• Το δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτούς ισχυρισμούς για δεδικασμένο και διέκοψε οριστικά τη δίωξη για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ενώ κατέληξε σε καταδίκη για το υπόλοιπο σκέλος της υπόθεσης
Βαρύ ήταν το αποτύπωμα της απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου σε βάρος ιδιοκτήτριας γνωστού beach bar, καθώς στην ίδια δικάσιμο συνεκδικάστηκαν 4 υποθέσεις που αφορούσαν, κατά το κατηγορητήριο, ζητήματα χρήσης αιγιαλού και παραλίας, κατάληψης δημόσιου κτήματος, αυθαίρετων κατασκευών, μεταβολής αιγιαλού, αλλά και λειτουργίας επιχείρησης εντός αρχαιολογικού χώρου χωρίς την απαιτούμενη άδεια.
Μετά την εξέταση των επιμέρους φακέλων και την προβολή ισχυρισμών από την υπεράσπιση, το δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτή ένσταση δεδικασμένου και έπαυσε οριστικά τη δίωξη για μερικότερες κατηγορίες αυτογνώμονης κατάληψης αιγιαλού και ειδικότερα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Για τα υπόλοιπα, επέβαλε ποινή φυλάκισης 3 ετών με 3ετή αναστολή και χρηματική ποινή 50.150 ευρώ.
Η συνεκδίκαση 4 υποθέσεων και το πλαίσιο της διαδικασίας
Στην υπόθεση αποτυπώθηκε διαδικαστικό πλαίσιο που επέτρεπε την εκδίκαση και χωρίς την αυτοπρόσωπη παρουσία κατηγορουμένου. Στο ίδιο ακροατήριο τέθηκαν διαδοχικά κατηγορίες που εκτείνονταν χρονικά από το 2020 έως το 2023 και αφορούσαν, σύμφωνα με τα κλητήρια θεσπίσματα και τα κατηγορητήρια, πράξεις σε κοινόχρηστους χώρους αιγιαλού και παραλίας, καθώς και σε χώρο που εμπίπτει σε αρχαιολογική ζώνη.
Το βασικό στοιχείο της συγκεκριμένης συνεκδίκασης ήταν ότι οι υποθέσεις δεν κινήθηκαν όλες με την ίδια αφετηρία και το ίδιο αντικείμενο, παρότι, κατά την υπεράσπιση, σε κρίσιμα σημεία τους αφορούσαν στο ίδιο ιστορικό γεγονός και στην ίδια επίδικη έκταση. Αυτό το σημείο αποτέλεσε και τον πυρήνα της ένστασης δεδικασμένου που προβλήθηκε, αλλά και της τελικής κρίσης του δικαστηρίου να τη δεχθεί εν μέρει, οδηγώντας σε οριστική παύση της δίωξης για επιμέρους σκέλη.
Τα κατηγορητήρια για αιγιαλό, παραλία και δημόσιο κτήμα
Στο σκέλος των κατηγοριών που τοποθετούνται χρονικά τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 2023, η ιδιοκτήτρια κατηγορήθηκε ότι, σε 2 διαφορετικές ημερομηνίες, προχώρησε σε πράξεις που κατά το κατηγορητήριο συγκροτούσαν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με αντικείμενο την αυτογνώμονη κατάληψη δημόσιου κτήματος στον κοινόχρηστο χώρο αιγιαλού και παραλίας.
Κατά την περιγραφή, αναφέρθηκε ότι υπήρχαν συμβάσεις παραχώρησης δικαιώματος απλής χρήσης αιγιαλού παραλίας για τοποθέτηση ομπρελοκαθισμάτων, τόσο με τον δήμο όσο και με την αρμόδια κτηματική υπηρεσία, με συγκεκριμένα εμβαδά για τα νόμιμα μισθωμένα τμήματα. Ωστόσο, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, σε έλεγχο διαπιστώθηκαν αναπτύξεις ομπρελοκαθισμάτων που υπερέβαιναν τα παραχωρημένα όρια, με αναφορά σε επιμέρους επιφάνειες, μεταξύ άλλων 488,79 τ.μ. και 136,32 τ.μ. για το ένα σκέλος, 719,87 τ.μ. για άλλο σκέλος την ίδια ημερομηνία, καθώς και 320,51 τ.μ. σε μεταγενέστερη ημερομηνία, με την απόδοση σκοπού απόκτησης δικαιωμάτων νομής και κατοχής επί των εκτάσεων.
Παράλληλα, σε άλλη υπόθεση που αφορούσε ημερομηνία Αυγούστου του 2020, καταγράφηκε κατηγορία για κατάληψη τμήματος κοινόχρηστου αιγιαλού 150 τ.μ. με τοποθέτηση τραπεζιών, καθισμάτων και ομπρελών, αυτή τη φορά με αναφορά και σε δεύτερο πρόσωπο, ως προς τον ρόλο του ως προσωρινά υπεύθυνου, ενώ η ιδιοκτήτρια του beach bar αναφερόταν ως ιδιοκτήτρια του καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος.
Η υπόθεση μη παράδοσης έκτασης μετά από πρωτόκολλο και η περιγραφή κατασκευών 499,33 τ.μ.
Σημαντικό τμήμα της υπόθεσης αφορούσε στην κατηγορία ότι η κατηγορούμενη, ενώ αναγνώρισε την κυριότητα του Δημοσίου επί δημόσιου κτήματος, δεν το παρέδωσε, παρότι είχε προσκληθεί και παρότι είχε προηγηθεί πρωτόκολλο κατεδάφισης, άρσης και απομάκρυνσης κατασκευών και παράδοσης του ακινήτου στο Δημόσιο, με ταχθείσα προθεσμία 30 ημερών. Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρθηκε λεπτομερής περιγραφή κατασκευών σε χώρο αιγιαλού, με συνολικό εμβαδό 499,33 τ.μ. και επιμέρους στοιχεία, όπως ξύλινες πέργκολες, ξύλινα δάπεδα, τσιμεντένια δάπεδα και κατασκευές αποχωρητηρίων αποδυτηρίων με συγκεκριμένα επιμέρους εμβαδά, όπως αυτά καταγράφηκαν.
Σε συναφές κατηγορητήριο, η κατηγορούμενη αντιμετώπισε κατηγορίες για αυθαίρετη κατασκευή κατ’ εξακολούθηση σε παραλιακό δημόσιο κτήμα, αυτογνώμονη κατάληψη δημόσιου κτήματος και μεταβολή αιγιαλού. Τα πραγματικά περιστατικά τοποθετήθηκαν τον Ιανουάριο του 2020 και εκ νέου στους θερινούς μήνες του ίδιου έτους, με αναφορές σε νέες κατασκευές, και με κοινό παρονομαστή το συνολικό εμβαδό 499,33 τ.μ., που κατά το κατηγορητήριο συνδέθηκε με τη ζώνη αιγιαλού.
Η κατηγορία για λειτουργία επιχείρησης σε αρχαιολογικό χώρο χωρίς άδεια
Ξεχωριστό σκέλος της συνεκδίκασης αφορούσε κατηγορία για παράνομη λειτουργία επιχείρησης σε αρχαιολογικό χώρο χωρίς άδεια, κατ’ εξακολούθηση. Στο κατηγορητήριο αποτυπώθηκε ότι σε 2 ημερομηνίες, 09.08.2023 και 13.08.2023, σε νομότυπο αστυνομικό έλεγχο διαπιστώθηκε λειτουργία καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος εντός χερσαίας ζώνης αιγιαλού παραλίας που εμπίπτει σε αρχαιολογικό χώρο, χωρίς την απαιτούμενη άδεια από την αρμόδια εφορεία αρχαιοτήτων. Το σκέλος αυτό εμφανίστηκε ως αυτοτελής βάση ποινικής αξιολόγησης, πέραν των υποθέσεων που εστίαζαν στις εκτάσεις και στις κατασκευές.
Οι ισχυρισμοί της υπεράσπισης για μεταβολή νομικού καθεστώτος
Στο ακροατήριο τέθηκαν, από τους συνήγορους της κατηγορούμενης κ.κ. Στέλιο Κιουρτζή και Μιχάλη Κουντούρη, θέσεις που εστίασαν σε μεταβολή του νομικού καθεστώτος μετά τη δημοσίευση νέου νόμου, με επίκληση θεμελιώδους αλλαγής ως προς τον ορισμό και την οριοθέτηση αιγιαλού και παραλίας, ειδικά σε περιοχές όπου ίσχυε ιδιαίτερο καθεστώς λόγω κτηματολογικών ρυθμίσεων.
Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι, μετά τη νομοθετική μεταβολή, ο χώρος ανάμεσα στη γραμμή αιγιαλού και την πολυγωνική γραμμή παραλίας δεν είναι δεδομένο ότι παραμένει κοινόχρηστος, καθώς μπορεί, μετά από αίτημα επανακαθορισμού, να λάβει κτηματολογική μερίδα, ενώ τονίστηκε ότι οι διοικητικές πράξεις εκτέλεσης πρωτοκόλλων κατεδάφισης θα όφειλαν να εξετάζονται υπό νέο πρίσμα, εκτός εάν υπάρχει επικαιροποιημένη αυτοψία που να τεκμηριώνει ότι οι κατασκευές βρίσκονται εντός της ζώνης που ο νέος νόμος ορίζει ως αιγιαλό.
Στην ουσία των ισχυρισμών, αναπτύχθηκε ότι η πράξη της μεταβολής αιγιαλού, όπως είχε αποδοθεί, δεν πληροί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόστασή της υπό το νέο πλαίσιο, με το επιχείρημα ότι οι επίμαχες κατασκευές βρίσκονται εκτός της ζώνης που βρέχεται από τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις του χειμέριου κύματος.
Παράλληλα, τέθηκε θέμα εφαρμογής επιεικέστερου νόμου, με επίκληση της αρχής ότι, εφόσον μεσολάβησαν περισσότερες νομοθετικές ρυθμίσεις από την τέλεση έως την αμετάκλητη εκδίκαση, εφαρμόζεται εκείνη που οδηγεί σε ευμενέστερη μεταχείριση στη συγκεκριμένη περίπτωση. Στο συμπέρασμα των ισχυρισμών, ζητήθηκε απαλλαγή με το σκεπτικό ότι, υπό τα νέα δεδομένα, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα μεταβολής αιγιαλού, όπως είχε αποδοθεί.
Η ένσταση δεδικασμένου και το αίτημα απαραδέκτου νέας δίωξης
Κεντρικό σημείο της υπερασπιστικής γραμμής αποτέλεσε η ένσταση δεδικασμένου, με το επιχείρημα ότι δεν μπορεί να ασκηθεί εκ νέου δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν αποδίδεται διαφορετικός χαρακτηρισμός.
Στην ένσταση αποτυπώθηκε ότι, για την πράξη της αυτογνώμονης κατάληψης δημόσιου κτήματος και για συναφείς κατηγορίες, είχαν ήδη υπάρξει προηγούμενες ποινικές διώξεις και αθωωτικές ή άλλες κρίσεις, με επίκληση συγκεκριμένων αποφάσεων δικαστηρίων και με ειδική μνεία ότι υπήρξε υπόθεση η οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου με απόφαση της 19.02.2025, επειδή αφορούσε εμβαδομετρικά και δομικά την ίδια επίδικη έκταση 499,33 τ.μ.
