενός κράτους μέλους, μεταξύ άλλων και στο πλαίσιο προσφυγών βάσει των άρθρων 268 και 340 ΣΛΕΕ (βλ. σκέψεις 44 έως 46 ανωτέρω), γεγονός παραμένει ότι, πέραν των συγκεκριμένων αυτών επιχειρησιακών δράσεων, το καθεστώς αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης που προβλέπεται κατά παρέκκλιση στο άρθρο 50, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/794 συνεπάγεται, εμμέσως πλην σαφώς, ότι η Ευρωπόλ μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για πράξεις ή συμπεριφορές των κρατών μελών.
164 Εξ αυτού συνάγεται επίσης κατ’ ανάγκην ότι, στο πλαίσιο αγωγών αποζημίωσης στηριζόμενων στο άρθρο 50, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/794, το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκτιμά τη νομιμότητα των πράξεων ή των συμπεριφορών κρατών μελών άλλων από εκείνα των οποίων οι αστυνομικές υπηρεσίες ή άλλες υπηρεσίες επιβολής του νόμου προέβησαν στη συλλογή των οικείων δεδομένων, είτε βάσει του δικαίου της Ένωσης και ιδίως του κανονισμού 2016/794 (πρβλ. απόφαση της 5ης Μαρτίου 2024, Kočner κατά Ευρωπόλ, C‑755/21 P, EU:C:2024:202, σκέψη 121) είτε βάσει του εθνικού δικαίου του οικείου κράτους.
165 Πρώτον, όσον αφορά την επεξεργασία των δεδομένων που συνέλεξαν οι γαλλικές αρχές, ο προσφεύγων απλώς επισημαίνει ότι ορισμένα δεδομένα υποβλήθηκαν σε επεξεργασία καίτοι ουδεμία σχέση είχαν με οποιοδήποτε αδίκημα και ότι, ως εκ τούτου, η επεξεργασία τους αντιβαίνει στο άρθρο 30, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/794, σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θυμάτων αξιόποινων πράξεων, μαρτύρων ή άλλων προσώπων που μπορούν να δώσουν πληροφορίες για αξιόποινες πράξεις ή προσώπων ηλικίας κάτω των 18 ετών.
166 Επιβάλλεται, εντούτοις, η διαπίστωση ότι ο προσφεύγων είναι ενήλικος ο οποίος, βάσει του εθνικού δικαίου του οικείου κράτους μέλους, ήταν ύποπτος τέλεσης αξιόποινης πράξης ή συμμετοχής σε αξιόποινη πράξη υπαγόμενη στην αρμοδιότητα της Ευρωπόλ, ήτοι διακίνηση ναρκωτικών, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/794.
167 Ως εκ τούτου, ο προσφεύγων δεν μπορεί να επικαλεστεί λυσιτελώς το άρθρο 30, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/794.
168 Κατά τα λοιπά, ο προσφεύγων ουδέν στοιχείο προσκομίζει που να επιτρέπει να αμφισβητηθεί το γεγονός ότι η επεξεργασία των προερχόμενων από την υπηρεσία Sky ECC δεδομένων, μεταξύ άλλων από τις οικείες εθνικές αρχές, πριν από τη διαβίβασή τους προς την Ευρωπόλ, πραγματοποιήθηκε για τους νόμιμους σκοπούς για τους οποίους είχαν συλλεγεί τα δεδομένα, ήτοι την εκπόνηση στρατηγικών ή θεματικών αναλύσεων καθώς και επιχειρησιακών αναλύσεων, κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού 2016/794, στο πλαίσιο της εκτέλεσης των προμνησθεισών στη σκέψη 4 αποφάσεων κοινών ερευνών και της ΚΟΕ.
169 Δεύτερον, ο προσφεύγων ουδέν στοιχείο προσκομίζει ικανό να αποδείξει ότι οι διαβιβάσεις των συλλεγέντων από τις γαλλικές αρχές δεδομένων προς την Ευρωπόλ πραγματοποιήθηκαν κατά παραβίαση των αρχών που προβλέπονται στο άρθρο 28, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/794.
170 Τρίτον, όσον αφορά τη σχετική με τα δεδομένα του προσφεύγοντος δραστηριότητα της Ευρωπόλ, ουδόλως προκύπτει ότι η λήψη, η επεξεργασία και η εν συνεχεία διαβίβαση του αποτελέσματος της ανάλυσης των δεδομένων αυτών προς τα οικεία κράτη μέλη πραγματοποιήθηκαν κατά παραβίαση των αρχών που ορίζονται στο άρθρο 28, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/794.
171 Κατά πρώτον, όλες οι ανωτέρω επιχειρησιακές δράσεις πραγματοποιήθηκαν εντός συγκεκριμένου πλαισίου για την επιδίωξη καθορισμένων, ρητών και νόμιμων σκοπών, ήτοι στο πλαίσιο ειδικής επιχείρησης για την υπηρεσία Sky ECC, που αποσκοπούσε, μεταξύ άλλων, στον εντοπισμό, για την άσκηση ποινικής δίωξης, των χρηστών της εν λόγω υπηρεσίας, επιπλέον δε μέσω ΚΟΕ που επιδίωκε τον ίδιο σκοπό και δημιουργήθηκε με ειδική συμφωνία, της οποίας οι σκοποί προσδιορίζονταν ρητώς, από το Βασίλειο του Βελγίου, τη Γαλλική Δημοκρατία και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και στην οποία συνέπραξε η Ευρωπόλ (βλ. σκέψεις 3 έως 6 ανωτέρω).
172 Κατά δεύτερον, ουδόλως προκύπτει ότι η επεξεργασία των δεδομένων του προσφεύγοντος από την Ευρωπόλ ήταν ακατάλληλη, μη συναφής ή υπέρμετρη για τον σκοπό της ταυτοποίησης των χρηστών της υπηρεσίας Sky ECC, ιδίως προκειμένου να ασκηθεί εναντίον τους ποινική δίωξη.
173 Συναφώς, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι η Ευρωπόλ μπορούσε να είναι αποδέκτης της προμνησθείσας στη σκέψη 160 αποφάσεως του ΕΕΠΔ. Πράγματι, ο προσφεύγων ούτε υποστηρίζει ούτε, κατά μείζονα λόγο, αποδεικνύει ότι τα δεδομένα του ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως αυτής, ήτοι στα δεδομένα που είχε στην κατοχή της η Ευρωπόλ και δεν υπόκεινταν σε κατηγοριοποίηση.
174 Αντιθέτως, από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του το Γενικό Δικαστήριο προκύπτει ότι τα δεδομένα του προσφεύγοντος είχαν συνδεθεί με ειδική έρευνα σχετική με την υπηρεσία Sky ECC, που αποσκοπούσε, μεταξύ άλλων, στην ταυτοποίηση των χρηστών της (βλ. σκέψεις 4 έως 6 ανωτέρω), ότι η Ευρωπόλ είχε συσχετίσει το όνομα του προσφεύγοντος με τον κωδικό του στην υπηρεσία Sky ECC και το όνομα χρήστη του και μπόρεσε κατ’ αυτόν τον τρόπο να εντοπίσει τις συνομιλίες του προσφεύγοντος (βλ. σκέψεις 64 και 65 ανωτέρω), είχε δε συγκροτήσει επίσης εθνικά πακέτα (βλ. σκέψη 81 ανωτέρω).
175 Κατά τρίτον, από τη δικογραφία δεν προκύπτει ότι τα δεδομένα που αφορούν τον προσφεύγοντα και υποβλήθηκαν σε επεξεργασία από την Ευρωπόλ ήταν ανακριβή ή ακόμη ότι η επεξεργασία τους δεν έγινε κατά τρόπο που να εγγυάται την ασφάλειά τους, δεδομένου ότι τα δεδομένα αυτά διαβιβάστηκαν μόνον προς τα κράτη ή τους οργανισμούς που εμπλέκονταν άμεσα ή έμμεσα στην ΚΟΕ, χρησιμοποιήθηκαν δε αποκλειστικώς για τους σκοπούς των ποινικών διώξεων που άσκησαν το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και η Δημοκρατία της Σερβίας κατά του προσφεύγοντος.
176 Κατά τέταρτον, ουδόλως προκύπτει ότι τα δεδομένα του προσφεύγοντος, για τον οποίο οι ποινικές διαδικασίες εξακολουθούσαν να εκκρεμούν κατά τον χρόνο άσκησης της υπό κρίση προσφυγής, διατηρήθηκαν για χρονικό διάστημα το οποίο υπερέβη το απαιτούμενο, μεταξύ άλλων, για την ομαλή διεξαγωγή των διαδικασιών αυτών.
177 Κατά πέμπτον, ο προσφεύγων δεν μπορεί βασίμως να επικαλεστεί το γεγονός ότι δεν μπόρεσε να αποκτήσει πρόσβαση στα δεδομένα του, δεδομένου ότι, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 41 του κανονισμού 2016/794, στην οποία προσδίδεται σημαντική ερμηνευτική αξία (πρβλ. απόφαση της 5ης Μαρτίου 2024, Kočner κατά Ευρωπόλ, C‑755/21 P, EU:C:2024:202, σκέψη 59), η Ευρωπόλ μπορεί να αρνηθεί την πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ενός προσώπου προκειμένου να εκπληρώσει καταλλήλως τα καθήκοντά της, να εγγυηθεί την ασφάλεια και τη δημόσια τάξη, να αποτρέψει το έγκλημα ή να διασφαλιστεί ότι δεν θα τεθεί σε κίνδυνο εθνική έρευνα.
178 Τέταρτον, ουδόλως προκύπτει από τα στοιχεία που τέθηκαν στη διάθεση του Γενικού Δικαστηρίου ότι η Ευρωπόλ παραβίασε τις αρχές σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά τις συσκέψεις της 27ης Μαΐου και της 28ης Αυγούστου 2019 ή ακόμη στο πλαίσιο της ομάδας εργασίας της 23ης και της 24ης Ιουλίου 2020, κατά την οποία ανακαλύφθηκαν νέα μηνύματα (βλ. σκέψεις 55 και 57 ανωτέρω).
179 Οι ως άνω συσκέψεις ενέπιπταν προφανώς στα καθήκοντα που είχαν ανατεθεί στην Ευρωπόλ και τα οποία μνημονεύονται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2016/794, ιδίως στην προκειμένη περίπτωση κατά την οποία η Ευρωπόλ συμμετείχε σε ΚΟΕ, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού αυτού.
180 Πέμπτον, από κανένα στοιχείο δεν μπορεί να συναχθεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, η Γαλλική Δημοκρατία ή το Βασίλειο των Κάτω Χωρών διέπραξαν παρατυπίες κατά τη λήψη των δεδομένων που τους διαβίβασε η Ευρωπόλ.
181 Έκτον, ουδόλως προκύπτει ότι οι πληροφορίες που διαβίβασαν οι ολλανδικές αρχές προς τις σερβικές αρχές είχαν περιέλθει στην κατοχή της Ευρωπόλ, όπερ αποκλείει οιαδήποτε αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη της.
182 Έβδομον, όσον αφορά τη διαβίβαση της 24ης Ιουνίου 2022, ουδόλως προκύπτει ότι αντιβαίνει στο άρθρο 28 του κανονισμού 2016/794.
183 Εξάλλου, για λόγους παρόμοιους με τους εκτεθέντες στις σκέψεις 171 έως 182 ανωτέρω, ουδεμία παράβαση των άρθρων 7, 8, 10 έως 12, 51 και 52 του Χάρτη, του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 17 του Συμφώνου μπορεί να προσαφθεί στην Ευρωπόλ και στο Βασίλειο του Βελγίου, στη Γαλλική Δημοκρατία ή στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών.
184 Συναφώς, πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη προβλέπει τη δυνατότητα επιβολής περιορισμών στα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη –συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, της ελευθερίας σκέψης, συνείδησης και θρησκείας, της ελευθερίας έκφρασης και πληροφόρησης, της ελευθερίας του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι– υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί προβλέπονται από τον νόμο, σέβονται το βασικό περιεχόμενο των οικείων δικαιωμάτων και ελευθεριών και ότι, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε σκοπούς γενικού συμφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων [βλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Bezirkshauptmannschaft Landeck (Απόπειρα πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα αποθηκευμένα σε κινητό τηλέφωνο), C‑548/21, EU:C:2024:830, σκέψη 119 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
185 Επιπλέον, η καταπολέμηση της σοβαρής εγκληματικότητας –στην οποία εμπίπτει η καταπολέμηση της διακίνησης ναρκωτικών– μπορεί να δικαιολογήσει σοβαρές επεμβάσεις στα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, όπως αυτές τις οποίες συνεπάγεται η διατήρηση των δεδομένων κίνησης και των δεδομένων θέσης (πρβλ. απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2023, Lietuvos Respublikos generalinė prokuratūra, C‑162/22, EU:C:2023:631, σκέψη 37).
186 Τέλος, καθ’ ο μέρος ο προσφεύγων επικαλείται τη σύσταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που μνημονεύεται στη σκέψη 159 ανωτέρω, αρκεί η διαπίστωση ότι το έγγραφο αυτό δεν έχει δεσμευτικό έννομο αποτέλεσμα.
187 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, ο προσφεύγων δεν απέδειξε καμία κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στον προσφεύγοντα.
188 Δεδομένου ότι δεν πληρούται η ως άνω προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης της Ευρωπόλ βάσει του άρθρου 50, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/794, παρέλκει η εξέταση των λοιπών προϋποθέσεων για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης της Ευρωπόλ σε αυτή τη βάση (πρβλ. απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2018, Ευρωπαϊκή Ένωση κατά Kendrion, C‑150/17 P, EU:C:2018:1014, σκέψη 118).
189 Ως εκ τούτου, ο λόγος αποζημίωσης που προβάλλει ο προσφεύγων έναντι της Ευρωπόλ και στηρίζεται στο άρθρο 50, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/794 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
2) Επί των προβαλλομένων ζημιών που απορρέουν μόνον από πράξεις ή συμπεριφορές της Ευρωπόλ, για τις οποίες ζητείται αποζημίωση βάσει της ευθύνης της για δικές της πράξεις που προβλέπεται στο άρθρο 49, παράγραφος 3, του κανονισμού 2016/794
i) Επί του λόγου αποζημίωσης με τον οποίο προβάλλεται προσβολή του δικαιώματος σε δίκαιη ποινική δίκη
190 Ο προσφεύγων προβάλλει ότι υπέστη ζημία λόγω της προσβολής του δικαιώματός του σε δίκαιη ποινική δίκη, το οποίο κατοχυρώνεται στα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη καθώς και στα άρθρα 14 και 15 του Συμφώνου, ζημία που προκύπτει από την αδυναμία ελέγχου της ακρίβειας, της γνησιότητας, της αξιοπιστίας και της νομιμότητας των δεδομένων που υποβλήθηκαν σε επεξεργασία και διαβιβάστηκαν στο πλαίσιο της συνεργασίας σχετικά με την υπηρεσία Sky ECC ή, τουλάχιστον, από την έλλειψη τυπικών και ουσιαστικών εγγυήσεων.
191 Ειδικότερα, η «(επιθυμητή) αρχή, κατά το μάλλον ή ήττον απόλυτη, της διακρατικής εμπιστοσύνης» και οι «(κρατικές) μέθοδοι μυστικής (έρευνας)» καθιστούν αδύνατο τον τυπικό και ουσιαστικό έλεγχο των προερχόμενων από την υπηρεσία Sky ECC δεδομένων, ως αποδεικτικών στοιχείων, στο πλαίσιο εθνικών ποινικών διαδικασιών, τούτο δε παρά το γεγονός ότι τα δεδομένα αυτά είναι ελλιπή και, ως εκ τούτου, συνελέγησαν και υποβλήθηκαν σε επεξεργασία κατά τρόπο αθέμιτο, παράνομο, ακατάλληλο και αντίθετο προς τον σκοπό της χρήσης αποδεικτικών στοιχείων σε ποινικές υποθέσεις.
192 Η Ευρωπόλ προβάλλει ότι ο ως άνω λόγος αποζημίωσης είναι αβάσιμος.
193 Κατ’ αρχάς, κατά το μέρος που ο προσφεύγων υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι τόσο η ολλανδική όσο και η σερβική ποινική διαδικασία δεν του παρέχουν τη δυνατότητα να αμφισβητήσει το παραδεκτό ή την αποδεικτική ισχύ των προερχόμενων από την υπηρεσία Sky ECC δεδομένων που χρησιμοποιήθηκαν στο πλαίσιο των διαδικασιών αυτών, η ανωτέρω επιχειρηματολογία πρέπει να απορριφθεί, ελλείψει αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης της Ευρωπόλ για πράξεις ή συμπεριφορές κράτους μέλους διαφορετικές από την εσφαλμένη επεξεργασία δεδομένων και ελλείψει αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης της Ευρωπόλ για τρίτη χώρα.
194 Εν συνεχεία, εάν με τον υπό κρίση λόγο αποζημίωσης ο προσφεύγων προβάλλει τη μη σύννομη επεξεργασία των δεδομένων του, η επιχειρηματολογία αυτή έχει ήδη απορριφθεί στη σκέψη 187 ανωτέρω.
195 Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ο προβαλλόμενος από τον προσφεύγοντα λόγος αποζημίωσης που αφορά την εκ μέρους της Ευρωπόλ παράβαση των άρθρων 47 και 48 του Χάρτη και των άρθρων 14 και 15 του Συμφώνου.
ii) Επί του λόγου αποζημίωσης που αφορά την έλλειψη συντονισμού των ολλανδικών και των σερβικών αρχών στο πλαίσιο των ποινικών διώξεων που ασκήθηκαν κατά του προσφεύγοντος
196 Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, ο προσφεύγων προβάλλει ότι η Ευρωπόλ του προκάλεσε ζημία μη τηρώντας την υποχρέωσή της για συντονισμό των ποινικών διώξεων καίτοι αυτή προβλέπεται από τη συμφωνία ΚΟΕ, ενώ η ίδια ενεπλάκη στην κοινοχρησία των δεδομένων του για τους σκοπούς των εις βάρος του διώξεων.
197 Συνεπεία της παράβασης αυτής, ο προσφεύγων υποχρεώθηκε να υπερασπίσει τον εαυτό του στις Κάτω Χώρες και στη Σερβία, ενόσω βρισκόταν στη φυλακή στις Κάτω Χώρες, γεγονός που επηρέασε την υπεράσπισή του στη Σερβία και συνιστά παράβαση των άρθρων 47 και 48 του Χάρτη, του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ καθώς και των άρθρων 14 και 15 του Συμφώνου.
198 Η Ευρωπόλ προβάλλει ότι ο ως άνω λόγος αποζημίωσης είναι αβάσιμος.
199 Συναφώς, αρκεί η επισήμανση ότι η επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του χωρίου της συμφωνίας ΚΟΕ, το οποίο επικαλείται.
200 Υπό τον τίτλο «9.1 Συμφωνίες για τη χρήση ψηφιακών δεδομένων που προέρχονται από την ακρόαση διακομιστών – Ανταλλαγή πληροφοριών με χώρες που δεν συμμετέχουν στην ΚΟΕ», η συμφωνία ΚΟΕ προβλέπει ότι «στην περίπτωση κατά την οποία […] χρήστες από διαφορετικές χώρες της ΚΟΕ ή από χώρες εκτός ΚΟΕ ενδέχεται να εμπλέκονται σε παρόμοια ή συνδεόμενα πραγματικά περιστατικά, τα ενδιαφερόμενα συμβαλλόμενα μέρη της ΚΟΕ έρχονται αμελλητί σε συνεννόηση μεταξύ τους, καθώς επίσης, κατά περίπτωση, με τις χώρες που δεν συμμετέχουν στην ΚΟΕ και την Ευρωπόλ».
201 Επομένως, πέραν του γεγονότος ότι η συνεννόηση με την Ευρωπόλ σχετικά με τη χρήση των ψηφιακών δεδομένων που προέρχονται από την ακρόαση διακομιστών είναι απλώς προαιρετική, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, λαμβανομένου υπόψη του τίτλου υπό τον οποίο τίθεται το χωρίο που μνημονεύει ο προσφεύγων, η συνεννόηση αυτή αφορά τη χρήση των ως άνω δεδομένων και όχι τις ποινικές διώξεις που θα μπορούσαν να ασκηθούν βάσει των εν λόγω δεδομένων από τα κράτη μέλη που είναι συμβαλλόμενα μέρη στη συμφωνία ΚΟΕ, ή ακόμη και από χώρες που δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη στη συμφωνία αυτή.
202 Επιπλέον, ουδεμία υποχρέωση συντονισμού των ποινικών διώξεων σε εθνικό επίπεδο μπορεί να προβληθεί έναντι της Ευρωπόλ, στο μέτρο που ο κανονισμός 2016/794 –και ιδίως το άρθρο του 4, παράγραφος 1– ουδόλως την εξουσιοδοτεί να αποφασίζει την άσκηση διώξεων κατά προσώπου που έχει ταυτοποιηθεί σε συγκεκριμένη χώρα ή ακόμη να συντονίζει τις διώξεις που έχουν ασκηθεί σε περισσότερες από μία εκ των ως άνω χωρών.
203 Ως εκ τούτου, η Ευρωπόλ δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για παραβάσεις των άρθρων 47 και 48 του Χάρτη, του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και των άρθρων 14 και 15 του Συμφώνου, παραβάσεις οι οποίες, κατά την ημερομηνία άσκησης της υπό κρίση προσφυγής, αποδείχθηκαν εντελώς υποθετικές, στο μέτρο που οι ποινικές διαδικασίες που κινήθηκαν κατά του προσφεύγοντος εξακολουθούσαν να εκκρεμούν.
204 Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ο προβαλλόμενος από τον προσφεύγοντα λόγος αποζημίωσης που αφορά την εκ μέρους της Ευρωπόλ παράβαση της συμφωνίας ΚΟΕ καθώς και των άρθρων 47 και 48 του Χάρτη, του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και των άρθρων 14 και 15 του Συμφώνου.
iii) Επί του λόγου αποζημίωσης που αφορά παράβαση του άρθρου 32 του κανονισμού 2016/794
205 Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, ο προσφεύγων προβάλλει ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η συλλογή και η επεξεργασία των προσωπικού χαρακτήρα δεδομένων του αποδειχθούν νόμιμες και θεμιτές, η Ευρωπόλ του προκάλεσε ζημία παραβαίνοντας την υποχρέωσή της να εγγυηθεί κατάλληλο επίπεδο ασφάλειας των δεδομένων του, κατά παράβαση του άρθρου 32 του κανονισμού 2016/794.
206 Η Ευρωπόλ προβάλλει ότι ο ως άνω λόγος αποζημίωσης είναι αβάσιμος.
207 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος που αφορούν την εκ μέρους της Ευρωπόλ παράβαση της υποχρέωσής της να λάβει τα κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα προκειμένου να εγγυηθεί επίπεδο ασφαλείας κατάλληλο για την αντιμετώπιση του κινδύνου ουδόλως τεκμηριώνονται με αποδεικτικά στοιχεία ή με αρχή αποδείξεως.
208 Ο προσφεύγων δεν αποδεικνύει ότι, λόγω της παράβασης αυτής, τα προσωπικά δεδομένα του υποβλήθηκαν, μεταξύ άλλων, σε απαγορευμένη δημοσιοποίηση, αλλοίωση ή πρόσβαση ή σε κάθε άλλη μορφή παράνομης επεξεργασίας.
209 Συναφώς, επισημαίνεται ότι ο ισχυρισμός του προσφεύγοντος σχετικά με τη δημοσιοποίηση του ονόματός του στον Τύπο από υπαιτιότητα της Ευρωπόλ δεν επιβεβαιώνεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
210 Ο μη τεκμηριωμένος φόβος του προσφεύγοντος ότι υπήρξε παραβίαση των προσωπικού χαρακτήρα δεδομένων του δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι η Ευρωπόλ παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 32 του κανονισμού 2016/794.
211 Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ο προβαλλόμενος από τον προσφεύγοντα λόγος αποζημίωσης που αφορά την εκ μέρους της Ευρωπόλ παράβαση του άρθρου 32 του κανονισμού 2016/794 και, ως εκ τούτου, τα αποζημιωτικά αιτήματα κατά το μέρος που στρέφονται κατά της Ευρωπόλ.
β) Επί των πράξεων και των συμπεριφορών για τις οποίες μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη η Eurojust
1) Επί του λόγου αποζημίωσης που αφορά την παράνομη επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του προσφεύγοντος
212 Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, ο προσφεύγων προβάλλει ότι υπέστη ζημία λόγω της επεξεργασίας των προσωπικού χαρακτήρα δεδομένων του, κατά παράβαση των άρθρων 71 και 72 του κανονισμού 2018/1725, των άρθρων «(9 και) 26, και 27 του κανονισμού 2018/1727», των άρθρων 7, 8 και 10 έως 12 του Χάρτη, σε συνδυασμό με τα άρθρα 51 και 52 του Χάρτη, του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, καθώς και του άρθρου 17 του Συμφώνου.
213 Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας του, ο προσφεύγων αναφέρει ότι παραπέμπει mutatis mutandis στις αιτιάσεις που διατυπώθηκαν κατά της Ευρωπόλ και μνημονεύονται στις σκέψεις 154 έως 160 ανωτέρω. Προσθέτει ότι η Eurojust παραβίασε επίσης το επαγγελματικό απόρρητο των δικηγόρων.
214 Η Eurojust προβάλλει ότι ο ως άνω λόγος αποζημίωσης είναι αβάσιμος.
215 Αρχικώς, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος που μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι βάλλουν, βάσει της παραβίασης των προσωπικού χαρακτήρα δεδομένων του, κατά πράξεων ή συμπεριφορών της Eurojust που αφορούσαν δεδομένα άλλα από τα προσωπικού χαρακτήρα δεδομένα του.
216 Πράγματι, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη της Ένωσης, ο ενάγων πρέπει να αποδείξει ότι η ζημία της οποίας ζητεί την αποκατάσταση τον θίγει προσωπικώς (διάταξη της 3ης Σεπτεμβρίου 2021, Löning κατά Επιτροπής, C‑176/21 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2021:697, σκέψη 19).
217 Επομένως, πρέπει να απορριφθούν οι αιτιάσεις του προσφεύγοντος σχετικά με την παροχή υποστήριξης και συμβουλών σε θέματα δικαστικής συνεργασίας προς το Βασίλειο του Βελγίου, τη Γαλλική Δημοκρατία, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και την Ευρωπόλ κατά τις τρεις συσκέψεις που διοργανώθηκαν στις 25 Απριλίου 2019, στις 7 Σεπτεμβρίου 2020 και στις 11 Φεβρουαρίου 2021 (σκέψη 71 ανωτέρω), καθώς και οι αιτιάσεις σχετικά με τον συντονισμό των ολλανδικών και σερβικών ερευνών κατά τη σύσκεψη που διοργανώθηκε στις 23 Μαΐου 2022 (σκέψη 73 ανωτέρω), ως προς τις οποίες ο προσφεύγων ούτε ισχυρίζεται ούτε, κατά μείζονα λόγο, αποδεικνύει ότι οδήγησαν στην επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούσαν.
218 Το ίδιο ισχύει για τον ισχυρισμό που αφορά την εκ μέρους της Eurojust παραβίαση του επαγγελματικού απορρήτου των δικηγόρων.
219 Πράγματι, ο προσφεύγων αναφέρεται μεν σε καταγγελία δικηγόρου του δικηγορικού συλλόγου του Ρότερνταμ σχετικά με την επεξεργασία των προερχόμενων από την υπηρεσία Sky ECC δεδομένων του. Εντούτοις, ουδόλως αναφέρει ότι ο δικηγόρος αυτός υπήρξε ή είναι εκπρόσωπός του και ότι οι πληροφορίες οι οποίες φέρονται ως υποβληθείσες σε επεξεργασία από την Eurojust σχετίζονταν με την υπεράσπισή του και ότι, ως εκ τούτου, η Eurojust προσέβαλε το δικαίωμά του να συμβουλεύεται δικηγόρο στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας, δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη (πρβλ. απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2022, Orde van Vlaamse Balies κ.λπ., C‑694/20, EU:C:2022:963, σκέψη 53).
220 Όσον αφορά τη διαβίβαση της 24ης Ιουνίου 2022 και όπως επισημάνθηκε στις σκέψεις 124 έως 130 ανωτέρω, ο προσφεύγων δεν αποδεικνύει τους λόγους για τους οποίους η διαβίβαση αυτή είχε ως αποτέλεσμα την παράνομη επεξεργασία των προσωπικού χαρακτήρα δεδομένων του.
221 Επιπλέον και όσον αφορά τον ισχυρισμό περί παράβασης των άρθρων 47 και 48 του Χάρτη, καθώς και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και των άρθρων 14 και 15 του Συμφώνου, ο προσφεύγων δεν εξηγεί για ποιον λόγο ενδεχόμενη παράνομη επεξεργασία των προσωπικού χαρακτήρα δεδομένων του συνεπάγεται παράβαση των διατάξεων αυτών.
222 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί ο προβαλλόμενος από τον προσφεύγοντα λόγος αποζημίωσης που αφορά την παράνομη επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν, καθώς και παράβαση των άρθρων 47 και 48 του Χάρτη, του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και των άρθρων 14 και 15 του Συμφώνου.
2) Επί του λόγου αποζημίωσης που αφορά προσβολή του δικαιώματος του προσφεύγοντος σε δίκαιη ποινική δίκη
223 Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, ο προσφεύγων προβάλλει ότι η Eurojust του προξένησε ζημία λόγω της προσβολής του δικαιώματός του σε δίκαιη ποινική δίκη, το οποίο κατοχυρώνεται στα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη καθώς και στα άρθρα 14 και 15 του Συμφώνου, ζημία που προκύπτει από την αδυναμία ελέγχου της ακρίβειας, της γνησιότητας, της αξιοπιστίας και της νομιμότητας των δεδομένων που υποβλήθηκαν σε επεξεργασία και διαβιβάστηκαν στο πλαίσιο της συνεργασίας σχετικά με την υπηρεσία Sky ECC ή, τουλάχιστον, από την έλλειψη τυπικών και ουσιαστικών εγγυήσεων.
224 Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας του, ο προσφεύγων προβάλλει τα ίδια επιχειρήματα με τα προμνησθέντα στη σκέψη 191.
225 Η Eurojust προβάλλει ότι ο ως άνω λόγος αποζημίωσης είναι αβάσιμος.
226 Στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά αποκλειστικώς το καθεστώς των αποδεικτικών στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν στο πλαίσιο των εθνικών ποινικών διαδικασιών που κινήθηκαν κατά του προσφεύγοντος, διαπιστώνεται ότι η Eurojust απλώς προέβη στη διαβίβαση της 24ης Ιουνίου 2022.
227 Τα δε αιτήματα περί ακυρώσεως της διαβίβασης της 24ης Ιουνίου 2022, τα οποία στηρίζονται στα ίδια επιχειρήματα, απορρίφθηκαν ήδη στις σκέψεις 128 έως 130 ανωτέρω.
228 Εξάλλου, ο προσφεύγων ουδέν στοιχείο ή επιχείρημα αναφέρει που να αποδεικνύει ότι, μετά τη διαβίβαση αυτή, επήλθε οποιαδήποτε προσβολή του δικαιώματός του για αποτελεσματική δικαστική προστασία.
229 Εν πάση περιπτώσει, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη προβλέπει τη δυνατότητα επιβολής περιορισμών στα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, υπό τις προϋποθέσεις που υπομνήσθηκαν στη σκέψη 184 ανωτέρω.
230 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί ο προβαλλόμενος από τον προσφεύγοντα λόγος αποζημίωσης που αφορά την εκ μέρους της Eurojust παράβαση των άρθρων 47 και 48 του Χάρτη, ή ακόμη των άρθρων 14 και 15 του Συμφώνου.
3) Επί του λόγου αποζημίωσης που αφορά την έλλειψη συντονισμού των ολλανδικών και των σερβικών αρχών στο πλαίσιο των ποινικών διώξεων που ασκήθηκαν κατά του προσφεύγοντος
231 Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, ο προσφεύγων προβάλλει ότι η Eurojust του προκάλεσε ζημία μη τηρώντας την υποχρέωσή της για συντονισμό των ποινικών διώξεων, καίτοι προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2018/1727 καθώς και στη συμφωνία ΚΟΕ, ενώ η ίδια ενεπλάκη στην κοινοχρησία των δεδομένων του για τους σκοπούς των εις βάρος του διώξεων.
232 Συνεπεία της παράβασης αυτής, ο προσφεύγων υποχρεώθηκε να υπερασπίσει τον εαυτό του στις Κάτω Χώρες και στη Σερβία, ενόσω βρισκόταν στη φυλακή στις Κάτω Χώρες, γεγονός που επηρέασε την υπεράσπισή του στη Σερβία και συνιστά παράβαση των άρθρων 47 και 48 του Χάρτη, του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και των άρθρων 14 και 15 του Συμφώνου.
233 Η Eurojust προβάλλει ότι ο ως άνω λόγος αποζημίωσης είναι αβάσιμος.
234 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, όπως επισημάνθηκε στις σκέψεις 199 έως 201 ανωτέρω, η προβλεπόμενη από τη συμφωνία ΚΟΕ συνεννόηση αφορά τη χρήση των δεδομένων που συλλέγονται από τα ενδιαφερόμενα κράτη και όχι τις ποινικές διώξεις που θα μπορούσαν να ασκηθούν βάσει των εν λόγω δεδομένων από τα κράτη μέλη που είναι συμβαλλόμενα μέρη στη συμφωνία ΚΟΕ ή ακόμη και από χώρες που δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη στη συμφωνία αυτή.
235 Επιπλέον, επισημαίνεται ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2018/1727 ορίζει ότι η Eurojust «επικουρεί τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών προκειμένου να εξασφαλίσει τον καλύτερο δυνατό συντονισμό των ερευνών και των διώξεων».
236 Εξ αυτού προκύπτει, όπως ορθώς υποστηρίζει η Eurojust, ότι, στο πλαίσιο της ως άνω επιχειρησιακής λειτουργίας συντονισμού των ερευνών και των διώξεων, η ίδια υπέχει μόνον υποχρέωση λήψης μέτρων και ότι η απόφαση για την κίνηση δίωξης κατά προσώπου απόκειται αποκλειστικά στις οικείες εθνικές αρχές, όπως επιβεβαιώνεται από το άρθρο 85 ΣΛΕΕ, το οποίο αποτελεί τη νομική βάση του κανονισμού 2018/1727.
237 Επομένως, η Eurojust δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για δικονομικές επιλογές που υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα και ευθύνη των οικείων κρατών.
238 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί ο προβαλλόμενος από τον προσφεύγοντα λόγος αποζημίωσης που αφορά την εκ μέρους της Eurojust παράβαση της συμφωνίας ΚΟΕ, του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2018/1727, καθώς και των άρθρων 47 και 48 του Χάρτη, του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και των άρθρων 14 και 15 του Συμφώνου.
4) Επί του λόγου αποζημίωσης που αφορά παράβαση των άρθρων 89, 91 και 92 του κανονισμού 2018/1725
239 Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, ο προσφεύγων προβάλλει ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η συλλογή και η επεξεργασία των προσωπικού χαρακτήρα δεδομένων του αποδειχθούν νόμιμες και θεμιτές, κατ’ αρχάς, η Eurojust του προκάλεσε ζημία παραβαίνοντας την υποχρέωσή της να εγγυηθεί κατάλληλο επίπεδο ασφάλειας των δεδομένων του, κατά παράβαση του άρθρου 91 του κανονισμού 2018/1725.
240 Επιπλέον, λαμβανομένου υπόψη του καινοφανούς χαρακτήρα που παρουσιάζει ο τρόπος συλλογής των δεδομένων της υπηρεσίας Sky ECC –ήτοι η χρήση της μεθόδου της «επίθεσης του ενδιάμεσου»–, η Eurojust παρέβη την υποχρέωσή της να διενεργήσει προηγούμενη εκτίμηση επιπτώσεων σχετικά με την προστασία των δεδομένων του προσφεύγοντος, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 89 του κανονισμού 2018/1725.
241 Τέλος, η Eurojust παρέβη την υποχρέωσή της να γνωστοποιήσει στον ΕΕΠΔ την παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του προσφεύγοντος, κατά παράβαση του άρθρου 92 του κανονισμού 2018/1725.
242 Η Eurojust προβάλλει ότι ο ως άνω λόγος αποζημίωσης είναι αβάσιμος.
243 Κατ’ αρχάς, οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος που αφορούν την εκ μέρους της Eurojust παράβαση της υποχρέωσής της να λάβει τα κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα προκειμένου να εγγυηθεί επίπεδο ασφάλειας κατάλληλο για την αντιμετώπιση του κινδύνου, πρέπει να απορριφθούν για λόγους παρόμοιους με εκείνους που αναφέρονται στις σκέψεις 207 έως 210 ανωτέρω.
244 Εν συνεχεία, ο προσφεύγων δεν εξηγεί για ποιον λόγο η Eurojust παρέβη την υποχρέωσή της να προβεί σε εκτίμηση επιπτώσεων πριν από τη διαβίβαση προς τις σερβικές αρχές του παρασχεθέντος από τις γαλλικές αρχές συνδέσμου προς ιστότοπο διασφαλιζόμενο με κωδικό πρόσβασης, όπου περιέχονταν οι συνομιλίες από την υπηρεσία Sky ECC (σκέψη 75 ανωτέρω).
245 Μια τέτοια διαβίβαση, ως προς την οποία ουδόλως προκύπτει ότι ενείχε ιδιαίτερο κίνδυνο για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του προσφεύγοντος ή, τουλάχιστον, μεγαλύτερο κίνδυνο σε σχέση με άλλους τρόπους διαβίβασης, δεν δικαιολογούσε τη διενέργεια της προηγούμενης εκτίμησης επιπτώσεων που προβλέπεται στο άρθρο 89 του κανονισμού 2018/1725.
246 Τέλος, εφόσον ο προσφεύγων δεν απέδειξε, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, ότι η Eurojust παραβίασε τα προσωπικού χαρακτήρα δεδομένα του, δεν μπορεί να της προσάψει ότι παρέβη την προβλεπόμενη στο άρθρο 92 του κανονισμού 2018/1725 υποχρέωσή της να γνωστοποιήσει τέτοιου είδους παραβίαση στον ΕΕΠΔ.
247 Βάσει των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ο προβαλλόμενος από τον προσφεύγοντα λόγος αποζημίωσης που αφορά παράβαση των άρθρων 89, 91 και 92 του κανονισμού 2018/1725 και, κατά συνέπεια, τα αιτήματα αποζημίωσης κατά το μέρος που στρέφονται κατά της Eurojust.
248 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, χωρίς να χρειάζεται να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί των λοιπών λόγων απαραδέκτου που προέβαλαν η Ευρωπόλ και η Eurojust.
IV. Επί των δικαστικών εξόδων
249 Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι ο προσφεύγων ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τα σχετικά αιτήματα της Ευρωπόλ και της Eurojust. Εξάλλου, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Βασίλειο του Βελγίου, το Βασίλειο της Ισπανίας και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Ο BW φέρει τα δικαστικά έξοδά του καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) και ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Ποινικής Δικαιοσύνης (Eurojust).
3) Το Βασίλειο του Βελγίου, το Βασίλειο της Ισπανίας και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
| Svenningsen | Martín y Pérez de Nanclares | Stancu |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 25 Φεβρουαρίου 2026.
(υπογραφές)
