ΠΕΡΙΛΗΨΗ
ΟΤΑ. Άσκηση κρατικής εποπτείας. Δύο στάδια ελέγχου νομιμότητας από κρατικά όργανα των αποφάσεων των οργάνων των Δήμων. Νομίμως η Επιτροπή του άρθρου 152 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων ελέγχει απευθείας τη νομιμότητα των αποφάσεων του δημοτικού οργάνου και τις ακυρώνει ως μη νόμιμες, κινούμενη εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της ασκηθείσας ενώπιόν της προσφυγής του διοικουμένου, όπως αυτό οριοθετείται με τους λόγους της προσφυγής, με τους οποίους επαναφέρονται προς εξέταση οι ίδιες αιτιάσεις που είχαν προβληθεί και με την προσφυγή ενώπιον του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
ΣτΕ Γ΄ 7μ. 63/202
Πρόεδρος: Δ. Κυριλλόπουλος, Αντιπρόεδρος
Εισηγήτρια: Σ. Παπακωνσταντίνου, Πάρεδρος
Με την 63/2026 απόφαση του Γ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας (επταμελούς σύνθεσης) ερμηνεύθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 214, 215, 224, 227, 238 του ν. 3852/2010 και 148, 150, 151, 152 του ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων), σε συνδυασμό με τα άρθρα 28 παρ. 1 και 28Α παρ. 1 του ν. 4325/2015, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους από τα άρθρα 65 και 66, αντίστοιχα, του ν. 4954/2022, όσον αφορά την έκταση του ελέγχου που ασκεί η Ειδική Επιτροπή του άρθρου 152 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων επί των αποφάσεων των οργάνων των εποπτευόμενων Δήμων. Με την εν λόγω απόφαση κρίθηκε, αρχικώς, ότι από τη συνδυαστική ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι προβλέπονται δύο στάδια ελέγχου νομιμότητας εκ μέρους κρατικών οργάνων, όπως είναι ο Συντονιστής Αποκεντρωμένης Διοίκησης και η Ειδική Επιτροπή, των αποφάσεων των μονομελών ή συλλογικών οργάνων των Δήμων, με την άσκηση από τον διοικούμενο, αρχικώς, της ειδικής διοικητικής προσφυγής ενώπιον του Συντονιστή κατά της απόφασης οργάνου του Δήμου και, στη συνέχεια, της ειδικής διοικητικής προσφυγής ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής κατά της απόφασης του Συντονιστή.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο διοικούμενος ακολούθησε και τα δύο στάδια ελέγχου νομιμότητας με την άσκηση, αρχικώς, προσφυγής ενώπιον του Συντονιστή κατά του κύρους αποφάσεων του δημοτικού συμβουλίου και, στη συνέχεια, προσφυγής ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής κατά της σιωπηρής απόρριψης της προσφυγής του από τον Συντονιστή (και, άρα, της επικύρωσης της νομιμότητας των αποφάσεων του δημοτικού συμβουλίου), χωρίς να ασκήσει προσφυγή απευθείας ενώπιον της Επιτροπής κατά των αποφάσεων του δημοτικού συμβουλίου, παρακάμπτοντας το πρώτο στάδιο ελέγχου νομιμότητας από τον Συντονιστή. Τούτο σημαίνει ότι ο Συντονιστής, επιλαμβανόμενος της ασκηθείσας ενώπιόν του προσφυγής, αποφάνθηκε (σιωπηρά) επί των λόγων ακυρότητας κατά των αποφάσεων του δημοτικού συμβουλίου, οι οποίοι είχαν προβληθεί με την προσφυγή, και, συνεπώς, εξάντλησε την απονεμόμενη σε αυτόν από το Σύνταγμα (άρθρο 102 παρ. 4) και τον νόμο αρμοδιότητα για τον έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων του δημοτικού οργάνου. Ακολούθως, ο διοικούμενος, με την προσφυγή του ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής, ζήτησε την επανεξέταση, σε δεύτερο στάδιο, των αιτιάσεων που είχε προβάλει και ενώπιον του Συντονιστή κατά της νομιμότητας των αποφάσεων του δημοτικού συμβουλίου. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η Ειδική Επιτροπή, αφού έκανε δεκτό ότι η ασκηθείσα ενώπιόν της προσφυγή είχε ασκηθεί παραδεκτώς, νομίμως εξέφερε, περαιτέρω, ιδία κρίση για τη νομιμότητα των αποφάσεων του δημοτικού συμβουλίου, στο πλαίσιο της εκ νέου εξέτασης των ίδιων λόγων ακυρότητας που είχαν προβληθεί, σε πρώτο, στάδιο, με την προσφυγή ενώπιον του Συντονιστή, κινούμενη εντός των ορίων του προβλεπόμενου στο άρθρο 4 παρ. 4 του Κανονισμού Λειτουργίας της Ειδικής Επιτροπής (31925/6.6.2007 απόφαση του Υφυπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης) μεταβιβαστικού αποτελέσματος, όπως αυτό οριοθετήθηκε με τους λόγους της προσφυγής και το αίτημα αυτής. Το Δικαστήριο έκρινε, περαιτέρω, ότι εφόσον η Ειδική Επιτροπή έκανε δεκτό ότι οι αποφάσεις του δημοτικού οργάνου είχαν ουσιαστικές πλημμέλειες, νομίμως προέβη στην ακύρωση όχι μόνο της σιωπηρής απόρριψης από τον Συντονιστή της ασκηθείσας ενώπιόν του προσφυγής, αλλά και των αποφάσεων του δημοτικού συμβουλίου. Υπό την αντίθετη εκδοχή, εάν, δηλαδή, γινόταν δεκτό ότι η Ειδική Επιτροπή έπρεπε να περιοριστεί στην ακύρωση μόνο της σιωπηρής απόρριψης από τον Συντονιστή της προσφυγής κατά των αποφάσεων του δημοτικού συμβουλίου, χωρίς να διαλάβει κρίση σχετικά με την τύχη των τελευταίων αυτών αποφάσεων, τούτο θα είχε ως επακόλουθο να διατηρηθούν σε ισχύ οι αποφάσεις του δημοτικού συμβουλίου και να εξακολουθούν να παράγουν έννομες συνέπειες από την έκδοσή τους, μολονότι έχει προηγηθεί κρίση από το κρατικό όργανο, στο οποίο έχει ανατεθεί η υποχρεωτική εποπτεία των δημοτικών οργάνων, ότι οι αποφάσεις αυτές είναι μη νόμιμες. Τούτο δε, λαμβανομένου υπόψη ότι οι αποφάσεις του δημοτικού συμβουλίου ουδέποτε ενσωματώθηκαν στη σιωπηρή απόρριψη της προσφυγής από τον Συντονιστή και, συνεπώς, ουδέποτε απώλεσαν την εκτελεστότητά τους, καθόσον η προσφυγή ενώπιον του Συντονιστή δεν έχει ενδικοφανή χαρακτήρα. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ανωτέρω εκδοχή δεν θα ήταν συμβατή με την εκπλήρωση της συνταγματικής αποστολής του Κράτους να ασκεί υποχρεωτικά εποπτεία στις πράξεις των μονομελών ή συλλογικών οργάνων των Δήμων που ρυθμίζουν τοπικές υποθέσεις, η εν λόγω δε εποπτεία αποδίδει τον εγγυητικό ρόλο του Κράτους για τη διασφάλιση της αρχής της νομιμότητας κατά τη δράση και λειτουργία των Δήμων. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ότι τυχόν ακύρωση μόνο της σιωπηρής απόρριψης του Συντονιστή θα προσέκρουε στον δημοσίου συμφέροντος σκοπό για άμεση, επίκαιρη και αποτελεσματική ενδοδιοικητική (εξωδικαστική) διευθέτηση των διαφορών μεταξύ των διοικουμένων και των Δήμων μέσω της άσκησης των προβλεπόμενων στον νόμο διαδοχικών διοικητικών προσφυγών. Για την εξυπηρέτηση δε του σκοπού αυτού θεσπίστηκαν, εξάλλου, από τον νομοθέτη ειδικές, σύντομες, προθεσμίες απόφανσης του Συντονιστή και της Ειδικής Επιτροπής επί των διαδοχικών διοικητικών προσφυγών, μετά την παρέλευση των οποίων θεωρείται ότι η ελεγχόμενη απόφαση είναι (σιωπηρώς) νόμιμη, καθώς και ρητή υποχρέωση των δημοτικών οργάνων να συμμορφώνονται προς τις αποφάσεις του Συντονιστή και της Ειδικής Επιτροπής, με σοβαρές πειθαρχικές ευθύνες σε αντίθετη περίπτωση.
